ΑΠΛΩΝΕΙ ΠΕΠΛΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Απλώνει πέπλα το φεγγάρι, άργησε να 'ρθει η φρεγάτα με τα μπλε σπαθιά στην πλώρη, μόνο ακούγεται ο παφλασμός των κουπιών στα νερά και νυχτοπούλια που ξαγρυπνούν στα κατάρτια. Σκιές αδιευκρίνιστες πλησιάζουν, κρατούν στα χέρια τα γραμμένα και φανερώνεται ένα μέλλον γινωμένο απ' τις καταιγίδες. Κουτσαίνει ο χρόνος απ' τις πολλές καθυστερήσεις, γεμίζουν με μπαρούτι οι άνεμοι τα φουγάρα τους και λάμνουν σε μια θάλασσα με βυθό σκοτεινό. Γυρνά ο τροχός του κουρασμένου αιώνα και μια σειρήνα καλεί τους τραυματιοφορείς να τρέξουν στα καταφύγια του τρόμου να περιθάλψουν τους μικρούς τυμπανιστές με τις μεγάλες λαβωματιές στην άδολη μουσική τους. Κι όλο πέφτει η αυλαία ενός θεάτρου στον βυθό του ωκεανού, κι όλο φαίνονται οι ρίζες του να αιμορραγούν. Ένα μακρόσυρτο τραγούδι αιωρείται από κάποιο δωμάτιο μοναχικό κι ακούγεται βαριά η φωνή του αγάλματος που περιμένει αιώνες πλάι στην πόρτα. Τόσος κόπος ν' ανέβει τις σκάλες του παραδείσου κι ούτε ένας δεν του έδωσε νέα σανδάλια και τώρα πεισματικά κρατάει φυλακισμένο τον χρόνο στα χέρια του για να μην προχωράει και του πληγώνει άλλο τα πόδια. Τόσος μόχθος κι ούτε μια στάση να κατέβει η σκιά που κρύβεται στο στήθος του, να προλάβει, να τρέξει, να κρυφτεί πριν την φυλακίσουν πάλι τα πέτρινα φυλλοκάρδια του. Τόσος κόπος μάταιος! Κι ύστερα σου λέει να απαιτεί ο ωκεανός να φτερουγίσει, ν' αλαφρώσει απ' το βάρος των αιώνων. Τόσο αίμα άδικα χυμένο στις ρίζες των βράχων, τόση ακινησία ανερμήνευτη στα μαρμαρωμένα ταξίδια! Κι έπειτα ρόγχος επιθανάτιος να ραγίζει τους μεγάλους δρόμους και ψίθυρος σιγανός να κάνει πιο αινιγματικά τα μυστικά. Πέρασε ο καιρός πια. Πέρασε ο καιρός κι άργησε το φως να πέσει εκτυφλωτικό στα μάτια των τυφλών, άργησε να μεσουρανήσει στον δακρυσμένο ορίζοντα. Ιωάννα Αθανασιάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου