Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Έλεν Κέλερ (27 Ιουνίου 1880-1 Ιουνίου 1968)

Έλεν Κέλερ. Η τυφλή και κωφάλαλη κοπέλα που έμαθε να επικοινωνεί. Λάτρεψε την ελληνική γλώσσα και τους αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα... 


Η Έλεν ήταν μια τυφλή και κωφή Αμερικανίδα συγγραφέας, ακτιβίστρια και λέκτορας. Όμως η ιστορία της ζωής της ήταν μοναδική, η ίδια χαρακτηρίστηκε ως το μεγαλύτερο θαύμα θέλησης του 20ου αιώνα και η ζωή της γυρίστηκε ταινία με τίτλο: The miracle worker (στην Ελλάδα ο τίτλος ήταν: Τα χρόνια στο σκοτάδι). 

Η Έλεν γεννήθηκε το 1880 στην Αλαμπάμα από πλούσιους και μορφωμένους γονείς. Όμως, στην ηλικία των 19 μηνών και ενώ ήταν απολύτως υγιής ως τότε, κόλλησε μια ασθένεια, πιθανόν μηνιγγίτιδα ή οστρακιά, με αποτέλεσμα να μείνει τυφλή και κουφή. Ως τότε είχε προλάβει να αναπτύξει μια υποτυπώδη επικοινωνία με την εξάχρονη κόρη της μαγείρισσας, που καταλάβαινε τις χειρονομίες της και ως την ηλικία των επτά είχαν μαζί επινοήσει 60 απλές χειρονομίες, που εξυπηρετούσαν την καθημερινότητά της. Πέραν αυτών, η Έλεν ζούσε σε πλήρη απομόνωση. Δεν είχε καμία απολύτως επίγνωση του περιβάλλοντος, αφού δεν είχε μνήμες και καμία επικοινωνία, γιατί ούτε έβλεπε ούτε άκουγε. Ζούσε μέσα στο σπίτι και περιφερόταν σαν αγρίμι σπάζοντας διάφορα αντικείμενα, αρπάζοντας τροφή από τα πιάτα της οικογένειας και μουγκρίζοντας σα θηρίο, όταν κάποιος προσπαθούσε να την σταματήσει. Είχε έντονες εκρήξεις οργής, κλωτσούσε και ούρλιαζε όταν θύμωνε και γελούσε ανεξέλεγκτα όταν ήταν χαρούμενη. Άρχισε να γίνεται επιθετική και να χτυπάει ακόμα και την μικρή της φίλη, ενώ η οικογένειά της είχε παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια εκπολιτισμού της, αφού κάθε απόπειρα ήταν μάταιη και κατέληγε σε μεγάλες φασαρίες. Πολλοί γνωστοί της οικογένειας συμβούλευαν τους γονείς, να την κλείσουν σε ίδρυμα.  

Δασκάλα ζωής 



Η μητέρα της όμως έψαχνε λύσεις στο πρόβλημά της. Το 1886 αποφάσισε να απευθυνθεί σε μια σχολή τυφλών στην Βοστώνη κατόπιν προτροπής του Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ, εφευρέτη του τηλεφώνου, που εκείνο τον καιρό δούλευε με κωφάλαλα παιδιά. Ο διευθυντής της σχολής ανέθεσε σε μια 20χρονη δασκάλα, πρώην μαθήτρια της σχολής με προβλήματα όρασης, την Άν Σάλιβαν, να αναλάβει την Έλεν. Αυτή ήταν η αρχή μιας 49χρονης βαθιάς φιλίας, κατά την οποία η Αν Σάλιβαν έγινε η δασκάλα ζωής της Έλεν. 

 Ο πόλεμος δασκάλας – μαθήτριας. 
Όταν η Άν έφτασε στο σπίτι της επτάχρονης τότε Έλεν τον Μάρτιο του 1887, άρχισε να τη διδάσκει σχηματίζοντας στη νοηματική τις λέξεις διάφορων αντικειμένων στην παλάμη της μικρής Έλεν. Η πρώτη λέξη που προσπάθησε να της διδάξει ήταν η λέξη «κούκλα»,  επειδή της είχε φέρει μια κούκλα για δώρο. Στην αρχή η Έλεν έδειξε περιέργεια, όμως σύντομα αρνήθηκε πεισματικά να συνεργαστεί. Οι προσπάθειες της δασκάλας έφεραν πλήρη σύγχυση στην Έλεν επειδή αδυνατούσε να αντιληφθεί πως κάθε αντικείμενο έχει τη δική του λέξη. Δεν καταλάβαινε ότι όλα όσα υπάρχουν γύρω μας, ο κόσμος που ζούμε, τα συναισθήματα που μοιραζόμαστε, όλη μας η ζωή, είναι λέξεις. Τέτοια ήταν η συναισθηματική σύγχυση και η άρνηση της μικρής που όταν η δασκάλα προσπάθησε να της διδάξει τη λέξη κανάτα, έσπασε την κούκλα της με οργή. Όμως, η Σάλιβαν δεν το έβαλε κάτω. Ζήτησε από τους γονείς της μικρής να απομονωθεί με το παιδί σε ένα σπιτάκι της οικογένειας μέσα στη φυτεία, ώστε να αφοσιωθούν απερίσπαστα στο σκοπό τους. Με ιώβεια υπομονή και υποδειγματική επιμονή σχημάτιζε τις λέξεις στην παλάμη της μικρής, την οποία πολλές φορές ακινητοποιούσε με το ζόρι προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της, δηλαδή να την κάνει να ταυτίσει κάθε αντικείμενο με μια λέξη. 

 Το θαύμα

Η περίφημη σκηνή από την ταινία, όταν το μικρό κορίτσι ανακαλύπτει τον κώδικα επικοινωνίας μέσω του νερού

 Όλα άλλαξαν ένα μήνα μετά την άφιξη της δασκάλας στο σπίτι και μια μέρα έγινε το θαύμα. Η Άν είχε σχεδόν δια της βίας στριμώξει τη μικρή σε μια αντλία νερού στον κήπο. Στο ένα χέρι του παιδιού έριχνε νερό και στο άλλο της συλλάβιζε τη λέξη. Τότε για πρώτη φορά η Έλεν ανέλπιστα συνειδητοποίησε αυτό που επί ένα μήνα προσπαθούσε η δασκάλα να της δείξει, ότι δηλαδή η λέξη που της συλλάβιζε στη μια παλάμη αντιστοιχούσε με εκείνο το πράγμα που της δρόσιζε το άλλο χέρι, δηλαδή το νερό. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός και η δίψα του παιδιού να μάθει, ώστε εκείνη τη μέρα έτρεχε τη δασκάλα στον κήπο και στο σπίτι και της ζητούσε επίμονα να της διδάξει τις λέξεις για όλα όσα τόσο καιρό ήταν γι αυτή το απόλυτο σκοτάδι: τα αντικείμενα και τα πρόσωπα της οικογένειάς της. Ως τη νύχτα είχε μάθει 30 λέξεις. Στους 6 μήνες είχε μάθει 625 λέξεις! 
Οι σπουδές 
Η πορεία της στη συνέχεια προκαλεί το θαυμασμό. Παρακολούθησε μαθήματα για τυφλούς και κωφούς και αφού ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο σπουδών, πάντα με τη βοήθεια της δασκάλας της που στεκόταν φύλακας άγγελός της, έγινε δεκτή στο κολέγιο Radcliffe. Όταν αποφοίτησε, ήταν το πρώτο άτομο με αυτή την ιδιαιτερότητα που πήρε πτυχίο καλών τεχνών (Bachelor of Arts). Αποφασισμένη να επικοινωνεί όσο γίνεται καλύτερα με τον κόσμο έμαθε να μιλάει, να διαβάζει τα χείλη των συνομιλητών της αγγίζοντας με τα χέρια τα χείλη και τον λαιμό τους, αφού η αίσθηση της αφής της ήταν εξαιρετικά οξεία. Έμαθε να διαβάζει με τη μέθοδο Μπράιγ και να χρησιμοποιεί τη νοηματική, ακόμα και να νιώθει τη μουσική με την αφή, αγγίζοντας τα μουσικά όργανα.


 Ο Κένεντι συναντά την Έλεν






Οι διάσημοι φίλοι και η σοσιαλιστική πολιτική δράση 

Η Έλεν εξελίχθηκε σε μια δυναμική προσωπικότητα που υπερασπιζόταν τους ανθρώπους με αναπηρίες. Υπήρξε μια αγωνίστρια και για τα δικαιώματα των γυναικών και την ανάγκη η γυναίκα να αποφασίζει για τη διακοπή μιας ανεπιθύμητης κύησης. Ταξίδεψε σε 40 χώρες και έδινε διαλέξεις υπέρ των δικαιωμάτων των αδυνάτων, αλλά και κατά των πολέμων. Γνώρισε προσωπικά όλους τους προέδρους των ΗΠΑ, από τον Κλήβελαντ μέχρι τον Τζόνσον. Απέκτησε διάσημους φίλους, όπως τον Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ και τους Τσάρλυ Τσάπλιν, Μπέρναρντ Σω και Μάρκ Τουέιν. Ασπάστηκε τις αρχές του σοσιαλισμού και έγινε μέλος του σοσιαλιστικού κόμματος κάνοντας αγώνες υπέρ της εργατικής τάξης. Μελέτησε ξένους συγγραφείς και φιλοσόφους. Αγάπησε την αρχαία ελληνική γραμματεία και υποστήριξε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η τελειότερη όλων.  «Αν δεχτούμε ότι το βιολί είναι το τελειότερο μουσικό όργανο, τότε η ελληνική γλώσσα είναι το βιολί της ανθρώπινης σκέψης», είπε. Έγραψε 12 βιβλία και πολλά άρθρα, καθώς επίσης και την αυτοβιογραφία της με την βοήθεια της δασκάλας της. Ο πρόεδρος Τζόνσον της απένειμε το μετάλλιο, «Presidential Medal of Freedom», μια από τις μεγαλύτερες τιμητικές διακρίσεις στην Αμερική. 

Το τέλος 


Η Έλεν πέθανε στον ύπνο της το 1968 στην ηλικία 88 ετών. Η δασκάλα της είχε φύγει από τη ζωή πολύ νωρίτερα, το 1936, ενώ η Έλεν της κρατούσε το χέρι μέχρι την τελευταία στιγμή. Αποτεφρώθηκε σύμφωνα με την επιθυμία της και η στάχτη της τοποθετήθηκε δίπλα στην αγαπημένη της δασκάλα. Η Έλεν και η Αν έγιναν γραμματόσημο, καθώς επίσης και κέρμα που κυκλοφόρησε στην Αλαμπάμα και το όνομά της δόθηκε σε δρόμους σε διάφορες χώρες, όπως Ελβετία, Πορτογαλία, Ισραήλ και Γαλλία. Τον Οκτώβριο του 2009 ένα μπρούντζινο άγαλμα στήθηκε προς τιμήν της στην Αλαμπάμα. Δείχνει την Έλεν σε ηλικία επτά ετών δίπλα από μια αντλία νερού συμβολίζοντας την μαγική στιγμή που κατάλαβε την πρώτη της λέξη: νερό! Στη βάση του αγάλματος υπάρχει μια επιγραφή που λέει ότι τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή δεν τα βλέπουμε, ούτε τα αγγίζουμε, αλλά τα νιώθουμε με την καρδιά. Μυστήριο παραμένει τι ήταν αυτό που γύρισε τον διακόπτη στο μυαλό της μικρής εκείνη την ημέρα στο κτήμα, δίπλα από την αντλία που της άνοιξε το δρόμο για μια αξιοθαύμαστη ζωή και καριέρα. Το σίγουρο είναι πως το όνομα της Έλεν Κέλερ ταυτίστηκε με το θάρρος, τη φιλομάθεια , την ευφυΐα και τους αγώνες υπέρ των αδυνάτων. Σε τελευταία ανάλυση, τη θέληση για την ίδια τη ζωή. 

ΔΕΙΤΕ την συγκλονιστική κινηματογραφική σκηνή με το κορίτσι να ανακαλύπτει μέσω του νερού πως μπορεί να επικοινωνήσει με την δασκάλα της και τον υπόλοιπο κόσμο. ... 



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ  ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 




ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ " Η Λέξη "

Φωτογραφία - Michael Ezra.

Του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου

Ένα ερπετό είναι η λέξη
έρχεται την νύχτα
εκεί που κοιμάσαι
και τυλίγεται γύρω γύρω
γύρω από εσένα
από τις σκέψεις και τους
εφιάλτες σου

μπουρδουκλώνεται στα έντερά σου
δίνει χαστούκια στα οστά σου
τυλίγεται δυνατά σπάζοντας τους μύες
πίνει το αίμα, το σπέρμα, και τον νωτιαίο
μυελό σου

χαλιναγωγεί τις ορμές σου
συμπιέζει τα υγρά κάνοντας
το σώμα σου να σκάσει

και μετά απ' όλον αυτό τον κατακλυσμό
υπάρχει μια μικρή
μια πάρα πολύ μικρή
τόση δα
πιθανότητα

να βγει
ένα κάπως καλό
ποίημα.


Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε το 1989 στο Καρπενήσι. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία και την κριτική λογοτεχνίας.













ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ ΛΟΥΛΕΛΗ " Το παιδικό μου σεντόνι "

πηγή φωτογραφίας 

Ο,τι αγάπησα
ψιχαλίζει πάντα εδώ γύρω.
Με κυκλώνει.
Με συνεπαίρνει.
Οι νουβέλες μου,
το άχθος μου,
το ρυζόγαλο της γιαγιάς,
το ίδιο το βάρος μου,
τ αλαφιασμένα μου ραντεβού,
οι αντιγραφές
και οι έρωτες μου.
Το παρθενικό μου το χάδι
ακόμα σαλεύει
στο λινό.,
από τα χεράκια της μαμάς,
κλινοσκέπασμα,
και ο μίσχος του
ονόματος σου στα χείλη μου
τρυφερά,
τον ουρανίσκο μου γδέρνει,
να τες κι οι νεολαίες
αισθήσεις μου,
που, εν αγνοία τους,
τελούσαν υπό κατοχή,
πρωτοξυπνούσανε για
να ενηλικιωθούν.
Πάρτα μου όλα,μεράκι,
μα άφησε μου ένα μονάχα :
το εφηβικό μου κρεββάτι,
άλωσε τα μου όλα, ζωή,
αλωμένη κι εγώ άλλωστε
ξανά και ξανά
απ το πυρ σου,
μα σ εξορκίζω,
μην πάρεις την κλίνη μου,
όχι για μένα
αλλά να,
είναι που εκεί,
εσαεί θα ξαποσταίνουν
οι φλέβες μου,
το πρωτοσύστατο αίμα μου,
το αίμα από το βυζί
της μητέρας
και του πατέρα ο θυρεός.
Είναι εκεί που θα
γυρίζω πάντα,
στη θυρίδα του αίματος,
στη μνήμη της ρίζας,
βλέπεις,
εκεί θα κείτεται
πάντοτε
η πρώτη αθωότητα :
το παιδικό μου σεντόνι,
βλέπεις,
πολύ πριν γίνει μαυσωλείο
ο κόσμος,
την καταχώνιασα εκεί,
αθωότητα κρυμμένη
κάτω απ το στρώμα,
να με ξεπλένει,
κάθε που η ενηλικίωση
λερώνει το άσπιλο,
κάθε που μαγαρίζει
το Θαύμα......................
ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ ΛΟΥΛΕΛΗ












ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ " ΧΕΡΙΑ ΑΔΕΙΑΝΑ "



Χέρια αδειανά, έρημα κλαδιά γυμνά.

Δίχτυα φτωχικά, κυνηγούν τ’ άγρια πουλιά των ημερών τους.

Το νερό που τους ζητήθηκε κύλησε ανάμεσα από τα δάχτυλα.

Οι αγαπημένοι, θλίψη που στάζει σαν βροχή.

Χέρια στοργικά!

Με την αγάπη χαμένη σε μακρινά ταξίδια.

Με τη φωτιά στην άκρη του βλέμματος.

Περιμένουν το χρόνο, περιμένουν τις άνοιξες.

Σαν δέντρα, σαν γη γυμνή, σαν σώματα νεκρών.

Δεν έχουν δάκρυα να ζητήσουν.

Δεν έχουν αγέρι να καλωσορίσουν.

Τα παιδιά που κάποτε έτρεχαν στα όνειρά τους,

χάθηκαν με τα σμήνη των χελιδονιών.

Κι έπειτα ήρθε η βαρυχειμωνιά.

Το ρίπισμα του χιονιά το ανελέητο,

το κροτάλισμα του ανέμου το δυνατό.

Φτωχά χέρια!

Σκληρή η θητεία της γνώσης.

Η μαθητεία της αγάπης ακατανόητη!

Χαμένοι λευκοί άγγελοι!

Ο δρόμος τους ματωμένος.

(απ’ το ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ)



Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

ΓΡΑΜΜΕΝΟΥ ΑΝΝΑ - ΜΑΡΙΑ " Ο ερημίτης και οι βασίλισσες "




Οδηγούσα σε μιαν άγνωστη περιοχή, μέσα στη νύχτα, κάτω απ’ το βαρύ, υγρό πέπλο της, όταν άρχισαν να προσγειώνονται στο παρμπρίζ οι πρώτες σταγόνες βροχής, τα πρώτα δάκρυα των ουρανών, όπως τα έλεγε η γιαγιά μου. Σαν δυνάμωναν τα έλεγε καταρράκτες. Πλημμύριζαν τα πάντα, έπνιγαν ζωντανά και χωράφια. Η γιαγιά σιωπούσε, έκανε μόνο το σταυρό της μουρμουρίζοντας. Σίγουρα μιλούσε με το Θεό. Μ’ αυτόν που δεν μιλούσα ποτέ εγώ.

Άκουγα τη μηχανή του σαράβαλου να στενάζει κάθε φορά που έπεφτε σε μια λακκούβα γεμάτη βροχόνερο. Ήταν απ’ την κορφή ως τα νύχια λουσμένο στα λασπόνερα. Ακολουθούσα έναν ανηφορικό χωματόδρομο. Οδηγός και συντροφιά μου, οι μακρινές αστραπές. Ξεκινούσαν πίσω από κάτι σκοτεινούς ορεινούς όγκους, στο βάθος τ’ ουρανού κι έφθαναν μέχρι το δρόμο μου. Προσπάθησα να τηλεφωνήσω. Δεν είχα σήμα. Ο δρόμος, ήλπιζα, θα μ’ οδηγούσε σε κάποιο απόμερο χωριό.
Στη μέση κάποιου σκοτεινού πουθενά, ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος και η μηχανή έσβησε. Άκουγα μόνο τη συναυλία της θυμωμένης φύσης και τη βροχή να χοροπηδά στην οροφή του αυτοκινήτου. Φοβήθηκα. Έγειρα πίσω το κάθισμα να ηρεμήσω και περίμενα. Καταιγίδα είναι, θα περάσει. Κοίταξα το κινητό μου. Είχα μπαταρία, αλλά δεν υπήρχε σήμα.
Με ξύπνησε η απόλυτη σιωπή. Κοίταξα έξω. Οι ουρανοί είχαν καθαρίσει απ’ τα φορτωμένα μαύρα σύννεφα. Είχαν κατέβει μαζί μ' όλα τα αστέρια τους μπροστά μου. Κοίταξα τριγύρω. Ήμουν περικυκλωμένος από ένα αστραφτερό Σύμπαν.
Μα πού βρίσκομαι; Πέθανα! Έχω ήδη ανέβει ψηλά. Εκεί που ανεβαίνει η ψυχή αφήνοντας στον μάταιο αυτό κόσμο το φθαρτό όχημά της. Πετώ κάπου ανάμεσα στ’ αστέρια. Ίδια η οροφή της εκκλησίας μας! Τα ίδια αυτά αστέρια, ζωγραφισμένα γύρω από τον θρόνο Του. Έχω ανέβει στους ουρανούς. Κανείς δεν βρίσκεται εδώ να με υποδεχτεί. Μα, αν έχω πεθάνει, κάποιος δεν πρέπει να εμφανιστεί και να με οδηγήσει κάπου; Μου ξέφυγε μια εσωτερική κραυγή. «Θεέ μου!» Μπροστά στον απέραντο έναστρο κόσμο που με είχε περικυκλώσει, ένιωσα μικρός. Φόβος με κυρίευσε. Κάποτε στα παιδικά μου μάτια φάνταζε πελώριος αυτός ο κόσμος στην οροφή της εκκλησίας μας. Ένας άνδρας με λευκά μακριά μαλλιά, γένια, σοβαρό βλέμμα, καθισμένος σε θρόνο με μια «μπάλα» στα γόνατά του. Όταν έχασα τον πατέρα μου θύμωσα πολύ μαζί Του. Δεν έπρεπε να μας τον πάρει τόσο νέο και άδικα. Η μάνα μας έμεινε μόνη της. Έκλαιγε ασταμάτητα κι έλεγε συνέχεια: «Γιατί, Θεέ μου; Γιατί;» Δεν άντεχα να την ακούω. Μετά μας πήρε τη γιαγιά, τη μόνη που μας φρόντιζε. Θύμωσα ξανά. Έπαψα να κοιτάζω ψηλά.
«Θεέ μου», επανέλαβα με κλειστά τα χείλη θαυμάζοντας. Δεν θυμάμαι να μου έχει συμβεί ξανά κάτι τέτοιο. Τότε, εμφανίστηκε μπροστά στο αμάξι μου. Κρατούσε ένα φανάρι στο χέρι, ένα φωτεινό αστέρι, και το κουνούσε μπροστά του. Βάδιζε γρήγορα. Καθώς πλησίαζε, διέκρινα τα λευκά γένια του και τη ματιά μου. Ήταν στεγνός σαν ερημίτης, σα μοναχός, σα βασανισμένος, αλλά –τι περίεργο;– ήρεμος, χαρούμενος.
«Ε! Εσύ, εκεί μέσα! Ξύπνα! Είσαι καλά;»
Η γενειάδα του εισέβαλε –κρεμάστηκε σχεδόν– μέσα απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου. Μια μυρωδιά γεροντικού ιδρώτα ανάκατου με λιβάνι χαστούκισε το πρόσωπό μου. Πρώτη φορά συναντούσα τον Θεό αυτοπροσώπως. Πάγωσα. «Τελικά, υπάρχει», ψέλλισα από μέσα μου.
«Τι γυρεύεις εδώ πάνω, παιδί μου; Για πού το έβαλες μέσα στο άγριο σκοτάδι και με τέτοιον καιρό;»
«Σταμάτησε η μηχανή. Πάω επάνω, στην κεραία. Καλά πάω ή χάθηκα; Ή μήπως…»
Σκέφτηκα να πω κι αυτό που φοβόμουν πιο πολύ, πως είχα δηλαδή πεθάνει, αλλά δεν το είπα. Τραβήχτηκε πίσω αυτός – μαζί και η γενειάδα του. Ανάπνευσα ξανά. Δεν είχα καταλάβει τι μου είχε συμβεί. Ζούσα ή δεν ζούσα; Κι αν ο Θεός είχε κατέβει μπροστά μου επειδή τον φώναξα; Ίσως μέσα στην τόση ησυχία να με άκουσε. Εκεί κάτω στις πόλεις μας, με τόσο θόρυβο, πολλοί φωνάζουν τ' όνομά Του, αλλά πώς να τους ακούσει! Όμως, εδώ ήταν η απόλυτη σιωπή. Έχει ίσως σιωπή η άλλη ζωή. «Ησύχασε η καημένη», έλεγε για τη γιαγιά μου η μάνα μου. Θα τον ρωτούσα στα ίσια.
«Θεέ μου, πέθανα; Με υποδέχεσαι εσύ ο ίδιος προσωπικά;»
«Για πεθαμένος δεν μοιάζεις, παλικάρι μου. Μάλλον πιωμένος, νυσταγμένος και πεινασμένος. Έλα, έβγα όξω να πάρουμε τον ανήφορο, έχω δουλειές το πρωί. Άιντε, ακολούθησέ με. Πάρε μαζί σου ό,τι θέλεις. Θα σε φιλοξενήσω απόψε».
Και το αμάξι; Αν έχω πεθάνει, τι να το κάνω το αμάξι; Η γιαγιά έλεγε «σαν πεθάνουμε, πουκάμισο δίχως τσέπες φοράμε».
«Το ξημέρωμα, πρώτα ο Θεός, θα σου φτιάξω τη μηχανή. Μετά να πας στο καλό. Με την ευχή μου.»
Τι ανακούφιση! Είπε θα το φτιάξει. Άρα θα φύγω αύριο. Βγήκα και κλείδωσα. Βάδιζε βιαστικά σ' ένα σκοτεινό βρεγμένο, πέτρινο δρομάκι. Έτρεξα να τον προφθάσω. Ξαφνικά, πρόβαλε μπροστά μας, σα φάντασμα, ένα κτίσμα χωρίς πρόσωπο, μάτια ή ταυτότητα. Ανεβήκαμε μια πέτρινη σκάλα.
«Κράτα το φανάρι μου.»
Το πήρα και το εξέτασα πιο προσεκτικά. Δεν ήταν αστέρι. Μια φλόγα ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της, ζεστή, φωτεινή, καθισμένη πάνω σε χοντρό σκούρο κερί. Προσπαθούσα να καταλάβω. Ξέχασα την αποστολή μου, τους συναδέλφους, τα ανταλλακτικά που περίμεναν.
«Εδώ μέσα θα φυλαχτείς απόψε, παιδί μου. Έχεις σκεπάσματα. Θα σου φέρω γάλα, παξιμάδια και μέλι.»
Ξημέρωσε. Άρωμα από βουνίσιο τσάι, ένα κομμάτι τυρί, παξιμάδια, μέλι. Τα έφερε ο ίδιος.
«Καλημέρα, Χριστιανέ! Είσαι... ή κάνω λάθος;»
«Καλημέρα. Δεν ξέρω αν είμαι. Εσείς; Ποιος είστε;»
«Πατήρ Νικόλαος.»
«Θωμάς Μοίρας.»
«Θωμά, παιδί μου, μέχρι να σηκωθείς, δώσε μου τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ξέρω από μηχανές. Το δικό μου εγώ το σιάχνω. Εδώ πάνω όλοι κάνουμε τα πάντα.»
«Μη με παρεξηγήσεις, πάτερ… Χθες νόμιζα πώς είσαι ο Θεός. Εκτός κι αν είσαι τελικά, αλλά δεν μου το λες να μην τρομάξω.»
Άρχισε να γελά δυνατά.
«Μα, πώς σου ’ρθε αυτό;»
«Πες μου, για να ηρεμήσω!»
«Είμαι και δεν είμαι. Όπως κι εσύ είσαι και δεν είσαι ο Θεός.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Κάθε τι που βλέπεις, ακούς ή γεύεσαι, Θεός είναι, Θωμά. Στα πάντα, βλέπεις τον Θεό. Και να ήταν μόνο αυτά που βλέπουμε, καλά θα ήταν. Ένας άλλος κόσμος που δεν βλέπουμε ούτε ακούμε κι αυτός δικός Του είναι.»
Του έδωσα τα κλειδιά. Βγήκε έξω. Μετά από λίγο βγήκα κι εγώ. Τότε, στο αδύναμο φως της μέρας, αντίκρισα πού με φιλοξένησε η νύχτα. Πάνω σε ένα πράσινο χαλί κείτονταν κουφάρια από πεντέξι δίπατα χλωμά σπίτια. Όψη παγωμένη, νεκρή, άχρωμη. Κανένα σημάδι ζωής. Στην κεφαλή τους, ακόμα κεραμίδια. Τα μάτια τους, κλειστά ή αλλήθωρα. Μερικά δεν είχαν καν μάτια. Το στόμα τους, ερμητικά κλειστό. Λες και δεν ήθελαν να αφήσουν κανέναν να μπει μέσα να τα ξυπνήσει, να τα ζωντανέψει. Δίπλα τους, μερικές ξύλινες, γέρικες κολώνες του ηλεκτρικού. Άλλη να γέρνει εμπρός, άλλη δεξιά, άλλη αριστερά, λες για να έρθουν πιο κοντά μεταξύ τους. Ανάμεσά τους σφύριζε μόνο αέρας τεμπέλης. Κοινός τους φύλακας, αυτός ο ερημίτης κληρικός.
Περπάτησα λίγα μέτρα. Ένα απ’ αυτά τα κουφάρια ζούσε ακόμα. Στην αυλή του, ένα κοτέτσι και δίπλα του, παραταγμένα το ένα κοντά στο άλλο, κουτιά μελίσσια.
«Έλα ’δω, Θωμά! Σε χρειάζομαι.»
Πήγα κοντά του. Είχε ανοίξει το καπό. Σκάλιζε τα σωθικά του αμαξιού μου.
«Κράτα αυτό...»
«Μόνος σου μένεις, γέροντα;»
«Όχι δα!»
«Έχεις οικογένεια;»
«Όχι, εσύ έχεις;»
«Έχω.»
«Έχεις μάνα;»
«Έχω μία.»
«Εγώ έχω δύο…»
Τον κοίταξα με απορία.
«Έχεις γυναίκα στη ζωή σου, δική σου οικογένεια;»
«Όχι ακόμα. Είμαι νέος, αδημιούργητος».
«Μόλις τελειώσω, πάμε να γνωρίσεις την οικογένειά μου και τις βασίλισσές μου.»
Γέρος είναι, σκέφτηκα, λένε διάφορα οι μεγάλοι άνθρωποι. Τελειώνοντας τη φράση του, έκλεισε το καπό. Κάθισε στη θέση του οδηγού. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και αμέσως αυτή έβγαλε χαρούμενες φωνές.
«Είσαι έτοιμος. Μπορείς να φύγεις όποτε θες. Αλλά πρώτα πάμε κάπου.»
Βάδιζε μπροστά μου γρήγορα με πόδια δυνατά. Άρχισε να ψέλνει.
«Άγιος, Άγιος, Κύριος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου.»
Ακολουθούσα σιωπηλός. Μου ήταν άγνωστα όσα έλεγε. Μ’ αυτό το «πλήρης ο ουρανός» η σκέψη μου γύρισε στην προηγούμενη νύχτα της ανακάλυψης εκείνου του ουρανού με τα άπειρα φωτάκια, τις αστραπές που με είχε συγκλονίσει. Φθάσαμε μπροστά σε μια φρεσκοβαμμένη κατάλευκη εκκλησία, με ένα ψηλό καμπαναριό και κεραμωτή κορφή για σκέπη. Μπήκαμε μέσα.
«Εδώ κατοικεί η μία μάνα μου, η Βασίλισσα των ουρανών.»
Σήκωσε το χέρι του ψηλά, στην οροφή, για να μου δείξει τη ζωγραφισμένη μορφή της.
«Η άλλη μάνα μου ξεκουράζεται εδώ πίσω, στο κοιμητήριό μας. Εδώ γεννήθηκε, μεγάλωσε, παντρεύτηκε, γέννησε, παιδεύτηκε και πέθανε. Αιωνία η μνήμη της.»
Έκανε τον σταυρό του και μπήκε στο ιερό.
«Να κλείσω το φώς του καμπαναριού. Το ανάβω κάθε βράδυ. Φάρος για τους διαβάτες, να τους οδηγεί ο Αϊ Γιώργης μας.»
«Δεν το είδα καθόλου αυτό το φως χθες, πάτερ.»
«Δεν πειράζει, είδες άλλα… Σε είδα εγώ. Άκουσα τη μηχανή σου να σταματά.
Είπα, θα πάρει μπρος να φύγει ο άνθρωπος. Σαν είδα πως έπεσε σιωπή, τότες είπα, κάποιος με χρειάζεται. Πάμε να σου δείξω τις εργάτριές μου, τις γυναίκες της ζωής μου.»
«Έχεις εδώ πάνω εργάτριες; Έχεις τελικά γυναίκα, πάτερ;»
«Έχω, έχω», απάντησε γελώντας. «Ακολούθα με!»
«Μα καλά, Πάτερ, δεν κατοικεί κανείς εδώ; Όλα τα σπίτια έχουν ερημώσει. Έτοιμα είναι να καταρρεύσουν. Πού είναι οι ιδιοκτήτες τους;»
«Στο παραπάνω χωριό. Μείναμε εδώ εγώ, η εκκλησιά και τα μελίσσια μου.»
Κατεβαίνουν μόνο για τις λειτουργίες και τα μνημόσυνα».
«Γιατί έφυγαν;»
«Τους έδιωξε η λαίλαπα του πολέμου. Γερμανοί, εμφύλιος, ξενιτιά. Καθένα απ’ αυτά τα κουφάρια έμεινε ορφανό από κατοίκους. Στοίχειωσε. Κανείς δεν τα ήθελε για να πλαγιάσει μέσα τους.»
Φθάσαμε σ’ ένα σημείο όπου ήταν παραταγμένες οι κυψέλες του και τον περίμεναν.
«Κορίτσια μου εργατικά, ήρθα! Κάθε μέρα έρχομαι. Τους μιλάω σα να είναι άνθρωποι. Μ' αφήνουν και μαζεύω τον καρπό τους και τον πουλάω, ξέρεις».
«Το μέλι».
«Ναι κι αυτό. Αλλά όχι μόνο. Κρατώ λίγο, για μένα και για αυτές, και με τα κέρδη γλυκαίνω όσους ανήμπορους μου ζητούν βοήθεια. Δύσκολοι καιροί, Θωμά.»
«Μεγαλειοτάτη!» φώναξε ξανά.
Ένα σμήνος μελισσών πέταξε βουίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας. Πάγωσα. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι κι έβαλε ξανά τα γέλια.
«Και σ’ αυτό το δημιούργημά Του ο Κύριος έχει βάλει πολύ σοφία. Κοίτα! Δεν με πειράζουν! Όσο και αν σου φαίνεται παράξενο, με γνωρίζουν. Όμως, μην το πεις πουθενά – θα σε περάσουν για τρελό, Θωμά!»
«Δεν θα το πω, αν μου υποσχεθείς κι εσύ κάτι, πάτερ.»
«Τι, παιδί μου;»
«Πες μου, πιστεύεις; Αλήθεια υπάρχει Θεός;»
Έμεινε ακίνητος και για λίγο αμίλητος. Μετά σήκωσε ψηλά τα μάτια του, με κοίταξε και είπε…
«Από έναν ερημίτη ζητάς να το μάθεις;»
«Έχω σταματήσει ν’ αναρωτιέμαι.»
«Άπιστος ο Θωμάς!» γέλασε καλόκαρδα.
«Θέλω αποδείξεις!»
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στα πόδια του μπλέχτηκαν χαρούμενες φουντωτές ουρές που νιαούριζαν.
«Θωμά, μην περιμένεις από κανέναν να σου βρει τον Θεό. Συνήθως έρχεται Εκείνος να μας βρει με διάφορους τρόπους.»
«Σε μένα δεν έρχεται.»
«Βρίσκει διαφορετικό τρόπο να πλησιάσει καθέναν από ’μας. Αν Τον καλέσεις, τότε φθάνει αμέσως.»
«Αυτά τα λέτε εσείς οι κληρικοί, πάτερ.»
«Σ’ έπλασε ελεύθερο να πιστεύεις ό,τι θέλεις. Ακόμα και να Τον αγνοείς. Αυτό και μόνο για μένα είναι απόδειξη της αγάπης Του. Αλλά, όταν Τον καλέσεις, έρχεται.»
«Μπερδεμένος ήρθα και φεύγω. Θ' ανέβω στην κεραία και στην επιστροφή θα σταματήσω να συνεχίσουμε την κουβέντα μας.»
Με πήγε μέχρι το αυτοκίνητο. Έπρεπε να ολοκληρώσω την αποστολή μου το συντομότερο και στην επιστροφή ίσως να ’βρισκα λίγο χρόνο να σταματήσω ξανά εδώ. Να ξαναβρεθώ με τον ερημίτη και να συζητήσω ακόμη μια φορά. Μετά ήταν κι αυτό το θέμα με τις βασίλισσές του. Ήθελα να ξαναδώ τη μία να οδηγεί το σμήνος της πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η άλλη, με προβλημάτιζε. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα, που δεν τα είχα καλά με τον Υιό της και τον Πατέρα Του, να την εννοήσω.
Μια χαρά με πήγε και μ’ έφερε τ’ αμάξι μου. Στην επιστροφή, περνώντας μπροστά απ’ το ερημωμένο χωριό, έκανα μια στάση. Έσβησα ξανά την μηχανή κι αφέθηκα. Αυτή την φορά είχα μπροστά μου ένα καταγάλανο ουρανό, στολισμένο με κατάλευκα συννεφάκια που έτρεχαν ν’ ανταμώσουν το ένα τα’ άλλο μπροστά στα μάτια μου. Γέμισε η ματιά μου απ’ την ομορφιά της φύσης που κατέβηκε μέχρι τα βάθη της ψυχής μου, την έπνιξε από δροσιά και καινούριες σκέψεις. Έβαλα πάλι μπρος τη μηχανή και τ’ αμάξι μου όρμησε μ’ αγωνία να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Ήθελα χρόνο. Να ηρεμήσω πρώτα. Μετά θ’ αποφάσιζα αν θα ξαναγύριζα σε τούτα τα λημέρια του ερημίτη και του Θεού Του και στις βασίλισσές του.








ΒΛΑΧΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ { τριανταφυλλάκι μου }


Έσταξες νύχτα
τριανταφυλλάκι μου
πάνω στο χώμα.
Πρόβαλαν τότε
οι φωνές των αστεριών
που νανούρισες.

Δειλά στην αρχή,
με μια έξαψη μετά,
με πλημμύρισαν.
Έτσι η μέρα
τραγούδησε μέσα μου
τη σιωπή σου.
Εσύ έγειρες
πάνω στα αγκάθια σου
να ξεκουραστείς,
πλέκοντας την άνοιξη
μέσα στις θάλασσες σου.
Οι ανεμώνες,
μόνες πια, περιμένουν
να σκάψεις τη γη
και να τις ακουμπήσεις
να γεννήσουν χρώματα.
Έσταξες νύχτα
τριανταφυλλάκι μου
μέσα στη μέρα.
γ.β.





ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ " Εντος..."


Ελαμπε στο δρομο μου
Φεγγαρακι δυο μερω...
σταλαγματια χρυσαφενιου αμφορεα σε πελαγο σιωπης,
σιδερο που λατρεψε τον ακμονα του,
φυλαγμενη ανασα σε καιρους επικινδυνης επιφανειακης νηνεμιας...Απνοια!
Οσα δε χωρεσε η φωτια μου τα γεμισε η σταχτη μου.
Κι ας εκλεισα το μανταλο νωρις! Το σκοταδι χυθηκε ορμητικο αναμεσα απ' τις γριλιες κι επεσε ολο πανω μου.
Ειπε πως με χαιδεψε ...μα εγω δεν το δα.
Ειπε πως μου μιλησε μα εκανα πως δεν τ' ακουσα.
Ειπε πως με φιλησε μα εγω στεκομουν με σφραγισμενα χειλη.
Κι ετσι εμεινα εκει!
Πυρωμενη πετρα στο μαυρο του αφηρημενου συμπαντος.

Να ξερεις...
Οτι με γλυτωσε απ' την πτωση μου ηταν η λαμψη μου εντος.

Εντος...

Μ εις τον κυβο

Στο παρακάτω βίντεο ακούμε την ίδια τη Μαργαρίτα Παλαιολόγου να διαβάζει  το ποίημα