ΑχερουσίαΠερίμενε του είπε καθώς εκείνος έφευγεμ’ ανείπωτες πάντα τις σκέψεις, μυστικέςμα εκείνος μάκραινε, χανότανεστης νύχτας το σκοτάδι σιωπηλόςπικρά, ανείπωτα τα μυστικά του.Περίμενε και πάλι ψέλλισεκαι την αλήθεια θα ’θελα να μάθωΚοίτα η λίμνη μας, το πέρασμα στην άλλη όχθηείναι πικρό και γυρισμό δεν έχειΜη βιάζεσαι, πες μου τα λόγια τα γνωστάαυτά που χρόνια μου ψιθύριζεςστην ίδια, την γνωστή σε μας ακρολιμνιά.Κρύα τα ήρεμα νερά, πόσο μακριά σε παίρνουνΚαι χάνεσαι! αμίλητος, σιωπηλός για πάντα.Θυμήσου ένα απόβραδο στην βάρκα μαςΛίκνιζες με το κύμα τους καημούς σουανάλαφρη η δροσιά στους ώμους μαςΚανείς δεν ήξερε πού πάμεΤο βλέμμα σου που κάτι πάντα έκρυβεΣτοχαστικά το κύμα ακολουθούσε.Κι ήταν ομίχλη, άφαντος ο ορίζονταςμες στις σκιές χαμένος.Περίμενε λες ψέλλιζε το είναι μουΌλα τα χρόνια σε άχαρο βυθό πνιγμέναΠριν φύγεις μίλα μου τον πόνο σουΑβύσσου της ζωής σου τα συντρίμμια.Ας περιμένει κι ο βαρκάρης στην σιωπή τουΤους χωρισμούς που είδε, και πόσους δεν είδεΔεν τους πόνεσε. ακίνητος και απαθήςΠάει, γυρνά απ’ όχθη σ’ όχθηΨυχρή κι η υγρασία του νερού τον σκέβρωσετα δάκρυα των θνητών τον πότισαν αφιόνι.Αστροφεγγιά ο ουρανόςκαι την σελήνη κάλυψε κιτρινισμένη λήθηΑνέμου αργοσάλεμα τραβά μόνο την πλώρηΤον άνεμο δεν τον ακούς πώς σέρνεται;φύλλα πώς γυροφέρνει στην νυχτιά;Σιμά σου κι όλο τριγυρνά, λόγια μη και σου πάρει.Λες και πονά κι αυτός για μεψάχνει, γυρίζει, δέρνεταιτου νου σου λες και τριγυρνάτα μονοπάτια τα θλιμμένατις σκέψεις σου μη βρει εκείστα μνήματα της λήθης που φωλιάσαν.Μίλα στον άνεμο αν θες. Ξέρεις γιατί...Θα ’ρθει μετά, αύρες θα δέσει, ψίθυρουςδίπλα σε με θα γείρει. Θα μου τα συζητήσει.Ανείπωτη, ασήκωτη πικρίαΡινίδες φεγγαριού στον ίσκιο σουΚι εσύ διαβαίνεις μακριά και φεύγεις μόνοςμόνος το βάρος μιας ζωής πώς το σηκώνεις;μόνος, αμίλητος, πικρός,κι εγώ δεν ξέρω που να στηριχθώδεν με κρατά η βαρύτης.Το κοιμητήρι πέρα στην ακρολιμνιάτώρα θαρρείς και φάνηκε.Ψυχρές, αμίλητες κι οι γκρίζες πέτρες.με δέντρων τα θροΐσματα αγκαλιάστηκανφεγγαρακτίνες στην νυχτιά τις έντυσαν ασήμι.Και άφατη και νεκρική σιγήστις πέτρες, στην καρδιά μου.Κρυφός, απόκοσμος και χάνεσαιστης χειμωνιάς το ξεροβόρι αφανισμένοςΑμίλητος, το βήμα σιωπηλόήχος ανάλαφρος μες στις σκιές των δρόμωνεκεί που μόνη καρτερούσα για να ’ρθειςτα μυστικά σου στην καρδιά μου ν’ αποθέσεις.Μα στης ταφόπετρας τον ίσκιο έσμιξεςμ’ ακτίνες φεγγαριού της λήθης.Οκτώβριος 2008
Από την συλλογή " Ωσεί Άνθος του Αγρού " Ελευθερουδάκης, 2025.
Η φωτογραφία ανήκει στην Ποιήτρια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου