Ετικέτες
- Άρθρα
- Βιβλιοπαρουσίαση
- Γλυπτική
- Διαθεματικότητα
- Εκδηλώσεις
- Επιστήμη
- Ζωγραφική
- Θέατρο
- Θέατρο.
- Ιστορία
- Κινηματογράφος
- Κοινωνία
- Λαογραφία
- Λογοτεχνία
- Μνήμες
- Μουσική
- Μουσική.
- Μυθολογία
- Παιδεία
- Περιβάλλον
- Σαν Σήμερα
- Σύγχρονη Λογοτεχνία
- Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις
- Τέχνη
- Τεχνολογία
- Τηλεόραση
- Υγεία
- Φιλοσοφία
- Φωτογραφία
- Ψυχολογία
Κυριακή 28 Αυγούστου 2022
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά "Ο Δήμος ο παραπονιάρης."
"The Pain" - A poem by Shahid Abbas
The Pain
Σάββατο 27 Αυγούστου 2022
ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Οι νοσταλγικές ‘‘Διαδρομές’’ της Βαρβάρας Βαγιάκου"
Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου
«Διαδρομές στην Μύρινα 1940-1960» (Περπατώ-Θυμάμαι-Νοσταλγώ)
Ιστορικό οδοιπορικό, σελ. 216.
Εκδόσεις Λύχνος, 2022.
«Η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία» έγραψε ο Γάλλος φιλόσοφος του 20ού αιώνα και συγγραφέας Ρολάν Μπαρτ· «Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια», έλεγε ο προπολεμικός ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Αυτή η μοναδική πατρίδα, που έχει οριστικά χαθεί, αποτελεί το πιο ασφαλές καταφύγιο για την ανεμοδαρμένη ψυχή κάθε ανθρώπου. Μια πατρίδα γοητευτική, γιατί είχε απέραντους και άγνωστους ορίζοντες. Μια πατρίδα με τα γόνατα μονίμως γρατζουνισμένα, τα κεφάλια των αγοριών κουρεμένα γουλί, τα ‘‘θέλω’’ των κοριτσιών μισοκρυμένα πίσω από τα ‘‘πρέπει’’ της κοινωνίας, μα τα χαμόγελα πλατιά κι ας ήταν λειψά τα δόντια. Μια πατρίδα που οι σκανταλιές παραβίαζαν μονίμως τα ‘‘μη’’ των γονιών και των δασκάλων. Μια πατρίδα που βιαζόμασταν να την αφήσουμε πίσω και να πετάξουμε μακριά της. Και τώρα που τα φτερά κουράστηκαν να πετούν και λυγίζουν, την αναζητάμε ξανά κι ας μην υπάρχει.
«Μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί», έλεγε ο μεγάλος ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο. Μας πήρε μια ολόκληρη ζωή για να συνειδητοποιήσουμε πως αυτή η πατρίδα που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, ήταν ό,τι καλύτερο συνέβη στη ζωή μας. Το μόνο που απόμεινε από αυτήν είναι κάποιες φωτογραφίες και κάποια όμορφα κείμενα που την αναπλάθουν και την ξαναφέρνουν στη μνήμη.
Σε αυτή την αθώα πατρίδα της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας βυθίστηκε για άλλη μια φορά η λημνιά πεζογράφος Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου και μας την προσφέρει στον καλαίσθητο τόμο «Διαδρομές στην Μύρινα 1940-1960». Μέσα από ένα οδοιπορικό στον τόπο και στο χρόνο, με εξαιρετικά κείμενα και αυθεντικές φωτογραφίες, αναπολεί τον χαμένο παράδεισο της νιότης και μας ξεναγεί στη Μύρινα (τότε Κάστρο) των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, μέχρι τότε που έφυγε από τη Λήμνο κι «ένα αγκίστρι καρφώθηκε μόνιμα στο λαιμό της», όπως γράφει.
Η συγγραφέας
Η κ. Βαγιάκου-Βλαχοπούλου δεν είναι καινούργια στον χώρο της γραφής. Έχει ήδη ένα γόνιμο παρελθόν, το οποίο ξεκίνησε το 2001 με το λογοτεχνικό χρονικό «Με βοριάδες και νοτιάδες (Το νοσταλγικό ημερολόγιο μιας Λημνιάς)». Τα επόμενα χρόνια εμπλούτισε το βιογραφικό της με τρία μυθιστορήματα: «Σαν φυλαχτό από τη Σμύρνη», «Επάγγελμα ΟΙΚΙΑΚΑ», «Τι άρωμα φοράς γιαγιά;»· με δύο συλλογές ιστορικών μαρτυριών και διηγημάτων: «Να μη ξεχνάς, είν’ αμαρτία να ξεχνάς (Το Μούδρο θυμάται)» (το βιβλίο από το οποίο ξεκίνησε η γνωριμία μας, όταν με τίμησε ζητώντας μου να γράψω ένα ιστορικό προλογικό σημείωμα), «Ψιτ Ψιτ… ακούει κανείς;»· με την ποιητική συλλογή «Στης Μάντρας τα τραχώματα» και το θεατρικό «Το παραμύθι του γάμου», το οποίο ανέβασε το Λύκειο Ελληνίδων της Λήμνου το 2015 σε σκηνοθεσία του Ευριπίδη Λασκαρίδη. Οι «Διαδρομές…» είναι το ένατο βιβλίο της, ενώ ετοιμάζει την έκδοση μίας ακόμα ποιητικής συλλογής.
Λεπτομέρειες για τα παλιότερα έργα της κ. Βαγιάκου μπορεί να βρει κάθε ενδιαφερόμενος στο προσωπικό της blog.
Η συγγραφέας έζησε τα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια στο Κάστρο (νυν Μύρινα), την πρωτεύουσα της Λήμνου και μετέπειτα στην Τυνησία, στο Μιλάνο και στη Νέα Σμύρνη με τον σύζυγό της, τον κτηνίατρο Γρηγόρη Βλαχόπουλο, ο οποίος καταγόταν από το Μούδρο. Είχε ανέκαθεν ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και την παράδοση, κυρίως ως ενεργό μέλος του Λυκείου των Ελληνίδων στην Αθήνα και ιδρυτικό μέλος του παραρτήματος του Λ.τ.Ε στη Λήμνο. Με την συγγραφή ξεκίνησε να ασχολείται σε σχετικά μεγάλη ηλικία, όταν ένιωσε την ανάγκη να αφηγηθεί γεγονότα από το παρελθόν που τη σημάδεψαν.
Όλα της τα βιβλία είναι εμπνευσμένα από την προσωπική της πορεία στη ζωή και αποτυπώνουν, άλλοτε με λογοτεχνική αλληγορία κι άλλοτε ως οδοιπορικά, βιώματα από τους τόπους και τις συνθήκες που συνάντησε. Το μεγάλο χάρισμα της συγγραφέα, το οποίο κάνει ελκυστικά όλα τα βιβλία της, είναι πως σε μεταφέρει στον κόσμο της, χωρίς να νιώθεις πως είσαι ξένος ή μουσαφίρης· αισθάνεσαι σα να ζούσες από πάντα εκεί. Στην ουσία μεταφέρει στα κείμενά της, την προθυμία και την φιλόξενη διάθεση που την διακρίνει ως χαρακτήρα.
Οι «Διαδρομές στην Μύρινα 1940-1960»
Όπως το περίμενα, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το καινούργιο της βιβλίο. Ξεκινάς με ένα σφίξιμο, με μια αμφιβολία, μιας και πρόκειται για ένα οδοιπορικό σε μια εποχή και σε έναν τόπο από τον οποίο δεν έχεις μνήμες, αλλά πολύ σύντομα γίνεσαι φιλαράκι με την αφηγήτρια. Περπατάς στα σοκάκια που περπάτησε, γνωρίζεσαι με τους ανθρώπους που γνώρισε, βιώνεις τις συνθήκες και το περιβάλλον όπου μεγάλωσε.
Ο τόπος και ο χρόνος ορίζονται ήδη από τον τίτλο κι από την όμορφη φωτογραφία του Κων. Δημητριάδη στο εξώφυλλο. Το μυστικό κλειδί κρύβεται στον υπότιτλο: «Περπατώ-Θυμάμαι-Νοσταλγώ». Η συγγραφέας ξεκαθαρίζει εξαρχής πως δεν γράφει μυθιστόρημα αλλά ούτε ιστορική πραγματεία· την ιστορία των ανθρώπων της πόλης γράφει, όπως τους θυμάται. Περπατά στα βήματά τους και καταγράφει νοσταλγικά τις αναμνήσεις της από εκείνα τα χρόνια, από την μοναδική πατρίδα της παιδικής ηλικίας που λέγαμε.
Τα κείμενα της, αν και περιγραφικά και μάλιστα με αυστηρή τοπογραφική σειρά, δεν είναι στεγνά αλλά έχουν έναν λυρισμό υψηλού λογοτεχνικού ύφους:
«Στοπ. Η πόρτα του Ντοντέικου ανοιχτή. Ο αρχοντοζητιάνος του Κάστρου, ο Παράσχος, με λιγδωμένο μαυροσάκκακο, χαλαρό παπιγιόν και ρεμπούμπλικο σκοροφαγωμένο, βουλιαγμένο ως τα φρύδια, κάθεται στο μεσόσκαλο και τραγουδά…»
Με μια φράση καθορίζει τον τόπο και περιγράφει δυνατά κι απόλυτα το πρόσωπο, με ευρηματικούς νεολογισμούς (αρχοντοζητιάνος, μαυροσάκκακο, μεσόσκαλο), χωρίς πολλές περικοκλάδες. Γενικά, η Βαγιάκου έχει μια γλωσσοπλαστική ικανότητα που ξαφνιάζει, με την οποία πετυχαίνει καίριους χαρακτηρισμούς, όπως:
«η Καλλιρρόη αξέχαστη σε όλους μας για τη …συλλαβοσταράτη ομιλία της».
Τα κείμενα είναι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και τα είχε δημοσιεύσει στον τοπικό τύπο ή/και σε ιστοσελίδες από το 2008 ως το 2018. Αν και έχουν αρκετές διαφορές στο ύφος και την μορφή, η συγγραφέας καταφέρνει να τα συνθέσει αρμονικά και να τους προσδώσει μια φρέσκια πνοή. Αφενός τα έχει εμπλουτίσει με πολλές φωτογραφίες, χρωματιστές κι ασπρόμαυρες, αφετέρου έχει προσθέσει εμβόλιμα κάποια πιο πρόσφατα κείμενα καθώς και ποιήματά της. Όπου το κρίνει απαραίτητο, έχει παρεμβάλει και κείμενα άλλων, πάντα με αναφορά στον συγγραφέα τους.
Τις περιγραφές της, η συγγραφέας, τις χωρίζει σε τέσσερις διαδρομές, με τίτλους: «Σα’ μπαν σα’ γκατ», «Ανάβλεμμα», «Χαρές του κάμπου» και «Μύρινα-Ανδρώνι».
«Σα’ μπαν σα’ γκατ»
Στην πρώτη διαδρομή περπατά στην αγορά της πόλης, ψωνίζει από τα μικρομάγαζα αλλά κι από τα μεγαλομπακάλικα, κρυφοκοιτά τα στέκια των μεγάλων, όπως το Κρύσταλλο του Σαββούρα, τον καφενέ του Ψαριανού, τα φαγάδικα και τα καπηλειά. Δεν παραλείπει τίποτα: φρουτάδικα, γαλακτοπωλεία, εμπορικά, βιβλιοπωλεία, τσαγκαράδικα αλλά και φαρμακεία, ιατρεία, οδοντιατρεία· θυμάται πλανόδιους μεροκαματιάρηδες, τελάληδες, αχθοφόρους, σοφεράντζες και διάφορους γραφικούς τύπους. Πόρτα πόρτα διασχίζει όλη την αγορά. Καλημερίζει πρώτη όποιον συναντά, όπως επέβαλε το savoir vivre της εποχής: «να χαιρετάτε, μας έλεγε η μητέρα, και να μην ξεχνάτε πως οι μικρότεροι χαιρετούν πρώτοι».
Για κάθε έναν που χαιρετά, έχει μια σύντομη ιστορία να μας πει. Οι περιγραφές της είναι ολοζώντανες και συχνά θυμίζουν σκηνές από ταινία εποχής:
«Ένα γωνιακό παράθυρο, καγκελοφραγμένο, είχε φάτσα στο δρόμο και η αφράτη φιγούρα της κυρά Λένης πίσω απ’ τα κάγκελα να πλέκει δαντέλες…»
«Στον τεράστιο ξύλινο τετράγωνο πάγκο οι λαμαρίνες αχνίζουν λαχταριστά σταφιδόψωμα... αφήνουν βιαστικά μισή δραχμή σε ένα χαρτοκούτι του Ματσάγγου, παίρνουν ένα και φεύγουν τρεχάτες. Στις οχτώ ο μπάρμπα Δαμιανός χτυπά το κουδούνι… Ψηλός καλοσυνάτος ο κυρ-Σαράντης συνεχίζει να ξεφουρνίζει χάσκα ψωμιά…»
Στέκεται στις γωνιές και ανακαλεί πλούσια συναισθήματα από τις νεανικές διασκεδάσεις στο κέντρο Πατατιά, τις γυμναστικές επιδείξεις και τα ματς του αγαπημένου Παλλημνιακού στο γήπεδο, στενάχωρες αναμνήσεις που την σημάδεψαν, όπως την αυστηρή υποδοχή στο σχολειό από την πρώτη της δασκάλα αλλά και τραγωδίες που συγκλόνισαν την παιδική της ψυχή:
«Το λεβεντόπαιδο Βαγγέλη, το ορέχτηκε ο θάνατος και στα σαράντα του το πήρε και βύθισε την οικογένειά του στα μαύρα. Αυτή η μαυρίλα, σημάδεψε τη ζωή μου, όπως και όλων των παιδιών της εποχής μας, γιατί ήμασταν φίλες με τα κορίτσια του και ζούσαμε το πένθος τους».
Κι επειδή η αγορά είναι μεγάλη και η μακροσκελής καταγραφή κουράζει, φροντίζει να την στολίσει. Παρεμβάλλει άλλοτε γλαφυρές περιγραφές από ευχάριστα ή/και κωμικά στιγμιότυπα άλλοτε στίχους από την ποιητική της συλλογή κι άλλοτε ιστορικά κείμενα για σημαντικά κτίρια ή για προσωπικότητες δανεισμένα από έγκυρες πηγές, αναφέροντας πάντα την προέλευση.
Ασφαλώς δεν ήταν όλα ιδανικά τότε ούτε οι χαρακτήρες ήταν όλοι άμεμπτοι. Πίσω από τα ονόματα κρύβονται άνθρωποι, με όλα τα σουσούμια, τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες τους. Όμως, η Βαγιάκου επιλέγει να προβάλει τα προτερήματα καθενός. Τους περιγράφει με αγάπη, όπως τους θυμάται όταν ήταν παιδούλα. Κι αν έχει κάτι να προσάψει, το κάνει με τακτ ή το αποσιωπά. Έχει επιλέξει να φτιάξει ένα βιβλίο-αγκαλιά, στην οποία θέλει να χωρέσει όλες τις παιδικές μνήμες, όλη την κοινωνία του Κάστρου εκείνης της εποχής.
Το «σα’ μπαν σα’ γκατ» στην αγορά καταλήγει πάντα στο λιμάνι, κοντά στο ναυτικό πρακτορείο του πατέρα της, του Γρηγόρη Βαγιάκου. Στο λιμάνι από όπου το Σεπτέμβρη του 1962, ακουμπισμένη στην κουπαστή, με τα χέρια του καλού της να την τυλίγουν τρυφερά, με τα δάκρυά της να σταλάζουν στο κύμα που άφριζε, η Βαρβάρα Βαγιάκου, ως Βαρβάρα Βλαχοπούλου πλέον, κούναγε πέρα δώθε το χέρι της με το βλέμμα στα μαντήλια που ανέμιζαν στην αποβάθρα.
«Ανάβλεμμα»
Στη δεύτερη διαδρομή της η Βαγιάκου αναπολεί τη ζωή στον Ρωμαίικο Γιαλό, όπου «έγινε της κύησης το θαύμα», όπως πολύ χαρακτηριστικά γράφει στον εναρκτήριο στίχο της η συγγραφέας. Είναι η γενέθλια γειτονιά της και γι’ αυτό θέλει ανοιξιάτικη να είναι η βόλτα της, μαγιάτικη. Να συνοδοιπορήσει με τους παλιούς της γειτόνους, τους μόνιμους αλλά και τους θερινούς, Αιγυπτιώτες και άλλους, που γέμιζαν τα καλοχτισμένα εκατοχρονίτικα αρχοντικά της ακτής, τα μικρά ξενοδοχεία και τα γραφικά μαγαζάκια της ακρογιαλιάς με επικεφαλής το ιστορικό «Τερέν».
Από τον στοιχειωμένο Βόντηλα κάτω από το Κάστρο, μέχρι το Μονόπετρο του Παντελίδη, χτυπούσε η ρωμαίικη καρδιά του νησιού για μισό και πλέον αιώνα, κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κατοχής. Την περίοδο αυτή δεκάδες αρχιτεκτονικά κοσμήματα στόλισαν την πανέμορφη βορινή ακτή του Κάστρου. Δημιουργίες των εύπορων Λημνιών της διασποράς, κυρίως Αιγυπτιωτών, που επιδείκνυαν τον πλούτο τους και παράλληλα στήριζαν κάθε εθνωφελή προοδευτική κίνηση, χρηματοδοτώντας την ίδρυση και την λειτουργία σχολείων, την ανέγερση ναών και κληροδοτώντας τεράστιες περιουσίες σε ιδρύματα, ευεργετώντας ποικιλοτρόπως τη Λήμνο.
Αντωνιάδης, Χριστοδούλου, Δημητρίου, Παλαιολόγου, Γλυκύς, Παντελίδης, Παρισίδης, Γαροφάλλου, Χριστοδουλίδης, Μοσχούδης, Δάλλης, Παπαϊωάννου, Τζηρός, Φεργαδιώτης, Σαράντης, Ψαρώφ, Μακρής, Στράφτης, Σαρρής, Δημητριάδης, Ευαγγελίδης, Φαμηλιάδης, Κοκκιναράς, Καλαϊτζής, Διαμανταρίδης, Γαροφαλλίδης, Σαχτούρης, Καρατζάς, Τραταρός, Κυδάς, όλοι τους μεγάλοι ευεργέτες. Κοντά σε αυτούς κι άλλοι μικρότερου βεληνεκούς, που κι αυτοί συνέδραμαν το κατά δύναμιν, με δωρεές και βοηθήματα. Οι περισσότεροι είχαν κατοικία στον Ρωμαίικο Γιαλό.
Αλλά και άνθρωποι του πνεύματος, της πολιτικής και της επιστήμης που διακόνησαν το νησί με το λόγο, με τη δράση και με τις έρευνές τους, έζησαν εκεί: ο ιατρός Παναγιώτης Ραφτόπουλος, ο πολιτικός Ηλίας Ηλιού, ο συγγραφέας Λεωνίδας Γεροντούδης, ο ζωγράφος Φάνης Καραβίας κ.ά. Στο κατώφλι του καθενός η Βαγιάκου στέκεται με σεβασμό και δέος. Αφενός ανακαλεί μνήμες από την εποχή αφετέρου παραθέτει παλιά κείμενα με ιστορικές πληροφορίες για τη συνεισφορά τους.
Το ίδιο κάνει για τα σημαντικά δημόσια κτίρια του Ρωμαίικου, το Χριστοδουλίδειο, το Τηλεγραφείο, το Παντελίδειο Παρθεναγωγείο, το Μουσείο, το Γυμνάσιο Λήμνου, το Αντωνιάδειο μητροπολιτικό μέγαρο, τον Μετεωρολογικό σταθμό, το Ηρώο πεσόντων, για τη δημιουργία του οποίου πόζαρε ως μοντέλο στον καλλιτέχνη Φάνη Καραβία κλπ κλπ.
Θυμάται ακόμη και νοσταλγεί το θερινό σινεμά, το ξεψάρισμα στις ανεμότρατες, τα παγωτά στο Τερέν και φυσικά τα μαγικά ηλιοβασιλέματα, φημισμένα από την αρχαιότητα, καθώς κάθε σούρουπο ο ήλιος παίζει κρυφτούλι με τον Άθω.
Το «Ανάβλεμμα» στον Ρωμαίικο Γιαλό είναι πιο αυθόρμητο από το «Σα μπαν’ σα γκατ’» στην Αγορά. Εδώ η Βαγιάκου γράφει πιο ελεύθερα, γιατί πρόκειται για τη γειτονιά που μεγάλωσε, που την γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή. Ξέρει όλα τα σπίτια, τις αυλές, τις κρυψώνες, τα σκαλιά που σκόνταψε και μάτωσε τα γόνατά της, τα παιδιά με τα οποία πήγε μαζί στο σχολείο, έπαιξε τα πρώτα της παιχνίδια, έκανε τα πρώτα της μπάνια, ένιωσε τα πρώτα καρδιοχτύπια.
«Τότε που όλα νόμιζα πως είναι για πάντα», όπως γράφει στο κείμενο με το οποίο κλείνει το «Ανάβλεμμα», με έναν λυρικό λόγο που σπέρνει δάκρυα στον κάμπο της ψυχής:
«Τώρα που τ’ αποσπερνό αγιάζι σταλάζει στο ευλογημένο αυτό θαλασσόβρεχτο σημάδι της γης και περιλούζει το ώριμο κορμί μου. Το σιγανό ανεμοφίλημα εκείνου του Μάη της χαρούμενης παιδικής ζωής μου απελευθερώνει τις αρωματισμένες ανάσες του…».
«Χαρές του κάμπου»
Στον τρίτο περίπατο στην γενέθλια πόλη, η Βαγιάκου ξεχύνεται στις εξοχές που υπήρχαν ακόμα τότε γύρω από το Κάστρο. Σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες «Διαδρομές» που γράφτηκαν αρχικά ως ενιαία κείμενα (στα οποία για τις ανάγκες του βιβλίου προστέθηκαν και κάποια εμβόλιμα), η τρίτη ενότητα είναι σπονδυλωτή. Αποτελείται από τρία χρονικά, δημοσιευμένα στην τοπική εφημερίδα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
Στα «Ξεφαντώματα», γραμμένα κάποιον Απρίλη, η συγγραφέας θυμάται τις γιορτινές εκδρομές της Λαμπροδευτέρας και της Πρωτομαγιάς, όταν η νεολαία ξεχυνόταν στον καταπράσινο κάμπο με τις αμυγδαλιές, που δεν υπάρχει πια καθώς ο τόπος οικοδομήθηκε. Καθένας και καθεμιά με τα πασχαλινά καλούδια στο εκδρομικό καλάθι, κόκκινα αυγά, λαμπροκουλούρες, τυροπτούδια, κεφτεδάκια· εύθυμη διάθεση, παιχνίδια σε αυτοσχέδιες αιώρες, χορός και τραγούδια είτε “a cappella” είτε με τη συνοδεία κάποιου οργανοπαίχτη. Το κείμενο κυλά γάργαρο και δροσερό, με κάποιες πινελιές δασκαλίστικες που θα μπορούσαν και να λείπουν.
Η «Μαγεία του Ασπρόμαυρου» δημοσιεύτηκε επίσης κάποιον Απρίλη, με αφορμή δυο παλιές φωτογραφίες από πρωτομαγιάτικα ξεφαντώματα: ένα στη Μύρινα κι ένα στο Μούδρο, φόρος τιμής στον αείμνηστο σύζυγό της, τον Γρηγόρη Βλαχόπουλο. Η Βαγιάκου, με τον εξαιρετικό ποιητικό της λόγο, βάζει χρώμα στις ασπρόμαυρη εποχή, χωρίς να την απομαγεύει. Ταυτόχρονα μας γυρνά στις «μέρες γραμμοφώνου», καθώς περιγράφει τις αλλαγές που επέφερε στις διασκεδάσεις της νεολαίας η άφιξη στη Λήμνο του φωνόγραφου με τις πλάκες και το κελαρυστό χωνί.
Ο «Τρύγος», το τρίτο και τελευταίο κείμενο αυτής της ενότητας, γράφτηκε κάποιον Σεπτέμβρη. Μιλά για το συναπάντημα με τον τρύγο, μια ρομαντική περιγραφή της σκληρής κι επίπονης αυτής αγροτικής δουλειάς. Η λαϊκή φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος» αποδίδει με πληρότητα το μαρτύριο και το βάσανο του απλού κόσμου, αλλά και το γενικό ξεσηκωμό της κοινωνίας που απαιτούσαν οι τρεις αυτές συγκεκριμένες καταστάσεις για να τις φέρουν σε πέρας. Με τη διαφορά πως ο τρύγος ήταν ένας πόλεμος ειρηνικός, γεμάτος χαρά και κέφι, μια μαγευτική διαδικασία, διότι στο τέλος της ημέρας η χαλαρωτική ευωδιά του μούστου που απλωνόταν στον αιθέρα αποζημίωνε τον τρυγητή.
Η Βαγιάκου ανακαλεί στη μνήμη το γιορτάσι του τρύγου, όπως τον έζησαν ως μικρές κυρίες με την αδερφή της, την αείμνηστη Ουρανία, πάνω στο κάρο του Αθανή που μετέφερε τα σταφύλια από το οικογενειακό αμπέλι στα Θέρμα ως το πατητήρι στο σπίτι τους. Περιγραφή καθαρά λαογραφική που φωτίζει μια διαδικασία που δεν συμβαίνει πλέον στις μέρες μας, καθώς η εκμηχάνιση της παραγωγής έχει βελτιώσει τη ζωή αλλά την έχει απομαγεύσει.
«Μύρινα-Ανδρώνι».
Στην τελευταία διαδρομή της, η Βαγιάκου περπατά ως το Ανδρώνι, που στα χρόνια εκείνα ήταν μια ξεχωριστή συνοικία της πόλης. Παίρνει τον καροτσόδρομο με τα πλατάνια που περνούσε δίπλα από το γήπεδο, ξεδιψά στη βρύση στη Σούμπρα, διασχίζει μπαξέδες και μποστάνια, περνά από τη Χωράφα, πριν φτάσει στη διχάλα κι αρχίσει να ανεβαίνει στο Αντρώνι, από το σχολείο ως τον Άγιο Παντελεήμονα.
Οι μνήμες από την αντρωνιάτισσα γιαγιά της τη Βοτώ, μπλέκονται με τις διαδρομές του λεωφορείου του Τάρου και καταλήγουν στο «Σκλι», ένα θεατρικό στα λημνιά με τη Θυμίτσα, τη Βοτώ, το Πηνελώ και το Νικολή να ετοιμάζονται για το αντρωνιάτικο παναγύρ του Αγίου Παντελέημονα. Καθισμένοι στο σκλι, στην πεζούλα, σχολιάζουν αλλοτινούς και συγκαιρινούς ανθρώπους σε μια λαλιά που δεν μιλιέται πια.
Καθισμένοι κι εμείς μαζί τους αναπολούμε μια εποχή που δεν υπάρχει πλέον και ταυτόχρονα χαιρόμαστε που υπάρχουν άνθρωποι σαν την κ. Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου, που την αναπλάθουν με τα όμορφα κείμενα και τα βιβλία τους.
Καλοτάξιδο!
Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 26.8.2022
Από https://belitsosquarks.blogspot.com/
Τρίτη 23 Αυγούστου 2022
ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "Υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο;"
«Ο Μεγάλος Αδελφός σε παρακολουθεί»
( Όργουελ )
Η εμβληματική φράση – θέση του Ουμπέρτο Έκο «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις» φαίνεται να διαψεύδεται από την ελληνική επικαιρότητα που επιμένει να παράγει ή για άλλους να χαλκεύει ειδήσεις.
Οι παρακολουθήσεις πολιτικών και η πολυσχιδής δράση της ΕΥΠ ακτινογραφούν με τον πιο εναργή τρόπο τόσο την ουσία του πολιτικού μας συστήματος όσο και την ποιότητα και αξιοπιστία της Δημοκρατίας μας.
Οι παραιτήσεις των υπευθύνων και οι εξηγήσεις – ομολογία του πρωθυπουργού αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος και την υποβόσκουσα αρρυθμία της ελληνικής πολιτικής μηχανής. Οι συνέπειες, πολιτικές και ηθικές, είναι απροσδιόριστες προς το παρόν και απειλούν με τεκτονικό σεισμό την λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος.
Οι φιλοσοφούντες παραπέμπουν στο γνωστό «επιχείρημα της ολισθηρής πλαγιάς» από το οποίο είναι δύσκολο να απεγκλωβιστεί η κυβερνητική πρακτική της ΝΔ. Το ένα λάθος, δηλαδή, κινδυνεύει να διαδεχτεί κάποιο άλλο το οποίο με την σειρά του μπορεί να ενεργοποιήσει μια άλλη σειρά λαθών και αποκαλύψεων για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας.
Το λεξιλόγιο εμπλουτίζεται με όρους που χαρακτηρίζοναι από σημασιολογική ασάφεια του τύπου «επισύνδεση» ή συνακρόαση…Και όσα οι λέξεις αποδίδουν με ασάφεια, τόσο τα γεγονότα γίνονται αποδεκτά.Έτσι αυτές οι γλωσσικές τερατογενέσεις δημιουργούν σύγχυση στην κατανόηση και ερμηνεία των γεγονότων.Οι επισυνδέσεις, δηλαδή, είναι νόμιμες ,αλλά είναι ηθικά διαβλητές και πολιτικά απορριπτέες.
«Ντετερμινιστικό χάος»
Βιώνουμε ως πολιτικό σύστημα ένα πολιτικό «ντετερμινιστικό χάος»; Θα μάς παρασύρουν τα γεγονότα ή θα τα ποδηγετήσουμε για να διαφυλάξουμε τόσο την αξιοπιστία της Δημοκρατίας μας όσο και της «πολιτικής μας ηθικής»;
Οι σκεπτικιστές και οι οπαδοί της «πολιτικής ορθότητας» μιλούν για ένα ακόμη παιχνίδι των πολιτικών μας για να διασώσουν την πολιτική τους ανυπαρξία με θέματα που κάνουν πάταγο, αλλά στην ουσία παραπέμπουν στο γνωστό «αυτά πάντα γίνονταν και θα γίνονται». Ακόμη και ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρακολουθείται.
Δεν λείπουν, βέβαια, και εκείνοι που επισημαίνουν πως ζούμε σε ένα καθεστώς ιντερνετικής παρακολούθησης από ιδιωτικές εταιρείες – κολοσσούς. Σε αυτό το καθεστώς διαδικτυακής παρακολούθησης κανείς δεν αισθάνεται απειλούμενος, αφού βιώνει την αυταπάτη των ελευθεριών του Facebook που καθημερινά αποθηκεύει κάθε ιδιωτική στιγμή ή επιθυμία. Η σημερινή πραγματικότητα υπερβαίνει το δυστοπικό κλίμα του Όργουελ.
Στο ψηφιακό μέλλον ο Μεγάλος Αδελφός δεν θα βασανίζει το σώμα μας, ούτε θα απειλεί άμεσα την ζωή μας, αλλά θα διαμορφώνει τις επιθυμίες μας και την συμπεριφορά των μαζών εξ αποστάσεως και με την «συναίνεσή» μας. Τα ψηφιακά δίκτυα παρακολουθώντας τα άδυτα της προσωπικής μας ζωής και συγκροτώντας κάθε πτυχή της ταυτότητάς μας (ατομικής και κοινωνικής) θα επιβάλλουν μια sui generis εξουσία στην συνείδησή μας. Έτσι θα αχρηστευθούν οι αντιδημοκρατικές παρακολουθήσεις της ΕΥΠ, αφού ανώνυμα κέντρα εξουσίας στην μεταδημοκρατία θα ποδηγετούν τα πλήθη που θα ομνύουν στην κατάκτηση και βίωση των απόλυτων προσωπικών δεδομένων και δικαιωμάτων.
Ιδιωτικότητα και Εθνικοί κίνδυνοι
Η επίκληση των εθνικών κινδύνων και η ανάγκη προστασίας των εθνικών συμφερόντων προσκρούουν στο συνταγματικό δικαίωμα της ιδιωτικότητας. Στην δημοκρατία μας δεν λύθηκε το θέμα του «αξιολογικά υπέρτερου». Το άτομο ή το εθνικό συμφέρον; Πολλοί βέβαια θεωρούν πως αυτό είναι ένα από τα ψευδή διλήμματα των βιαστών της πολιτικής ελευθερίας και των αρνητών της ανθρώπινης αυτονομίας.
Η επίκληση κάποιων άρθρων του συντάγματος ή κάποιων άλλων για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ατελέσφορη, αφού δεν συνοδεύεται κι από άμεση καταδίκη της λειτουργίας – αναγκαιότητας της ΕΥΠ. Ποιος νομικός ή συνταγματολόγος θα ορίσει με σαφήνεια τα όρια της δράσης της ΕΥΠ και του δικαιώματος της ιδιωτικότητας;
Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης συνιστά πολιτικό ήθος και τόλμημα. Όταν, όμως, δεν συνοδεύεται κι από ανάλογες πολιτικές πράξεις, τότε δημιουργεί καχυποψία και δυσπιστία προς τις κυβερνητικές προθέσεις. Κάποιοι μιλούν πως η κυβέρνηση τείνει να εκμεταλλευτεί κι αυτό το θέμα προκρίνοντας το εθνικό συμφέρον ως το απόλυτο ζητούμενο. «Είναι κι αυτό μια θέση. Νιώθεται».
Βέβαια, στο πολιτικό σύμπαν αιωρείται το ερώτημα «ποιο εθνικό συμφέρον διακυβεύονταν από την πολιτική δράση του κ. Ανδρουλάκη»; Συνιστά η πολιτική παρουσία ενός πολιτικού αρχηγού εθνικό κίνδυνο; Με ποια κριτήρια επιλέχτηκε για παρακολούθηση; Με ποιο σκεπτικό η αρμόδια εισαγγελέας ενέκρινε το αίτημα της ΕΥΠ για παρακολούθηση; Ποια ήταν η εισήγηση της ΕΥΠ προς την εισαγγελέα; Πολλά γιατί χωρίς πειστικές απαντήσεις.
Ευθύνας διδόναι…
Εν τω μεταξύ το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει και κάθε κόμμα προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τα οποιαδήποτε πολιτικά οφέλη από τις πολιτικές παρακολουθήσεις. Έτσι όμως χάνεται το μείζον. Ποια τα όρια των αρμοδιοτήτων της ΕΥΠ και ποιος δικαιούται να εντέλλεται τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών και της ιδιωτικότητας του πολίτη; Ποιος θα τολμήσει να προτείνει την κατάργηση της ΕΥΠ; Η υποκρισία περισσεύει. Η ΕΥΠ και αναγκαία είναι και οι παρακολουθήσεις αναπόδραστες. Δεν μπορείς να καταφάσκεις υπέρ του εθνικού ρόλου της ΕΥΠ, αλλά να αρνείσαι τις παρακολουθήσεις. Δυοίν θάτερον.
Τα σινικά Τείχη των παρακολουθήσεων αναπροσδιορίζουν τις πολιτικές συμμαχίες και συνεργασίες και αναπροσαρμόζουν το πολιτικό σκηνικό, αφού ο κομματικός πατριωτισμός επωάζει τον ιδεολογικό ναρκισσισμό. Έτσι οι επερχόμενες εκλογές δημιουργούν συνθήκες οξείας πολιτικής αντιπαλότητας σε μια εποχή που η πολιτική συναίνεση ήταν το ζητούμενο. Σε λίγο η επικαιρότητα θα εμπλουτιστεί από γαργαλιστικές λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής κάποιων πολιτικών και η πολιτική θα ευτελιστεί. Παλιό και γνώριμο αυτό το σενάριο...
Τα πολιτικά επιτελεία και οι διαφημιστές ετοιμάζουν τα νέα πολιτικά συνθήματα: «Η δεξιά δεν αλλάζει», «Ο τόπος χρειάζεται μία άλλη κυβέρνηση με προοδευτικό ορόσημο», «Η Δημοκρατία χρειάζεται τις δοκιμασμένες ευαισθησίες της σοσιαλδημοκρατίας»… Όλα αυτά συνιστούν ένα απλό δείγμα των πολιτικών συνθημάτων που θα κυριαρχήσουν στην πολιτική αρένα προσεχώς. Όταν, όμως, κυριαρχούν τα συνθήματα και φτωχαίνουν τα επιχειρήματα, τότε η πολιτική και η δημοκρατία υφίστανται μία ηθική και λογική αποβιταμίνωση…
Απέναντι στην προοπτική και στην ιστορικά βεβαιωμένη πραγματικότητα πως θα υπάρχει πάντα ένας «Μεγάλος Αδελφός που θα μάς παρακολουθεί» επιβάλλεται να συνειδητοποιήσουμε πως κανένα δικαίωμα και καμία ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη. Εξάλλου σύμφωνα και με τον Όργουελ: «Η Εξουσία δεν είναι το μέσον, αλλά ο σκοπός».
Ευχή όλων είναι το ζέον θέμα των υποκλοπών να καταστεί ευκαιρία για την αναζωογόνηση της Δημοκρατίας μας και την αναβίωση κάποιων παραδοσιακών θεσμών του τύπου…
«Ευθύνας διδόναι»
☆Χρήσιμο κείμενο :"Ασφάλεια ή Ελευθερία;" (blog ΙΔΕΟπολις)
ΑΠΟ https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/
Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022
"The Art" A Poem of RezaUddin Stalin translated in English and in Greek
Η τέχνη
Όχι- Θέλω κάτι περισσότερο
Λίγο δροσερό νερό
Τόσο γαργαρο και υγρό όσο τα χείλη που έχουν φιληθεί
Θέλω να πάω μακριά Να Παρασύρθω από μια μπανάνα- σχεδία.
Δεν ξέρω ούτε τον Behula ούτε τον Laximdor εκεί
Πρέπει να πάμε περπατώντας.
Στις όχθες του Γάγγη ποταμού , ακροβατούν παντού μικροσκοπικα ζωύφια της αγάπης
Μη φοβάσαι.
Εγώ είμαι πράσινος κι εσύ μπλε
Ξέρετε καλά όλα τα φύλλα είναι συμπαγή και κίτρινα
Η κοίτη του νερού του ποταμού είναι βαθιά μαύρη.
Είναι το χρώμα των ματιών σας πιο σκούρο από αυτό;
Δεν έβαλα κολ στο χέρι - σε είδα σε πάρα πολλές μορφές τέχνης - με τον τρόπο του Γάγγη , στο σκοτάδι και στο φως και στην περιέργεια του άπειρου
Τα δάχτυλά μου είναι δεμένα στην φουσκωτή φράντζα σου.
Όχι- θέλω ατελείωτες μέρες
Κατεβαίνοντας από τον ιστό του ματιού σου Τόσο αδέσμευτη, όσο η αρχαία τέχνη ......
Ρεζαουντίν Στάλιν
Απόδοση στα ελληνικά Εύα Πετρόπουλου Λιανου




The Art
Nope- I want something more Some well full cool water
As much alive as the kissy lips
I desire to go far-off
Drifted by a banana raft
I know neither Behula nor Laximdor there
We have to go by walking
On the breast of The Ganges Juggler Lilliputian lovebugs all-around
Don't be afraid
I am green and you are blue
You know well all the leaves are solid yellow
The flow of river water is stubborn black
Is the color of your eyes darker than this
I didn't dab kohl at hand-seen you In too many arts- in the way of The Ganges In the dark and light and curiosity of infinite
My fingers are tied in your blowzy fringe
No- I want some endless days
Descending from the loom of your eyewink
As much fetterless as an antique art
RezaUddin Stalin
Translated by Ashraf Chowdhury




ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ "Ευαίσθητοι άνθρωποι"
Οι ευαίσθητες ψυχές
χαντακώνονται
καταστρέφονται
χτυπιούνται αλύπητα
από τους άλλους
τους φυσιολογικούς
αυτούς που σε μαχαιρώνουν
πισώπλατα
και ξεπληρώνουν έτσι
το καλό που τους έκανες
οι ευαίσθητες ψυχές
δεν έχουν στον ήλιο μοίρα
κανείς δεν τις σέβεται
γιατί δεν έμαθαν
να αμύνονται σκληρά
να ανταποδίδουν
τα χτυπήματα
να μην είναι
ευαίσθητες εν τέλει.
Κυριακή 21 Αυγούστου 2022
ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Ο ναός της Κοίμησης στην Παλιόχωρα Αβίας"
Δυο παλιές επιγραφές φωτίζουν το παρελθόν του τόπου
| Ο ναός της Κοίμησης Θεοτόκου στην Παλιόχωρα. Εκατέρωθεν της πλαϊνής θύρας οι δυο επιγραφές: η παλιά ψηλά αριστερά του ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ και η νεότερη δεξιά της θύρας |
Στον παραθαλάσσιο οικισμό της Παλιόχωρας Αβίας κεντρικός ναός είναι ο ναός της Κοίμησης Θεοτόκου, ο οποίος δεσπόζει του χωριού, όπως είναι κτισμένος πάνω στο ύψωμα που στο παρελθόν υπήρχε το μεσαιωνικό κάστρο της Μαντένιας (Μαντίνειας). Ο ναός αυτός αποτελεί το διαχρονικό σημείο αναφοράς των κατοίκων του χωριού και στο καθολικό του, στα εννιάμερα της Παναγιάς στις 23 Αυγούστου, συγκεντρώνει πλήθος προσκυνητών τόσο κατοίκων του χωριού όσο και παραθεριστών, μιας και η περιοχή έχει εξελιχθεί σε δημοφιλές τουριστικό θέρετρο. Στην τοιχοποιία του ναού είναι εντοιχισμένες δυο επιγραφές, τις οποίες θα παρουσιάσουμε επιχειρώντας ταυτόχρονα μια ιστορική διερεύνηση.
![]() |
| Παλιόχωρα 1980. Στο βάθος το ύψωμα στο ακρωτήρι, όπου υπήρχε το ενετικό κάστρο Mantenya in brazzo. |
Το παρελθόν της περιοχής
Στην ευρύτερη περιοχή της Παλιόχωρας τοποθετείται από παλιότερους ερευνητές η ομηρική πόλη Ιρή και η αρχαία πόλη Αβία, από όπου και η μετονομασία της Παλιόχωρας σε «Αβία» για λόγους ιστορικής συνέχειας. Η αρχαία Αβία, η οποία σημειώνεται σε χάρτες του σπουδαίου γεωγράφου Κλαύδιου Πτολεμαίου ως ΑΒΕΑ και τα ερείπια της σε αρχαιολογικούς χάρτες περιηγητών ως Abea, γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής και ήταν έδρα ασκληπιείου (θεραπευτηρίου) κατά τους κλασικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Από την πρώιμη βυζαντινή περίοδο η Αβία περιέπεσε σε παρακμή εξαιτίας πιθανότατα και των επιδρομών διαφόρων βαρβαρικών φύλων και στη συνέχεια χάνεται από τις πηγές μέχρι τα ύστερα βυζαντινά χρόνια.
Στις αρχές του 15ου αιώνα στην περιοχή σημειώνεται το κάστρο της Μαντένιας (Μαντίνειας), το οποίο εντοπίζεται από παλιότερους ερευνητές στο ύψωμα πάνω από τον όρμο της Παλιόχωρας, το αποκαλούμενο Πάσο (=πέρασμα, είσοδος, μπασία) - ενδεχομένως από την πέτρινη είσοδο σε μορφή καμάρας, κατάλοιπα της οποίας διακρίνονται ακόμα στο ανηφορικό καλντερίμι που οδηγεί από την ακρογιαλιά προς το ύψωμα. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν εμφανή κατάλοιπα του κάστρου καθώς και χαλάσματα μεσαιωνικών και αρχαίων κτισμάτων στο εσωτερικό του, οι λίθοι των οποίων χρησιμοποιήθηκαν ως έτοιμο οικοδομικό υλικό σε νεότερες κατασκευές, όταν η περιοχή άρχισε να κατοικείται ξανά. Σήμερα ελάχιστα κατάλοιπα του τείχους είναι εμφανή σε διάφορα σημεία του στεφανιού πάνω από τη βραχώδη ακτή. Το κάστρο, φραγκικής κατασκευής, αποτελούσε έδρα της Βαρονίας της Μαντίνειας στα χρόνια του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, δηλαδή πριν από τον 15ο αιώνα. Προς τα τέλη του 15ου αιώνα για μικρό διάστημα (1470-1479) υπήρξε έδρα του Ενετού διοικητή της Μάνης.
![]() |
| Άρθρα για το βυζαντινό παρελθόν της Μαντίνειας στην εφ. ΕΘΝΟΣ (φ. 19.6.1954 και 29.3.1955) |
Στη διάρκεια του 15ου αιώνα η Μαντίνεια αποτελεί το μήλον της έριδος ανάμεσα στους Ενετούς, τους Δεσπότες του Μυστρά και αργότερα τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα η ζωή των γύρω κατοίκων να γίνει αφόρητη και να αναγκαστούν να μεταφερθούν σε κοντινή μεσόγεια θέση καλά κρυμμένη από τη θάλασσα. Εκεί συνέπηξαν οικισμό, ο οποίος αναφέρεται για πρώτη φορά το 1463 ως Mantenya Supra, δηλαδή «Άνω Μαντένια», παράλληλα με την Mantenya in brazzo, τη «Μαντίνεια στο βραχίονα» (ακρωτήρι), όπου και το κάστρο. Τον 16ο αιώνα οι δυο Μαντίνειες συνυπάρχουν και συχνά σημειώνονται ως Chiores (Χώρες) από τους χαρτογράφους, δηλαδή: Πάνω Χώρα και Κάτω Χώρα, επωνυμίες που επιβίωσαν σχεδόν μέχρι τις μέρες μας (ως τα μέσα του 20ού αιώνα).
![]() |
| Τοιχία και ερειπωμένες επάλξεις του Κάστρου της Μαντίνειας |
![]() |
| Το "Πηγάδι της Βασίλισσας": έξοδος διαφυγής από το κάστρο προς την ακρογιαλιά της Πορτέλας. Δυστυχώς μόνο σε φωτογραφία πλέον, αφού κατακρημνίστηκε το 2016. |
Όμως, από τα μέσα του 17ου αιώνα η Κάτω Χώρα εγκαταλείπεται. Οι ενετικές επιθέσεις του 1659 στην ευρύτερη περιοχή σίγουρα επιτάχυναν την εγκατάλειψή της. Η οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής μεταφέρεται σταδιακά στο μεσόγειο οικισμό, την Άνω Μαντίνεια, η οποία από τα τέλη του 17ου αιώνα αναφέρεται ως Μεγάλη Μαντίνεια, ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο παραλιακός οικισμός ερημώνεται και η Κάτω Χώρα μετατρέπεται σε «Παλαιά Χώρα» ή «Παλιόχωρα», τοπωνύμιο που διατηρεί μέχρι σήμερα.
Η περιοχή γύρω από τον ερειπιώνα της Παλιόχωρας συνέχισε να αποτελεί χώρο οικονομικής δραστηριότητας για τους κατοίκους της Μεγάλης Μαντίνειας, αφού διατηρούσαν εκεί αγροτικές εκμεταλλεύσεις (ελιές, αμπέλια, σπαρμένα χωράφια, περιβόλια κ.ά.) ενώ στην ακτή κατέβαιναν με τα ζώα τους για να πλύνουν και να κοπανήσουν τα χοντρά ρούχα (από όπου το τοπωνύμιο Κοπάνοι ή Κοπάνο), να ξεπικρίσουν τα λούπινα, να μαλακώσουν τα βούρλα και τα ψαθιά, να ψαρέψουν και να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε έμπορους που προσέγγιζαν την ευλίμενη ακτή με καΐκια. Συνεπώς, στην πραγματικότητα ουδέποτε ξέκοψαν από την ακτή, η οποία απέχει από τη Μεγάλη Μαντίνεια απόσταση μισής ώρας με το ζώο.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν πλέον η κατοίκηση στην παραθαλάσσια ζώνη έγινε ασφαλής, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαθίστανται ξανά κάτοικοι της Μεγάλης Μαντίνειας, δημιουργώντας τελικά τρεις παράλιους οικισμούς: την Παλιόχωρα (το 1926 μετονομάστηκε σε Αβία), το Αρχοντικό (έχει συγχωνευτεί με την Αβία-Παλιόχωρα) και το Κοπάνο (Ακρογιάλι).
![]() |
| Ο ναός της Κοίμησης (δυτική όψη) |
Ο ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Παλιόχωρας
Στη Μεγ. Μαντίνεια κεντρικός είναι ο ναός της Κοιμήσεως Θεοτόκου, κτίσμα του 18ου αιώνα, ίσως του 1720 σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στον εξωτερικό τοίχο. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες αν πρόκειται για ανακατασκευή παλιότερης ή για νέα εκκλησία. Πάντως, στη διάρκεια του ίδιου αιώνα χτίστηκαν και άλλοι ναοί στο χωριό. Είναι σταυροειδής με οκτάγωνο τρούλο και έχει εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο των αρχών του 19ου αιώνα. Είναι χαρακτηρισμένος ως διατηρητέο, ιστορικό μνημείο.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ανακαινίστηκε την περίοδο 1743-1753 σύμφωνα με επιγραφή. Επομένως, προϋπήρχε σε ταπεινότερη μορφή και ίσως να ήταν παλιότερος του ναού της Κοίμησης. Ο ναός αυτός έμεινε αλειτούργητος για λόγους αδιευκρίνιστους και χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο από το 1858 -όπως προκύπτει από χρονολογημένο σκαλιστό εθνόσημο που είχε τοποθετηθεί στον βορινό τοίχο- μέχρι το 1961.
Επίσης, την ίδια εποχή κτίστηκαν ο Άγ. Ανδρέας των Γεωργουλέων (1754) και οι Άγιοι Σαράντα (1751) καθολικό μοναστηριού σε κοντινή αγροτική περιοχή. Ενδεχομένως και κάποιες από τις υπόλοιπες παλιές εκκλησίες του χωριού (Άγ. Γεώργιος, Άγ. Θεόδωροι, Παναγίτσα, Άγ. Κωνσταντίνος, Άγ. Βασίλειος, Προφήτης Ηλίας) ανάγονται σε εκείνη την περίοδο αλλά οι μεταγενέστερες επιδιορθώσεις εξαφάνισαν τα τεκμήρια της παλαιότητάς τους. Συμπεραίνου-με ότι στα μέσα του 18ου αιώνα οι κάτοικοι του χωριού είχαν σχετική οικονομική άνεση και διοχέτευαν μέρος της περιουσίας τους στην ανέγερση ναών.
Τον αιώνα αυτόν η παραλιακή ζώνη δεν κατοικείται και η Παλιόχωρα είναι ερειπιώνας. Στα τέλη του 18ου αιώνα κάποιος Σταυρέας, κατά την παράδοση, αποφάσισε να κτίσει ένα ναό πάνω στα αρχαία και μεσαιωνικά ερείπια για να προσελκύσει οικιστές και να ξαναζωντανέψει την Παλαιά Χώρα. Ο ναός αυτός υπήρχε το 1795 και αναφέρεται από τον Άγγλο περιηγητή John Moritt που επισκέφτηκε την περιοχή. Μάλιστα, παρατήρησε ένα αρχαίο λιθόστρωτο μωσαϊκό στο δάπεδο του ναού, το οποίο προφανώς είχαν διατηρήσει οι κατασκευαστές του και το οποίο σε κάποια μεταγενέστερη επισκευή σκεπάστηκε κάτω από το νέο δάπεδο, μιας και σήμερα δεν υπάρχει. Άλλωστε ήταν κοινή πρακτική την εποχή εκείνη, στις οικοδομές να χρησιμοποιούν τις έτοιμες λαξεμένες πέτρες των ερειπίων και να ενσωματώνουν στους ναούς τυχόν αρχαιότητες. Την ύπαρξη του ναού αναφέρουν, επίσης, το 1805 οι Gell και Leake καθώς και μεταγενέστεροι επισκέπτες, οι οποίοι επίσης αναφέρουν πως ο τόπος ήταν ακατοίκητος. Οι πρώτες κατοικίες στην Παλιόχωρα ανεγείρονται μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η εκκλησία κτίστηκε πριν από το 1795 με λίθους από τον αρχαίο ερειπιώνα, πάνω σε αρχαιολογικό στρώμα, ενδεχομένως πάνω σε παλιό ναό ή σε κάποιο άλλο κτίριο. Κανείς από τους περιηγητές δεν σημειώνει σε ποιον άγιο είναι αφιερωμένη. Η πρώτη αναφορά προέρχεται από το Βιβλίο Γάμων της ενορίας, στο οποίο σημειώνεται η τέλεση δύο γάμων «εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου της Παλαιάς Χώρας», τα έτη 1884 και 1889. Πρόκειται για γάμους θυγατέρων του Κωνσταντίνου Μοιρέα, το σπίτι του οποίου βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο ναό. Έτσι πληροφορούμαστε ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση. Αυτό είναι λογικό μιας και ο αρχικός κτήτορας προερχόταν από τη Μεγ. Μαντίνεια και στην προσπάθειά του να προσελκύσει τους συντοπίτες του να μετοικίσουν στην ακτή μετέφερε και το ναό. Το καθολικό του ναού καθιερώθηκε να εορτάζεται στα εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου, αφού το Δεκαπενταύγουστο πανηγύριζε ο ναός του κεντρικού χωριού. Μας βάζει όμως μια σκέψη στο νου. Μήπως και παλιότερα, όταν η παραλιακή βυζαντινή Μαντίνεια ήταν σε ακμή, υπήρχε εδώ ναός της Κοίμησης τον οποίο μετέφεραν οι κάτοικοι κατά τη μετοίκισή τους στην ενδοχώρα; Οπότε, ο Σταυρέας απλώς έκανε την αντίστροφη κίνηση μεταφέροντας τον παλιό ναό στην αρχική του θέση. Σε αυτή την περίπτωση τα ερείπια πάνω στα οποία κτίστηκε η νέα εκκλησία, ίσως προέρχονταν από το βυζαντινό ναό του κάστρου της Μαντίνειας.
Στο σημερινό ναό υπάρχουν εντοιχισμένες δυο επιγραφές στο νότιο εξωτερικό τοίχο. Η μία είναι εμφανώς παλιότερη και αρκετά δυσνόητη. Η δεύτερη είναι νεότερη και σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες τοποθετήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Αν και νεότερη, περιγράφει το ιστορικό της αρχικής ανέγερσης του ναού διασώζοντας κάποια προφορική παράδοση. Ας δούμε ποιες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές.
Η παλιά επιγραφή
Η παλιά επιγραφή είναι πέτρινη και έχει πέντε στίχους. Είναι γραμμένη με συντομογραφίες, όπως συνηθιζόταν στις αγιογραφίες αλλά τα σύμβολα δεν είναι πάντα ευδιάκριτα και αναγνωρίσιμα. Μάλλον τοποθετήθηκε κατά την αρχική ανέγερση του ναού. Φωτογραφήσαμε την επιγραφή και επεξεργαστήκαμε τη φωτογραφία στον υπολογιστή. Αλλά και πάλι με μεγάλη δυσκολία και αρκετές επιφυλάξεις αντιγράψαμε τα παρακάτω σύμβολα:
17 † 7ჳ
Ν ι У = V O Σ Π
[Θ;] ΟΥ = Ι – Σ [Τζ;] Δ(;) Ο
Θ Υ Σ Κ C Α Ε Π Ι
Ε ξ Ο Δ Ο ς ჳ Β Ρ Ν ι У
Πρώτος στίχος. Φέρει στο μέσον ένα σκαλισμένο σταυρό και εκατέρωθεν τη χρονολογία (17 7ჳ). Το (ჳ) θεωρήθηκε ως (5). Όμως, ενδεχομένως να πρόκειται για το σύμπλεγμα (στ), με το οποίο συνήθιζαν να απεικονίζουν τον αριθμό (6), οπότε η χρονολογία είναι (1776).
Δεύτερος στίχος. Το σύμβολο (=) νομίζουμε πως διαιρεί το στίχο σε δυο ομάδες συμβόλων, μία στα αριστερά και μία στα δεξιά του. Τα (Νι) στην αρχή της γραμμής έχουν παλιότερα αντιγραφεί ως (Μ), δηλαδή ως ενιαίο σύμβολο αλλά νομίζουμε ότι πρόκειται για δύο. Με το (У) θεωρώ πως συμβολίζεται ο φθόγγος (ου), οπότε να τολμήσουμε να συμπεράνουμε ότι το (ΝιУ) διαβάζεται (νίου) ([Ιου]νίου) και δηλώνει το μήνα των εγκαινίων. Τα σύμβολα (V O Σ Π) είναι πιο ξεκάθαρα και θεωρούμε ότι είναι συντομογραφία του ονόματος του ναού. Το (VOΣ) σημαίνει «ναός». Το (Π) σημαίνει «Παναγίας» και συνδυάζεται με το πρώτο σύμβολο του επόμενου στίχου.
Τρίτος στίχος: Και αυτός ο στίχος χωρίζεται σε δυο ομάδες συμβόλων με ένα (=). Στην αρχή διακρίνεται το γνωστό από τις αγιογραφίες σύμπλεγμα του φθόγγου «ου», πριν από το οποίο πρέπει να υπάρχει και άλλο σύμβολο μη διακρινόμενο. Εικάζουμε ότι πρόκειται για το (Θ), οπότε το (ΘΟΥ) σημαίνει «Θεοτόκου». Έτσι σε συνδυασμό με το “V O Σ Π” του προηγούμενου στίχου, προκύπτει η λογική ερμηνεία «ναός Παναγίας Θεοτόκου».
Η δεύτερη ομάδα συμβόλων του στίχου αυτού είναι η πιο δύσκολη στην αντιγραφή της και η πιο ακατανόητη όλης της επιγραφής. Τα (Ι – Σ) αναγνωρίζονται με σιγουριά αλλά ο ρόλος της παύλας είναι άγνωστος. Το (Τζ;) που ακολουθεί μοιάζει να είναι σύμπλεγμα δύο γραμμάτων: (Του), (Τσ) ή (Τζ). Το (Δ) ίσως είναι και (Λ), το οποίο ακουμπά στη γράμμωση που χωρίζει τους στίχους. Με τόσες αμφιβολίες δεν μπορεί να γίνει κάποια προσπάθεια ερμηνείας.
Τέταρτος στίχος: Εδώ έχουμε πιο ευκρινή εικόνα. Το (Θ Υ Σ) νομίζω ότι απεικονίζει τις λέξεις «θυσία» ή «θυσιαστήριο», το (Κ) τη λέξη «και» και το (C A) τη λέξη «σωτηρία». Το (Ε Π Ι) διαβάζεται ως «επιστασία» και συνδέεται με τα αναγραφόμενα στον επόμενο στίχο.
Πέμπτος στίχος: Στον τελευταίο στίχο υπάρχει αναφορά στον κτήτορα του ναού. Θεωρώ ότι έχουμε δυο λέξεις. Η πρώτη είναι (Ε ξ Ο Δ Ο ς) και σημαίνει «εξόδοις». Και η δεύτερη (ჳ Β Ρ Ν ι У) σημαίνει «Σταβρινού». Μαζί με το (ΕΠΙ) του προηγούμενου στίχου μπορούμε να διαβάσουμε: «επιστασία και εξόδοις Σταβρινού», κάτι που επιβεβαιώνει και την παράδοση ότι το ναό έκτισε κάποιος Σταυρέας.
Η νεότερη επιγραφή
Η νεότερη επιγραφή είναι μαρμάρινη και είναι τοποθετημένη επίσης στο νότιο τοίχο του ναού. Είναι γραμμένη με ευανάγνωστα κεφαλαία γράμματα και έχει συνταχτεί σε αρχαιοπρεπές ύφος, προφανώς από κάποιον εγγράμματο κάτοικο του χωριού. Το κείμενο είναι κατανοητό και αποτελείται από επτά στίχους:
ΕΡΗΜΩΘΗΣΗΣ ΠΕΙΡΑΤΟΦΟΒΙΑΣ
ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΒΙΑΣ ΟΜΗΡΙΚΗΣ ΙΡΗΣ
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΕΝΕΚΕΝ
ΣΤΑΥΡΕΑΣ ΝΑΟΝ ΗΓΗΡΕ 1775 ΕΡΕΙΠΙΟΙΣ
ΜΕΓΑΛΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟΥ
ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟΥ ΣΚΟΠΟΥΝΤΟΣ
ΕΛΚΥΣΗ ΠΡΟΣ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΙΝ
Η επιγραφή αυτή περιγράφει το ιστορικό της ανέγερσης του ναού και δίνει και άλλες πληρο-φορίες που γνώριζε ο συντάκτης της κατά την εποχή της τοποθέτησης. Καταρχάς αναφέρει ότι από το φόβο των πειρατών είχε ερημωθεί η αρχαία Αβία, η οποία ταυτίζεται με την ομηρική Ι-ρή. Ακολούθως, σημειώνει ότι το 1775 κάποιος κάτοικος ονόματι Σταυρέας ίδρυσε το συγκε-κριμένο ναό πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού του Ηρακλέους και γειτονικού Ασκληπιείου, με σκοπό να προσελκύσει οικιστές ώστε να ανοικοδομηθεί η ερημωμένη περιοχή.
Είναι προφανές πως ο συντάκτης της επιγραφής έχει γνώσεις ιστορίας και αρχαιολογίας. Γνωρίζει ότι η περιοχή ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Αβία της κλασικής και ρωμαϊκής εποχής αλλά και με την πόλη Ιρή των ομηρικών επών. Επίσης, γνωρίζει ότι έχει κτιστεί πάνω σε αρχαία ερείπια, τα οποία είναι σε θέση να ταυτίσει με ναό του Ηρακλέους και Ασκληπιείο. Κατά συνέπεια η επιγραφή αυτή δεν μπορεί να τοποθετήθηκε την εποχή της ανέγερσης του ναού, το 1775, αλλά πολύ μεταγενέστερα. Διότι στα τέλη του 18ου αιώνα που ανεγέρθηκε ο ναός δεν μπορούσε κάποιος να έχει όλες αυτές τις γνώσεις για το ιστορικό και το αρχαιολογικό παρελθόν της περιοχής. Πέραν της ταύτισης με την αρχαία Αβία όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν γνωστά στα 1775. Η τοποθέτηση της επιγραφής δεν μπορεί να έχει γίνει πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν πλέον η Παλιόχωρα είχε αρχίσει να κατοικείται ξανά.
Επίσης, ο συντάκτης γνωρίζει την τοπική παράδοση που θέλει ως κτήτορα του ναού τον Σταυρέα, ο οποίος έκτισε το ναό στην προσπάθειά του να προσελκύσει κατοίκους στην έρημη περιοχή. Τη χρονολογία 1775 διάβασε πιθανότατα στην παλιά επιγραφή. Βέβαια, ο συντάκτης της επιγραφής κάνει ένα τεράστιο χρονικό άλμα, αφού συνδέει την εγκατάλειψη της περιοχής λόγω πειρατείας απευθείας με την αρχαία Αβία, παραλείποντας το βυζαντινό και μεταβυζαντινό παρελθόν του τόπου, το οποίο προφανώς δεν γνώριζε αν και ήταν ακόμα εμφανή τα ερείπια της καστροπολιτείας της Μαντίνειας.
Το 19ο αιώνα στην Ελλάδα κυριαρχεί ο νεοκλασικισμός που προτιμά την απευθείας αναφορά στην κλασική αρχαιότητα. Συνήθως, παραβλέπεται το πρόσφατο παρελθόν, το οποίο συνδέεται και με την οθωμανική κυριαρχία. Συχνά κατεδαφίζονται βυζαντινά μνημεία για να αναδειχθούν οι κλασικές αρχαιότητες. Αυτό συμβαίνει ακόμα και με σημαντικά μνημεία στην Αθήνα (π.χ. η Καπνικαρέα κινδύνεψε να κατεδαφιστεί!). Επομένως, η προσπάθεια του συντάκτη να συνδέσει τον τόπο με το αρχαίο παρελθόν του εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα αρχαιολατρίας της εποχής και δεν πρέπει να ξενίζει.
![]() |
| Ανδρέας Ν. Σκιάς (1861-1922) |
Άραγε μπορεί να γίνει κάποια υπόθεση για την ταυτότητα του συντάκτη της επιγραφής; Αν δεχθούμε ότι ήταν ένας εγγράμματος, που καταγόταν από το χωριό και έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, νομίζω ότι πιθανότερος είναι ο Ανδρέας Ν. Σκιάς (1861-1922), ο οποίος γεννήθηκε στην Καλαμάτα αλλά καταγόταν από οικογένεια της Μεγ. Μαντίνειας. Ο Σκιάς υπήρξε αρχαιολόγος και καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία. Αρχικά δίδαξε στο Γυμνάσιο Καλαμάτας και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πραγματοποίησε ανασκαφές στην κοίτη του Ιλισού κοντά στο Ολυμπίειον, στην αρχαία Ελευσίνα και στην Πύλο. Συνέγραψε πολλές μελέτες φιλολογικές, γλωσσικές και αρχαιολογικές. Συγκεντρώνει, λοιπόν, όλες τις προϋποθέσεις να είναι ο συντάκτης της επιγραφής του ναού της Παλιόχωρας. Φυσικά, αυτό δεν είναι παρά μια υπόθεση.
| Ο ναός μετά την συντήρηση και ανάδειξη της λιθοδομής που έγινε το 2011, δαπάναις Μαρίας Κοτσώνη εις μνήμη του συζύγου της Βασιλείου. Στα δεξιά το Ηρώον. |
Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι από τη μελέτη των δύο επιγραφών προκύπτουν τα ακόλουθα χρήσιμα συμπεράσματα.
Από την προσπάθεια ανάγνωσης της παλιάς επιγραφής επιβεβαιώνεται ότι χρονολογία ανέγερσης του ναού είναι το 1775 ή το 1776. Τη χρονολογία επιβεβαιώνει και η νεότερη επιγραφή. Επίσης, από την παλιά επιγραφή προκύπτει ότι κτίστηκε προς τιμήν της Παναγίας Θεοτόκου, κάτι που δεν αναφέρεται στη νεότερη, προφανώς διότι το συντάκτη ενδιέφερε περισσότερο να σημειώσει πληροφορίες για το παρελθόν του τόπου και του ναού και όχι για το πασίγνωστο παρόν. Το όνομα του ναού επιβεβαιώνεται κι από άλλη πηγή: το Βιβλίον Γάμων της ενορίας, στο οποίο αναφέρεται δυο φορές (1884 και 1889) ως «Κοίμησις της Θεοτόκου της Παλαιάς Χώρας».
Τέλος, από την παλιά επιγραφή προκύπτει ότι κτήτορας υπήρξε κάποιος Σταβρινός, τον οποίο οι μεταγενέστεροι θυμόντουσαν ως Σταυρέα και με αυτό το όνομα (χωρίς βαφτιστικό) καταγράφηκε στη νεότερη επιγραφή. Άλλωστε, όταν συντάχθηκε η νεότερη επιγραφή, στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μέλη της οικογένειας Σταυρέα είχαν πλέον φύγει από το χωριό και είχαν λίγους δεσμούς με αυτό. Έτσι είχε χαθεί η συνέχεια που μπορούσε να διασώσει τη μνήμη του πλήρους ονόματος του κτήτορα.
Θοδωρής Μπελίτσος, 20.8.2022
Από το βιβλίο του Θ. Μπελίτσου «Εν Αβία», Ν. Σμύρνη 2016, σελ. 62-67.
https://belitsosquarks.blogspot.com/




















