Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ" Το τραγούδι που έγινε η ψυχή της Χειμάρρας . Του Τίμου Μερκούρη

 


"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ"


Το τραγούδι που έγινε η ψυχή της Χειμάρρας "Του Τίμου Μέρκουρη" 1. Η γέννηση του τραγουδιού
Ο Μεγάλος Δάσκαλος Κρίστο Τσίπας δημοσίευσε στο Facebook ένα κείμενο για το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» και, όπως αρμόζει στον υπεύθυνο του συγκροτήματος «Μπέικ ε Μπάρντε» (Λευκή Μπεκάτσα), περιορίστηκε στην ανάδειξη ορισμένων από τις αξίες και τις καινοτομίες αυτού του τραγουδιού.

Εγώ, ωστόσο, αξιοποιώντας το γεγονός ότι έχω συγγράψει τη μονογραφία «Κόρη των κυμάτων», αφιερωμένη στο συγκρότημα του Νέτσο Μούκο, σκέφτηκα να παρουσιάσω ορισμένα επιπλέον στοιχεία για το τραγούδι αυτό και τον δημιουργό του, τα οποία θεωρώ ότι θα είναι χρήσιμα στον αναγνώστη. Το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» ηχογραφήθηκε στο Παρίσι, στα στούντιο της δισκογραφικής εταιρείας PATHE, κατά τη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού του συγκροτήματος, το 1930. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν:
"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ"
- Νέτσο Μούκο: δημιουργός των στίχων και της μελωδικής επεξεργασίας.
- Πάνο Κοκαβέσι: ρίπτης (hedhës).
- Κότσο Τσακάλλι: πρώτος τραγουδιστής (marrës).

- Αντρέα Μπάλα: δεύτερος τραγουδιστής (marrës). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στον δίσκο με αριθμό 44033. Από τους 36 στίχους του αρχικού κειμένου ηχογραφήθηκαν μόνο οι 18.
Το ηχογραφημένο κείμενο έχει ως εξής: Κόρη των κυμάτων, η καρδιά σου δεν αντέχει πια, και πάνω στην πέτρα, στην άκρη της θάλασσας, κλαις, η δύστυχη, κλαις. Περιμένεις εκείνον που προσμένεις και ένας πόνος σε βαραίνει. Όλος ο κόσμος πηγαινοέρχεται, μα εκείνος δεν επιστρέφει. Έρχεται η άνοιξη, ένα ήσυχο πρωινό. Πηγαινοέρχονται τα χελιδόνια και η κοπέλα τα καλεί: «Όμορφα πουλιά, σε εσάς έχω μια ελπίδα. Εσείς που διασχίζετε θάλασσες και βουνά, θέλω να σας ρωτήσω. Είμαι ορφανή, χωρίς μητέρα και πατέρα. Εκείνος που είχα, εκείνος που αγαπούσα, έφυγε και με άφησε. Μήπως τον είδατε; Ζει ή δεν ζει; Μήπως έχετε κάποιο νέο ή κάποιο γράμμα; Άραγε με θυμάται; Πέρασε πολύς καιρός, μόνη, χωρίς κανέναν. Έκλαιγε τον εαυτό της, έκλαιγε τη μοίρα της, μέσα στη φτώχεια. Ήρθε ο βαρύς χειμώνας, ένα μαύρο πρωινό. Μαύρισε ο ουρανός και η θάλασσα βρυχάται, πέφτει βροχή. Στο όνειρό της είδε το παλικάρι μέσα σε ένα καράβι, σαν να πήγε και να έριξε στην κοπέλα ένα στεφάνι».

2. Η ηχογράφηση στο Παρίσι Αξίζει να αναφέρουμε ότι στην ηχογράφηση αυτού του τραγουδιού δεν συμμετείχε η ορχήστρα που είχε προσλάβει η εταιρεία PATHE. Επειδή οι μουσικοί της δεν γνώριζαν την τοπική χειμαρριώτικη μουσική παράδοση, υπήρχε ο φόβος ότι η ερμηνεία δεν θα είχε την αναμενόμενη επιτυχία και, κατά συνέπεια, θα διακυβευόταν και η φήμη της ίδιας της εταιρείας. Γι' αυτόν τον λόγο, για την ηχογράφηση των χειμαρριώτικων τραγουδιών επιστρατεύτηκε το συγκρότημα των αδελφών Αντόλφι, το οποίο συνόδευε κυρίως τα λυρικά και ξένα τραγούδια που ερμήνευαν σολιστικά η Τέφτα Τάσκο, ο Λλάμπι Τούρτουλλι, η Τούλα Παλαιολόγου και η Κλέα Γιόργκα. 3. Η εξέλιξη των στίχων Οι στίχοι που ερμήνευσε ο Δημήτρης Βάρφι (1933–2022) με το συγκρότημά του —με τον Σπίρο Ντιμαλέξι (γεν. 1935) στον ρόλο του πρώτου τραγουδιστή, τον Λλάμπρο Κίτσο (γεν. 1935) στον ρόλο του ρίπτη και τον Λέκο Λέκα (γεν. 1927) και άλλους στην ισοφωνία— και οι οποίοι ηχογραφήθηκαν στο Αλβανικό Ραδιόφωνο και αργότερα στην Αλβανική Ραδιοτηλεόραση, καθώς και οι μεταγενέστερες εκτελέσεις από το νεότερο χειμαρριώτικο συγκρότημα, δεν συμπίπτουν απόλυτα με τους αυθεντικούς στίχους του δημιουργού. Οι στίχοι αυτοί αποδόθηκαν στην αλβανική πρότυπη γλώσσα από τον συγγραφέα Πέτρο Μάρκο, κατά τη δεκαετία του 1960, με τέτοια μαεστρία, ώστε η παρέμβασή του να μην γίνεται καθόλου αντιληπτή. 4. Η δημιουργική πατρότητα του Νέτσο Μούκο

Η πατρότητα του Νέτσο Μούκο, τόσο ως δημιουργού των στίχων όσο και ως συνθέτη της μελωδικής γραμμής, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας, αποκλείοντας κάθε υπόθεση περί δανεισμού ή μετάφρασης.

Στο βιβλίο του Νέτσο Μούκο, με τίτλο «LYRA», που εκδόθηκε το 1930, στη σελίδα 74, όπου δημοσιεύεται το συγκεκριμένο τραγούδι, υπάρχει η ακόλουθη σημείωση.... «Λαϊκό αισθηματικό τραγούδι Στίχοι και μουσική από τον N.H. Matioti (Μούκο)». Αντίστοιχα, σε ένα φύλλο τετραδίου του Γιάνκο Πάλι, όπου έχουν καταγραφεί όλα τα τραγούδια του Νέτσο Μούκο, για το συγκεκριμένο τραγούδι αναφέρεται: «Η μουσική και οι στίχοι είναι του N.M.H. (Νέτσο Μούκο Μαριώτη)». 5. Η πραγματική σημασία του τίτλου Ο τίτλος «Κόρη των κυμάτων» δεν σημαίνει «κοπέλα των θαλάσσιων κυμάτων», αλλά «κοπέλα των ορεινών λιβαδιών». Η λέξη «vale» αναφέρεται στα ορεινά λιβάδια, στις χορταριασμένες πλαγιές και στα ξέφωτα των βουνών, όπου οι νεαρές κοπέλες έβοσκαν τα αρνιά τους. Επομένως, πρόκειται για μια κοπέλα των ορεινών λιβαδιών, η οποία κατεβαίνει στην ακτή και περιμένει το παλικάρι που αγαπούσε, ελπίζοντας ότι θα επιστρέψει από την ξενιτιά. Μέσα στην απελπισία της, αυτοκτονεί πέφτοντας στη θάλασσα.
Έτσι ακριβώς το ερμήνευσε ο Νέτσο Μούκο το 1930 και αργότερα ο Δημήτρης Βάρφι.

6. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση

Το τραγούδι αυτό ερμηνεύτηκε αρχικά από το προαναφερθέν συγκρότημα στην πόλη των Αγίων Σαράντα, στη σκηνή που είχαν κατασκευάσει τα μέλη του κοντά στο παλιό πρακτορείο μεταφορών (σημερινό Ταχυδρομείο).
Μέλος του συγκροτήματος ήταν και ο Αναστάς Χαρίτο, ο οποίος χρηματοδότησε, μαζί με τον Αντρέα Μπάλα, το πρώτο ταξίδι του συγκροτήματος. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην περιοδεία λόγω ασθένειας, η οποία σύντομα του κόστισε τη ζωή.

7. Η χειμαρριώτικη και η λάμπικη μουσική παράδοση

Το τραγούδι αυτό είναι χαρακτηριστικό της χειμαρριώτικης μουσικής παράδοσης. Δεν παρουσιάζει ουσιαστική συγγένεια με το λάμπικο τραγούδι· αντιθέτως, αποτελεί ακριβώς το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στις δύο αυτές μουσικές παραλλαγές.
Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία:
Η "Κόρη των κυμάτων" βασίζεται στη μελωδία και όχι στον στίχο.Το κείμενό της έχει σχεδόν παραδοσιακή μορφή, με αφηγηματική δομή μπαλάντας, που πραγματεύεται τον ερωτικό πόνο μιας κοπέλας. Αντίθετα, οι στίχοι των λάμπικων τραγουδιών περιλαμβάνουν ηρωικά στοιχεία. Ακόμη και όταν αναφέρονται στον έρωτα, δεν απουσιάζουν οι αναφορές στη δύναμη και στην ανδρεία, όπως στο χαρακτηριστικό μοτίβο: «Θα ανέβω από τον τοίχο, ακόμη κι αν ξέρω πως θα σκοτωθώ».
Το γεγονός ότι το τραγούδι αυτό στηρίζεται στη μελωδία αποτελεί ένδειξη ότι ανήκει σε παλαιότερη μουσική παράδοση από εκείνη των τραγουδιών που βασίζονται κυρίως στον στίχο. Επιστημονικά και μουσικολογικά τεκμηριώνεται ότι η χειμαρριώτικη εκδοχή είναι παλαιότερη από τη λάμπικη. Μία από τις αποδείξεις αυτής της παλαιότητας είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνει τη μουσική της έκφραση.
Ο Νέτσο Μούκο εισήγαγε στο τραγούδι του τον ιδιαίτερο ρόλο του ρίπτη (hedhës), ο οποίος στη χειμαρριώτικη μουσική λειτουργεί σαν το κατάρτι ενός πλοίου, που διατηρεί την ισορροπία του μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η ανάδειξη αυτής της φωνής στη σκηνή επισφράγισε τη δημιουργία μιας νέας χειμαρριώτικης μουσικής εκδοχής, η οποία διακρινόταν ακόμη και από τις σύγχρονές της παραλλαγές της Τσαμουριάς και του Σκραπαρίου.
Η χειμαρριώτικη μουσική διακρίνεται για τη μοναδική συλλογικότητα και την παλαιά παράδοση κοινοτικής ζωής. Ο πρώτος τραγουδιστής ερμηνεύει μόνο τις δύο πρώτες λέξεις του πρώτου στίχου: «Κόρη των κυμάτων...» και αμέσως μετά εισέρχεται ολόκληρο το συγκρότημα. Στη λάμπικη μουσική, αντίθετα, ο πρώτος τραγουδιστής ερμηνεύει ή απαγγέλλει σχεδόν ολόκληρη στροφή, αναδεικνύοντας έτσι τον σολιστικό του ρόλο. Αυτό συνδέεται με την παράδοση των παλαιών καπετάνιων και αρχηγών, ενώ η Χειμάρρα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν γνώρισε βασιλιάδες ή ηγεμόνες. Τον ρόλο της ηγεσίας αναλάμβαναν δύο στρατηγοί, οι οποίοι εκλέγονταν κάθε δύο χρόνια, με δυνατότητα επανεκλογής για δύο θητείες.
Μουσικά, το χειμαρριώτικο τραγούδι είναι τραγούδι του εσωτερικού πόνου, ενώ το λάμπικο είναι τραγούδι της ανδρείας. Το πρώτο είναι τραγούδι της καρδιάς και στάζει πόνο· το δεύτερο είναι τραγούδι των παλικαριών και στάζει αίμα.

8. Οι θρύλοι και η λαϊκή μνήμη

Η παλαιότητα της μουσικής παράδοσης του τραγουδιού τεκμηριώνεται επίσης από τους θρύλους που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτό ή από την ίδια αφηγηματική του γραμμή.

Σύμφωνα με ορισμένους θρύλους, η κοπέλα ούτε πνίγεται ούτε αυτοκτονεί στη θάλασσα. Παραμένει πάνω σε έναν βράχο, στην ακτή, και τα δάκρυά της στάζουν πάνω στην πέτρα, δημιουργώντας μικρές κοιλότητες με αιχμηρά χείλη, σαν να είχε τρυπηθεί ο βράχος με τρυπάνι. Στην πραγματικότητα, οι βράχοι των παραθαλάσσιων περιοχών παρουσιάζουν παρόμοιες κοιλότητες, με αιχμηρά άκρα, οι οποίες δημιουργούνται από τη διαρκή δράση των κυμάτων και των σταγόνων της θάλασσας. Σύμφωνα με τον θρύλο, αυτές οι κοιλότητες δημιουργήθηκαν από τα δάκρυα της Κόρης των Κυμάτων. «Αντίο, πέτρα μου... Υπέφερες κι εσύ για μένα». Όταν όλες οι πέτρες της ακτής γεμίζουν από τις κοιλότητες των δακρύων της και φτάνουμε στους στίχους: «Πάρε με, ω κύμα της θάλασσας...» η κοπέλα δεν πέφτει στη θάλασσα για να πνιγεί ή να αυτοκτονήσει. Αντίθετα, λιώνει σαν πυρακτωμένη λάβα και απλώνεται κάτω από τα κύματα, μεταμορφώνεται σε πέτρα και απολιθώνεται, με το μισό σώμα της μέσα στο νερό και το άλλο μισό στην ακτή. Αν παρατηρήσει κανείς τις επίπεδες πέτρινες πλάκες στις ακτές της Χειμάρρας, θα διαπιστώσει ότι ορισμένες μοιάζουν με ανθρώπινα σώματα ξαπλωμένα στην παραλία, με τα πόδια βυθισμένα στο νερό. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Μέσα στις μικρές κοιλότητες που δημιουργήθηκαν στους βράχους από τα δάκρυα της κοπέλας φύτρωσε ένα είδος λουλουδιού, το οποίο ονομάζεται «Λουλούδι των Δακρύων» ή «Άνθος του Δακρύου». Το λουλούδι αυτό έχει πράγματι μια υπόξινη, αλμυρή γεύση, που θυμίζει την αλμύρα των δακρύων ή του θαλασσινού νερού.
Αυτό μας οδηγεί να προβληματιστούμε και σχετικά με τη μετακίνηση και τη διάδοση των λαϊκών μοτίβων στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του ελβετικού λουλουδιού «Stella alpina», στην ονομασία του οποίου βρίσκεται επίσης η βάση ενός παρόμοιου θρύλου


9. Η θάλασσα ως δρόμος ζωής και θανάτου

Η Χειμάρρα έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι όλες οι αναχωρήσεις και οι επιστροφές των νέων πραγματοποιούνταν αποκλειστικά διά θαλάσσης, με βάρκα ή πλοίο, και ποτέ από τη στεριά, μέσω της Λογαράς ή των Αγίων Σαράντα.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο σημαντικότερος, όμως, είναι η ευκολία της μετακίνησης των ανθρώπων με πλοία, καθώς η Χειμάρρα ήταν και εξακολουθεί να είναι λιμάνι, ανεξάρτητα από το μέγεθος του λιμανιού ή των πλοίων που αγκυροβολούν εκεί. Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι η θαλάσσια διαδρομή Χειμάρρα–Κέρκυρα ή Χειμάρρα–Ιταλία ήταν συντομότερη και πιο άνετη για τη μετανάστευση, σε σύγκριση με τη χερσαία διαδρομή Χειμάρρα–Άγιοι Σαράντα και στη συνέχεια προς την Κέρκυρα ή Χειμάρρα–Αυλώνα–Ιταλία, με τη διέλευση από τη Λογαρά. Επομένως, αυτή η γεωγραφική θέση της Χειμάρρας καθόριζε και τον τρόπο με τον οποίο η κοπέλα «έφευγε» από τη ζωή: μέσω των κυμάτων της θάλασσας και όχι με το να πέσει, για παράδειγμα, από κάποιον βράχο ή να επιλέξει κάποια άλλη μορφή αυτοθυσίας. Άρα, τόσο η κοπέλα όσο και το παλικάρι ήταν Χειμαρριώτες και όχι Λιάπηδες. 10. Η καταγωγή του μουσικού ύφους Το ύφος αυτού του τραγουδιού, τόσο ως προς τους στίχους όσο και, κυρίως, ως προς τη μελωδία, ανήκει στην παλαιά παράδοση του θρηνητικού τραγουδιού με πολυφωνικό μοιρολόι. Οι λόγοι είναι προφανείς: ο θάνατος ενός έρωτα, ο θάνατος του νέου μακριά από την πατρίδα του, είτε στον πόλεμο είτε στην ξενιτιά, και στη συνέχεια ο θάνατος της κοπέλας. Πρόκειται για πολλούς θανάτους μέσα σε ένα τραγούδι, αν λάβουμε υπόψη ότι το τραγούδι έχει δημιουργηθεί και γύρω από ένα γεγονός ασθένειας. Οι καλλιτεχνικές και μελωδικές εικόνες που αναδύονται άφθονες μέσα από αυτό το τραγούδι δεν είναι παρά δάκρυα της ψυχής, τα οποία απολιθώθηκαν και μετατράπηκαν σε πέτρες, πάνω στις οποίες βαδίζει το ίδιο το τραγούδι. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το ύφος της χειμαρριώτικης μουσικής δεν διαμορφώθηκε από το ύφος των στίχων του τραγουδιού «Κόρη των κυμάτων». Αντιθέτως, το κείμενο αυτού του τραγουδιού είναι εκείνο που προσεγγίζει περισσότερο, μαζί με το τραγούδι «Ήρθε ο Απρίλης, έλιωσε το χιόνι», το ύφος και τον ιδιαίτερο «αβάζ» της χειμαρριώτικης μουσικής. Το ύφος του χειμαρριώτικου «αβάζ», αν και βασίζεται στο υπόβαθρο της αλβανικής ισοπολυφωνικής παράδοσης, αποτελεί τη μουσική επανάσταση του Νέτσο Μούκο και των συντρόφων του. 11. Η μετρική δομή των στίχων Ο στίχος των δέκα, έντεκα και δεκατεσσάρων συλλαβών αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της ανάμειξης χαρακτηριστικών στίχων του έπους των Κρησνίκων με στίχους των επών και των μπαλάντων της Χειμάρρας, καθώς και με μεταγενέστερες λαϊκές δημιουργίες. Η ανάμειξη αυτή πραγματοποιήθηκε με τέτοια μαεστρία, ώστε να μην είναι καθόλου εμφανής η διαφορά στον αριθμό των συλλαβών. Αυτή τη λειτουργία της «κάλυψης» την επιτελεί η ισοφωνία του τραγουδιού, δηλαδή η μελωδία. Είναι σαν να χτίζεις τα τείχη ενός κάστρου, όπου πέτρες διαφορετικών μεγεθών συνδέονται μεταξύ τους με έναν μελωδικό ασβέστη, με τρόπο αδιάσπαστο. Και τη δύναμη του τείχους δεν την εξασφαλίζει το μέγεθος των λίθων, αλλά ο ασβέστης που τους ενώνει. 12. Η ομοιοκαταληξία και ο ρυθμός Έχουμε επισημάνει ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι δεν βασίζεται στην ομοιοκαταληξία και στον παραδοσιακό ρυθμό των στίχων, αλλά στη λειτουργία, στη διάρκεια και στη δύναμη της ισοφωνίας. Αν εξετάσει κανείς τα τραγούδια του Νέτσο Μούκο, όπως «Η Άπιστη», «Η Αγάπη» κ.ά., θα διαπιστώσει ότι δεν διαθέτουν ομοιοκαταληξία ούτε σταθερό ρυθμό, ούτε καν έναν σταθερό αριθμό συλλαβών στους στίχους. Το «κενό» που δημιουργείται από την ανομοιομορφία των συλλαβών και την απουσία της ομοιοκαταληξίας αντισταθμίζεται με τον καλύτερο τρόπο από την ισοφωνία. Το λάμπικο τραγούδι, αντίθετα, διαθέτει μια άρτια ρυθμική και ομοιοκατάληκτη δομή, πάνω στην οποία στηρίζεται η μελωδία του. 13. Το σύμβολο της Χειμάρρας Το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» αποτελεί το σύμβολο της Χειμάρρας και ήταν εκείνο που έκανε διάσημο και το ίδιο το συγκρότημα του Νέτσο Μούκο. Η φήμη του οφείλεται στη μελωδία του, η οποία αποτέλεσε καινοτομία στην αλβανική ισοπολυφωνική μουσική, αλλά και στην ανάδειξη του ιδιαίτερου ρόλου του ρίπτη. Πρόκειται για μια εξαιρετική μουσική επινόηση του Νέτσο Μούκο, η οποία έδωσε στο τραγούδι ένα νέο πρόσωπο, όμορφο και βαθιά συγκινητικό, τόσο από μουσική όσο και από συναισθηματική άποψη.
Γι' αυτό και δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε ως ο «αβάζ της Χειμάρρας», δηλαδή η ιδιαίτερη χειμαρριώτικη μουσική έκφραση, μέσα στην ευρύτερη οικογένεια των αλβανικών λαϊκών τραγουδιών


14. Η συμβολή του Δημήτρη Βάρφι

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε και ένα ακόμη σημαντικό γεγονός: ήταν ο Δημήτρης Βάρφι εκείνος που «λείανε» αυτό το χειμαρριώτικο μνημείο, όπως λειαίνεται το μάρμαρο των αγαλμάτων, ώστε αυτά να αποκτούν περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη λάμψη και μεγαλύτερη ευκρίνεια ακόμη και στις πιο μικρές λεπτομέρειες.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε δικαιολογημένα να πούμε ότι ο Δημήτρης Βάρφι και το συγκρότημά του, στο οποίο συμμετείχε και ο Πάνο Κοκαβέσι, αποτέλεσαν τη νεωτεριστική συνέχεια του συγκροτήματος του Νέτσο Μούκο. 15. Η ψυχή της ισοφωνίας Για να απολαύσει, όμως, κανείς πλήρως τη χειμαρριώτικη μουσική, πρέπει να έχει υπόψη του δύο βασικά στοιχεία της. Το πρώτο είναι η ισοφωνία του τραγουδιού. Η χειμαρριώτικη μουσική αντλεί όλη την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπειά της από την ισοφωνία. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό το χειμαρριώτικο τραγούδι χωρίς την ιδιαίτερη ισοφωνία του. Το ίδιο το τραγούδι μπορεί να παρομοιαστεί με έναν αετό, αλλά η ισοφωνία είναι ο ουρανός μέσα στον οποίο πετά ο αετός· είναι η θάλασσα πάνω στην οποία πλέει το καράβι. Όλα τα αλβανικά πολυφωνικά τραγούδια διαθέτουν ισοφωνία, όμως η ισοφωνία του χειμαρριώτικου τραγουδιού έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, όχι τόσο ως προς την τονικότητα, όσο ως προς τη γλυκύτητά της. Όλος ο πόνος της χειμαρριώτικης ψυχής έχει ενσωματωθεί σε αυτή την ισοφωνία. Γι' αυτό, μέσα από την ισοφωνία, η ψυχή του τραγουδιστή συνομιλεί με την ψυχή του ακροατή. Αν προσθέσουμε σε αυτό το γεγονός ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι είναι γεμάτο από δάκρυα ψυχής, τότε κατανοούμε γιατί οι ακροατές συγκινούνται τόσο βαθιά και θέλουν να παρασυρθούν μέσα στη δίνη της ισοφωνίας του χειμαρριώτικου συγκροτήματος. Θέλουν να πάρουν μαζί τους, έστω και ένα μικρό κομμάτι αυτής της μελωδίας. 16. Η ισοφωνία ως μουσικό ρεφρέν Η ισοφωνία του χειμαρριώτικου τραγουδιού επιτελεί επίσης τον ρόλο του ρεφρέν. Γενικά, τα κείμενα των χειμαρριώτικων τραγουδιών δεν διαθέτουν ρεφρέν με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Μάλιστα, πολλές φορές δεν έχουν ούτε ομοιοκαταληξία, σε αντίθεση με το λάμπικο τραγούδι, το οποίο στηρίζεται στους ομοιοκατάληκτους στίχους και στο ρεφρέν. Στο χειμαρριώτικο τραγούδι, αυτές τις λειτουργίες τις επιτελεί με τον καλύτερο τρόπο η ίδια η ισοφωνία. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να προσθέσουμε ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι εκφράζεται και διακρίνεται μέσα από τη μελωδία και την ισοφωνία, ενώ το λάμπικο τραγούδι στηρίζεται κυρίως στον στίχο.
17. Ο ρόλος του ρίπτη Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο χειμαρριώτικο τραγούδι είναι ο ρόλος του ρίπτη. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος του ρίπτη υπήρχε στη λαϊκή μας μουσική και πριν από τον Νέτσο Μούκο. Ωστόσο, εκείνος του έδωσε μια πιο καθοριστική και χαρακτηριστική θέση. Μεταφορικά, ο ρόλος του ρίπτη μοιάζει με το κεντρικό κατάρτι ενός πλοίου, πάνω στο οποίο στηρίζονται όλα τα πανιά και στην κορυφή του κυματίζει η σημαία. Το κεντρικό κατάρτι όχι μόνο διατηρεί την ισορροπία του πλοίου κατά τον πλου, αλλά, ως βασικό σημείο στήριξης των πανιών, αντέχει και στη δύναμη του ανέμου που ασκείται πάνω τους, επηρεάζοντας την αύξηση ή τη μείωση της ταχύτητας του πλοίου μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όταν υψώνεται η φωνή του ρίπτη στο χειμαρριώτικο τραγούδι, ακόμη και ο Θεός σταματά στον ουρανό και, μέσα από τα σύννεφα, στρέφει το βλέμμα του προς τη Χειμάρρα για να δει ποιος είναι εκείνος που βροντά σαν τον ίδιο.
Μήπως ήρθε στη γη, στη Χειμάρρα, κάποιος νέος θεός....



Ελληνική προσαρμογή: Migel Flor








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου