Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ΧΑΙΔΩ ΜΠΟΥΣΙΟΥ - ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ ΣΟΥ (Απόσπασμα)


Ανοιξιάτικο πρωινό.
Σαν έφευγαν όλοι απ' το σπίτι, η Εριφύλη έφτιανε τον καφέ της 
και καθόταν στην πολυθρόνα.
Τούτη ήταν η δικιά της ώρα, η ελάχιστη μέσα στη μέρα προτού 
αρχίσει να καταπιάνεται με τις καθημερινές δουλειές, και την απολάμβανε.
Απ' το μεγάλο παράθυρο, μέσα από τη λευκή λινή κουρτίνα με τα κοφτά κεντίδια έμπαινε ο ήλιος και πλημμύριζε φως όλο το δωμάτιο. Καθόταν εκεί κι αγνάντευε την απεραντοσύνη της πλάσης και σχεδίαζε φυγές, όλα κείνα τα ταξίδια που ποτέ της δεν έκαμε, γιατί δεν της το επέτρεψαν οι συγκυρίες. Ή γιατί δεν τόλμησε.
Απόλυτη ηρεμία στον οικισμό. Μόνον αν τέντωνες τ' αυτιά σου, άκουγες τα αυτοκίνητα που περνούσαν απ' τον πολύβουο περιφερειακό δρόμο και τα βήματα των γειτόνων που κινούσαν βιαστικά για τις δουλειές τους.
Στο περβάζι, μια γλάστρα με βασιλικό. Την ώρα που έπινε τον καφέ της, η Εριφύλη άπλωνε νωχελικά το χέρι και τον άγγιζε.
Το 'φερνε στο πρόσωπό της και γιόμιζε απ' τ' άρωμά του η άοσμη ζωή της.
Ύστερα περίμενε. Περίμενε ν' ακούσει τ' αγαπημένα βήματα να διαβαίνουν έξω απ' το σπίτι. Ν' ακούσει το καλημέρισμά του.
Μήνες τώρα, έναν χρόνο και βάλε.
Ν΄ακούσει τη φωνή του την ώρα που πλησίαζε κατά το σοκάκι να της τραγουδά ψιθυριστά, "Βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου" [......]
Την συνέπαιρνε ο τρόπος που μιλούσε. Η φωνή του είχε ζεστασιά, 
η κάθε λέξη που πρόφερε ρίζωνε λες μέσα της, ξεδιψούσε το είναι της, 
της έδινε απαντήσεις σ' αυτά που χρόνια αναζητούσε.
Την καθήλωνε με το βλέμμα του.Είχε ειλικρίνεια και διαύγεια το κοίταγμά του, λες κι έβλεπε κατευθείαν στην ψυχή της, κι ας μην τη γνώριζε πρωτύτερα [....]
Ο καιρός περνούσε. Και δένονταν οι δυο τους με μιαν αγάπη που ήταν 
τρυφερότητα, πάθος και νοιάξιμο.
Της ζήτησε να ζήσουν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους. Τη βρήκε απροετοίμαστη.Ψέλλισε αυθόρμητα ότι δεν μπορούσε ν' αφήσει το σπίτι της. 
Να πληγώσει ανθρώπους δικούς της.
Είχε μάθει να θυσιάζει τα θέλω της στα πρέπει και στις
επιθυμίες των άλλων.
Ίσως γιατί έτσι ήταν γραμμένο στα κύτταρά της, όπως και σ' όλων των γυναικών του τόπου της.Να δίνει, να δίνεται άνευ όρων. Κάτι σαν επιταγή του συλλογικού ασυνειδήτου που καταδυναστεύει.
Μπορεί και γιατί η ίδια δεν είχε μάθει να αγαπάει τον εαυτό της, να διεκδικεί μια θέση σε τούτο το σύμπαν.
Κατέληξε να ζει στο παρασκήνιο, πίσω απ' τις ζωές των δικών της.
Έτσι και τώρα. 
Δεν ήθελε να τον χάσει. 
Όμως αρκούνταν που βρέθηκε στο δρόμο της, μ' αυτόν τον τρόπο.
Αρκούνταν σε μια σχέση που ξεκίνησε δυνατά και πήγαινε να γίνει 
συνήθεια, σαν τις τόσες συνήθειες που υιοθετούμε και βολευόμαστε, υποκύπτοντας στην αδυναμία μας να επιχειρήσουμε ανατροπές ριζικές.
Συνήθισε να τον καρτερά κάθε μέρα έξω απ' το παραθύρι της. 
Να 'ναι απ' τη ζωή της περαστικός, διαβάτης κι επισκέπτης, πρόσωπο αγαπημένο, μα όχι σύντροφος και συνοδοιπόρος της. Σαν σκιά ονείρου, άνεμος ευεργετικός που φυσά και ταράζει τα λιμνάζοντα νερά του πληκτικού βίου της κι ύστερα κοπάζει. Εντός εκτός και επί τα αυτά. Πάντα στο κέντρο της 
ζωής της και πάντα στο περιθώριο της καθημερινότητάς της.
Ασαφής κι απροσδιόριστη παρουσία.Ούτε απτή, μα ούτε κι ανύπαρκτη. 
Απ' αυτές που χαράσσονται διά παντός μέσα σου σαν ίχνος ανεξίτηλο. Που στο τέλος σε ματώνουν.
Γιατί κάποιες αγάπες πάνε χέρι- χέρι με τις ενοχές [....]

Χ.Μ.

Η φωτογραφία είναι από
  το 
Pinterest




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου