Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Θεοφάνης Δημητρίου (1870-1941), «εκλεκτός της τέχνης μυσταγωγός»"

 

"Η υποδοχή της Πρωτοχρονιάς" [Πινακοθήκη 24 (1903), σ. 248]


Ο Θεοφάνης Δημητρίου, ζωγράφος και γλύπτης γεννήθηκε το 1870 στην Ατσική της Λήμνου αλλά έζησε και δούλεψε στην Αθήνα. Υπήρξε: «…εκ των εκλεκτών της Τέχνης μυσταγωγών. Αριστούχος απόφοιτος του Πολυτεχνείου, ενωρίς κατέδειξεν εξαίρετα προσόντα καλλιτέχνου με δύναμιν, με αίσθημα και με ψυχήν αληθώς εθνικήν…» [Σκόκος, σ. 351]. Το έργο του «Για τη Μάννα» βραβεύτηκε ανάμεσα σε εκατό έργα που είχαν εκτεθεί στην «Αίθουσα των Φιλοτέχνων». Αγοράστηκε από τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831-1907). Λίγοι πίνακές του είναι γνωστοί: «Το εσπερινόν προσκύνημα», «Το Πεντάρφανο», «Το Μάθημα Μουσικής», «Βιβλίον Θεόπνευστον», «Η Υποδοχή της Πρωτοχρονιάς», «Ο Χριστός» και τα γλυπτά: «Ο Χρόνος», «Φιλοκτήτης» και «Ποδηλάτις».

Είχε πολιτογραφηθεί Αθηναίος αλλά διατηρούσε επαφές με τη Λήμνο, από όπου είχε παραγγελίες για πορτραίτα. Π.χ. το 1904 η «Κεντρική Επιτροπή Εκπαιδευτηρίων Λήμνου» παράγγειλε στον Θεοφάνη Δημητρίου να φιλοτεχνήσει την εικόνα του ευεργέτη Ιωάννη Παντελίδη (1825-1900), έναντι τιμήματος 10 λιρών Αγγλίας ή 1.986,25 γροσίων [Μπελίτσος: σ. 137]. Η προσωπογραφία του Ιωάννη Παντελίδη βρίσκεται σήμερα στο μέγαρο Αντωνιάδη, στη Μύρινα. Ίσως και άλλα πορτραίτα της ίδιας εποχής που βρίσκονται στο κτίριο της Ι.Μ. Λήμνου, είναι έργα του Θ. Δημητρίου. Επίσης, στα πρώτα έργα του περιλαμβάνεται το γλυπτό «Φιλοκτήτης» που σχετίζεται άμεσα με τη Λήμνο.

 

"Εθνικόν Ημερολόγιον 1904" [φωτ. Ελευθέριος Καζάνης]


Για τον καλλιτέχνη και το έργο του έχουμε γνώση κυρίως από τα αθηναϊκά περιοδικά των αρχών του 20ού αιώνα «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνστ. Σκόκου (1854-1929), στο οποίο υπάρχει και η μοναδική γνωστή φωτογραφία του (φωτο-τσιγκογραφία του Ελευθερίου Καζάνη) και «Πινακοθήκη» της Εταιρείας των Φιλοτέχνων. Παραθέτω το αφιέρωμα, στον Θεοφ. Δημητρίου από το «Εθνικόν Ημερολόγιον 1904», το οποίο παρουσιάζει το βίο και το έργο του ανερχόμενου τότε καλλιτέχνη [σελ. 351-353]:

Ο εκ Λήμνου κ. Θ. Δημητρίου, γλύπτης άμα και ζωγράφος, είνε εκ των αφωσιωμένων και εκλεκτών της Τέχνης μυσταγωγών. Αριστούχος απόφοιτος του Πολυτεχνείου, ενωρίς κατέδειξεν εξαίρετα προσόντα καλλιτέχνου με δύναμιν, με αίσθημα και με ψυχήν αληθώς εθνικήν. Εις τα έργα του διαβλέπει τις τον καλλιτέχνην ποιητήν άμα και φιλόσοφον. Τας συνθέσεις του χαρακηρίζει πρωτοτυπία εμπνεύσεως, αβρότης αισθήματος και γλυκύτης περί την εκτέλεσιν. Ο χρωστήρ του δεν συνδυάζει απλώς ευτυχή χρώματα. Νομίζεις ότι φιλοσοφεί και συγγράφει. Εις εν των ωραίων έργων του: «Για τη Μάννα» ο τεχνίτης ρίπτει όλην την ευσεβή ρέμβην και την τρυφεράν περιπάθειαν της καλλιτεχνικής του ψυχής. Ο πίναξ ούτος, ον οι αναγνώσται του Ημερολογίου βλέπουσιν εν σελ. 336, δικαίως εβραβεύθη προ τινος εν τη «Αιθούση των Φιλοτέχνων» μεταξύ 100 άλλων, κοσμεί δε νυν την πλουσίαν πινακοθήκην του μεγάλου εν Οδησσώ εθνικού ευεργέτου Γρηγορίου Μαρασλή. Ακραιφνώς ελληνικής εμπνεύσεως είνε και το «Προκύνημα», το οποίον διαπνέει και εξαίρει βαθύ θρησκευτικόν αίσθημα, αναπαριστόν ζωντανήν μίαν πιστήν σκηνήν εκ του εθνικού ημών βίου. Και είνε λεπτός παρατηρητής και ψυχολόγος της κοινωνικής και εθνικής ζωής ο συμπαθής καλλιτέχνης. Εις το «Πεντάρφανό» του αποδίδει με πολλήν δύναμιν όλην την οδύνην και το πένθος της ορφανείας. Το «Μάθημα της Μουσικής», το εικονίζον αφελές και πρωτόπειρον παιδίον ασκούμενον εις την μουσικήν κλίμακα, ενέχει πολλήν χάριν και έκφρασιν. Μεταξύ των ωραίων του έργων δέον να συγκαταλεχθή και ο «Χριστός», ον εικονίζει δωδεκαετή όντα και διδάσκοντα εν τω ναώ, καταπλήττοντα δε τους σοφούς δια της θείας χάριτος και της λαμπηδόνος του πνεύματός Του.

Αλλ’ ο κ. Δημητρίου είνε άμα και γλύπτης προοιωνιζόμενος λαμπρόν μέλλον. Ο Φιλοκτήτης του είνε εκ των ολίγων σεμνωμάτων, τα οποία έχει να παρουσιάση η νεωτέρα γλυπτική. Ο τραυματίας της Λήμνου, πλην της περί το διάγραμμα σπουδής και της λεπτολόγου ανατομικής ακριβείας, εκφράζει δια του ελαφρού ανοίγματος των χειλέων και της μικράς συσπάσεως του μεώπου, όλον το συγκεντρούμενον εκ του πληγέντος ποδός άλγος. Εις τον «Χρόνον», έργον και αυτό πολλής μελέτης και εμπνεύσεως, ο καλλιτέχνης εκαινοτόμησε, και όχι ανεπιτυχώς, αντιθέτως προς την κρατούσαν παράδοσιν του συμβολίζειν τον χρόνον γέροντα, πολιόν και κατεσκληκότα. Τουναντίον ο «Χρόνος» του κ. Δημητρίου παρίσταται νέος, στιβαρός και περικαλλής, θαλερός και σφριγών, πλήρης ζωής και ορμής βαίνων, συμβολίζων δ’ ούτω την αείποτε νέαν και ωραίαν εικόνα της Φύσεως.

"Για τη Μάννα" και "Το Προσκύνημα" [Εθνικόν Ημερολόγιον 1904]

 

Ο Θεοφάνης Δημητρίου συνεργαζόταν με το περιοδικό «Πινακοθήκη» της Εταιρείας των Φιλοτέχνων, στο οποίο το 1903 και το 1915 δημοσίευσε δύο άρθρα. Επίσης, σε διάφορα τεύχη του περιοδικού υπάρχουν εικόνες των έργων του, ασπρόμαυρες φυσικά, οπότε δεν έχουμε σαφή αντίληψη γι’ αυτάΑπό τα δύο άρθρα του, τα μοναδικά που εντόπισα, στα οποία ο καλλιτέχνης εκφράζει τις απόψεις του για την τέχνη και για τους ομοτέχνους της εποχής του, προκύπτουν κάποια συμπεράσματα για το έργο και την προσωπικότητά του, τα οποία παραθέτω στη συνέχεια.

Στο πρώτο άρθρο, με τίτλο «Καλλιτεχνία και Έλληνες καλλιτέχναι» [«Πινακοθήκη» 24 (1903) σελ. 254-255]αναπτύσσει την καλλιτεχνική οπτική και κοσμοθεωρία του, η οποία είναι πατριδοκεντρική. Φρονεί πως ελληνική τέχνη δεν υπάρχει, παρά μόνον απομίμηση ξένων προτύπων. Θεωρεί πως ο Έλληνας καλλιτέχνης οφείλει να εμπνέεται από την ζωή και τα ήθη του ελληνικού λαού, από την ελληνική φύση και από τα έργα των αρχαίων ζωγράφων, όπως ο Παρράσιος ο Εφέσιος (~400 π.Χ.) κι ο Απελλής (370-306 π.Χ.), οι οποίοι κατά τη γνώμη του εξύψωσαν την τέχνη και την εξίσωσαν με το θείο.

Προφανώς ήταν οπαδός του ακαδημαϊκού ρεαλισμού της Σχολής του Μονάχου, μιας τάσης ρομαντικής-ηθογραφικής που κυριάρχησε στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα. Επί Όθωνα πολλοί έκαναν εικαστικές σπουδές στο Μόναχο και στη συνέχεια δίδαξαν τις απόψεις αυτές στην εδώ Σχολή των Τεχνών, όπως ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904) κι ο Κων. Βολανάκης (1837-1907), κοντά στους οποίους μαθήτευσε ο Θ. Δημητρίου. Σπουδαιότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής υπήρξε ο Νικόλαος Γύζης (1842-1900) τον οποίο, όπως και τον Θεόδωρο Ιακ. Ράλλη (1852-1909), αναφέρει ως πρότυπά του ο Λημνιός ζωγράφος. Αυτό προκύπτει και από τα θέματα που επιλέγει στα πρώιμα έργα του, τα οποία έχουν ομοιότητες με τα έργα των πιο πάνω ζωγράφων. Ως νεαρός τότε καλλιτέχνης, ο Θ. Δημητρίου είναι απόλυτος στις απόψεις του· όχι μόνο ψέγει αλλά κατακεραυνώνει όσους δεν ακολουθούν αυτή τη σχολή. Δεν διστάζει να τους αποκαλέσει «μπογιατζήδες»!, χωρίς να αναφέρει ονόματα.

"Ποδηλάτις" (προτομή) [Πινακοθήκη 2 (1901)]


Το δεύτερο γνωστό άρθρο του έχει τίτλο «Η Καλλιτεχνική Έκθεσις» [«Πινακοθήκη» τ. 174 (1915) σελ. 82-83]. Σε αυτό ο Δημητρίου αναφέρεται στην Β΄ Έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών (ΣΕΚ) που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο από 24 Μαΐου ως 13 Ιουλίου 1915. Συμμετείχαν 42 ζωγράφοι, 8 γλύπτες και 5 αρχιτέκτονες. Ο Θ. Δημητρίου δεν μετείχε ούτε σε αυτήν, ούτε το 1911 στην πρώτη έκθεση αλλά ούτε στις επόμενες επτά εκθέσεις του Συνδέσμου: 1916, 1917, 1921, 1926, 1929, 1936, 1939. Δεν είναι γνωστό αν ήταν μέλος του· πάντως στα ιδρυτικά μέλη δεν αναφέρεται. Αυτό είναι ανεξήγητο, αφενός διότι στις εκθέσεις μετείχαν και μη μέλη του ΣΕΚ αφετέρου ο Σύνδεσμος, από το 1910 που ιδρύθηκε είχε συσπειρώσει το σύνολο της καλλιτεχνικής κοινότητας. Παρά τις απόπειρες να ιδρυθούν αντίπαλα σωματεία, όπως ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος (1915-1917) και η Ομάδα Τέχνης (1917-1920), ο ΣΕΚ παρέμεινε ο εκφραστής της πλειοψηφίας των καλλιτεχνών σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου και επί πλέον δεν διαφοροποιήθηκε ιδιαίτερα από τον παλαιομοδίτικο ακαδημαϊσμό, τον οποίο υποστήριζε και ο Δημητρίου.

Στο άρθρο του ο Δημητρίου ασκεί υπερβολική κριτική, η οποία μάλλον προέρχεται από κάποια πικρία, διότι δεν συνάδει με την όλη δράση του ΣΕΚ. Π.χ. γράφει πως η έκθεση είχε «οικογενειακή χροιά», κάτι που δεν ισχύει. Γράφει πως στις εκθέσεις πρέπει να καλούνται όχι μόνο νέοι αλλά και καταξιωμένοι ώστε οι πολίτες «να γνωρίσωσι πάντας τους συγχρόνους καλλιτέχνας», κάτι που επίσης δεν ισχύει. Ο ίδιος στην αρχή του άρθρου αναφέρει πολλούς συγχρόνους του που μετείχαν στην Έκθεση, τους οποίους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ως πιο σημαντικούς. Είναι οι Δημήτριος Γερανιώτης (1871-1966), Τάσος Λουκίδης (1884-1972), Σπύρος Βικάτος (1878-1960), Λουκάς Γεραλής (1875-1958), Απόστολος Γεραλής (1886-1983), Βασίλειος Μαγιάσης (1880-1926), Παύλος Μαθιόπουλος (1876-1956), Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960), Κων. Μαλέας (1879-1928), οι οποίοι διέγραψαν σπουδαία διαδρομή στην τέχνη.

Εκτός από καλλιτεχνικές δράσεις ο ΣΕΚ έθεσε και συντεχνιακά ζητήματα. Με υπόμνημα προς το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε να διορίζονται στην εκπαίδευση απόφοιτοι της Σχολής Καλών Τεχνών για το μάθημα της Ιχνογραφίας, να ανατίθενται αποκλειστικά σε αυτούς τα έργα εκκλησιαστικής τέχνης (αγιογραφίες) που προορίζονταν για τους ιερούς ναούς κ.ά. Ο Δημητρίου, παραδόξως, σχολιάζει αρνητικά αυτή την ενέργεια του ΣΕΚ, η οποία αφορούσε το σύνολο των αποφοίτων της Σχολής Καλών Τεχνών και όχι μόνο τα μέλη του. Γράφει: «Σήμερον οι ιθύνοντες [του ΣΕΚ] ουδεμίαν άλλην μέριμναν έχουσι ειμή όπως εξασφαλίσωσι δια τους ευνοουμένους των καλάς θέσεις και εργασίας, αδιαφορούντες προς άλλους επαξίως αντιπροσωπεύοντας την Τέχνην των. Δι’ ιδιαιτέρων συστάσεων επιτυγχάνουσι τον διορισμόν ευνοουμένων εις την Σχολήν Καλών Τεχνών, ως και την αποστολήν τελειοφοίτων εις Εσπερίαν ως υποτρόφων». Με την ίδια λογική, ενώ στηλιτεύει τη διχαστική κίνηση που έγινε το 1915 με την ίδρυση του θνησιγενούς Καλλιτεχνικού Συλλόγου, κατηγορεί και τα δύο σωματεία εξ ίσου: «ως έχοντα σκοπόν τον γνωστόν νόμον των Φαρισαίων».

Από την άλλη αναγνωρίζει το ενδιαφέρον και τη δράση του ΣΕΚ για την πρόοδο της ελληνικής καλλιτεχνίας: «εργάζεσθε εμπράκτως και αποτελεσματικώς κατά το παράδειγμα του ποτέ Διευθυντού της ενταύθα Σχολής αειμνήστου Σκαλιστήρη και του καθηγητού αυτής Δρόση», εννοώντας τον Δημήτριο Μ. Σκαλιστήρη (1815-1883) και το Λεωνίδα Δρόση (1834-1882) που δίδαξαν στη Σχολή των Τεχνών μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.

Είναι δύσκολο να εννοήσει κάποιος τα κίνητρα του Θ. Δημητρίου, όταν διατύπωνε αυτές τις απόψεις. Θεωρούσε τον εαυτό του παραγκωνισμένο ή αδικημένο και επιχειρούσε να ανοίξει κάποιο δίαυλο επικοινωνίας; Δεν είχε την εξέλιξη που προσδοκούσε σε σχέση με άλλους συμμαθητές του; Μην ξεχνάμε πως ήταν αριστούχος της Σχολής. Δεν είναι εύκολη η απάντηση, δεδομένου πως δεν υπάρχουν ή δεν βρήκα άλλα κείμενά του. Ούτε άλλα έργα του είναι γνωστά ώστε να δούμε την εξέλιξη της τέχνης του.

"Φιλοκτήτης" (γλυπτό) [Πινακοθήκη 31 (1903)]

 

Εκτός από την κριτική στον ΣΕΚ, στο άρθρο του εκφράζει κρίσεις για κάποια εκθέματα. Κι εδώ πέφτει σε ανεξήγητες αντιφάσεις. Το έργο των συνομηλίκων του, τους οποίους ήδη ανέφερα, το εκτιμά και δεν το κρίνει: «θα περιορισθώ μόνον να αναφέρω τα ονόματα αυτών, καθότι πάντες… βαδίζουσι μετ’ ευλαβείας προς τον σκοπόν, ο οποίος επιδιώκεται δια των έργων των: ν’ αποδώσωσιν οριστικώς το ιδανικόν των», γράφει. Αλλά αμέσως μετά εκφράζει μια γενική απαξίωση: «Το καθαρώς δημιουργικόν πνεύμα απουσιάζει εκ της εκθέσεως ταύτης παντελώς».

Αναφέρει μόνον δύο από τους ζωγράφους που εκθέτουν για πρώτη φορά, το Νικόλαο Λύτρα (1883-1927) και τον Γεώργιο Στρατηγό (1876-1944). Με τον Κερκυραίο Γ. Στρατηγό, ο οποίος εργαζόταν στο Μόναχο ως συντηρητής έργων τέχνης, δεν ασχολείται καθόλου. Καταπιάνεται μόνο με το μικρό γιο του Νικηφόρου Λύτρα, ο οποίος είχε στραφεί προς τον εξπρεσιονισμό, ξεφεύγοντας αισθητά από τον ακαδημαϊσμό του πατέρα του. Ο Δημητρίου δεν συμμερίζεται αυτή τη μεταστροφή και δεν του χαρίζεται: «Όταν δε ο καλλιτέχνης δεν δύναται να αναβιβάση το έργον του και επικοινωνήση με τα μυστήρια της τέχνης, οφείλει να σταματά, κ. Λύτρα, και ν’ ακολουθεί τον δρόμον του αειμνήστου πατρός σας».

Με τα υπόλοιπα έργα απαξιεί να ασχοληθεί: «Έργα τινά εκ των εκτεθέντων, υπενθυμίζουν απεικονίσεις αίτινες χρησιμοποιούνται ως προγράμματα θεατρικών παραστάσεων. Αυτός είναι ο αρμόζων χαρακτηρισμός περί του τρόπου καθ’ ον αντιπροσωπεύθη η Ζωγραφική υπό των μελών και μη του Συνδέσμου των Ελλήνων Καλλιτεχνών», αποφαίνεται.

Από τους οκτώ γλύπτες ξεχωρίζει τον Μιχαήλ Τόμπρο (1889-1974) και τον Γρηγ. Ζευγώλη (1886-1950). Τα υπόλοιπα έργα: «θα ήτο καταλληλότατον εάν εξετίθεντο εις σχολικήν έκθεσιν», γράφει. Για τον τότε 26χρονο Τόμπρο ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως ανδριαντοποιός, εκφράζεται θετικά για τον «Αθλητή μας»: «Κεφαλή καλώς μελετημένη ήτις δίδει παρήγορον ελπίδα δια το μέλλον του νέου καλλιτέχνου» και για το ανάγλυφο «Προς τους αγνώστους νεκρούς». Αλλά στέκεται κριτικά για την προτομή του Κωστή Παλαμά, στην οποία «δεν έχει αποδώσει την έκφρασιν και την όλην του ποιητού φυσιογνωμίαν», όπως σημειώνει.

Στον Ζευγώλη, ο οποίος είχε από κοινού εργαστήριο με το Νίκο Λύτρα, κάνει αυστηρή κριτική για το έργο «Η Νίκη των ενδόξων πολέμων μας 1912-1913», στο οποίο δεν βρίσκει τίποτε θετικό: «ουδόλως στηρίζεται τεχνικώς… αλλά απέχει και αυτών των στοιχειωδών κανόνων της αισθητικής εν τη Τέχνη». Βρίσκει ασύμβατη την τοποθέτηση των πτερύγων της σε σχέση με το σώμα και με τα χέρια, καθώς και την έκφραση και την κλίση της κεφαλής. Τον ειρωνεύεται για την απόκρυψη του ενός ποδιού: «πολλοί θα ανεζήτησαν τον έτερον του σώματος της Νίκης πόδα…». Το δε πρόπλασμα «Ηρώον των πεσόντων του 1912-1913» το απαξιεί τελείως παρομοιάζοντάς το με «σκίτσον κατάλληλον μόνον δια τον γνωστόν εις πάντας και κατά τας εορτάς των Απόκρεω εμφανιζόμενον Καρνάβαλλον». Παρά τις αρνητικές κρίσεις του Δημητρίου τα έργα ήταν εξαιρετικά: η «Νίκη» το 1918 θα στηθεί στην Κερατέα, το δε «Ηρώον» θα στηθεί στα Γιαννιτσά το 1926. Εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα. Ο δε Ζευγώλης φιλοτέχνησε μερικά σπουδαία γλυπτά, όπως η Εύα στα Άνω Πατήσια (πλατεία Νικολοπούλου), το άγαλμα της Ελευθερίας στη Μυτιλήνη και πολλά ακόμα, στα οποία έχει ενσωματώσει στοιχεία από τη γλυπτική του Γάλλου Ροντέν (1840-1917).

 

"Βιβλίον Θεόπνευστον" χ.χ. [ΕΚΕΒΙ]

Όπως προανέφερα, δεν βρήκα άλλα κείμενα του Δημητρίου. Ούτε άλλα έργα του, γλυπτά ή πίνακες, είναι γνωστά εκτός από εκείνα της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα καθώς δεν μετείχε στις διάφορες δημόσιες εκθέσεις στην Αθήνα. Οπότε δεν γνωρίζουμε την εξέλιξη της τέχνης του. Αν υπήρξε κάποια εξέλιξη, διότι αν κρίνουμε από τα δύο άρθρα του που απέχουν μια δεκαετία μεταξύ τους, οι απόψεις του για την τέχνη παρέμειναν ίδιες και τις υποστηρίζει φανατικά. Ακόμα κι έτσι όμως, πρέπει να είχε φιλοτεχνήσει κι άλλες ηθογραφικές σκηνές, έστω επί παραγγελία. Εκτός εάν αναλώθηκε σε προσωπογραφίες και σε επιτύμβια γλυπτά για βιοποριστικούς λόγους. Γι’ αυτό και δεν μετείχε σε εκθέσεις. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το παράπονο που διαχέει το κείμενο του 1915, καθώς ο πρώην αριστούχος του Πολυτεχνείου είναι 45 ετών αλλά παραμένει άσημος, ενώ πολλοί συνομήλικοί του διαπρέπουν.

Για την μετέπειτα ζωή του το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως στις αρχές της δεκ. του ’30 υπηρετούσε ως καθηγητής τεχνικών μαθημάτων στη μέση εκπαίδευση. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1932 μετατέθηκε από τη Σάμο στη Λήμνο, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφ. Λήμνος [φ. 910, 28.8.1932]:

«Μεταθέσεις Καθηγητών. Μετετέθη ενταύθα εκ του Γυμνασίου Δράμας, ο καθηγητής της Φιλολογίας κ. Κ. Μακρής. Επίσης εκ Σάμου ο καθηγητής των τεχνικών μαθημάτων, ζωγράφος και γλύπτης κ. Θ. Δημητρίου».

εφ. ΛΗΜΝΟΣ, 28.8.1932


Από το δημοσίευμα προκύπτει πως στο νησί ήταν γνωστές οι καλλιτεχνικές του ιδιότητες ως ζωγράφου και γλύπτη. Αλλά το πότε διορίστηκε, πού αλλού υπηρέτησε, αν ήλθε και πόσο έμεινε στο Γυμνάσιο Λήμνου δεν είναι γνωστό. Πάντως το 1935-36 δεν υπηρετούσε στο νησί. Βέβαια ήταν πλέον 65 ετών και ίσως είχε αποχωρήσει από τον διδακτικό βίο, αν και τότε δεν υπήρχαν όρια ηλικίας· κάποιοι δάσκαλοι εργάζονταν υπέργηροι όντες.

Επίσης, δεν είναι γνωστό αν είχε δημιουργήσει οικογένεια. Ίσως κάποιοι από την Ατσική ή από τη Λήμνο γενικότερα, γνωρίζουν κάτι σχετικό. Θα είχε ενδιαφέρον να βρεθούν κάποια έργα του, διότι και αυτά που ξέρουμε είναι από ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Ο Θεοφάνης Δημητρίου απεβίωσε στην Αθήνα το 1941.

 

Πηγές.

Κωνσταντίνου Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον 1904», σελ. 336 και 351-353.

«Πινακοθήκη» τ. 2 (1901) σελ. 33, τ. 24 (1903) σελ. 254-255, τ. 26 (1903), τ. 31 (1903) σ. 126 και τ. 174 (1915) σελ. 82-83.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ Κεντρικής Επιτροπής Εκπαιδευτηρίων Λήμνου, πρ. 11.5.1904 και 26.6.1904.

Εθνική Πινακοθήκη, βιογραφίες καλλιτεχνών, ιστοσελίδα: ‘https://www.nationalgallery.gr/’.

Θ. Μπελίτσος, «Λημνιακά 2012», σελ. 136-137.

Θ. Μπελίτσος, 31.12.2025


Από https://belitsosquarks.blogspot.com/








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου