Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ "Μια πορτοκαλιά το Χειμώνα"


Θυμάσαι που το κουβεντιάζαμε περνώντας απ’ έξω; Ποιο; Τι; Δε βλέπεις; Ναι ρε συ, η μεγάλη η κλάρα, η κλάρα της πορτοκαλιάς. Ναι που λέγαμε πως με λίγο χιονάκι αν φορτωθεί, δε θ’ αντέξει. Ναι, τώρα θυμάμαι και λέγαμε να κάνουμε κάτι να τη στηρίξουμε! Και τελικά δεν κάναμε τίποτα, μας πρόλαβε η φύση. Ε, ναι βρε αδερφέ, τόσο χιόνι πώς να το αντέξει. Ε μα και τούτο το σημερινό… καμμιά δεκαετία και βάλε είχαμε να δούμε τόσο χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Το 77, 78 αυτό το σπίτι... Τι λεω σπίτι; Ξενοδοχείο ήταν, από αυτά της μιας ώρας, ξενοδοχείο ημιδιαμονής κυρίως για παράνομα ζευγαράκια. Είχα έρθει αρκετές φορές με την Ματίνα. Τότε δεν ήσουν παντρεμένος ακόμα με την Ευτυχία; Ναι. Παράνομο ζευγαράκι λοιπόν με τη Ματίνα. Μεγάλος έρωτας κεραυνοβόλος, στην πρώτη ματιά. Και ερχόσασταν εδώ για… Ε, ναι, για τί άλλο ρε Γιώργο; Ήταν πανέμορφη… Έλιωνα με το που την έβλεπα αλλά κι εκείνη δεν ήθελε πολύ να πάρει φωτιά. Μοσχομύριζε σαν ανθισμένη πορτοκαλιά...Ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ περνούσαμε αξέχαστα. Ζητούσαμε πάντα το ίδιο δωμάτιο. Ένα μικρό δωμάτιο με σωμόν τοίχους, ντους, τουαλέτα δικά του, πολυτέλειες με ενα πελώωωριο κρεβάτι... Σιγά ρε... Από την πίσω μεριά του κτιρίου, αλλά είχε ένα μικρό μπαλκονάκι. Εκεί όταν έκανε καλό καιρό κάναμε το τσιγαράκι μας μετά… Τότε δεν υπήρχαν σπίτια… εξοχή ήταν…Το κοντινότερο σπίτι στα εκατό, εκατόν πενήντα μέτρα. Που να σε δει μάτι ανθρώπου… Άσε που πάντα βραδάκι ερχόμαστε… Και όταν ήταν η εποχή της ανθοφορίας της μοσχοβολούσε ο τόπος. Της Ματίνας; Άει βρε, της πορτοκαλιάς. Και τι απέγινε το ξενοδοχείο; Έκλεισε γύρω στο 2000 ύστερα από διαμαρτυρίες των γειτόνων… Χτίστηκαν μονοκατοικίες στα διπλανά και στο απέναντι οικόπεδο… Καταλαβαίνεις διαμαρτυρίες στην αστυνομία για φωνές, καυγάδες… Οικογενειάρχες άνθρωποι με παιδιά. Κι' η Ματίνα; Αρρώστησε το 90 και το 92 έφυγε. Μετά που έκλεισε το ξενοδοχείο, κι έμεινε η εξώπορτα ανοιχτή, πάντα ερχόμουν και φρόντιζα την πορτοκαλιά. Πότισμα, ράντισμα, κλάδεμα. Μου θύμιζε τη Ματίνα, τρισάγιο για την ψυχή της έλεγα πως κάνω. Εδώ και κάνα δυο χρόνια έπαψα να τη φροντίζω. Γέρασα Γιώργο. Εδώ τα δικά μου δεν μπορώ καλά καλά να φέρω βόλτα και έχω και τα παιδιά που μου λένε πως δε νοιάζομαι ούτε για τα δέντρα, πως έχω παραιτηθεί απ' όλα. Τέλος πάντων. Αλλά άκου και το πιο σπουδαίο. Στο εμπιστεύομαι γιατί είσαι ο κολλητός μου… Τσιμουδιά, σε κανένα. Εντάξει; Έλα ρε Χρήστο άσε τους προλόγους μ’ έσκασες. Άκου λοιπόν, ένα βράδυ πήγα στο οστεοφυλάκιο, εδώ πιο πάνω στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πήρα το κασελάκι με τα οστά της Ματίνας και το έθαψα δίπλα στην πορτοκαλιά. Δηλαδή την έκλεψα. Μακάβριο κλέψιμο. Αλλά κλέψιμο. Επιτέλους κλεφτήκαμε.... Έλα πάρε ένα χαρτομάντηλο, που μου συγκινήθηκες κιόλας. Πέστα ρε Γιώργο, γέρος άνθρωπος μη πάθω και τίποτα...Δεν παθαίνεις τίποτα. Σαν την πορτοκαλιά. Βλέπεις την πορτοκαλιά; τον βγάζει κι αυτόν τον χειμώνα… και τους επόμενους. Έτσι κι εμείς ρε συ Χρήστο. Άιντε πάμε τώρα, ξεπαγιάσαμε.


Δημήτρης Κ.


Η φωτογραφία είναι από https://infoteka.bg/






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου