Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ - Elizabeth Barrett Browning ( 6 Μαρτίου 1806 – 29 Ιουνίου 1861 )

Η Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (Elizabeth Barrett Browning, 6 Μαρτίου, 1806 – 29 Ιουνίου 1861) ήταν μία από τις σημαντικότερες Βρετανίδες ποιήτριες της Βικτωριανής εποχής.
Η Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ γεννήθηκε το 1806 στο Cohnadatia Hall, κοντά στο Durham. Ήταν κόρη του ιδιοκτήτη φυτείας Έντουαρντ Μούλτον-Μπάρετ. Η μητέρα της Mary Graham-Clarke καταγόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια του Newcastle upon Tyne.
Η Ελίζαμπεθ άρχισε να ασχολείται με την ποίηση ενώ ήταν ακόμη παιδί. Ο πατέρας της φρόντισε να εκδοθεί σε πενήντα αντίτυπα ένα επικό ποίημά της σχετικά με τη μάχη του Μαραθώνα. Εκπαιδεύτηκε στο σπίτι, και είχε πολύ καλή γνώση της Ελληνικής γλώσσας.
Στα εφηβικά της χρόνια, αντιμετώπισε προβλήματα υγείας και πιθανότατα έπασχε από φυματίωση, αν και η αιτία της ασθένειάς της δεν είχε εξακριβωθεί. Για κορίτσι της εποχής εκείνης ήταν πολύ μορφωμένη, και της είχε επιτραπεί να παρακολουθεί μαθήματα μαζί με τον αδερφό της. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε ανώνυμα, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών. Το 1826 δημοσιεύτηκε ανώνυμα το An Essay on Mind and Other Poems.
Λίγο καιρό αργότερα, με την κατάργηση της δουλείας, την οποία υποστήριζε και η ίδια (όπως φαίνεται και από το έργο της The Runaway Slave at Pilgrim's Point (1849)), η οικογένειά της αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες. Ο πατέρας της πούλησε την φυτεία και μετακόμισαν αρχικά στο Sidmouth και μετά στο Λονδίνο. Ενώ βρισκόταν στο Sidmouth, η Ελίζαμπεθ έγραψε το ποίημα Prometheus Bound (1835). Μετά την εγκατάστασή τους στο Λονδίνο, η υγεία της επιδεινώθηκε, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τα λογοτεχνικά της εγχειρήματα, καθώς έγραφε για διάφορα περιοδικά, ποιήματα μεταξύ των οποίων τα «The Romaunt of Margaret», «The Romaunt of the Page», «The Poet's Vow». Το 1838 δημοσιεύτηκε το The Seraphim and Other Poems (που συμπεριλάμβανε το «Cowper's Grave»).
Ο θάνατος του αδερφού της κλόνισε ακόμη περισσότερο την εύθραυστη υγεία της, και για κάποιο διάστημα βρέθηκε πολύ κοντά στο θάνατο. Τελικά, κατάφερε να αναρρώσει, και εν τω μεταξύ η φήμη της ως ποιήτρια είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Το 1841 δημοσιεύτηκε το «The Cry of the Children» καθώς και κάποιες κριτικές μαζί με τον Ρίτσαρντ Χένρυ Χορν, που είχαν τον τίτλο New Spirit of the Age. Το 1844 δημοσίευσε δύο τόμους με τον τίτλο Poems, που αποτελούνταν από τα ποιήματα «The Drama of Exile», «Vision of Poets», και «Lady Geraldine's Courtship».
Το 1845 γνώρισε τον μελλοντικό σύζυγό της, Βρετανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα, Ρόμπερτ Μπράουνινγκ. Ο πατέρας της προέβαλλε αντιρρήσεις για το γάμο τους, κυρίως λόγω της κατάστασης της υγείας της κόρης του. Έτσι, παντρεύτηκαν κρυφά και αναχώρησαν για την Ιταλία, όπου και παρέμειναν για πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι το θάνατό της. Εγκαταστάθηκαν στη Φλωρεντία, όπου η Ελίζαμπεθ έγραψε το Casa Guidi Windows (1851)— που από πολλούς θεωρείται το καλύτερο έργο της, το οποίο είναι επηρεασμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα της Τοσκάνης. Στη Φλωρεντία γνωρίστηκε και έγινε στενή φίλη με της Βρετανίδες ποιήτριες Ιζαμπέλα Μπλάγκντεν και Θεοδοσία Τρολόπ Γκάροου.
Το πιο μακροσκελές και ίσως πιο δημοφιλές ποίημά της Aurora Leigh, δημοσιεύθηκε το 1856. Το 1850 είχε δημοσιευθεί το The Sonnets from the Portuguese— που εξιστορούσε τη δική της ερωτική ιστορία με τον σύζυγό της. Το 1860 εμφανίστηκε μια συλλογή ποιημάτων, υπό τον τίτλο Poems before Congress. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε και πάλι. Πέθανε στις 29 Ιουνίου 1861. Ο τάφος της βρίσκεται στη Φλωρεντία, στο Βρετανικό Κοιμητήριο.https://el.wikipedia.org/




Σονέτο 43

Πώς σ’ αγαπώ;

Πώς σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους – Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ

(Μετάφραση: Χρίστος Γούδης)

How Do I Love Thee?

How do I love thee? Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sight
For the ends of being and ideal grace.
I love thee to the level of every day’s
Most quiet need, by sun and candle-light.
I love thee freely, as men strive for Right.
I love thee purely, as they turn from Praise.
I love thee with the passion put to use
In my old griefs, and with my childhood’ s faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints. I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life; and, if God choose,
I shall but love thee better after death.

http://booksandstyle.gr/

❀  ❀  ❀  ❀


Τα γράμματά μου

Τα γράμματά μου! όλο χαρτί... νεκρό, βουβό κι' άσπρο χαρτί
κ' ωστόσο μοιάζουν ζωντανά, θαρρείς κι' ανατριχιάζουν
Στα χέρια μου που τρέμουν όπως λύνουν την κλωστή
Και στην ποδιά μου απόψε τα σωριάζουν.
Έλεγε αυτό... θέλει μαζί μου μια φορά να γνωριστεί
Σα φίλος' μιαν ανοιξιάτικη ημέρα τ' άλλο ορίζει
Να 'ρθεί το χέρι μου ν' αγγίσει' τόσο απλό... γιατί
Μ' έκανε κι' έκλαψα; Κι' αυτό... χαρτί ελαφρό... κι' αρχίζει:
"Καλή μου σ' αγαπώ..." κ' εγώ γερτή λιγοθυμούσα
Σα νά 'ριχνε η θεϊκιά βουλή φωτιά στα περασμένα.
Έλεγε τούτο: "Είμαι δικός σου" --- γράμματα σβησμένα
Τι στην καρδιά που κόντευε να σπάσει τ' ακουμπούσα.
Και τούτο... Αγάπη θα 'τανε τα λόγια σου χαμένα
Αν ό,τι μου έλεγες εδώ, να ξαναπώ μπορούσα.

Elizabeth Barrett Browning
Μετάφραση: Λίνα Βλάχου
http://allilografia.blogspot.gr/

❀  ❀  ❀  ❀

Σονέτο I

Συλλογίστηκα κάποτε πώς ετραγούδησε ο Θεόκριτος
Τα χρόνια τα γλυκά, τα αγαπημένα και τα ποθητά – για χρόνια,
Όπου το καθένα, εμφανίζεται σαν χέρι χαριτωμένο
Προσφέροντας δώρα στους θνητούς, γέρους ή νιους:
Και καθώς το εστοχάστηκα, στη γλώσσα την αρχαία
Είδα, μέσα απ’ τα δάκρυα, σε όραμα θαμπό που ξαστερώνει
Τα γλυκά, θλιμμένα χρόνια, τα μελαγχολικά,
Τα χρόνια της ζωής μου, σκιά να ρίχνουν εμπρός μου.
Κλαίγοντας ακόμη, πρόσεξα πώς εκινήθη πίσω μου μεμιάς,
μια μορφή απόκρυφη, τραβώντας με απ’ τα μαλλιά·
κι ενόσω πάλευα, ετούτα τα λόγια αναφώνησε, τα επιβλητικά

«Μάντεψε, ποιος σε κρατά τώρα στα χέρια του;»
«Ο Θάνατος», είπα. Όμως τότε
Ήχησε η απάντηση η αργυρή
«Όχι ο Θάνατος αλλά η Αγάπη».
μετάφραση: Σπύρος Δόικας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου