Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Poetry - Tanja Ajtic, Serbia/Canada

 


Author: Tanja Ajtic, Serbia/Canada



Ljubica

I miss you, mother, on this quiet, hot summer evening
when everything carries a heightened scent.
I, too, love violets, Mama, and I grow them
on the ledge of the big window.
I miss talking with you about everything,
getting some wise advice from you,
confiding in you like always, and you comforting me.
You loved my poems and stories,
you were my first critic and listener,
and you used to say one can’t make a living from that

— and it’s true —
but that’s how I find myself.

Every time I buy shoes, I think of you,
how you always let me choose them myself,
like a little child — shoes I’d love,
shoes that felt comfortable,
shoes that would take me down the paths of life,
sometimes paths of roses, sometimes paths of thorns.
Your support brought me joy —
it was irreplaceable in all the stages of my life.

You left me too soon, in great pain you departed,
struggling so hard to part
from life into death, and I was there with you every day,
watching you fade and disappear.
I love you.
And though you're not here,

I see you in the mirror when I look at myself.
As I age, I resemble you more and more,
even my gaze is like yours, mother,
and I used to think we were different — now I see we are not.
I miss you on this hot evening,
with open doors and windows,
letting a bit of air flow through after a hellish day,

and I keep thinking —
you left me in the summer,
on a day just as hot as this one.
And then I go to look in the mirror,
to see you through your eyes,
and I know I'm not alone.
We are together.



Biography of Tanja Ajtic, Serbia/Canada


Tanja Ajtic was born in Belgrade, Serbia. She lived and studied in Serbia. She is a poet and writer but she is also an artist. She also deals with fine graphics in the linocut technique. Since 2002, she lives and creates in Canada. Moved to Belgrade, Serbia in summer 2023.

Tanja Ajtic is a member of many groups and associations. In Serbia, she is a member of the prestigious Society of Writers of Belgrade. Her poems and stories have been published two hundred collections (books), anthologies, electronic books and magazines. Her poems have been published in twelve languages. She published her book "Outlines of Love". She participated with books and anthologies at many fairs in the world with other authors.

- She won second prize in Great Britain from the Serbian Library in London (2019).

- She won III World Prize for Excellence "Cesar Vallejo" 2021 in the category of artistic excellence Lima, Peru, by the World Spanish Union of Writers and International Award of Excellence; from the World Spanish Union of Writers, UHE Mexico.

- She won the I International Award of Excellence "Cita Del Glateo" Antonio De Ferrariis, IX edition 2022 – Rome, Italy, a prestigious award in the group of poets for the English language (IX edition of the award for foreign poetry in English) in 2022, Rome, Italy.

- Winners of Foundation Naji Naaman literary prize iz 2023; (21st Edition), from the Republic of Lebanon, Honor Prize (for complete work) for Literary prizes 2023. Poetry for the competition was submitted in three languages: English, French and Arabic.

- Winning the 2023 “Zheng Nian Cup” Literary Award – Third Prize by the Beijing Mindfulness Literature Museum, China.

She is the winner of many awards, diplomas and certificate. She is currently writing poetry, short stories, haiku, gogyoshi poetry as well as graphics artist as a freelance artist.









Poetry Lidia Chiarelli, Italy

 



WHERE DREAMS DWELL


So tremulously like a dream …

(“Clown in the moon” - Dylan Thomas)


In a separate world
dreams are alive.
Constellations of lights and
interstellar sounds attend their birth.
They creep into our minds
through a meandering trail
when the night is darkest.
Like dancing shadows
tremulous they enter
they play, mutate, dominate
are lost in dissociated sequences.
They plunge into the unfathomable
depths of memory
to emerge again.
And when the first blades of light
pierce the sky
they vanish … crumpled, shattered
toward invisible horizons
in echoing silence

Lidia Chiarelli, Italy




Broken Images


A heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter…

(T.S. Eliot: The Waste Land)


Among ears of wheat now dry
there are no red poppies in the fields
of this long hot summer.

The sun rises and sets
on a land of dust
on an endless desert.
And that dazzling light seems to burn
blurred memories and vain hopes.

Waiting for the evening shadows and
for a cool breeze that will not come
we can almost feel how time
shuffles and rushes
our fears towards the final collapse.

In front of us only a heap of broken images:
maybe that’s the last call to save the earth.


Lidia Chiarelli, Italy



Lidia Chiarelli (Italy) is one of the Charter Members of Immagine & Poesia, the art-literary Movement founded in Italy in 2007 with Aeronwy Thomas.

Installation artist and collagist. Coordinator of #DylanDay in Italy.

Award-winning poet since 2011.

Her writing has been published in more than 150 International Poetry magazines and web-sites.








ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "Μάνα ήταν και η Μήδεια, η « Παιδοκτόνος» "

 


Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας

        *Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπoλις" 


     “Η δίκαιη κρίση βέβαια δε φωλιάζει / στα μάτια των θνητών που πριν να μάθουν / καλά το χαρακτήρα κάποιου, μόνο / την όψη του θωρώντας, τον μισούνε, / κι ας μην τους έχει εκείνος διόλου βλάψει» (Ευριπίδης, «Μήδεια», στιχ. 218-22)

          Μπορεί η Μάνα του “Επιταφίου” του Ρίτσου να οδύρεται πάνω από το νεκρό πτώμα του σκοτωμένου παιδιού της. Μπορεί η Μάνα-Παναγιά του Βάρναλη να σκέπτεται μέσα στην οδύνη της για τον θάνατο του γιού της-Ιησού τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να τον κρύψει και να τον σώσει από τους κακούς. Μπορεί η ίδια η Μάνα-Παναγία στον ”Επιτάφιο Θρήνο” (περισσότερο ως ανθρώπινη μάνα και λιγότερο ως μάνα του Θεανθρώπου) της να εκφράζει τον πόνο της με γοερό τρόπο για τον αδικοχαμένο γιο της.


         Πολλά μπορεί… από μία Μάνα ή από όλες τις Μάνες που θρηνούν το νεκρό παιδί τους. Είχαν άλλα όνειρα για το παιδί τους… Θα μπορούσαν να σκοτώσουν όποιον θα τολμούσε να βλάψει το παιδί τους…

         Να, όμως, που κάποια άλλη Μάνα, η Μήδεια, σκοτώνει η ίδια τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άνδρα της, τον Ιάσονα.

         «Ω τέκνα! / κατάρατα μάνας πανάθλιας, / να χαθείτε κι εσείς κι ο γονιός σας / και το σπίτι να πάει κατ΄ ανέμου» («Μήδεια», στιχ. 113-115).

            Η ευριπίδειος Μήδεια κινείται στα όρια του ανοίκειου και του αποκρουστικού από την μία πλευρά και στα όρια της κατανόησης, της συμπάθειας και της λύπησης για όσα πάσχει ως γυναίκα, ως σύζυγος και ως κάτοικος σε μία ξένη χώρα στο βαθμό που περιγράφεται ως “μάγισσα βαρβαρικής καταγωγής”.

        Τραγικό πρόσωπο για όσα πράττει και όσα πάσχει ως γυναίκα και σύζυγος αλλά και ως Μάνα.

         Η Μήδεια προβάλλεται ως ένας άτυπος εκπρόσωπος-σύμβολο ενός ιδιότυπου φεμινισμού ενάντια στην ανδροκρατούμενη εξουσία του Ιάσονα την ίδια στιγμή που χρησιμοποιεί όλες τις μεθοδεύσεις των ανδρών (εγκλήματα - εκδίκηση τιμής).

     “Η Μήδεια είναι βάρβαρη γυναίκα, που συμπεριφέρεται ως Έλληνας άνδρα” (Allan)


           Στο βάθος του ψυχισμού της η Μήδεια μπορεί να είναι μία ευαίσθητη γυναίκα και Μάνα, αλλά ταυτόχρονα και μία πηγή από όπου ξεχειλίζει η λάβα της οργής. Η Μήδεια είναι ένα ηφαίστειο θυμού που ζητά διέξοδο με την  εκδίκηση.

           Σκληρή και αδίστακτη φόνισσα-παιδοκτόνος που ωστόσο καταφεύγει στην «φιλόξενη» Αθήνα με την βοήθεια κάποιου θεού κι έτσι αποφεύγει την ανθρώπινη τιμωρία. Για την θεϊκή τιμωρία αποφασίζουν οι Θεοί της πόλης

       Η Μήδεια είναι μία μορφή φρικιαστική μέσα στην τραγικότητά της και στις πολλές της αντιφάσεις.

          Η προδομένη σύζυγος Μήδεια φαίνεται να αποκτά το ηθικό πλεονέκτημα της εκδίκησης, αλλά όταν σκοτώνει τα παιδιά της διαπράττει Ύβρη που την καθιστά αποκρουστικό πρόσωπο.

          «Γιατί πάντα το μέτρο νικά, φτάνει μόνο / τ΄ όνομά του να πεις κι αν το κάμεις / κυβερνήτη στα έργα σου, / τότε ωφέλειες θα βρεις μοναχά. / πράξεις πάνω  απ΄ το μέτρο ποτέ / στους ανθρώπους δε φέρνουν καλό. / πιο τρανές συμφορές σ΄ ένα σπίτι σωρεύουν, / αν θυμός θεϊκός το χτυπήσει» («Μήδεια», στιχ. 125-130)


           Στον δραματικό μονόλογό της αποκρυσταλλώνονται τα διλήμματα, οι αντιφάσεις και ο εσωτερικός της διχασμός. Ένας διχασμός που δεν επωάζεται στο δίπολο Λογική-Πάθος αλλά στην επιλογή εκείνου του τρόπου και του μέσου  με το οποίο θα επιφέρει το μέγιστο πλήγμα-πόνο στον Ιάσονα. Ο Θυμός της θολώνει το Νου της και φτάνει στην παιδοκτονία.

        «…Πιο μεγάλος / είναι ο θυμός από τα λογικά μου, /  αυτός που τα δεινά γεννάει του κόσμου» («Μήδεια», στιχ. 1079-80)  

      Ο μονόλογός της συνιστά ένα από τα κορυφαία κομμάτια της αρχαιοελληνικής δραματουργίας. Η ωμότητα της πράξης της-παιδοκτονίας κινείται έξω από κάθε κώδικα ηθικών αξιών που ωστόσο προκαλεί στους θεατές τον φόβο και το έλεος. Κι  αυτό γιατί ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Μήδεια» εισχωρώντας στα άδυτα του γυναικείου ψυχισμού καταγράφει και αποκωδικοποιεί τα κύματα των συναισθημάτων μιας γυναίκας που οδηγείται από τη ζήλια της και το εκδικητικό της μένος σε οριακές καταστάσεις (παιδοκτονία)

         Το μητρικό ένστικτο και η μητρική αγάπη υποχωρούν και θρυμματίζονται μπροστά στο πάθος για εκδίκηση.

           Θυσιάζει-σκοτώνει τα παιδιά της για να προκαλέσει τον απόλυτο πόνο στον Ιάσονα, ενώ θα μπορούσε να σκοτώσει τον ίδιο.

     «Γιατί τον άνδρα μου έτσι θα πληγώσω» («Μήδεια», στιχ. 817.)

           ΜΗΔΕΙΑ: Μία Μάνα που με την παιδοκτονία της σχετικοποιεί το σώμα του Δικαίου, της Ηθικής και της Λογικής.

           ΜΗΔΕΙΑ: Μία Μάνα που με τις πράξεις, τα πάθη της και τις θυελλώδεις εσωτερικές της συγκρούσεις  ίσως θα ανάγκαζε τον Αριστοτέλη να ξαναγράψει τον ορισμό της Τραγωδίας.

          ΜΗΔΕΙΑ: Μία Μάνα που μάς υποχρεώνει να ξανα-Ορίσουμε την έννοια του τραγικού και της ανθρώπινης Ύβρης. Σε μια παιδοκτονία πώς μπορείς να ορίσεις τις έννοιες  Νέμεσις και Τίσις; Υπάρχουν οι κατάλληλες λέξεις ή πρέπει  να εφεύρουμε, να πλάσουμε άλλες καινούριες;


                           ΕΥΡΙΠΙΔΗ “Μήδεια”, (στ. 1021-1080 )

                       “Παιδάκια μου, παιδιά μου, για σας υπάρχει

                          πια μια πόλη και ένα σπιτικό,

                        όπου εγκαταλείποντας εμένανε τη δόλια,

                        θα μείνετε παντοτινά έρημα από μητέρα.

                      Κι εγώ θα πορευτώ διωγμένη σ’ άλλους τόπους,

                    πριν σας χαρώ και πριν σας δω να ζείτε ευτυχισμένα·

                      προτού τους γάμους σας και τις γυναίκες σας

                    και τα κρεβάτια σας τα νυφικά να τα λαμπροστολίσω,

                      και πριν του γάμου τις λαμπάδες να τις κρατήσω αψηλά.

                   Άχου η μαύρη, η δύστυχη, άχου αυτό μου το γινάτι!

                     Του κάκου, τελικά, παιδιά μου, σας ανάθρεψα,

                     του κάκου μόχθησα και μ’ έφαγαν οι κόποι

                  και τους σφοδρούς πόνους της γέννας πέρασα.

                   Στ’ αλήθεια, κάποτε η έρμη πολλές ελπίδες στήριζα σ’ εσάς,

                    να με γηροκομήσετε και σαν πεθάνω,

                  με τα χέρια σας να με νεκροστολίσετε,

                   τύχη απ’ όλους τους ανθρώπους ζηλευτή.

                Μα τώρα χάθηκε η σκέψη ετούτη η γλυκιά.

               Γιατί χωρίς να ’χω εσάς, θα ζήσω μια ζωή μέσα στη θλίψη και τον πόνο.

               Κι εσείς δεν πρόκειται τη μάνα σας να τηνε δείτε  πια ξανά

                    με τα ματάκια σας τ’ αγαπημένα,

                   αφού θε να βαδίσετε σε μιαν αλλιώτικη ζωή.

             Αλίμονο, αλίμονο! Τι με κοιτάζουνε τα μάτια σας, παιδιά μου;

                Τι μου χαμογελάτε με το χαμόγελό σας το στερνό;

                Αααχ, τι να κάνω;! Την έχασα, γυναίκες, την καρδιά μου,

                   μόλις αντίκρισα το χαρωπό το προσωπάκι των παιδιών μου.

                  Όχι, δε θα ’χω το κουράγιο…

                   Να πάνε στο καλό όσα σχεδίαζα πιο πριν.

                 Θα πάρω τα παιδιά μου μακριά από τον τόπο αυτό.

             Γιατί, για να πικράνω τον πατέρα τους με τις δικές τους συμφορές,

               να πρέπει εγώ διπλά δεινά επάνω μου να ρίξω;

            Α όχι, όχι βέβαια! Να πάνε στο καλό όσα σχεδίαζα πιο πριν.

            Μα τι παθαίνω, τι; Θέλω να γίνω περιγέλασμα

             αφήνοντάς τους τούς εχθρούς μου ατιμώρητους;

          Πρέπει να το τολμήσω! Μα φταίει η λιποψυχιά μου

             που λόγια μαλακά αφήνω να περνούν μες στο μυαλό μου.

            Πηγαίνετε, παιδιά, στο σπίτι. Κι όποιος δεν το νομίζει

            πρέπον και σωστό να είναι στη θυσία μου παρών,

               αυτό δικό του θέμα. Το χέρι εγώ δε θα το έχω αδύναμο!

                               Αχ, αχ!

                 Αχ μη, καρδιά μου, μη, αυτό το πράγμα μην το κάνεις!

               Άσ’ τα, βαριόμοιρη, λυπήσου τα παιδιά σου.

              Εκεί, μαζί μας ζώντας, θε να σου δίνουνε χαρά.   

                  Μα τους αφανιστές, τους καταχθόνιους του Άδη δαίμονες,

                  ποτέ, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει αυτό,

               ν’ αφήσω στους εχθρούς μου τα τέκνα μου εγώ

                 να τα εξευτελίσουν! Λοιπόν, το δίχως άλλο,

                είναι ανάγκη να πεθάνουν!

                Κι εφόσον πρέπει, θα τα σκοτώσω εγώ,

                εγώ που τα ’φερα στον κόσμο!

               Τα πράγματα τελειώσαν δίχως άλλο,

              και τρόπος να ξεφύγεις απ’ αυτά πια δεν υπάρχει.

            Άλλωστε το στεφάνι τώρα το έχει στο κεφάλι της

           και η βασιλοκόρη νύφη ‒ πολύ καλά το ξέρω εγώ ‒

                  μέσα στα πέπλα αφανίζεται.

             Όμως αφού πλέον πορεύομαι τον πιο πικρό το δρόμο   

        και σε ακόμη πιο πικρό ετούτα τα παιδιά σκοπεύω να τα στείλω,

                   θέλω να τους μιλήσω και να τα χαιρετήσω.

            Δώστε, παιδιά μου, δώστε στη μανούλα σας

                  το χέρι το δεξί σας να φιλήσει.

                Ω λατρεμένο μου χεράκι και τρισαγαπημένο στόμα,

             ω των παιδιών μου αρχοντικό κορμί και πρόσωπο,

            να είστε ευτυχισμένα! ‒ όμως εκεί…

              γιατί τα εδώ πέρα σας τα ’χει ο πατέρας σας στερήσει.

           Ω αγκαλιά γλυκιά, ω δερματάκι τρυφερό

                κι ευφραντική ανάσα των παιδιών μου!

                 Πηγαίνετε, πηγαίνετε. Δεν το αντέχω πια

            άλλο να σας κοιτάζω· τσακίζω από τα βάσανα.

         Και βέβαια, έχω επίγνωση σαν τι κακούργημα μέλλω εγώ να κάνω·

         μα είναι ο θυμός μου από την κρίση μου πιο δυνατός, ναι ο θυμός,

           που φέρνει στους ανθρώπους τα μεγαλύτερα  δεινά”.

             

           Σε έναν άλλο  δραματικό μονόλογο - αυτοεξομολόγησή της η Μήδεια διακηρύσσει την τελική της απόφαση να σκοτώσει τα παιδιά της, αλλά και να δώσει θάρρος στον εαυτό της για την φρικτή της πράξη:

        "Φίλες, το έργο το ΄χω αποφασίσει. / γοργά τα τέκνα σφάζω κι απ΄τη χώρα / θα φύγω. Δε θ΄αφήσω αργοπορώντας / απ΄άλλο χέρι πιο εχθρικό να πάνε. / Ανάγκη πάσα να πεθάνουν. Πρέπει / να τα σκοτώσω εγώ που τα ΄χω κάμει. / Εμπρός, καρδιά μου, θάρρος, ετοιμάσου. / Γιατί αργείς το φοβερό να πράξεις / μοιρόγραφτο κακό; Παντέρμο χέρι, / πάρε το ξίφος, πάρε το, προχώρα / ν΄αρχίσεις μια ζωή γεμάτη πόνο, / και μη δειλιάσεις, μήτε να θυμάσαι / πως είναι τα μονάκριβά σου τέκνα / και πως εσύ τα ΄χεις γεννήσει. Μόνο / γι αυτή τη μέρα ξέχνα τα παιδιά σου / κι ύστερα τα θρηνείς. Τι κι αν τα σφάξεις, / ήταν για σένα πάντα αγαπημένα. / Πόσο δυστυχισμένη γυναίκα πάω να γίνω" (στιχ. 1236-1250).










ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ "ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ ΖΩΗΣ"




Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το βλέμμα σου που πυρπόλησε
τις μικρές μου κοινές και ήσυχες ημέρες,
που σημάδεψε τις βολικές μου μικροχαρές
και με παρέδωσε,
φλογισμένο, γυμνό στον καιρό
να προλάβω ν’ αποκαλυφθώ.

Ήταν ξάφνισμα ζωής
το γέλιο σου που ψιθύρισε
τα μικρά και μεγάλα μυστικά σου,
που τραγούδησε τις γλυκές και πικρές σου στιγμές
και με προσκάλεσε,
στα ψηλά της ψυχής τ’ αγνάντια
να μπορέσω να καθρεφτιστώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το φιλί σου που στάλαξε
πόθο και πάθος στ’ απείθαρχο κορμί μου,
που ταξίδεψε τις άναρχες προσδοκίες μου
και με οδήγησε,
αληθινό και γεμάτο στις μνήμες σου,
στον έρωτά σου ν’ απολογηθώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
ο λόγος σου που γέμισε
το κάθε πρώτο μου και ύστερο κενό,
που ξεφύλλισε το άνθισμα της λαχτάρας
και γλύκανε,
το φόβο, το ρίγος του καημού,
απ’ τη χαρά να μην παραιτηθώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το φως που με τύλιξε
σαν βγήκα τ’ ουρανού και του ήλιου ικέτης,
που μ’ οδήγησε στο βωμό της ψυχής σου
και φώτισε να μπω,
ω! Ιέρεια και μούσα, στο δικό σου ναό,
τον έρωτα να προσκυνήσω.

Γιώργος Αλεξανδρής


Από τη συλλογή "ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ -Ω"
www.alexandris23.net








Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου «βαθιά βιώματα με ειλικρίνεια και αλήθεια» - Κριτική στο βιβλίο της Λίας Σιώμου, «Ωσεί άνθος του αγρού»

 



«βαθιά βιώματα με ειλικρίνεια και αλήθεια»

Γράφει η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου // *



Λία Σιώμου, «Ωσεί άνθος του αγρού», εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα 2024.


Η συλλογή με τον τίτλο «Ωσεί άνθος του αγρού» είναι η δέκατη ποιητική συλλογή της Λίας Σιώμου. Με το προλογικό της πεζολογικό σημείωμα υπό τον τίτλο

«Προορισμοί» η δημιουργός μάς προϊδεάζει για τον στόχο του έργου: θα γίνει το μέσο που θα κάνει τη ζωή ενδιαφέρουσα στα μονοπάτια που αχνάρια ακολουθούμε καθημερινά πανομοιότυπα ή θα αποτελέσει ένα αλλιώτικο τραγούδι ώστε ο καθένας προορισμό του (να) κάνει. Από το σημείωμα αυτό αποκαλύπτεται η διάθεση της ποιήτριας να προσεγγίσει το θέμα της με λυρική διάθεση σε μία ακόμη δοκιμή έκφρασης αλλά και η σκοπιμότητα έμμεσης σύνδεσης με την πατρίδα. Η Λία Σιώμου από την ξένη γη, στην οποία κατοικεί και επιστημονικά προοδεύει για δεκαετίες, επιδιώκει τον μόνιμο δεσμό με τη γενέθλια γη της μέσω της τέχνης της.

Η παρούσα συλλογή περιέχει είκοσι επτά ποιήματα κατανεμημένα σε τρεις ενότητες (έξι – επτά- δεκατέσσερα) στα οποία αποτυπώνονται ενδόμυχες ανησυχίες, βαθιά συγκίνηση και δημιουργική νοσταλγία με αφορμή και την πατρίδα που η ποιήτρια άφησε πίσω της.

Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Ούτως Εξανθίσει» κυριαρχεί ως σκηνικό η λίμνη, χωρίς να ονομάζεται. Πρόκειται άραγε για νερό περίκλειστο που δεν οδηγεί πουθενά ή για νερό που ίσως εξαγνίζει αναμνήσεις, φόβους, άρρητα μυστικά και όνειρα; Στο ποίημα «Τα νερά της λίμνης» (σ. 15) οι στίχοι

Αυτά τα νερά της λίμνης, ήρεμα, βαθιά…

Αστραφτερά κάτω από τον ήλιο

Ασημί κάτω από το φως του φεγγαριού.

Με τους ανέμους κινούμενα.

Αγκαλιάζοντας μυστικά, λύπες

κι όνειρα χαμένα στα βάθη τους.

φανερώνουν τη διάθεση του ποιητικού υποκειμένου να μοιραστεί με τον αναγνώστη τις αγωνίες του πλαισιωμένες από περιγραφές του τοπίου, της χλωρίδας και της πανίδας του: ιτιές που κλαίνε, Καναδικές χήνες και κύκνοι λευκοί, ερωδιοί και αφελή περιστέρια / που τιτιβίζουν τη χαρά τους.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο τίτλος της συλλογής και των επιμέρους ενοτήτων είναι εμπνευσμένοι από την εκκλησιαστική γραμματεία, συγκεκριμένα από τον 102ο και 101ο ψαλμό, και όπως εκεί κι εδώ διεκτραγωδείται το εφήμερον του ανθρώπου, η βραχύτητα της ανθρώπινης ζωής. Συνειρμικά η σκέψη μας συναντά για το ίδιο θέμα τον Όμηρο, οἵηπερ φύλλων γενεή τοιάδε (Ζ΄146), τον Μίμνερμο, ἡμεῖς δ’οἷα τε φύλλα (2W) και τον Πίνδαρο, σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος (Γ΄ Πυθιόνικος VIII 95. Σε αυτή την τραγική αλήθεια της ανθρώπινης ζωής «χτίζει» και η Λία Σιώμου, γιατί ούσα στην ωριμότητα, πλήρης γνώσεων και εμπειριών, κατανοεί βιωματικά το περιεχόμενο αυτής της αλήθειας.

Παρελαύνουν στην ενότητα αυτή σκιές περασμένες, αγαπημένοι που έφυγαν, όπως Εκείνος που μάκραινε, χανόταν / στης νύχτας το σκοτάδι σιωπηλός. Εδώ μια άλλη λίμνη ονοματίζεται, Αχερουσία, λίμνη όπου το πέρασμα /στην άλλη όχθη /είναι πικρό και γυρισμό δεν έχει (σ. 23). Είναι εναργές το μήνυμα της απώλειας και ο πόνος που εξαιτίας της γεννιέται και βαραίνει την ψυχή, αλλά και η πάντα υπόρρητη απειλή για την απώλεια της προσωπικής απώλειας καθώς ο βαρκάρης της Αχερουσίας /προσμένει /και τη δική μου τη ζωή /θαρρείς καραδοκεί (σ. 32). Πολύστιχα ποιήματα με χρονολογικές ενδείξεις καταγράφουν επίσης τις επιπτώσεις της απώλειας σε τόπους και προσωπικούς χώρους, εκτός από τους ανθρώπους, όπως είναι τα άδεια δώματα της εστίας (σ.33), το σπίτι κάτω απ’ τα πανύψηλα πεύκα (σ.33), οι πολύχρωμες αζαλέες, οι κρανιές και οι μυρτιές. Όμως κι αυτές οι αρνητικές συνέπειες της απουσίας συνιστούν ιδιότυπη παρουσία, μια ρομαντική παρουσία που γίνεται αισθητή δια της τέχνης. Γίνονται παραμυθία οι μνήμες περασμένων ευτυχισμένων στιγμών που δρουν λυτρωτικά και επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά ότι το ποιητικό φαινόμενο εδράζεται και στη μνήμη τροφοδοτούμενο από αυτή και μαχόμενο πάντοτε εναντίον της λήθης.

Στην τρίτη ενότητα, «Ως στρουθίον μονάζον», συναντάμε το αίσθημα ματαίωσης που αναπτύσσεται πάλι με τον ποιητικό τρόπο της Λίας Σιώμου: έντονος λυρισμός, περιγραφή της φύσης, νοσταλγία για τα περασμένα, κεκαλυμμένος φόβος για το επέκεινα. Όπως δηλώνει και ο τίτλος της ενότητας η μοναξιά κυκλοφορεί ανάμεσα στους στίχους, απουσιάζουν παιδιά που μεγάλωσαν κι αναζήτησαν τους δικούς τους προορισμούς (σ. 50), και τώρα το παρόν σφραγίζεται από μοναχικά μονοπάτια (σ.52) με μόνη συντροφιά παρηγορίας αναμνήσεις συγκεντρωμένες (σ.σ.53,59) σε περιβάλλον αδιατάρακτης ηρεμίας που συχνά αποβαίνει φορτική ρουτίνα, όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Περί νηνεμίας» (σ. 54). Τα ποιήματα με τους τίτλους «Περί αναπαύσεως» (σ.56) και «Πού έδυ σου το κάλλος» (σ.57) υποβάλλουν με την περιγραφή της φθοράς των σωμάτων, εκείνου κι εκείνης, φθορά που απομυζά ακόμη και την επιθυμία για ζωή: Κι η επιθυμία της για τη ζωή / φευγάτη, ελάχιστη (σ. 57). Σπαρακτική η διαπίστωση εν τέλει με τον ήρεμο στίχο Καιρός για αναχώρηση (σ. 58) και η κορύφωση της τραγικότητας συντελείται στο ποίημα «Εις κονιορτόν τελειούμεθα…» (σ. 61).

Η Λία Σιώμου καταγράφει βαθιά βιώματα με ειλικρίνεια και αλήθεια, συνθέτει με τρόπους που ακουμπούν στην παραδοσιακή αλλά και στη σύγχρονη ποίηση, την ενδιαφέρει να «κυκλοφορεί» εσωτερικός ρυθμός στα ποιήματά της. Διαβάζοντας έργα της συναντάς μια τέχνη που δεν μπορείς να την ξεχωρίσεις από τη δημιουργό, γιατί όσα την καθόρισαν ως προσωπικότητα, όσα βίωσε ως εμπειρία ζωής, όσα την απασχολούν ως νοήμονα άνθρωπο αποτυπώνονται στους στίχους της με ενάργεια, τρυφερότητα, θα έλεγα και με σοφία, και με μια παρηγορητική νοσταλγία. Χρειαζόμαστε τέτοιες αποτυπώσεις, ανυπόκριτες και πλήρης γνήσιου βιώματος.



*Η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου κατάγεται από την Αμαλιάδα. Σπούδασε Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών (EKΠA), παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και είναι αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Υπηρέτησε στη Β/θμια και Γ/βάθμια Εκπαίδευση στην Ἑλλάδα και στη Γερμανία. Έχουν εκδοθεί η διατριβή της (Η γυναικεία δράση στον Ευριπίδη: εκδίκηση κι επιβολή, Μήδεια, Ιππόλυτος, Εκάβη, Αθήνα 2000), βιβλία για την Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση και τον Ευριπίδη, μελέτες της για φιλολογικά θέματα. Έχει μεταφράσει αποσπάσματα Γερμανών ποιητών (Χάινε, Μέρικε, Αννέτ Φον Ντρόστε-Χίλσχοφ). Κυκλοφορούνται έξι ποιητικές της συλλογές (Βορείως του Νότου, 2005, 30 και 1 Νυχτερινές Ἀντανακλάσεις, 2008, Τόπος ἔνδον 2012, Φάος, φάος Φῶς 2015). Η συλλογή Πορεῖες κατάδυσης, εκδ. Περισπωμένη 2020, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο «Λάμπρος Πορφύρας 2021», Τῆς Γραφῆς, εκδ. Περισπωμένη 2023.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://www.fractalart.gr/