Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Migel Flor "JAVË LYPSARE" και η απόδοσή του στα ελληνικά

 


JAVË LYPSARE

Gojeshqyer, e hëna vrapon ngushticave të Athinës. Metroja vjell turma nga barku i saj. Këpucët si mornica klikojnë nxitueshëm mbi trotuarë. Në zyrat e vizave numrat ndizen në ekran. Emigrantët presin në radhë me dosje blu në prehër, shpresa gri në zemër dhe pasaportat si kukulla shtrënguara në duar. Në kafenetë e Kolonakit filxhanët trokasin mbi pjata morsin e kotësisë. Laptopë të hapur, telefona mbi tavolina, grafikë që ngjiten e zbresin. Në një teatër të vogël, një aktore përsërit të njëjtën fjali për të dhjetën herë. Në vitrinat e rrugës manekinët qëndrojnë të veshur me çmime që një rrogë nuk i shqipton dot. Diku tjetër, një burrë kontrollon xhepat para se të hyjë në supermarket. Akropoli rri lart. Pozon. Turistët fotografojnë gurët, bluzat u ngjiten pas shpinës, shishet bosh të ujit rrotullohen pranë këmbëve. Poshtë, në hije, një grua shtrin kartonin. Mbi të vendos një batanije dhe një qese plastike. Kur fillon shiu, mbledh qesen mbi kokë dhe largohet nga Akropoli pa e kthyer kokën, pa e çarë kokën për heroj e perëndi. Autobusët vazhdojnë. Në semaforë fëmijë me peceta në duar kalojnë nga një xham te tjetri. Një shofer ngre xhamin. Një tjetër jep një monedhë. Në mbrëmje, njerëzit kthehen në shtëpi me qeset e ushqimeve në duar. Në frigoriferë ndizen dritat e bardha. Në tryeza numërohen faturat. Qiraja. Energjia. Telefoni. Muaji që ka mbetur me tetë ditë përpara. Lart, në zyrat e ministrive, një hartë e Greqisë mbulohet me shenja. Emrat e qyteteve. Përqindjet. Zgjedhjet. Fitimet. Në fund të një liste një laps ndalet. Jashtë ndërtesës, një burrë fle mbi karton. Pas tij, afishe të mëdha premtojnë një të ardhme me fytyra të buzëqeshura. Natën, Akropoli ndriçohet. Drita bie mbi gurë dhe gurët nuk lëvizin. Në trotuarin poshtë, një dorë del nga batanija. Mbi pëllëmbë qëndrojnë tri monedha. Lindje. Rezistencë. Vdekje. Shiu fillon përsëri akordet e trishtuar të vjeshtës. Dritat e fundit të dyqaneve fiken njëra pas tjetrës. Metroja vazhdon të kalojë nën tokë. Dhe mbi tokë, Athina fle në mijëra dritare të ndezura por në një qoshe të qytetit dikush e shtyn kartonin më pranë murit dhe mbulon fytyrën me gazetën e ditës. Në faqen e parë shkruhet e nesërmja. Është ende e hënë. Migel Flor

***** ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΠΑΙΤΗ Ανοιχτόστομη, η Δευτέρα τρέχει στα στενά της Αθήνας. Το μετρό ξερνά πλήθη από την κοιλιά του. Τα παπούτσια, σαν ρίγη, κλικάρουν βιαστικά πάνω στα πεζοδρόμια. Στα γραφεία των θεωρήσεων οι αριθμοί ανάβουν στις οθόνες. Οι μετανάστες περιμένουν στην ουρά, με μπλε φακέλους στα γόνατα, γκρίζες ελπίδες στην καρδιά και τα διαβατήρια σαν κούκλες σφιγμένα στα χέρια τους. Στα καφέ του Κολωνακίου τα φλιτζάνια χτυπούν στα πιατάκια, μασώντας τη ματαιότητα. Ανοιχτοί φορητοί υπολογιστές, κινητά πάνω στα τραπέζια, διαγράμματα που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Σε ένα μικρό θέατρο, μια ηθοποιός επαναλαμβάνει την ίδια φράση για δέκατη φορά. Στις βιτρίνες του δρόμου οι κούκλες στέκουν ντυμένες με τιμές που ένας μισθός δεν μπορεί ούτε να προφέρει. Κάπου αλλού, ένας άντρας ψάχνει τις τσέπες του πριν μπει στο σούπερ μάρκετ. Η Ακρόπολις στέκει ψηλά. Ποζάρει. Οι τουρίστες φωτογραφίζουν τις πέτρες, τα μπλουζάκια κολλούν στις πλάτες τους, άδεια μπουκάλια νερού κυλούν δίπλα στα πόδια. Κάτω, στη σκιά, μια γυναίκα απλώνει ένα χαρτόνι. Πάνω του βάζει μια κουβέρτα και μια πλαστική σακούλα. Όταν αρχίζει η βροχή, σηκώνει τη σακούλα πάνω απ’ το κεφάλι της και φεύγει από τον Ακρόπολη χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, χωρίς να δίνει δεκάρα για ήρωες και θεούς. Τα λεωφορεία συνεχίζουν. Στα φανάρια παιδιά με χαρτομάντιλα στα χέρια περνούν από το ένα τζάμι στο άλλο. Ένας οδηγός ανεβάζει το τζάμι. Ένας άλλος δίνει ένα κέρμα. Το βράδυ, οι άνθρωποι επιστρέφουν στα σπίτια με σακούλες από τρόφιμα στα χέρια. Στα ψυγεία ανάβουν τα λευκά φώτα. Στα τραπέζια μετρούνται οι λογαριασμοί. Το νοίκι. Το ρεύμα. Το τηλέφωνο. Ο μήνας που απομένει με οκτώ μέρες ακόμη. Ψηλά, στα γραφεία των υπουργείων, ένας χάρτης της Ελλάδας γεμίζει σημάδια. Ονόματα πόλεων. Ποσοστά. Εκλογές. Κέρδη. Στο τέλος μιας λίστας ένα μολύβι σταματά. Έξω από το κτίριο, ένας άντρας κοιμάται πάνω σε χαρτόνι. Πίσω του, τεράστιες αφίσες υπόσχονται ένα μέλλον με χαμογελαστά πρόσωπα. Τη νύχτα, η Ακρόπολις φωτίζεται. Το φως πέφτει πάνω στις πέτρες κι οι πέτρες δεν μετακινούνται. Στο πεζοδρόμιο από κάτω, ένα χέρι βγαίνει από την κουβέρτα. Στην παλάμη τρεις κέρματα. Γέννηση. Αντίσταση. Θάνατος. Η βροχή αρχίζει ξανά τις λυπημένες συγχορδίες του φθινοπώρου. Τα τελευταία φώτα των καταστημάτων σβήνουν ένα ένα. Το μετρό συνεχίζει να περνά κάτω από τη γη. Και πάνω στη γη, η Αθήνα κοιμάται σε χιλιάδες φωτισμένα παράθυρα. Μα σε μια γωνιά της πόλης κάποιος σπρώχνει το χαρτόνι πιο κοντά στον τοίχο και σκεπάζει το πρόσωπό του με την εφημερίδα της ημέρας. Στην πρώτη σελίδα γράφει το αύριο. Είναι ακόμη Δευτέρα. Migel Flor













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου