Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Τιντορέττο - Tintoretto, ( περ. 1518 ή 1519 - 31 Μαΐου 1594 )

Paradise


Ο Τιντορέττο (Tintoretto, περ. 1518 ή 1519 - 31 Μαΐου 1594), πραγματικό όνομα Γιάκοπο Ρομπούστι (Jacopo Robusti) ή, σύμφωνα με νεότερες έρευνες Γιάκοπο Κομίν (Jacopo Comin)[7] ήταν σημαντικός ζωγράφος της Βενετικής Σχολής, ο οποίος έζησε και δημιούργησε στη Βενετία του 16ου αιώνα. Εκτός από θρησκευτικά και μυθολογικά θέματα, ο Τιντορέττο ολοκλήρωσε αρκετές προσωπογραφίες επιφανών Βενετών, αν και ο ίδιος ουδέποτε έγινε καθολικά δεκτός από τις αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας, όπως αποτυπώνεται στις παραγγελίες έργων που δέχτηκε. Ο γρήγορος ρυθμός με τον οποίο ολοκλήρωνε τα έργα του προκάλεσε διχασμό μεταξύ των σύγχρονων κριτικών, καθώς για πολλούς συνιστούσε δείγμα προχειρότητας, ενώ κοινή σε πολλούς κριτικούς υπήρξε και η άποψη πως παρέκκλινε των αποδεκτών ορίων της καλλιτεχνικής παράδοσης. Σήμερα συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ζωγράφους της Αναγέννησης.
Self-Portrait as a Young Man
Ο Τιντορέττο γεννήθηκε στη Βενετία το 1518 ή 1519, ωστόσο η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι εξακριβωμένη. Ήταν το μεγαλύτερο από 21 αδέλφια. Ο πατέρας του, Τζοβάννι, ήταν βαφέας υφασμάτων (ιταλ. tintore) απ' όπου και προέρχεται το προσωνύμιο του Τζάκοπο: Τιντορέττο (tintoretto = ο μικρός βαφέας ή ο γιος του βαφέα).Παλαιότερα πιστευόταν ότι η οικογένεια καταγόταν από την πόλη Λούκα (Lucca) στην Τοσκάνη, νεότερες έρευνες όμως αποκάλυψαν ότι η καταγόταν από τη Μπρέσια. Το πραγματικό όνομα της οικογένειας ήταν Κομίν, (προερχόμενο πιθανόν από το μπαχαρικό κύμινο), αλλά ο πατέρας έλαβε το προσωνύμιο Robusti (= ρωμαλέος) λόγω της συμμετοχής του στην υπεράσπιση των πυλών της πόλης στην πολιορκία της Πάδοβα. Ο ίδιος ο Τιντορέττο απέκτησε το προσωνύμιο Furioso (ακάθεκτος, έξαλλος, μαινόμενος) λόγω του μανιώδους τρόπου με τον οποίο ζωγράφιζε. Όταν οι συμπολίτες του τον ρώτησαν γιατί ζωγραφίζει με τόσο φρενιτιώδεις ρυθμούς, σε αντίθεση με τους άλλους συναδέλφους του, ο καλλιτέχνης απάντησε: «Επειδή αυτοί δεν έχουν γύρω τους τόσα πολλά ζωύφια που να τους τρελαίνουν» Εν γένει παραμένουν άγνωστες οι λεπτομέρειες οι σχετικές με την εκπαίδευσή του. Πρώιμες πηγές παραδίδουν πως εκδιώχτηκε από το εργαστήριο του Τιτσιάνο είτε, κατά τον Ριντόλφι, από ζήλια, είτε, κατά τον Μάρκο Μποσκίνι, από αδυναμία κατανόησής του εκ μέρους του δασκάλου του. Η μελέτη του έργου του οδηγεί στο συμπέρασμα πως διδάχτηκε στο πλευρό ενός Βενετού καλλιτέχνη της εποχής, επηρεασμένος παράλληλα έντονα από τον ιταλικό μανιερισμό. Υποθέτουμε πως μαθήτευσε κοντά στον Αντρέα Μελντόλλα (Andrea Meldolla), ο οποίος είναι γνωστός με το προσωνύμιο Il Schiavone, από τον οποίο επηρεάστηκε, και επίσης με τους Μπονιφάτσο Βερονέζε (Bonifacio Veronese, 1487 – 1557), και Πάρις Μπορντόνε (Paris Bordone).Παρόλ' αυτά, ο Τιντορέττο ανέπτυξε δικό του στυλ και δεν αποκάλυπτε τις μεθόδους του.
Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει τον Δράκοντα

Στον τοίχο του εργαστηρίου του, σύμφωνα με τον ζωγράφο και βιογράφο Κάρλο Ριντόλφι, υπήρχε χαραγμένο το "μότο": «Σχεδίαζε σαν τον Μιχαήλ Άγγελο και χρωμάτιζε όπως ο Τιτσιάνο». Αντίθετα από τον Τιτσιάνο, ο οποίος είχε ταξιδέψει πολύ και στην πελατεία του συγκαταλέγονταν πλούσιοι συλλέκτες της εποχής, ο Τιντορέττο δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Βενετία, εκτός από μια επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Μάντοβα το 1580. Ζωγράφιζε περισσότερο για τους απλούς πολίτες της Βενετίας, ορισμένες φορές με αμοιβή μόνο το κόστος των υλικών του και κάποιες φορές χωρίς καθόλου χρήματα, επιδιώκοντας κυρίως να αναγνωριστεί το έργο του. Συνέπεια των χαμηλών αμοιβών του ήταν να λαμβάνει πολλές παραγγελίες, ωστόσο δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, καθώς ήταν πολύ αμελής στην παράδοσή τους. Η χρωματική του παλέτα είναι επηρεασμένη από αυτή του Τιτσιάνο και η αρχική τεχνοτροπία του από αυτή του "Schiavone". Λέγεται ότι χρησιμοποιούσε μοντέλα από πηλό ή από κερί, τα οποία έλιωνε, αφού τα φώτιζε όπως επιθυμούσε μέσα σε ένα είδος κουτιού για να μελετήσει τις αλλαγές του φωτός επάνω τους. Αυτή η τεχνική, επίσης, εξηγεί γιατί στους πίνακές του συχνά απεικονίζονται παρόμοιες μορφές, φωτισμένες όμως από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Διασώζονται ελάχιστα σχέδια και προσχέδιά του, γι' αυτό πιστεύεται ότι ζωγράφιζε χωρίς να προσχεδιάζει.
Ο Τιντορέττο απεβίωσε στη Βενετία στις 31 Μαΐου 1594. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ντομένικο, στον οποίο αποδίδονται - χωρίς βεβαιότητα - πολλά από τα πορτρέτα του έργου του καλλιτέχνη. Η επίδραση της ζωγραφικής του είναι εμφανής στη Βενετική ζωγραφική, αν και ο ζωγράφος που εμπέδωσε καλύτερα την ένταση και την ενέργεια του έργου του ήταν ο Ελ Γκρέκο.

Έργο

Mary Magdalene

Όταν ο Τιτσιάνο απεβίωσε, ο Τιντορέττο, μαζί με τον Πάολο Βερονέζε αναγνωρίστηκαν ως οι σημαντικότεροι ζωγράφοι της εποχής. Ο Τιντορέττο δημιούργησε το δικό του εργαστήριο, στο οποίο απασχόλησε, ως βοηθούς του, δύο από τους γιους του, τον Ντομένικο και τον Μάρκο, καθώς και την κόρη του Μαριέττα. Τα περισσότερα έργα του έγιναν σε τοιχογραφίες και κτίρια της πόλης του και παραμένουν ακόμη εκεί: Ύστερα από τις καταστροφικές πυρκαγιές στο Παλάτι των Δόγηδων (1574 και 1577) οι Καναλέττο και Βερονέζε ήταν αυτοί στους οποίους ανατέθηκε η ανακατασκευή του εσωτερικού. Ο Τιντορέττο ζωγράφισε, μεταξύ άλλων, το γιγαντιαίο πίνακα "Παράδεισος" στον κεντρικό χώρο υποδοχής, ο οποίος θεωρείται ως ο μεγαλύτερος πίνακας σε καμβά που έχει ποτέ δημιουργηθεί.
Ο καλλιτέχνης έγινε ευρύτερα γνωστός για τους θρησκευτικού περιεχομένου πίνακές του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ζωγράφισε και αρκετά πορτρέτα. Από τις σημαντικότερες εργασίες του είναι η σειρά πινάκων που δημιούργησε για τη Σχολή του San Rocco (Scuola Grande di San Rocco) στη Βενετία κατά το χρονικό διάστημα 1565 - 1587, αν και εκεί συνέχισε να εργάζεται ως το θάνατό του το 1594. Ζωγράφισε, επίσης, σκηνές από τη ζωή του Ιησού Χριστού καθώς και αρκετές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, ενώ στον ισόγειο χώρο υποδοχής απεικονίζονται σκηνές από τη ζωή της Παρθένου Μαρίας. Σημαντικό έργο επίσης είναι η "Σταύρωση" (1565). Στα έργα αυτά αξιοσημείωτα και ανορθόδοξα ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε πολύ αδρές πινελιές, γεγονός για το οποίο επικρίθηκε από τον Τζόρτζο Βαζάρι. Αργότερα, όμως, εκτιμήθηκε ότι η τεχνική αυτή είχε επίτηδες χρησιμοποιηθεί ως μέσο για να τονιστεί τόσο η ένταση όσο και το δράμα των σκηνών που απεικονίζονταν.
Γενικότερα ο Τιντορέττο θεωρείται ως ο Βενετός ζωγράφος που υιοθέτησε όσο κανείς συμπατριώτης του τις συναισθηματικές απόψεις του Μανιερισμού, καθώς ήταν φανατικός θαυμαστής του Μιχαήλ Αγγέλου, η επίδραση του οποίου είναι έντονη στο έργο του.

Ο Άγιος Μάρκος ελευθερώνει τον σκλάβο, 1548

Ο Νιπτήρ, 1549

 Τα Εισόδια της Θεοτόκου

Ο Ιωσήφ και η γυναίκα του Πετεφρή, 1555

Αφροδίτη, Ήφαιστος και Άρης, 1555

H Σωσάννα και οι γέροι, 1562

Η μεταφορά του σώματος του Αγίου Μάρκου, 1562-66

Δανάη, 1570

Η δημιουργία του Γαλαξία, 1575

Ο Μωυσής χτυπά τον βράχο για ν’ αναβλύσει νερό, 1576-81

Ευαγγελισμός, 1576-81

Η προσκύνηση των ποιμένων, 1576-81

Φυγή στην Αίγυπτο, 1582-87

Η σφαγή των Αθώων, 1582-87

Πορεία προς τον Γολγοθά, 1567

Σταύρωση, 1565

Η Ανάληψη

 Ο Χριστός στη θάλασσα της Γαλιλαίας

 Κάιν και Άβελ

Creation of the Animals



Tintoretto, ένας άλλος Μυστικός Δείπνος 






Tintoretto The Last Supper, 1592-94, Oil on canvas, 365 x 568 cm San Giorgio Maggiore, Venice. 

Ο παράξενος Τιντορέττο εκτινάσσεται στα όρια του παράδοξου. Με το εκπληκτικό εύρημα του διαγώνιου τραπεζιού μάς εισάγει στην ανήσυχη περιγραφή ενός "άλλου" Μ. Δείπνου. Συμπλέκει φως και σκότος, δαίμονες κι αγγέλους, χειρονομίες και πνεύματα, βράχυνση και μυστικισμό. Το 1594 είναι η χρονιά του θανάτου του, λες κι έβλεπε ο ζωγράφος αυτό το άυλο λευκό φως να τον πλησιάζει, λες και ο διάφανος Χριστός τον περιμένει στο βάθος, κάπου εκεί στο τέλος μιας διαδρομής όλο ανθρώπινες ατέλειες

Στον Τιντορέττο, θεοί και άνθρωποι συμπλέκονται μέσα σε μια πολύβουη ταβέρνα. Κόσμος πάει κι έρχεται μπροστά μας, δούλοι τρέχουν, σερβιτόροι κουβαλούν, λες κι ακούμε τους μεταλλικούς ήχους των σκευών, τις φωνές και το αχολόγημα. Κι αν όλα αυτά γίνοντα στο πρώτο πλάνο, πίσω η θεολογία συνεχίζει την αφήγηση της τύχης του Θεανθρώπου ήρεμη και συγκροτημένη. Γέφυρα όλης αυτής της σκηνής των δύο πόλων που μας εκπλήσσει, είναι το φως, γήινο και θεϊκό μαζί, παράταιρα βαλμένο στην πάνω αριστερή γωνία που καταφέρνει όμως να δέσει μορφές και πράγματα σε μια σύζευξη πρωτοπόρα. Απ΄το χρωστήρα του Δασκάλου, το φως αναλύεται σε θερμές ακτίνες αγάπης, οι ακτίνες στροβιλίζονται σ’ έναν χορό ατμού και μυστικισμού, μέχρι που παίρνουν μορφές αγγελικές, διασκορπούνται στον ουρανό της συντροφιάς, κατακλύζουν τον άνω χώρο του πίνακα αποκαλύπτοντας δύο κόσμους. Τον επίγειο της ανθρώπινης φασαρίας και τον οραματικό, τον ουράνια διάφανο μιας υπερκόσμιας γαλήνης.

Το απτό και το πραγματικό παντρεύονται το αόρατο και το μη πραγματικό. Αυτό είναι ο Μαννιερισμός. Εκεί που σταματά η Αναγέννηση , αναλαμβάνει ο Μαννιερισμός να δέσει το υπερκόσμιο με το καθημερινό. Οι αισθήσεις (βουή, οσμές, γέυσεις, χειρονομίες, φώτα) έρχονται να συναντήσουν το ανεπαίσθητο, το πνευματικό, το αγγελικά αγαθό. Ένα εικαστικό ύφος τόσο υποβλητικό που λες και ωριμάζει μια ανατρεπτική συνθήκη έτοιμη ν’ ανοίξει τις θύρες του Μπαρόκ. Να φέρει πρωταγωνιστή τον Ελ Γκρέκο και τους φίλους του, που θα μας αφήνουν με το ερωτηματικό αν οι μορφές τους πατούν στη γη ή πλανώνται στο στερέωμα. Όπως και να το κάνουμε ο Δείπνος του Τιντορέττο αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα παραδείγματα της Συνέχειας της Ζωγραφικής, μας διδάσκει από πού έρχεται αποκαλύπτοντας μας ταυτόχρονα και πού πηγαίνει η τεχνοτροπία.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου