Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα…
Νίκος Καρούζος –ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ 

Graciela Rodo Boulanger - Holiday on Wheels

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ - Τα ποδήλατα


Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν
με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο
δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που
άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας,
εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ' τις κορφές των
δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο
κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας
γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα
αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά



Didier Lourenco art

Κωστής Γκιμοσούλης - Οι ποδηλάτες ζωγραφίζουν την άσφαλτο


Οι ποδηλάτες με τα πόδια
με τα πνευμόνια
με το νου και την καρδιά
ενώ εσύ μονάχα με την πονηριά σου
και τον καπνό του τσιγάρου σου
γεμίζεις το δωμάτιό σου
γεμίζεις το φτερό του δελφινιού.
Οι ποδηλάτες ζωγραφίζουν την άσφαλτο
το καπέλο τους μοιάζει με πεπόνι
με ημισέληνο
με φεγγάρι ολόκληρο
που φοβάσαι να κοιτάξεις
λες και φταίει αυτό
ανοίγει πέταλα σαν λουλούδι
της νύχτας
τα βάφει όλα άσπρα
ακόμα και τις εσωτερικές ρυτίδες
\που ποτέ μην αποκτήσεις
και αν τις αποκτήσεις
μην τις φοβηθείς
τίποτα μη φοβηθείς
ο φόβος μοιάζει με ιό.
Τίναξε τις ρυτίδες από πάνω σου
δεν είναι ένα ωραίο ψέμα – μπορείς.
(Από το βιβλίο «Τα παράξενα που δεν ξεχνάμε», εκδ. Καστανιώτη, 2014)



Didier Lourenco art

Γιάννης Δάλλας - Ποδηλάτης

Ερχόταν από μακριά πολύ μακριά
Σαν υπνοβάτης σαν αερικό
Στη σέλλα ενός φανταστικού ποδήλατου
Δίχως φτερά
ποδηλατάρης-ποιητής
ώσπου με μια ορθοπεταλιά μπήκε
και χάθηκε
πίσω απ’ τα σύδεντρα ενός σύννεφου


Art by Kim Frank Fujiwara 

Γιώργος Δουατζής - Κόκκινο

Κόκκινο ποίημα
Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
αίμα, χρώμα
κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο
αλλά κι αν ήτανε κρασί
κόκκινο, κατακόκκινο
και μεθυσμένο το ποίημα
αιμόφυρτο θα έδειχνε

σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
που σκουριασμένο στο υπόγειο
ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
με ματωμένες αταξίες


Η Ποίηση είναι, μην ανησυχείς
φεύγει μόνο με αποδόμηση κυττάρων
κι ίσως με τη σιωπή της γνώσης
κάνει τα όνειρα αληθινά
κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα



Didier Lourenco art

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ - ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παληούς καημούς
και οι δώδεκα Αποστόλοι
κάθησαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί γιά μένα
μέσα στη κακοκαιριά

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παληούς καϋμούς
και οι δώδεκα Αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί γιά μένα
μέσα στη κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή



Painting by Jane Whiting Chrzanoska

Οδυσσέας Ελύτης  - Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που `κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που `χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που `πεσε απ’ το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.
Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που `μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού `ναι
πού `ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ’ έχασα
τ’ αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της.




On Patriarchal Pond  - Vladimir Gusev

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε.
Οι δρόμοι είναι λευκοί.
Τ’ άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος. 


Oleg Tchoubakov art 

Χλόη Κουτσουμπέλη - Αδυναμία

«Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο
ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού
σούρουπο με ένα αεροπλάνο,
αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια
και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία
δέσε ένα ποδήλατο
πίσω από ένα σμάρι πουλιά
και πέταξε να ρθεις κοντά μου.
Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος.»

(Από τη συλλογή «Κλινικά απών», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)



  Vladimir Gusev art 

 
Χρίστος Λάσκαρης - ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΝΤΑΙ

Οι ευτυχισμένες μέρες
αντιστέκονται
στο σημερινό κενό.
οι παλιές ευτυχισμένες μέρες
πάνω σε ποδήλατα.






 Repairing the bicycle c 1889, by John Quinton Pringle ...


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ - ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Στον Βασίλη Λαλιώτη

Χθες το πρωί
σού κλέψαν το ποδήλατο
‘Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο’,
σχολίασε κάποιος φίλος ποιητής.

Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει ‘είσαι ελεύθερη’
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της

(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι)




 André Deymonaz art

Γιάννης Πατίλης - ΖΕΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ-22

Τι είσαι ποδήλατο;
Ερώτηση ή απάντηση;
Ρωτάς τον κόσμο ή του απαντάς;


Στέκεις άθικτο.
Κι όμως τίποτα άθικτο
Δεν υπάρχει στον κόσμο.
Εκτός αν εξαιρέσουμε τον κόσμο ολόκληρο.
Άρα τίποτα.

Μόνο στίλβουσα πρόκληση.
Κοίτα, όμως, εμένα.
Καθώς καπνίζω το τσιγάρο μου
Πίσω απ’ το τζάμι.

Τους κουρασμένους ώμους μου
Τα γένια.
Τι άχρηστος
Τι μεταχειρισμένος
Τι ποδήλατο.


Γιάννης Πατίλης, «Ζεστό μεσημέρι», 1984 –συγκεντρωτική έκδοση «Ταξίδια στην ίδια πόλη» [Ποιήματα 1970-1990], εκδ. Ύψιλον/βιβλία



 le marché d'après un tableau de André Deymonaz

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ - ΣΕ ΒΡΙΣΚΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

ΙΧ


Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
με αυτοκίνητο
άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
κουρελού ζητιάνα
σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
 απόσπασμα




André Deymonaz art 

Γιάννης Ρίτσος - Η δίψα και το ανένδοτο άστρο (απόσπασμα)

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ πλατάνια κι ο Ταΰγετος
η καμπάνα μιλώντας εκείνα που ποτέ δε μιλήσαμε
κι αυτή η μεγάλη σκιά που αλλάζει όλο το φως σε κατάνυξη.

Είναι ο έρωτας κάτου απ’ το βράχο,
Μέσα στο βράχο,
πάνου απ’ το βράχο.

Τι θα προσθέσεις αν μιλήσεις ή αν σωπάσεις;
Το προσωπείο είναι ίδιο με το πρόσωπο. Δε θα κρυφτείς.
Και κάθε βράδι το ίδιο αστέρι
βάζει φωτιά
και στις τέσσερις γωνιές του ύπνου μας.

Ο ΦΟΒΟΣ είναι ο χρόνος – έλεγε.
Τίποτ’ άλλο. Χαμήλωνε τα μάτια.

Ένας νέος μ’ ένα ποδήλατο
έσκισε τη νύχτα.

Ύστερα άναψαν τα φώτα.
Έφυγε μ’ ένα ποδήλατο κάτου απ’ τα δέντρα.




My Red Bicycle Painting by Trudi Doyle

Γιώργος Φράγκος - ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ 

Στη μνήμη του πατέρα μου

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένιο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πίσ’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.




Leonid Afremov · Lonely bicycle

Κυριάκος Χαραλαμπίδης - ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ 1880

Από ψηλά περνούσε ο θεός με το ποδήλατο·
τα γένια του μπερδεύονταν μέσα στα σύννεφα.
«Ο κύριος Υπατίδης», είπα, ότι έλαχε
στην ώρα επάνω να διαβάζω για το εμβόλιο
ενάντια στον ιό της ηπατίτιδας.

Όχι, μου λέει αυτός, εμένα δεν με ξέρουν
του κεφαλιού μου οι τρίχες, βούλωσ’ το λοιπόν.

Τι να ’κανα; σωπαίνω, με κεφάλι να!
Γιατί μου φάνηκε πως είχε και μπαστούνι
για να χτυπάει την μπάλα· μου ’ρθε κατακούτελα.
Κι όπως από τη μύτη μου το αίμα
έρρεε και ξωμάκραινε απ’ το σώμα μου,
εγώ δεν είχα πού να στηριχτώ.

Πήγα στο Διάβολο και το και το.

Άκου, μου λέει, σε ξέρω από μικρό,
είσαι καλό παιδί, μια συμβουλή σου δίνω:
Άμα ξαναπεράσει πάνω σε ποδήλατο
πάρε αυτό που βλέπεις το καρφί
και τρύπησέ του το να σε θυμάται.

Ευχαριστώ και πήρα το καρφί
και τρύπησά του τον τροχό του ποδηλάτου
κι απ’ το πολύ να με θυμάται με κατήντησε
να μην μπορώ να σταματήσω – γράφω ποιήματα
και πάλι το αίμα ξωμακραίνει από το σώμα μου.

Λύση καμιά. Διαβόλου θεραπεία
σαν πήγα να γυρέψω, κόβω τα ήπατά μου.
Καλά να πάθω, και σας συμβουλεύω –
σας ξέρω από μικρούς, σας αγαπώ πανάθεμα –
να μ’ αποφεύγετε, σαν διάολος το λιβάνι.




Artwork by Yuko Shimizu,

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ - ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Το παιδικό ποδήλατό μου,
ο άλλοτε απαστράπτων Πήγασος
που απογειωνόταν μόλις τον καβάλαγα,
έχει για πάντα τώρα υπογειωθεί.

Κι ας λέω ψέματα,
αδιάκοπα,
στον εαυτό μου και σ ‘εκείνο,
πως, κάποια μέρα, θα του αλλάξω λάστιχα,
απ’ τη σκουριά του θα το γδύσω,
θα το λαδώσω και θα το γυαλίσω
κι όλο τον κόσμο μαζί του θα γυρίσω.

Το παιδικό μου ποδήλατο έχει για πάντα υπογειωθεί.
Το ξέρω και το ξέρει.



 Art by Irene Sheri


Αντώνης Σαμαράκης - Το ποδήλατο



 Katya Gridneva, 1965 
«Απόγευμα. Σάββατο απόγευμα, γεμάτο φως. Απρίλης.
Στην αυλή είχανε μαζευτεί κάμποσοι. Είχαν έρθει και από τα γειτονικά σπίτια, κάτι γυναίκες κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια.
—Απαρτία έχουμε σήμερα, είπε ο παππούς, που είχε βγει κι αυτός στην αυλή τσουλώντας την καρέκλα του με τις ρόδες.
Το πόδι του, το αριστερό, ήτανε χρόνια παράλυτο.
Το αγόρι δούλευε πυρετωδώς. Γυάλιζε τώρα το τιμόνι. Οι άλλοι, γύρω του, χαζεύανε το ποδήλατο, που ήτανε το γεγονός της ημέρας στην αυλή. Σε λίγο, θ’ ανέβαινε το αγόρι στο ποδήλατο, και υστέρα . . . υστέρα θα χαλούσε ο κόσμος! Θα έκανε βόλτες σ’ όλη τη γειτονιά, όλοι θα το καμαρώνανε πάνω στ’ ολοκαίνουριο ποδήλατο, που το είχε φέρει πριν από μισή ώρα μόλις.
— Θα έχουμε πρεμιέρα απόψε, είπε ο ηθοποιός, που έμενε στο δωμάτιο δίπλα στο κοτέτσι.
— Την παρθενιά θα του πάρει απόψε, είπε ο οξυγονοκολλητής, που ό,τι είχε γυρίσει.
Η γυναίκα του τού έριξε μια άγρια ματιά, μα τα δυο κορίτσια που δουλεύανε στο υφαντουργείο κοιτάχτηκαν με νόημα και χαμογελάσανε.
Στο μεταξύ, το αγόρι δεν έδινε προσοχή σε ό,τι γινότανε γύρω του. Γυάλισε το τιμόνι, το σκελετό, τα πετάλια . . .
Δεκαπέντε χρονώ, μελαχρινό, λυγερό, δούλευε από δώδεκα χρονώ σ’ ένα μηχανουργείο.
Εκείνο το απόγεμα, είχε κάνει πραγματικότητα το μεγάλο του όνειρο: να πάρει ποδήλατο. Δυο χρόνια αγωνίστηκε γι’ αυτό. Στερήθηκε τα πάντα: το σινεμά, το ποδόσφαιρο, ακόμα και το τσιγάρο που τραβούσε πότε πότε, στη ζούλα. Στο μηχανουργείο δούλευε υπερωρίες, τσακιζότανε στη δουλειά, γύριζε το βράδυ λιώμα από την κούραση, μα τ’ όνειρο του τού έδινε κουράγιο και δε λύγιζε. Και να που ήρθε η ώρα ! Εκείνο τ’ απόγεμα, Σάββατο απόγεμα, σκόλασε από το μηχανουργείο λίγο νωρίτερα, πήγε στο μαγαζί, έδωσε ένα μάτσο λεφτά προκαταβολή, το υπόλοιπο θα τόδινε με δόσεις, κάθε μήνα, πήρε το ποδήλατο, και τώρα, στην αυλή . . .
—Άτιμο ποδάρι ! είπε ο παππούς. Av δεν ήσουνα του λόγου σου, θάκανα κι εγώ μια βόλτα.
Και χάιδεψε τα γένια του.
Painting by Lana Moes
— Μωρέ σεις, έπρεπε να ξουριστώ μέρα πούναι σήμερα ! φώναξε. Βάλτε νερό να ζεσταθεί, γρήγορα !
Η νύφη του, η μάνα του αγοριού, έτρεξε κι άναψε το καμινέτο.
Έλειπε ένας : ο πατέρας του παιδιού. Τον είχανε πιάσει οι Γερμανοί σ’ ένα μπλόκο, στην Κατοχή, και τον εκτελέσανε δυο μήνες αργότερα.
Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Όλα ήταν έτοιμα. Το ποδήλατο άστραφτε ολάκερο. Τέσσερις σημαιούλες κυμάτιζαν πάνω του.
Ο παππούς, φρεσκοξυρισμένος, είχε κοπεί δυο φορές στη βιασύνη του, ήτανε τώρα έξω από την ξύλινη πόρτα της αυλής και γύρω του όλοι οι άλλοι.
Η μάνα, με την ποδιά στη μέση, έκανε πως κάτι της μπήκε στο μάτι τάχα, για να σκουπίσει, με τρόπο, το δάκρυ που είχε κυλήσει.
Τα πιτσιρίκια είχανε ανοίξει κάτι πελώρια στόματα, χαζεύοντας. Από τη συγκίνησή τους, τρέχανε οι μύτες τους.
Όλα ήταν έτοιμα. Το ποδήλατο, το αγόρι, και οι άλλοι.
Πλύθηκε, άλλαξε, έβαλε το χρωματιστό καρρώ πουκάμισο και το γκρι παντελόνι που το είχε για τις Κυριακές.
Όλα ήταν έτοιμα. Μα όχι, έλειπε κάτι, που ήρθε κείνη τη στιγμή : ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, που το χέρι ενός κοριτσιού το έβαλε στο τιμόνι. Τα μάγουλα του αγοριού γινήκανε πιο κόκκινα κι από το τριαντάφυλλο. Και ξεκίνησε . . .
Στην αρχή, πήγαινε αργά, σαν τον καβαλάρη που πρωτοκαβαλάει ένα άλογο και θέλει να το γνωρίσει. Μα ύστερα πήγαινε όλο και πιο γρήγορα.
Τώρα είχανε μαζευτεί κι άλλοι μπροστά στην εξώπορτα της αυλής. Ήτανε κάτι καινούριο για τη φτωχογειτονιά τούτο το ποδήλατο. Κάτι που ήρθε να ταράξει τα στεκούμενα νερά.
Το αγόρι έτρεξε πρώτα στο δρόμο, που ήτανε μπροστά στο σπίτι του, υστέρα χάθηκε στη γωνιά, σε λίγο ξαναφάνηκε από δεξιά και ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι του, ξαναχάθηκε στη γωνιά και σε λίγο φάνηκε από αριστερά και ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι του . . .
Κοίταζε καμιά φορά, έτσι καθώς έτρεχε, τους ανθρώπους μπροστά στην εξώπορτα της αυλής που σαλεύανε ψηλά τα χέρια τους και φωνάζανε, μα οι φωνές τους φτάνανε στ’ αυτιά του σαν ένα βαθύ βουητό. Και ξεχώριζε το κορίτσι, που είχε βάλει στο τιμόνι το κόκκινο τριαντάφυλλο.
Άρχισε τις ακροβασίες σε λίγο. Έτρεχε χωρίς να βαστάει το τιμόνι τώρα. Οι άνθρωποι μπροστά στην εξώπορτα της αυλής ενθουσιάστηκαν ακόμα πιο πολύ, τα χέρια τους σαλεύανε ψηλά και φωνάζανε ακόμα πιο δυνατά.
Το αγόρι ζύγωνε τώρα στην κορυφή του θριάμβου του. Έτρεχε, έτρεχε . . . Και κοίταζε τους ανθρώπους που ήταν εκεί, έβλεπε τα χέρια τους που σαλεύανε ψηλά, άκουγε τις φωνές τους, ξεχώριζε το κορίτσι που είχε βάλει στο τιμόνι το κόκκινο τριαντάφυλλο, και τη στιγμή που κατηφόριζε το φορτηγό των τριών τόννων οι άνθρωποι το είδανε, μα το αγόρι δεν το είδε, κοίταζε τους ανθρώπους κείνη την ώρα, είδε τα χέρια τους που σαλεύανε ακόμα πιο ψηλά, άκουσε τις φωνές τους ακόμα πιο δυνατές, θάρρεψε πώς ήτανε από τον ενθουσιασμό τους που είχε κορυφωθεί, είδε ακόμα μια φορά το κορίτσι, το κορίτσι που είχε βάλει στο τιμόνι το κόκκινο τριαντάφυλλο, άξαφνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήρθε μπροστά στα μάτια του, άξαφνα ολάκερος ο κόσμος γίνηκε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.»
(Ζητείται Ελπίς, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008)

Fyodor Shapaev.Rural postman 1959. 

Σταύρος Σταυρόπουλος - Σπασμένα ποδήλατα

Oleg Tchoubakov
ΠΟΔΙΑ κολλημένα στη λάσπη. Των άλλων. Αλλά με έναν ίλιγγο που είναι αγάπη. Θα πάω. Εγώ θα γίνω η αιτία να δουν τον συμβολισμένο τους θάνατο. Αγονάτιστος και αποτροπιασμένος. Και με μιαν αγέρωχον -ως καμινάδα- παύσιν συνειδήσεως, κεκρυμμένην. Να φεύγω ως να μην επιτρέπεται άλλο να δω.
ΑΥΤΗ η λύπη του χαρτιού. Ανεβαίνει. Οπως στάθμη σκοταδιού, αλλά και όπως έργο μηδέν. Που γίνεται όλα. Μέσα του λαμπυρίζει με τινάγματα και αναψοκοκκινισμούς ο χαμένος κόσμος. Και από τα σάλια των ανθρώπων. Θα βγει.
ΑΝΟΙΞΑ το παράθυρο να δω έξω. Μια μαλακή παρέλαση. Μπορείς να τους μαζέψεις. Να διπλώσεις το πλαστικό στέρνο των σπιτιών τους, το αθεράπευτο, χωρίς επιθυμία, πρόσωπο που κοιτά τις πατημένες ζωές. Χωρούν όλοι σε ένα συρτάρι χαλασμένα παιχνίδια.
ΜΕΤΑ, στα σανίδια της πόλης. Ενα μασκέ Σαββατοκύριακο, ντύθηκαν αγωνιστικά αυτοκίνητα. Κι έσπασαν όλα μου τα ποδήλατα. Ομως τώρα θα τους διαλέξω. Εγώ. Να εκτελέσουν αυτό που έρχεται, με μεγαλωμένο φόβο. Θα τους διαλέξω. Να διαλυθούν. Να ωριμάσουν λαμαρίνες.
ΒΡΕΧΕΙ μείον. Η βροχή κάνει θρόμβους και σπάει. Ξεκούμπωσε από πάνω μου τον καιρό. Αν ακουμπήσω την πόρτα θα γίνει ποτάμι. Είμαι ο μολυβένιος στρατιώτης. Εχω δυο καθρέφτες, έναν μπροστά, έναν πίσω. Καμία μπαλαρίνα. Κανένα χέρι. Βλέπω τη νύχτα με χάλκινα δάχτυλα να μιλάει ποδήλατα. Εζησε όλες τις ηλικίες της μέρας όρθια, πριν γίνει νύχτα. Οταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου, κάνει σκοτάδι. Ασπρο, πανάκριβο σκοτάδι από αγάλματα.
ΤΟ πιο φωτεινό μέρος είναι εκείνο που δεν σου επιτρέπει να δεις όσα γνωρίζεις.
ΥΣΤΕΡΑ ήρθε. Επειτα από ώρα. Αυτό που όλο εμετρούσε το φως και δεν έφτανε. Εγειρε πάνω μου σαν αναπνοή παιδιού. Είναι βαρύ το φως γιατί είναι η τελευταία άγνωστη άγκυρα. Το κουβάλησα με κόπο. Το φόρτωσα στο σπασμένο μου ποδήλατο. Ολοι έβλεπαν έναν παράξενο μεταλλικό σκελετό που αναβόσβηνε, να κινείται. Πέρασε μέσα από τα αυτοκίνητα και επήρε τη ζωή τους. Καθώς εσέρνονταν τα οδήγησε. Και τα επέθανε σαν ταραγμένα, μέσα σε εξαντλημένους δρόμους και καπνούς.
ΕΙΔΑ μια σιωπή. Που φοβάται και γίνεται, προς ένα άγνωστο μέρος παιδί. «Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε, αραίωσε. Ξεψύχησα πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος» (1).
ΜΑΖΕΨΑ τη χυμένη ζωή και άνοιξε. Ο κύκλος της επιστροφής. Τότε βγήκε μια ώρα στον ουρανό, σαν φεγγάρι. Και ήταν αιώνια. Μια ώρα χωρίς χρόνο, χωρίς καπάκι. Ηταν ανοιχτή, σαν τη ζωή μου.
ΟΤΑΝ αναγκάζεσαι να σκεπάσεις τα όρια, αυτά σε εκδικούνται.

Gleb Goloubetski "Bicycle"

ΜΟΥΣΙΚΗ 


Στίχοι: Άρης Δαβαράκης
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
1. Κώστας Μακεδόνας

Παίρνω ένα ποδήλατο και φεύγω για τ’ αδύνατο
κρατάω στο χέρι το κλειδί
πιάνω το τιμόνι ο σφυγμός μου δυναμώνει
το έργο κάπου το `χω ξαναδεί

Ήμουν μικρό παιδάκι με καθαρή καρδιά
είχα τ’ όνειρό μου, το ποδήλατό μου
κι όλα έμοιαζαν σωστά
έγινα δεκάξι, κι όλα ήταν εντάξει
είχα μια ζωή μπροστά

Το ποδήλατό μου, ήταν πάντοτε δικό μου
και με πήγαινε πολύ μακριά
μέσα στη Σαχάρα, σαν την πιο βαθιά λαχτάρα
μ’ οδηγούσε πέρα απ’ τη χαρά

Και τώρα στον αγώνα, ξανά απ’ την αρχή
Φόρτσα στο πεντάλι, να `ρθουνε κι οι άλλοι
πάμε για ορθοπεταλιές
τα ποδήλατά μας, όπως τα όνειρά μας
ξέρουν από ανηφοριές

Blue Bicycles - Painting by Veronika Benoni


Στίχοι: Ελένη Βιτάλη
Μουσική: Ελένη Βιτάλη
1. Ελένη Βιτάλη 


Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή
Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή

R
Δεν είναι δράκος, δεν είναι γίγαντας
δεν είναι τίποτα καλέ τρομαχτικό
είναι ό,τι είναι, γι’ αυτό που είναι
δεν το γνωρίζω ούτε εγώ

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή...

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή
Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί
είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή..



Buy Rain, by Oleg Tchoubakov


Στίχοι : Μάνος Ξυδούς Μουσική: Μάνος Ξυδούς

Βαδίζω μαζί σου, σε ζωγράφων αυλή όμως το νιώθω ότι θέλεις να φύγω κι αν βρίσκομαι μόνος σε μια ξένη γης συνήθισα να είμαι μόνος Ποδήλατα οι σκέψεις δίχως φρένα κι αυτές πηγαίνουνε πάντα άκρη στην άκρη Για να συναντήσουν βραχνούς εραστές πνοή να τους δώσουν και δάκρυ ...σε μιαν άκρη... Καράβια μπροστά μου, τυφλοί στεναγμοί βαμμένοι στα γκρι, με κοιτάνε Χωρίς να ρωτήσουν, πετάνε σκοινί και πιο μακριά σου με πάνε Κάτι με σφίγγει, θα με λιώσει θαρρώ όμως μωρό μου πρέπει να φύγω Είναι ο χορός μου μιας πόρνης χορός μόνο που αξίζει πιο λίγο ...πιο λίγο... ...είναι η αγάπη...


Art Print - Janet Hill



ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ - TO ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Σ’ είδα μια μέρα να περνάς στο δρόμο μες στην πόλη
δίπλα στη στάση παγωμένοι περιμέναν όλοι.
Βάδιζα άσκοπα χωρίς να ξέρω που πηγαίνω
σαν κάποιος άνθρωπος που ο κόσμος θεωρεί χαμένο.

Σ’ είδα τυχαία να περνάς με το ποδήλατό σου
κοίταζες λες κι ο κόσμος φτιάχτηκε για να είν’ δικός σου.
Αφού τα βλέμματα σκοτώνουν κι έχω πια πεθάνει
μοιάζει ο παράδεισος με δρόμο που σε σένα φτάνει.

Μοιάζει σα να ‘ρθες από κάποιο ουρανό του νότου
σαν κάποιος άγγελος που έψαχνε το διάβολό του.
Αφού ακόμη και ένας άγγελος λυπάται μόνος
μπορεί γι’ αυτό να σ’ έχει φέρει εδώ μπροστά μου ο δρόμος.

Σ’ είδα μια μέρα να περνάς με το ποδήλατό σου
κοίταζες λες κι ο κόσμος φτιάχτηκε για να είν’ δικός σου.



"Bicycle" by Rebecca Kinkead



Quand on partait de bon matin
Quand on partait sur les chemins
A bicyclette
Nous étions quelques bons copains
Y avait Fernand, y avait Firmin
Y avait Francis et Sébastien
Et puis Paulette..

On était tous amoureux d'elle
On se sentait pousser des ailes
A bicyclette
Sur les petits chemins de terre
On a souvent vécu l'enfer
Pour ne pas mettre pied à terre
Devant Paulette

Faut dire qu'elle y mettait du cœur
C'était la fille du facteur
A bicyclette
Et depuis qu'elle avait huit ans
Elle avait fait en le suivant
Tous les chemins environnants
A bicyclette

Quand on approchait la rivière
On déposait dans les fougères
Nos bicyclettes
Puis on se roulait dans les champs
Faisant naître un bouquet changeant
De sauterelles, de papillons
Et de rainettes


Quand le soleil à l'horizon
Profilait sur tous les buissons
Nos silhouettes
On revenait fourbus contents
Le cœur un peu vague pourtant
De n'être pas seul un instant
Avec Paulette

Prendre furtivement sa main
Oublier un peu les copains
La bicyclette
On se disait: c'est pour demain
J'oserai, j'oserai demain
Quand on ira sur les chemins
A bicyclette..

 Illustration by Kumaori Jun



[Verse 1]
I’ve got a bike, you can ride it if you like
It’s got a basket, a bell that rings
And things to make it look good
I’d give it to you if I could, but I borrowed it

[Chorus]
You’re the kind of girl that fits in with my world
I’ll give you anything, everything if you want things

[Verse 2]
I’ve got a cloak it’s a bit of a joke
There’s a tear up the front
It’s red and black, I’ve had it for months
If you think it could look good, then I guess it should

[Chorus]
You’re the kind of girl that fits in with my world
I’ll give you anything, everything if you want things

[Verse 3]
I know a mouse, and he hasn’t got a house
I don’t know why I call him Gerald
He’s getting rather old, but he’s a good mouse

[Chorus]
You’re the kind of girl that fits in with my world
I’ll give you anything, everything if you want things

[Verse 4]
I’ve got a clan of gingerbread men
Here a man, there a man, lots of gingerbread men
Take a couple if you wish. They’re on the dish

[Chorus]
You’re the kind of girl that fits in with my world
I’ll give you anything, everything if you want things

[Verse 5/Outro]
I know a room full of musical tunes
Some rhyme, some ching, most of them are clockwork
Let’s go into the other room and make them work

Claude Fossoux art 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου