Με χρώματα ακρυλικά,
ζωγραφίζω την χαρά,
της βάζω πορτοκαλί
που είναι όμορφο
πολύ.
Βάζω την πανσέληνο,
το πουπουλένιο σύννεφο
που γύρω της γυρίζει.
Λες κι είναι εραστής
κάτι να της θυμίζει.
Αγόρι αμούστακο,
γλυκό φιλί να δίνει,
σε κοπελίτσα που
παραδομένη στο φιλί τ
ου πρώτου έρωτα
θα το θυμάται αιώνια.
Ζωγραφίζω τη θάλασσα
με χρώμα θαλασσί
Ψάρια από καθαρό
ασήμι.
Γύρω βάρκες καφέ,
ψαράδες, δίχτυα ,
να τα τραβάν αέναα. αιώνια.
Γέρο ναυτικό
που αναπολεί ταξίδι.
Την πίκρα του ο Θεόφιλος
με κερομπογιά ζωγραφίζει .
Μια γυναίκα σε χωριό
ψωμί να ζυμώνει ,
στο τζάκι μια γιαγιά ,
κάστανα να ψήνει
και στα στερνοπούλια
ζεστά τα δίνει.
Της Πέρδικας το περπάτημα
πως να βάλω πως;
πώς να το αποδώσω;
Μα πως θα ζωγραφίσω ,
της γάτας το γουργουρητό,
του σκύλου το χάδι,
της μάνας την ευχή;
Ίσως με κάρβουνο μολύβι
από πονεμένο. δάκρυ;
Καμβάς άδειος
η δική μου η ψυχή .
Θα βάλω στην παλέτα μόνο
με άσπρο με χρυσό
τον ίσκιο σου σε μιαν άκρη.
Αιώνια να σε θυμίζει
την ψυχή μου αγάπη να γεμίζει .
Σοφία Σκουλίκα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου