Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ΒΙΒΙΑΝ ΦΟΡΤΗ - ΒΙΒΛΙΑ



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Γεννήθηκα τον Απρίλιο του 1969. Μεγάλωσα στο Λουτράκι.Υπέροχο μέρος για να μεγαλώνει κανείς. Έφυγα στην κατάλληλη ηλικία, στα 18. Σπούδασα Γαλλική Φιλολογία και στα 35, ενώ ζούσαμε στην Αθήνα έκανα το μεταπτυχιακό μου στη Θεσσαλονίκη. Ποτέ δεν μετάνιωσα για αυτή μου την επιλογή παρά την ταλαιπωρία των ατέλειωτων χιλιομέτρων της διαδρομής Αθήνα - Θεσσαλονίκη. Η γνώση που έλαβα τότε ήταν από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ στο Καποδιστριακό και έχω την τιμή η επιβλέπουσα της διατριβής μου να είναι η καθηγήτρια Μαρίζα Φουντοπούλου. Άρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο τον Ιούλιο του 2009. Διάβασα πολύ, πάρα πολύ ελληνική μυθολογία πριν τολμήσω να αγγίξω το πολύπαθο αυτό θέμα. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "ΔΙΟΠΤΡΑ", στις 11 Ιουνίου 2012. Το δεύτερο έχει ήδη ολοκληρωθεί και τώρα γράφω το τρίτο το οποίο θα ολοκληρώσει την ιστορία. Βίβιαν Φόρτη-Στεφάνου

"ΜΥΘΟΣ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ- 2012




ΥΠΟΘΕΣΗ 
Το να ερωτευτείς τον καθηγητή σου είναι οπωσδήποτε κλισέ, αλλά και πώς μπορείς να το αποφύγεις όταν το βλέμμα του είναι τόσο σοφό και διαπεραστικό;
Η Δάφνη Δημητριάδη, δευτεροετής φοιτήτρια στην Αμερική, θα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά τον εντυπωσιακό καθηγητή Φοίβο Κρίστιαν. Αγνοώντας τα σημάδια της λογικής και ακολουθώντας το ένστικτό της, θα δέσει τη ζωή της με το επικίνδυνο πεπρωμένο του. Το πεπρωμένο και τη βαριά ευθύνη να ανήκεις στον μυστηριώδη κύκλο των Δώδεκα.

Μέσα από τις σελίδες του Μύθου, ξεδιπλώνεται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία κεντημένη με την ελληνική μυθολογία, αγωνία και δυνατά συναισθήματα. Η Βίβιαν Φόρτη ανοίγει μια ελάχιστη χαραμάδα για έναν κόσμο θρύλων, σε ένα βιβλίο που δεν θα μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου!

Βιβλίο Μύθος - Βίβιαν Φόρτη


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 
«Ο λόγος που βρίσκεσαι σήμερα εδώ είναι γιατί εσύ το ζήτησες, με την ελεύθερη βούληση σου. Η μύηση στα μυστήρια είναι προσωπική επιλογή αλλά και μεγάλη ευθύνη, θα υποστείς δε, σκληρές δοκιμασίες. Επιμένεις πάντα να μυηθείς;
 Σκληρές δοκιμασίες;
 Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Είχα ήδη πάρει μια πρώτη γεύση και καθόλου δεν μου άρεσε. Αλλά τι θα μπορούσα να πω σε αυτό το σημείο, με όλο το δωδεκάθεο να με κοιτάζει;
Εδώ που τα λέμε, το ξανασκέφτηκα;
 Πήρα μια βαθιά ανάσα.
 «Θέλω να προχωρήσω», είπα.
 «Πριν συνεχίσεις, θα πρέπει να ορκιστείς στη ζωή και την προσωπική σου τιμή, ότι δεν θα αποκαλύψεις ποτέ σε κανένα τα όσα θα δεις και θα πάθεις κατά τη μύηση σου – επί ποινή θανάτου. Ομνύεις;»
 Θα πάθω; Επί ποινή θανάτου; Μήπως είναι τελικά η ώρα απλά να αρχίσω να τρέχω;
Θάρρος Δάφνη, θάρρος…Δεν υπάρχει πια επιστροφή.
 «Όμνυμι», απάντησα αλλά μέσα μου έτρεμα ήδη σαν το φύλλο.
 «Καλώς. Η μυσταγωγός μπορεί τώρα να οδηγήσει την υπό μύηση στην πύλη.
  Αμέσως σηκώθηκαν όλοι.
 Έριξα ένα βλέμμα, όλο λαχτάρα στον Φοίβο, που μου το ανταπέδωσε, με ηρεμία. Η έκφρασή του, διατηρήθηκε σοβαρή αλλά τα μάτια του με κοίταξαν με ένα βλέμμα, που τώρα αναγνώριζα.  Έτσι με κοιτούσε, όταν είχε έρθει για πρώτη φορά στο σπίτι μου.  Τώρα αναγνώριζα τον πόθο να με πλησιάσει, την προσπάθεια που έκανε να μείνει μακριά, την εσωτερική του πάλη. Τώρα για πρώτη φορά την συμμεριζόμουνα.
Έτσι είναι το σωστό, δεν πρέπει να μιλήσουμε.
  Η Νταϊάνα με πήρε ξανά από το χέρι και βγήκαμε από την αίθουσα. Ένας διάδρομος μας οδήγησε στο ασανσέρ και αυτή τη φορά αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Δεν μου μίλησε καθόλου κι εγώ φοβόμουν να ρωτήσω οτιδήποτε.
 Όταν τελικά το ασανσέρ σταμάτησε, είδα ένα υποφωτισμένο διάδρομο σαν όλους τους προηγούμενους που στο τέρμα του υπήρχε η μεγαλύτερη πόρτα που είχα δει ποτέ. Την άνοιξε αργά και ένα παγωμένο ρεύμα αέρα εισέβαλλε στον χώρο. Προσπάθησα να συγκρατήσω τα ρίγη που διέτρεχαν το κορμί μου –ασυναίσθητα, έφερα τα χέρια μου προστατευτικά στην κοιλιά μου.
 «Μη φοβάσαι», μου είπε, «θα είστε και οι δύο ασφαλείς, αρκεί να θυμάσαι όσα είπαμε. Τα θυμάσαι Δάφνη;»
 Μπορούσα μόνο να κουνήσω το κεφάλι μου και αυτό έκανα.
 Από ένα μικρό ντουλάπι δίπλα στην πύλη, έβγαλε ένα φιαλίδιο με ένα υγρό και μου το έδωσε.
 «Πιες», είπε, «σε λίγο, δεν θα νιώθεις  κρύο, ούτε φόβο».
  Ήπια το παράξενο υγρό. Έμοιαζε στη γεύση με δημητριακά πολτοποιημένα, μαζί με κάποια βότανα. Ήταν πικρό αλλά όχι δυσάρεστο.
 Κοίταξα την Νταϊάνα, ελπίζοντας πως, η ανασφάλεια που με τύλιγε, δεν καθρεπτιζόταν στα μάτια μου.
 «Πήγαινε τώρα», μού είπε σταθερά, «και μην ξεχνάς, ο ίσκιος μου θα σε προστατεύει».
 Έκανα ένα βήμα. Η πύλη έκλεισε βαριά πίσω μου.  Έρεβος…
    Περίμενα λίγο να συνηθίσω το σκοτάδι, σύντομα μπορούσα να διακρίνω ένα μικρό μονοπάτι  από ψιλή άμμο, που μόλις ξεχώριζε στο δάπεδο. Ήξερα από ένστικτο ότι έπρεπε να το ακολουθήσω.  Έκανα ένα αναγνωριστικό βήμα λίγο πιο αριστερά από τον διάδρομο.
  Άουτς!
  Πάτησα πάνω σε μια μυτερή πέτρα. Εντάξει, μένουμε στον διάδρομο της ψιλής άμμου.
  Έκανα λίγα βήματα ακόμα, το απόλυτο σκοτάδι με τύλιξε. Άρχισα να αναπνέω πιο βαθιά από τη μύτη, πιο σταθερά και συνέχισα την πορεία μου στα τυφλά. Τα πόδια μου σέρνονταν στον διάδρομο, καθώς αγωνιούσα να μη βγω εκτός. Αν έχανα τον διάδρομο είχα τελειώσει… Εδώ χανόμουν στην πανεπιστημιούπολη.
 Από κάπου ήρθε ένα ρεύμα αέρος και μου σήκωσε τα μαλλιά. Συνέχισα να προχωρώ. Τουλάχιστον δεν κρύωνα πια.
  Το σκοτάδι με τύλιγε όλο και περισσότερο. Καταλάβαινα από την κλίση του εδάφους ότι κατέβαινα όλο και πιο βαθιά μέσα στο βουνό.
  Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας ήρθαν στο μυαλό μου, τότε που φοβόμουν το σκοτάδι, τότε που η μητέρα μου προσπαθούσε να με πείσει ότι το σκοτάδι είναι απλά η έλλειψη φωτός και τίποτα παραπάνω, τίποτα κακό δεν κρύβεται μέσα του…
 Η μητέρα μου όμως δεν είχε βρεθεί ποτέ μέσα στο έρεβος, στα έγκατα ενός βουνού, μόνη της να κάνει αγωνιώδη βήματα  ελπίζοντας ότι το κενό δεν παραμόνευε στο επόμενο βήμα.
  Κι αν όλο αυτό ήταν μόνο μια παγίδα για να ξεφορτώνονται τους θνητούς; Ο Φοίβος δεν με κοίταξε καλά – καλά  όταν πήρα την έγκριση να εισέλθω στην σπηλιά. Γιατί δεν με κοίταξε; Μήπως δεν μπορούσε να με κοιτάξει;  Κι αν με ξεγέλασαν όπως την Ιφιγένεια, που όταν την στόλιζαν για να την ετοιμάσουν για θυσία, της είπαν ότι όλες οι προετοιμασίες γίνονταν γιατί θα παντρευόταν  τον Αχιλλέα; Μήπως όλη αυτή η διαδικασία δεν  ήταν παρά ένα τελετουργικό προετοιμασίας για τον θάνατο;
 Ο πανικός με κατέλαβε.
 Να γυρίσω πίσω! Πρέπει να γυρίσω πίσω!!
  Μια σκέψη φώτισε το σκοτάδι που απλωνόταν μέσα μου: Την Ιφιγένεια την έσωσε η Άρτεμις…Η Άρτεμις…Για εμένα η σκληρή κυνηγός, η πολεμίστρια κόρη του Δία, δεν υπήρχε. Για εμένα υπήρχε η Νταϊάνα. Η Νταϊάνα που στάθηκε στον απέναντι βράχο και σημάδεψε αλάθητα τον Τιτυό, και μετά φρόντισε τις πληγές μου. Η Νταϊάνα που είχε σκληρό χέρι, αλλά εκείνη την μέρα χτένισε απαλά τα μαλλιά μου.  Η Νταϊάνα της οποίας τα μάτια, λίγη μόλις ώρα πριν, πέταξαν φωτιές, γιατί η αδερφή της με αποκάλεσε περιφρονητικά ‘θνητή’ που είμαι στο κάτω – κάτω. Η Νταϊάνα μού ζήτησε να την εμπιστευτώ
  «Σε εμπιστεύομαι», ψιθύρισα και έκανα ένα βήμα.
 Το μονοπάτι! Έχασα το μονοπάτι!
 Στα λίγα λεπτά που κράτησε ο πανικός μου, είχα χάσει τον μοναδικό μου μίτο στο σκοτάδι! Σταμάτησα επιτόπου, πήρα βαθιές ανάσες.
 Άρχισα να κάνω μικρά δοκιμαστικά βήματα αριστερά και δεξιά. Τίποτα.
 Έφερα στο νου μου τον Φοίβο, τους γονείς και τα αδέρφια μου, τη ζωή μου που με περίμενε εκεί έξω, στο φως του ήλιου. Σκέφτηκα το μωρό μου… Είναι δυνατόν να χαθούν όλα για πάντα από μια στιγμή αδυναμίας, μια λάθος κίνηση;
 Όχι! Πρέπει να βρω ξανά τον δρόμο μου!
 Νέα δοκιμαστικά βήματα, αυτή τη φορά σταθερά προς τα δεξιά… ναι, τα γυμνά μου πέλματα ένιωσαν την άμμο. Δεν είχα καιρό να χαρώ, έπρεπε να συνεχίσω, να βγω το συντομότερο από εδώ μέσα.
 Τίποτα κακό δεν θα μου συμβεί, τίποτα κακό δεν θα μου συμβεί, τίποτα κακό…
 Και ξαφνικά… αδιέξοδο! Βρέθηκα μπροστά σε έναν συμπαγή τοίχο από κρύο πέτρωμα. Νέο κύμα πανικού με κατέλαβε.
 Ώστε αυτό ήθελαν τελικά, να με θάψουν ζωντανή… να με ξεφορτωθούν!
 Τέλος! Δεν είχα άλλο κουράγιο. Κάθισα στο δάπεδο απελπισμένη.
 Καθώς τα δάκριά μου άρχισαν να κυλούν ασυγκράτητα, ένιωσα μια απαλή ριπή αέρα και άκουσα κάτι… σαν μακρινή μουσική;
 Παραισθήσεις, έχω παραισθήσεις ή παίζουν μαζί μου όπως η γάτα με το ποντίκι, με κάνουν να ελπίζω μάταια ότι θα ξεφύγω από τον θάνατο.
 Μάζεψα τις τελευταίες μου δυνάμεις και άρχισα να ψηλαφώ τα τοιχώματα γύρω μου. Ένα μικρό άνοιγμα, στενό και ψηλό, έφερνε τον αέρα και τη μουσική… Μια ακόμα παγίδα; Δεν είχα άλλη επιλογή από το να το ρισκάρω, στριμώχτηκα όσο μπορούσα και πέρασα – και πάλι σκοτάδι. Ίσα που χωρούσα στον στενό διάδρομο που είχα βρεθεί, αλλά ανέβαινα, σίγουρα ανέβαινα και στο βάθος μια αχτίδα φωτός, μόλις που μπορούσα να την διακρίνω.
 Πρέπει να φτάσω στο φως…
 Σχεδόν σερνόμουν πια, αργά και επίπονα προς εκείνο το φως που όλο δυνάμωνε. Με μια τελευταία προσπάθεια βγήκα στην άλλη πλευρά του ανοίγματος: ναι, υπήρχε άπλετο φως, ο άνεμος φυσούσε δυνατά και η μουσική που μόλις άκουγα πριν, απαλή και υπνωτική, πλημμύριζε τον χώρο.
 Μπροστά μου απλωνόταν μια λίμνη. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε να περάσω απέναντι, παρά μόνο να κολυμπήσω αγνοώντας συνειδητά τους κινδύνους που μπορεί να έκρυβαν τα νερά της. Μπήκα μέσα και άρχισα να την διατρέχω με μεγάλες απλωτές, ελπίζοντας ότι δεν θα ξυπνήσω ότι μπορεί να κοιμόταν στο βυθό της. Βγήκα τρέμοντας από την κούραση και το άγχος. Μπροστά μου απλωνόταν ένας ακόμα διάδρομος, ημιφωτισμένος τώρα, με οδήγησε σε μια μεγάλη αίθουσα και επιτέλους, είδα τους δώδεκα βωμούς και τις δώδεκα εστίες μπροστά τους, να με περιμένουν…
 Όταν ξαναβρήκα την ανάσα μου και την λογική μου, μπόρεσα να σκεφτώ, για πρώτη φορά εδώ και ώρα καθαρά: Γη, αέρας, νερό και τώρα φωτιά. Τα τέσσερα στοιχεία συμπληρώθηκαν, έφτασα στο τέλος, τα κατάφερα!
 Έκανα μερικά βήματα ακόμα και βρέθηκα στο κέντρο των βωμών, στην ασφάλεια του κύκλου των βωμών, όπως μού είχαν πει ο Φοίβος και η Νταϊάνα. Έκλεισα τα μάτια με ανακούφιση, περίμενα.
 Αστραπές με έκαναν να τα ανοίξω ξανά.
 Τι συμβαίνει δεν τελείωσα με τις δοκιμασίες;
 Από την εστία κάθε βωμού, μια δίνη σαν ανεμοστρόβιλος άρχιζε να σχηματίζεται. Οι δώδεκα δίνες ενώθηκαν σε μία και με τύλιξαν, εικόνες άρχισαν να πλημμυρίζουν το μυαλό μου, τεράστια κύματα από εικόνες, πρωτόγνωρες, τρομακτικές, απερίγραπτες… Κάθε μία και μια σουβλιά πόνου στον εγκέφαλό μου.
 Έπεσα στα γόνατα και έπιασα το κεφάλι μου που σφυροκοπούσε με τα χέρια μου, δεν μπορούσα να αντέξω τα οράματα που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια μου ολοζώντανα: ήταν σαν να βίωνα όσα είχα διαβάσει στην Κοσμογονία του Ησίοδου, τους αρχαίους μύθους… Κάθε εικόνα, κάθε όραμα, κάθε χρώμα, κάθε αποκάλυψη εισέβαλε στον εγκέφαλό μου με τρόπο τόσο οδυνηρό, σαν να με τρύπαγαν χιλιάδες χοντρές βελόνες. Οι απορίες μου λύνονταν αλλά με τρόπο τόσο επώδυνο, ώστε προτιμούσα χίλιες φορές την άγνοια!
«Δεν θέλω να δω τίποτα άλλο, αφήστε με στο σκοτάδι μου, αρκετά!»
 «Δάφνη;»
 Άνοιξα με κόπο τα μάτια, πέρα από τους βωμούς είδα την μορφή του να ξεπροβάλλει από το σκοτάδι – ήταν εκείνος που ευθυνόταν γι’ αυτόν τον εφιάλτη, εκείνος που άξιζε χίλιες φορές αυτό που περνούσα για χάρη του. Τον έλουζε ένα περίεργο φως.
 Σηκώθηκα με κόπο. Οι εικόνες εξακολούθησαν να με περιτριγυρίζουν.
 «Έλα»,  με κάλεσε, «τελείωσε, πέρασες την δοκιμασία. Έλα».
 Μέσα στον κυκεώνα των εικόνων που συνέχισαν να βομβαρδίζουν το πονεμένο μυαλό μου, αναδύθηκε η φωνή της Νταϊάνας:
 Έξω από τον κύκλο των βωμών δεν υπάρχει τίποτα για σένα. Μόνο σκοτάδι και θάνατος.
 «Όχι», ούρλιαξα στο είδωλο του Φοίβου.
 Η φωνή μου, λες και  το διέλυσε σε κομμάτια.
 «Ελαφάκι;»
  Αυτή τη φορά δεν άνοιξα καν  τα μάτια μου.
  «Φύγε!»
  «Δεν με εμπιστεύεσαι; Έλα σ’ εμένα…».
  «Δεν είσαι εσύ η Νταϊάνα μου».
 Το μυαλό μου κόντευε να διαλυθεί από την πίεση και τον πόνο, δεν θα άντεχα για πολύ ακόμα.
 «Δάφνη!»
Η αυστηρή φωνή του πατέρα μου με επανέφερε, κάπως στην πραγματικότητα.
  «Μπαμπά μου…»
  «Μα  σε τι ανοησίες πήγες και  έμπλεξες πάλι; Γιατί να τα περνάς όλα αυτά; Έλα αμέσως, εδώ! Εγώ είμαι εκείνος που πάντα σε προστατεύει και σου λέω να τα παρατήσεις όλα αυτή τη στιγμή και να έρθεις σ’ εμένα! Έλα παιδί μου!»
 Ήμουν έτοιμη να τρέξω στη σιγουριά και την ασφάλεια της αγκαλιάς του, εκεί όπου κανείς δεν θα μπορούσε να με πειράξει…
 «Φύγε! Δεν είσαι ο μπαμπάς μου και δεν με προστατεύεις, όχι εσύ…»
 Η μορφή διαλύθηκε.
 Ξαφνικά ένα τραγούδι, μια φωνή γλυκιά και εντελώς φάλτσα, αντήχησε στην αίθουσα. Η μαμά μου, η μαμά μου τραγουδάει έτσι…
 «Μαμά!»
  «Εδώ είμαι μωρό μου».
 Ολοζώντανη, έξω από τον μισητό κύκλο, που με κρατάει δέσμια του.
  «Μανούλα μου,  δεν με αφήσαν ούτε να σου μιλήσω, συγνώμη…».
 Οι λυγμοί με έπνιγαν μαζί με τις ενοχές, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
  «Δεν σ’ αγαπούν, κανείς δεν σ’ αγαπάει, όπως εγώ. Έλα αγάπη μου, έλα σε εμένα Μπελ μου».
  Έκανα ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος της. Μου άνοιξε την αγκαλιά της, μόνο εκεί θα έβρισκα ανακούφιση, μόνο εκείνη μπορούσε να κάνει τον πόνο να σταματήσει…
Έκανα άλλο ένα βήμα: ένα βήμα ακόμα και θα βγω από αυτόν τον οδυνηρό κύκλο, θα βρεθώ στην αγκαλιά της μαμάς μου. Ένα βήμα…

"Μύθος" love scene - "This love"


«ΕΡΕΒΟΣ»
Εκδόσεις: Momentum


ΥΠΟΘΕΣΗ 

"Έλα, μακάριε Λυτρωτή, εξολοθρευτή του Τιτυού, Φοίβε Λυκωρέα... Εσύ που έχεις χρυσή λύρα, γονιμοποιέ και προστάτη των γεωργών, Πύθιε, Τιτάνα... Άγριε, πνεύμα του φωτός, αγαπημένε, δόξα της νιότης..."
Ο Φοίβος έχει επιτέλους βρει δίπλα στη Δάφνη, τη γαλήνη και την ευτυχία που αναζητούσε τόσους αιώνες. Η αποδοχή και η προστασία του αδιαφιλονίκητου ηγέτη των Δώδεκα, τους προσφέρει ασφάλεια.
Έτσι τουλάχιστον, πιστεύουν...
Όμως, οι αρχαίοι εχθροί του Φωτός εισβάλλουν στη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιώντας συμμάχους ισχυρότατους και ικανούς. Εκεί που τελειώνει ο Μύθος, η Δάφνη θα συναντήσει το Έρεβος. Και ο Απόλλων θα πολεμήσει εναντίον του, με τον τρόπο που μόνο ένας από τους Δώδεκα μπορεί."
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 

Μπήκα μέσα στον ναό. Αισθάνθηκα πάλι το συναίσθημα ότι δεν βρισκόμουν στην Υπερβορεία. Ο αέρας εδώ ήταν αλλιώς. Ανέπνεα πιο ελεύθερα εδώ μέσα… Έφτασα στον προαύλιο χώρο όπου είχα συναντηθεί την προηγούμενη μέρα με τον Άβαρι. Δεν ήταν κανείς εκεί. Κάθισα στον πάγκο και αφουγκράστηκα. Σιωπή. Αλλά όχι βαριά σιωπή. Ηρεμία περισσότερο, παρά σιωπή…. Ακούμπησα στον βράχο πίσω από τον πάγκο. Δεν τον αισθάνθηκα καθόλου τραχύ. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα. Εικόνες άρχισαν να χορεύουν γύρω μου. 

«Ήρθες».

Άνοιξα τα μάτια και αντίκρισα την μορφή του Άβαρι.

«Δεν μπορούσα να μην έρθω. Αυτό το μέρος με τραβάει σαν μαγνήτης».

Κάθισε δίπλα μου.

«Τι θέλεις να μάθεις σήμερα;»
«Πότε θα έρθει ο Φοίβος και τα παιδιά μου;»
«Σύντομα».
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι».
«Ο Φοίβος δεν θέλει να με δει».
«Λάθος. Ο Φοίβος παλεύει με την επιθυμία του να σε δει».
Κούνησα το κεφάλι.
«Κάνει πάντα αυτό που θεωρεί καλύτερο για εμένα, χωρίς να δίνει ποτέ σημασία στις επιθυμίες μου».
«Αυτός είναι ο ρόλος του».
«Κι ο δικός μου ρόλος, ποιος είναι; Να περιμένω; Να είμαι αδύναμη; Ποιος είναι ο ρόλος μου;»
«Θα μάθεις ποιος είναι ο ρόλος σου, όταν θα έρθει εκείνη η ώρα».
«Πότε θα έρθει η ώρα;»
«Θα έρθει».
«Είπες πως θα με διδάξεις».
«Σε διδάσκω».
«Πώς;»
«Πρώτα φρόντισα το σώμα σου και τώρα την ψυχή σου, το αθάνατο μέρος της ψυχής σου αφού, από όσο ξέρω έχεις μυηθεί».
«Ποτέ δεν κατάλαβα τι συνέβη μέσα σε εκείνη τη σπηλιά. Και πάλι μέσα σε μια σπηλιά λαμβάνω πάλι την καινούρια γνώση».
«Μα… στον κόσμο σας ζείτε μόνιμα μέσα σε μία σπηλιά».
«Τι εννοείς;»
«Σκέψου πώς ζούσες πριν γνωρίσεις τον Απόλλωνα. Δεν είχε ιδέα για το τι συνέβαινε πραγματικά στον κόσμο σας. Είχες;»
Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Θυμήσου τι έλεγε ο Πλάτων για το σπήλαιο... μια ομάδα ανθρώπων που ζουν μέσα μια σπηλιά όλη τους τη ζωή, χωρίς να έχουν βγει ποτέ έξω. Υπάρχει μια φωτιά, η φλόγα της οποίας φωτίζει τα αντικείμενα του έξω κόσμου, δημιουργώντας σκιές στα τοιχώματα της σπηλιάς τους. Όλη τους η γνώση για τον κόσμο είναι οι σκιές, η πραγματικότητά τους είναι οι σκιές. Αν τώρα κάποιοι καταφέρουν να βγουν στο φως, θα κάνουν λίγο καιρό να συνηθίσουν, θα είναι για λίγο τυφλοί. Σε αυτό ακριβώς το στάδιο βρίσκεσαι εσύ. Προσπαθείς να συνηθίσεις το φως μετά από μια ολόκληρη ζωή στο σκοτάδι».
«Πότε θα συνηθίσω το φως;»
«Σύντομα, πιο σύντομα από ότι φαντάζεσαι και τότε θα επιχειρήσεις να διαπράξεις κι εσύ το ίδιο λάθος που διέπραξαν και άλλοι πριν από εσέ».
«Ποιο λάθος;»
«Θα γυρίσεις πίσω στο σπήλαιο θεωρώντας ότι έχεις ηθική υποχρέωση να ξυπνήσεις τους συνανθρώπους σου από τον λήθαργο και τότε το μόνο που θα αντιμετωπίσεις, θα είναι το μίσος και ο χλευασμός».
Μου έπιασε το χέρι.
«Δάφνη, η πορεία που μόλις πριν λίγο καιρό ξεκίνησες είναι μια μοναχική πορεία».
«Το καταλαβαίνω αυτό. Το κατάλαβα από τότε που αφανίστηκε η οικογένεια μου», είπα με έκδηλη πικρία.
«Πίστεψε με, ακόμα δεν έχεις καταλάβει τίποτα, μα σύντομα αυτό θα αλλάξει».
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του ναού. Έμεινα μόνη μου αναζητώντας πάλι την σιωπή. Μου φάνηκε πώς καλά- καλά δεν είχε απομακρυνθεί, όταν γύρισε πίσω κρατώντας ένα αντικείμενο που θύμιζε μικρή άρπα.
«Πάρε το», με προέτρεψε, «θα σε μάθω να παίζεις μουσική».
Χαμογέλασα.
«Θα χάσεις τον χρόνο σου. Είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Έκανα πιάνο, δεν ξέρω κι εγώ για πόσα χρόνια και δεν θυμάμαι τίποτα, εκτός από κάτι χριστουγεννιάτικα τραγούδια….» 
Έκοψα τη φράση μου στη μέση. 
«Δεν θυμάμαι τίποτα», κατέληξα.
«Θυμάσαι τις νότες;»
«Αυτό ναι».
«Να τις ξεχάσεις. Θα σου μάθω καινούριες νότες», είπε και κάθισε δίπλα μου.
«Καινούριες;»
Κατένευσε.
«Πόσες νότες ξέρεις;»
«Επτά», απάντησα, «όπως όλοι».
«Το ήξερα πως θα απαντήσεις επτά», είπε σαν παιδί που μου σκάρωσε μια φάρσα.
«Γιατί πόσες έπρεπε να πω;»
Γέλασε πονηρά.
«Δώδεκα».
Πέρασε τα δάχτυλα του μέσα από τις χορδές της άρπας και έβγαλε μια γλυκιά μελωδία.
Τον άκουγα μαγεμένη να παίζει μουσική.
«Σειρά σου τώρα», είπε και μου έτεινε την άρπα.
Την πήρα στα χέρια μου. Εκείνος άρχισε να μου εξηγεί. Τα δάχτυλα μου περνούσαν πάνω από τις χορδές και παραδόξως δεν κακοποιούσα το μουσικό όργανο, όπως έκανα χρόνια και χρόνια με το πιάνο της μαμάς μου.
Ο χρόνος δεν υπήρχε πια. Ούτε η απώλεια, ούτε η οδύνη. Κάποια στιγμή και αυτό ακόμα το έρεβος που είχε τυλίξει την ψυχή μου άρχισε να υποχωρεί και μέσα από τη μουσική άρχισα να βλέπω κάποιες αχτίδες φωτός, όπως τότε μέσα στη σπηλιά της μύησης. 
Άκουγα τον Άβαρι να μου μιλάει, τον άκουγα να παίζει μουσική και υπάκουα σε κάθε παραίνεση του, προκειμένου και τα δικά μου δάχτυλα να δημιουργήσουν μουσική. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι.

                ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

 I) Ομιλία του κυρίου Βαρβαρήγου στην παρουσίαση του "Ερέβους" στο Polis.
Έρεβος
Κάθε στιγμή, κάθε γεγονός που ζούμε μάς αποκαλύπτουν μέρη από την απέραντη σοφία αυτού του κόσμου, από την σοφία ενός τέλειου σύμπαντος, στο οποίο υπάρχουμε και μείς.
Το αιώνιο εδρεύει στην σιωπή και στη γαλήνη του απείρου κι εμείς ενώ βρισκόμαστε σε κίνηση, μάς χαρίζονται κάποιες μικρές στιγμές να γευτούμε λίγο από την αιωνιότητα του Μύθου, και μέσα απ’ το σκοτάδι του Ερέβους, να προβάλλει το Φως.
Έρεβος
Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου της τριλογίας, της Βίβιαν Φόρτη Στεφάνου, ένα καλαίσθητο και αν μη τι άλλο καλογραμμένο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε με πολύ φροντίδα και πίστη για το άρτιο αποτέλεσμα του, από τις εκδόσεις Μομέντουμ.
Λοιπόν σάς ομολογώ, ότι στο βιβλίο αυτό βρίσκεται ο προορισμός προς τη τέρψη της σκέψης, προς εκείνο το απροσδιόριστο κενό του νου που το αγγίζουμε όταν συναντήσουμε ένα κείμενο άξιο από κάθε άποψη και μπορεί ακαριαία να σπάσει τα δεσμά των εφήμερων ορίων μας… να μας ταξιδέψει στην αστείρευτη δύναμη της φανταστικής λογοτεχνίας.
Πόσο πιο βαθιά θα μπορούσε η συγγραφέας να εισχωρήσει η φανταστική πένα της στο πρωτογενές σκότος του μελανιού;
Να χαθεί μέσα στα βάθη των μυστικών κόσμων του Ερέβους και από τη δράση των ηρώων της, που το δικό της πνεύμα καθοδήγησε, τους άφησε να γευτούν τον Αιθέρα, την Ημέρα τον Έρωτα και ύστερα να εγκλωβίσει το Έρεβος στα βάθη της Γης, εκεί όπου βρίσκεται το βασίλειο του Άδη.
Κυρίες κύριοι καλησπέρα σας… ξεκίνησα κάπως ανορθόδοξα από τον ενθουσιασμό μου να μιλήσω για το Έρεβος και θα συνεχίσω ανορθόδοξα με μια ευχαριστία στην καλή φίλη μου συγγραφέα Βίβιαν Φόρτη Στεφάνου, που μου έδειξε εμπιστοσύνη να είμαι ένας από τους ομιλητές για το βιβλίο της,
Όταν μου το πρότεινε ομολογώ πως ένιωσα μεγάλη τιμή. Τα πρώτα συναισθήματα ήταν μια φιλοφρόνηση μα κι ένας φόβος. Ελκυστική η πρόταση να μιλήσω για ένα τόσο αξιόλογο έργο, αλλά και φόβο για τον αν θα ήταν αρκετή η αναφορά μου.  
Και σκέφτηκα από την αρχή ότι θα ήταν αξιόλογο και δεν αρνήθηκα, γιατί αν δεν ήταν… η σοβαρότητα και το κύρος του εκδοτικού οίκου Μομέντουμ δεν θα το εξέδιδε.
Ρίχτηκα λοιπόν με τα μούτρα στην ανάγνωση σε αυτό το υπέροχο κείμενο και παρ’ όλη την προσοχή μου να το κατανοήσω όσο το δυνατόν καλύτερα, το διάβασα τρεις φορές σε πολύ ελάχιστο χρόνο και πραγματικά δεν το χόρτασα.
Κάθε φορά έβρισκα καινούρια στοιχεία να αναλύσω για τους χαρακτήρες και τα γεγονότα, τόσα ώστε θα μπορούσα να γεμίσω τουλάχιστον 20 σελίδες με εκτιμήσεις και απόψεις.
Ξέρουμε όλοι πόσο δύσκολη είναι η καλή λογοτεχνία, πόσο δύσκολο είναι να προσφέρει στον αναγνώστη τη μαγική επίδραση της καλής γραφής και πόσο χαιρόμαστε το διάβασμα όταν εν τέλει, συναντήσουμε ένα άρτιο κείμενο.
Διαβάζοντας λοιπόν το Έρεβος, ήρθα αντιμέτωπος με έναν Εφευρετικό και Δυνατό Μύθο, όπου μέσα από την ανθρώπινη πρακτική παρέχονται στοιχεία για τον θεϊκό βίο. 
Η Βίβιαν Φόρτη με το Έρεβος, 2ο βιβλίο της τριλογίας της σειράς των δώδεκα, κατάφερε κάτι σπάνιο. Να γράψει ένα σίκουελ εξίσου δυνατό με το πρώτο βιβλίο το Μύθο.
Αν χρειαζόταν με δυο λόγια να το χαρακτηρίσω, θα έλεγα πως είναι ένα γρήγορο μυθιστόρημα με διαρκές σασπένς, με εκλεπτυσμένο χιούμορ, με έξυπνη ροή και με απόδοση εξαίρετης συγγραφικής ικανότητας.
Μια ιστορία που εναλλάσσεται διαρκώς στην αίγλη μιας αστείρευτης περιπέτειας. Γεγονότα δοσμένα με έξυπνο και ευρηματικό τρόπο που εξελίσσουν την ιστορία από τις πρώτες σελίδες με καταιγιστικό ρυθμό.
Οι δυο βασικοί ήρωες η Δάφνη και ο Φοίβος καλούνται για μια ακόμη φορά να αποδείξουν σε θεούς, Ανθρώπους και Δαίμονες το μεταξύ τους δέσιμο. Αυτή τη φορά περισσότερο παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες όσο και εξωτερικούς εχθρούς. Οι διαδρομές που ακολουθούν και ο τρόπος αφήγησης της συγγραφέως είναι αν μη τι άλλο, γοητευτικότατος.
Το Έρεβος για τους λάτρεις της φανταστικής λογοτεχνίας, αλλά και για τους εν γένει αναγνώστες είναι η όαση μιας εκπληκτικής και αστείρευτης φαντασίας που η συγγραφέας καταφέρνει να σαγηνεύει με την πλοκή και το συγγραφικό στυλ της –και να δημιουργεί αριστοτεχνικά δομημένους ήρωες με δυνατούς χαρακτήρες, με προσωπικότητα, όπου στην πορεία με όσα βιώνουν, δείχνουν να παίρνουν την πρωτοβουλία να διαχειριστούν οι ίδιοι την πλοκή του μύθου που τους έθεσε η συγγραφέας.
Το Έρεβος είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι που θα μαγέψει τον αναγνώστη καθώς η κλιμακωτή ένταση κορυφώνει το ενδιαφέρον του και συχνά θα τον θέσει απέναντι στο πρόβλημα βάζοντας τη σκέψη του στη διαδικασία της απόλυτης ταύτισης  με τους ήρωες για την επίλυση των προβλημάτων τους.
Μαία των ονείρων τους και τροφός των προσπαθειών τους, φροντίζει να τους οδηγεί από το ιδεατό προς τον απτό κόσμο -στα πεδία μιας ενεργούς ζωής. Αντιμέτωποι με τα προβλήματα των επιλογών τους η Δάφνη και ο Φοίβος, χαράσσουν το δρόμο που αναγκαστικά πρέπει να διαβούν. Αναγκαστικά, όχι όμως και αβίαστα.
Η Δάφνη πιο σταθερή και απείρως πιο ώριμη πια… καλείται να αντιμετωπίσει καταστάσεις τραγικά οριακές. Μέσα από τη διαδρομή της βλέπουμε να χτίζονται σχέσεις, να κατοχυρώνονται συμφωνίες, να παραμερίζονται πάθη. Και μέσα από αυτή την πορεία της, ξεχωρίζουμε την εσωτερική διαδρομή της, την πάλη που δίνει μέχρι την επίτευξη των στόχων της.
Φτάνει στο σημείο μέσα από την προσωπική της τραγωδία να αναθεωρεί και ακόμα ακόμα να αμφιταλαντεύεται και να αμφισβητεί την αγάπη της για το Φοίβο.
Και ο Φοίβος από την άλλη, παρουσιάζεται σε αυτό το βιβλίο σε όλη του τη διάσταση. Παίρνει τη ζωή του και μέσα από σύνεση και σοφία που του έχουν διδάξει τα χρόνια την καθοδηγεί και την κατευθύνει χωρίς περιθώρια λάθους και μόνο προς όφελος της μεγάλης του αγάπης, της Δάφνης. Μεγαλοπρεπής, απόλυτος, ανώτερος. Ο Απόλλωνας σε όλο του το μεγαλείο.
Ζωές περιπλεγμένες ανάμεσα στο υπερφυσικό και το γήινο, πορείες ανθρώπων στην αναζήτηση της μίας και μοναδικής απόκτησης, της μίας και απόλυτης ανάγκης για την αφύπνιση όλων των συναισθημάτων που είναι η αγάπη. Ναι αυτό ακριβώς είναι το Έρεβος… Μια τρυφερή ιστορία αγάπης…  εξαιρετική, ολοκληρωμένη, απόλυτη… μια αγάπη με όλες τις ομορφιές και αντιθέσεις της, όπως συμβαίνει στις μεγάλες αγάπες να περνούν από σαράντα κύματα.
Έχετε καταλάβει πως δεν έχω την πρόθεση να αποκαλύψω τα μυστικά και το στόρυ του βιβλίου και με πολύ σφαιρικό τρόπο αναφέρομαι σε μερικά σημεία του όπως αυτό που μου έκανε εντύπωση με την Υπερβορεία, αυτό το παράλληλο σύμπαν, όπου η Δάφνη συναντά την απόλυτη γνώση. Την αρχή της διδασκαλίας του Άβαρι.
Διαβάζοντας το βιβλίο θα αντιληφθείτε ότι η συγγραφέας μεταδίδει τις γνώσεις της με τέτοιο τρόπο όπου μέσα από το μύθο σαγηνεύουν τον αναγνώστη.
Ενσαρκωμένοι θεοί με εισπνοές θνητών… που δεν στερούνται το ανώτερο όσο και το δικαίωμα της ανθρώπινης ελπίδας μέχρι την επίτευξη των στόχων τους.
Η Φόρτη επιχειρεί και καταφέρνει κάτι πολύ δύσκολο, συνενώνει το θεϊκό στοιχείο (όσο κι αν αυτό προέρχεται από το μύθο) με την ανθρώπινη φύση. Φωτίζει γεγονότα και πρόσωπα από την μυθολογία μας όπου μέσα στους αιώνες, έχουμε κληρονομήσει την υφή μιας νοοτροπίας που μόνο η φυλή μας κατέχει.
Πολλά βιβλία φανταστικής λογοτεχνίας έχουν γραφτεί, όμως το πνεύμα, η γραφή και η δυναμική απόδοση της Φόρτη ξεχωρίζει λες και κρατάει στο χέρι της την πένα του Πάνδαρου όπου συνδέει το θεϊκό με το γήινο. Ότι, δηλαδή, υπάρχει μια φυλή ανθρώπων και μια φυλή θεών. Έχουν και οι δύο πνοή ζωής από μια μόνο μητέρα, τη Γη. Χωριστές όμως δυνάμεις τους κρατάνε σε απόσταση…  η μία στο εφήμερο χωρίς να γνωρίζει τι θα της φέρει το μέλλον, ενώ η άλλη έχει τον ουρανό για σίγουρη ακρόπολη. Και όμως τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μα έχουνε την ίδια ομοιότητα σε ευφυΐα και δύναμη. Θνητοί και αθάνατοι αντάμα.
Οι ζωντανές περιγραφές με τους πλούσια δομημένους χαρακτήρες μας μεταφέρουν στην επίφαση μιας πραγματικότητας που θα την δεχτεί ο αναγνώστης ως αληθινή κι αυτό είναι η επιτυχία ενός λογοτεχνικού έργου …και βέβαια οφείλεται στη συγγραφική επιδεξιότητα και γνώση που κατέχει η συγγραφέας με την ελληνική μυθολογία.
Αυτή η σπουδαία επιδεξιότητα στη γραφή καθιστά την Φόρτη, δίχως υπερβολή, ως μία από τις καλλίτερες συγγραφείς στο χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας, και θα συμπλήρωνα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα.
Αν η Φόρτη έγραφε αυτή τη σπουδαία τριλογία σε μια άλλη γλώσσα με περισσότερους αναγνώστες, το έργο της θα κέρδιζε παγκόσμια αναγνώριση, προβάλλοντας όχι μόνο την ελληνική μυθολογία αλλά και την ελληνική γλώσσα. Το έρεβος δεν είναι ένα απλό μυθιστόρημα αλλά μια μαθητεία που πρέπει να διαβαστεί απ’ όλους.
Κυρίες κύριοι ευχαριστώ για την υπομονή σας εύχομαι καλές γιορτές υγεία και τρυφερές στιγμές στη ζωή μας.
Αγαπητή φίλη Βίβιαν, πιστός αναγνώστης σου
Και περιμένουμε να φωτίσεις το Έρεβος με πλούσιο Φως… το επόμενο βιβλίο σου…
Καλή δύναμη… καλή συνέχεια
II) Από το περιοδικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας - ONAIR
Ένα βιβλίο φαντασίας γραμμένο από Ελληνίδα συγγραφέα;Μια ιστορία αγάπης πλεγμένη στον άκρως γοητευτικό ιστό της ελληνικής μυθολογίας; Μια αφορμή για να δούμε τις δικές μας αλήθειες και τους μύθους όπως τους αξίζει; 
Το καινούργιο βιβλίο της Βίβιαν Φόρτη είναι όλα αυτά… ίσως και περισσότερα. Η ηρωίδα του βιβλίου, η Δάφνη, είναι Ελληνίδα φοιτήτρια στην Αμερική που ερωτεύεται τον καθηγητή της, τον αινιγματικό Φοίβο Κριστιάν. Όμως αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο Φοίβος δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Αποφασίζοντας να ακολουθήσει το ένστικτό της, μπαίνει βαθιά στην καρδιά του …Μύθου, τον ζει, βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της και καταλήγει να πολεμήσει με θνητούς, Θεούς και Τιτάνες
για την αγάπη. Αυτός είναι ο «Μύθος», το πρώτο βιβλίο της Βίβιαν Φόρτη, που απο-τελεί ταυτόχρονα το πρώτο μέρος μιας επερχόμενης τριλογίας. Μιλήσαμε με τη συγγραφέα, για το πώς γεννήθηκε η ιδέα. «Ως καθηγήτρια, πάντα διαβάζω ό,τι διαβάζουν οι μαθητές μου - έχω για παράδειγμα διαβάσει με πάθος Χάρι Πότερ, λατρεύω την J.K. Rowling. Διαπίστωσα λοιπόν ότι οι νέοι γνωρίζουν τα πάντα για σκοτεινούς ήρωες, μάγους, βρικόλακες (που δεν συμπαθώ ιδιαιτέρως), μασόνους και άλλους,
αλλά τόσο λίγα για τους δικούς μας φωτεινούς ήρωες. Χρειάστηκε λοιπόν, για να αποδώσω όπως έπρεπε αυτό το «φως», να μπω στα έγκατα της ελληνικής μυθολογίας και να κάνω επιστημονική έρευνα διαβάζοντας ατελείωτους τόμους. Και μετά να ανοίξω μια χαραμάδα από όπου θα περνούσαν οι ακτίνες αυτού του μαγικού κόσμου, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι η αγάπη είναι θεμελιώδες υλικό της ελληνικής κοινωνίας και οικογένειας, κάτι που δεν θυμόμαστε δυστυχώς όσο θα έπρεπε». Στην ερώτηση που της κάναμε, γιατί είναι σημαντικός ο μύθος σε μια εποχή που έχει πληγεί τόσο η αλήθεια, μας απάντησε κάτι με το οποίο αξίζει να κλείσουμε: «Μα ο μύθος είναι το “ρηθέν”, έχει πάντα ιστορικό πυρήνα με τον χ ή ψ τρόπο, είναι μια αλήθεια ντυμένη ως αλληγορία και από αυτή την
αλήθεια αντλούμε δύναμη για όσα πρόκειται να μας συμβούν»..
Tο κείμενο αυτό υπάρχει και στα Αγγλικά 


III) Από http://www.culturenow.gr/25109/vivlio-erevos-vivian-forth
Η  συγγραφέας, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, εντάσσει το ιστορικό και μυθολογικό στοιχείο στο μυθιστόρημά της, κάτι για το οποίο είναι ξεκάθαρο πως η ίδια, έχει μελετήσει πολύ, προκειμένου να το αποδώσει σωστά και ολοκληρωμένα, αλλά κι ενσωματώνοντάς το σε μια μυθοπλαστική πραγματικότητα του σήμερα. Και τα καταφέρνει περίφημα! Δεν θέλω να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, ώστε να μην αποκαλύψω κάτι που δεν πρέπει, αλλά να όσοι έχετε ακουστά την Υπερβορεία και την σημασία που αυτή έχει, θα γοητευτείτε από τον τρόπο που εντάσσεται στην πλοκή της ιστορίας, παίζοντας πολύ σημαντικό ρόλο, τόσο στην εξέλιξη της ιστορίας, όσο και στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της Δάφνης. Ολοκληρώνοντας, θέλω να πω πως το "Έρεβος" είναι ένα καθηλωτικό βιβλίο το οποίο, έχει ορισμένες πολύ έντονες, αλλά και πολύ σκληρές σκηνές. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα να ματώνει η καρδιά μου και να κόβεται η ανάσα μου, και διαβάζοντας το βιβλίο δεύτερη φορά, βίωσα ακριβώς τα ίδια συναισθήματα. Γιατί το "Έρεβος", μέσα από την μυθοπλασία του, είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορία, το μύθο, αλλά και την πραγματική ζωή και σίγουρα, είναι ένα βιβλίο που δεν μπορείς να μην αγαπήσεις. 
Γιώτα Παπαδημακοπούλου

IV) ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΒΙΒΙΑΝ ΦΟΡΤΗ
- Πώς γεννήθηκε και πλάστηκε στο μυαλό σας η ιδέα της ιστορίας αγάπης της θνητής Δάφνης και του θεού Φοίβου;
-Ο τρόπος που δημιουργήθηκε μέσα μου ο ''Μύθος'', με συγκλονίζει κάθε φορά που το σκέφτομαι, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια. Πέντε χρόνια πίσω, παρακολουθούσα μία διάλεξη της πιο συγκλονιστικής κατά τη γνώμη μου καθηγήτριας παιδαγωγικής που διαθέτουμε ως επιστημονική κοινότητα, της κυρίας Ευγενίας Κουτσουβάνου. Μας μιλούσε για τα πρώτα δύσκολα χρόνια των σπουδών της στην Αμερική και μας έλεγε πώς άντλησε δύναμη από τους μύθους του λαού μας για να ανταπεξέλθει. Κι όταν της τελείωσαν οι μύθοι, μάς είπε, δημιούργησε άλλους, δικούς της μύθους για να μπορέσει να συνεχίσει. Η εικόνα αυτού του κοριτσιού που αντλούσε δύναμη από τους μύθους της πατρίδας της ζώντας σε μία ξένη χώρα, με στοίχειωνε για χρόνια. Όταν το καλοκαίρι του 2009 κάναμε μία βόλτα στον Πηνειό, με ένα ποταμόπλοιο και ο καπετάνιος μας μίλησε για την ιστορία του Απόλλωνα και της νύμφης Δάφνης, που διαδραματίστηκε εκεί ακριβώς, όλα πλέχτηκαν στο μυαλό μου και το ίδιο βράδυ γεννήθηκε ο ''Μύθος''. Επτά μήνες μετά είχε ολοκληρωθεί.
Διαβάστε περισσότερα :
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=SPG1725

V) Το Μπλογκ της Β. Φόρτη είναι http://vivianfortis.blogspot.gr/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου