Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Άουγκουστ Στρίντμπεργκ - August Strindberg ( 22 Ιανουαρίου 1849 – 14 Μαΐου 1912)

Ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (August Strindberg, 22 Ιανουαρίου 1849 – 14 Μαΐου 1912) ήταν Σουηδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος.
Γεννήθηκε το 1849 στη Στοκχόλμη - το τέταρτο παιδί από τα έντεκα της οικογένειας - από μικροαστό πατέρα, έμπορο αποικιακών και υπάλληλο ναυτιλιακής εταιρίας που είχε χρεοκοπήσει, κι από μητέρα κόρη ράφτη, που ήταν παραδουλεύτρα της οικογένειας και που τη στεφανώθηκε ο πατέρας του λίγους μόνο μήνες πριν τη γέννησή του.
Τη μητέρα του ο Στρίντμπεργκ την έχασε από φυματίωση στα δεκατρία χρόνια του κι ο πατέρας του, προτού περάσει χρόνος από το θάνατο της γυναίκας του, ξαναπαντρεύτηκε τη νεαρή γκουβερνάντα των παιδιών του. Μεγαλωμένος μέσα στη μιζέρια και τις στερήσεις, καταπιεσμένος από την κακότητα της μητριάς του, έγινε ένα παιδί υπερευαίσθητο και αντιδραστικό, οξύθυμο και καχύποπτο. Από τα πικρά αυτά βιώματα της παιδικής ηλικίας του, δεν θα κατορθώσει να απαλλαγεί ποτέ "ο γιος της δούλας".

Τα πρώτα έργα

Το 1867, γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα κι αργότερα συνεχίζει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βιοποριστικές ανάγκες του, δοκιμάζει, δίχως επιτυχία, να γίνει ηθοποιός. Εγκαταλείποντας κι αυτό το σχέδιο, γράφεται και πάλι στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Στο μεταξύ, αρχίζει να γράφει σύντομα θεατρικά έργα και το 1871 δημοσιεύει την τραγωδία "Στη Ρώμη", με θέμα τις δοκιμασίες του Δανού γλύπτη Μπέρτελ Τόρβαλντσεν (Thorvaldsen, 1768 - 1844). Κερδίζοντας κάποιο χρηματικό έπαθλο από το βασιλιά Κάρολο Ε' της Σουηδίας για ένα ρομαντικό έργο του, εγκαταλείπει οριστικά πια τις σπουδές του το 1872 και αφιερώνεται στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία. Διαβάζει κι επηρεάζεται σημαντικά από τους Σβέντενμποργκ, Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και Γκαίτε

Το πρώτο σημαντικό δράμα

Το 1872, απορρίφθηκε από τους εκδότες του κι από τα θέατρα το πρώτο σημαντικό δράμα του "Ο Κυρ-Όλοφ", με θέμα τη θρησκευτική μεταρρύθμιση στη Σουηδία, που είχε ως συνέπεια να φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας. Κατορθώνει όμως να αντιδράσει και διορίζεται το 1874 υπάλληλος στη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης, όπου παραμένει μέχρι το 1882, μελετώντας φιλοσοφία, προσπαθώντας να μάθει την κινέζικη γλώσσα και γράφοντας, κάτω από την επίδραση του Φλωμπέρ, το πρώτο νατουραλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα στα σουηδικά, το "Κόκκινο Δωμάτιο" (1879), μια σάτιρα της σουηδικής κοινωνίας και των χαλαρών ηθών της εποχής του. Στην περίοδο αυτή ερωτεύεται και παντρεύεται (1877) τη βαρώνη Σίρι φον Έσσεν, η οποία χώρισε για χάρη του τον πρώτο άντρα της. Από το γάμο τους αυτό γεννιούνται τρία παιδιά.

Μετανάστευση

Με αφορμή το έργο του "Νέο Βασίλειο" (1881), κριτική της κοινωνικής ζωής στη Σουηδία μετά τις κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις του 1865, εγκαταλείπει τη θέση του βιβλιοθηκαρίου και αναγκάζεται να μεταναστεύσει με την οικογένειά του και να ζήσει για αρκετό χρόνο στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ιταλία (1882 - 1889). Στο διάστημα αυτό δημοσιεύει και μια συλλογή με ρεαλιστικά διηγήματα γύρω από το γάμο, τους "Παντρεμένους" (1884). Το έργο κατάσχεται και ο εκδότης δικάζεται για βλασφημία, αλλά η δημοτικότητα του Στρίντμπεργκ ανεβαίνει κατακόρυφα, πράγμα που τον κάνει να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αναλάβει όλη την ευθύνη για το βιβλίο. Αθωώνεται από το δικαστήριο και την επόμενη χρονιά (1886) δημοσιεύει μια δεύτερη κι ακόμα πιο καυστική συλλογή με διηγήματα, με τον τίτλο και πάλι "Παντρεμένοι", με έντονα τα στοιχεία του μισογυνισμού και του αντιφεμινισμού, που είναι τόσο γνώριμα στα κατοπινά θεατρικά έργα του.
Το 1886 ο Στρίντμπεργκ γράφει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του "Ο γιος της δούλας". Κατά την περίοδο 1880 - 1885, εμφανίζει τάσεις επαναστατικού σοσιαλισμού, όπως δείχνουν και τα διηγήματά του με τον τίτλο "Ουτοπίες πάνω στη γη" (1885). Μετά την περίοδο όμως αυτή στρέφεται όλο και περισσότερο σ' ένα φιλελεύθερο συντηρητισμό κι από το 1890 εγκαταλείπει οριστικά το ουτοπικό σοσιαλιστικό του όραμα.

Οικογενειακή ζωή & οι σχέσεις των δύο φύλων στα έργα του

Ο γάμος του συγγραφέα με τη Σίρι φον Έσσεν στάθηκε για λίγα χρόνια ευτυχισμένος. Αυτό οφείλεται βασικά και στις συγγραφικές επιτυχίες του Στρίντμπεργκ στο διάστημα αυτό. Δεν άργησαν όμως οι ζήλιες και οι καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι. Ο ποιητής ζει μια έντονη εσωτερική περιπέτεια, που τρέφει το μισογυνισμό του και την απέχθειά του για το γάμο και την οικογένεια. Αποτέλεσμα ήταν το διαζύγιο το 1891. Από τότε η ζωγραφική τού έγινε μια λυτρωτική εκτόνωση.
Η "μάχη των φύλων", ως μια προαιώνια και αδιάλειπτη μονομαχία άντρα και γυναίκας, βρίσκει την πλήρη έκφρασή της στα έργα του Στρίντμπεργκ "Ο Πατέρας" (1887), "Οι σύντροφοι" (1888), "Δεσποινίς Τζούλια" (1888), "Οι δανειστές" (1888), " Ο δεσμός" (1893) και "Ο χορός του θανάτου" (1901), καθώς και στα αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα. Όπως έγραψε σ' ένα θεατρικό του σημείωμα ο Άγγελος Τερζάκης - "Η γυναίκα θ' ασκήσει πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αλλόκοτη και αντιφατική έλξη... Έχει συνειδητοποιήσει όσο κανένας άλλος το δραματικό, το σχεδόν μοιραίο βάρος του θηλυκού στοιχείου μέσα στη ζωή... Έβλεπε στην πάλη άντρα - γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, που παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου".

Πολλά από τα έργα του Στρίντμπεργκ, που αναφέρονται στην πάλη των δύο φύλων, είναι αριστουργήματα ψυχολογικής ανάλυσης. Έχει γράψει θεατρικά έργα κάθε σχολής - ρεαλισμός, νατουραλισμός, συμβολισμός, ιστορικό δράμα, ονειρόδραμα, εξπρεσιονισμός. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι στην ίδια περίοδο με τα προσωπικά του δράματα έγραψε μετά το 1899 και μια σειρά από ρεαλιστικά ιστορικά έργα ("Γουσταύος Βάζα", "Ερρίκος ΙΔ'", "Κάρολος ΙΒ'", "Βασίλισσα Χριστίνα"), καθώς και το αδυσώπητα νατουραλιστικό δράμα "Ο χορός του θανάτου".

Από το 1892, ο Στρίντμπεργκ περιπλανιέται και πάλι στην Ευρώπη. Το 1893 γνωρίζει στο Βερολίνο και παντρεύεται τη νεαρή Αυστριακή συγγραφέα Φρίντα Ουλ. Γίνεται πατέρας για τέταρτη φορά. Αλλά κι ο δεύτερος αυτός γάμος κατέληξε σε διαζύγιο. Ύστερα από δύο γάμους και δύο διαζύγια, το βασανισμένο πνεύμα του βρίσκει καταφύγιο στο σβεντενμποργκικό μυστικισμό. Είχε προηγηθεί όμως η πνευματική του κατάρρευση από τον καιρό που έμαθε πως ο Νίτσε - με τον οποίο αλληλογραφούσε στα τέλη του 1888 - παραφρόνησε. Έφτασε στο απόγειο της κρίσης στο Παρίσι στα 1895 - 1896. Κλείστηκε σ' ένα ιδιωτικό σανατόριο για να βρει την ψυχική του γαλήνη.

Portrait Of August Strindberg By Richard Bergh

Η ανθρώπινη δυστυχία, η ανωτερότητα του πνεύματος & η απαισιοδοξία

Η υγεία του αποκαταστάθηκε σύντομα, μα δεν μπόρεσε να αποβάλλει τις ψυχικές ιδιορρυθμίες του. Στα έργα του της περιόδου αυτής κυριαρχεί μια τάση μυστικιστική, μαζί και μια θρησκευτική ευαισθησία. Η επίδραση του Μαίτερλινκ είναι οπωσδήποτε φανερή. Η δραματική τριλογία του " Προς τη Δαμασκό", που γράφτηκε ανάμεσα στα 1898 και 1904, είναι ένα έργο ονειρικό - συμβολικό. όπου ο συγγραφέας μέσα απ' τη θρησκευτική πίστη οδηγεί τον άνθρωπο στη θριαμβική σωτηρία. Στην παράξενη κωμωδία του "Υπάρχουν εγκλήματα και εγκλήματα", που δημοσιεύτηκε το 1899, οι αγωνίες που βασανίζουν την αμαρτωλή σκέψη βρίσκουν τη λύτρωση στο "ανώτερο δικαστήριο" του πνεύματος. Στο " Πάσχα" (1900) κυριαρχεί το χριστιανικό μήνυμα της αγάπης, που λυτρώνει από τους πόνους και τις οδύνες της ενοχής.
Τη Σουηδέζα ηθοποιό Χάρριετ Μπόσσε, που ερμήνευσε το ρόλο της ηρωίδας στο "Πάσχα", όταν το έργο παίχτηκε στη Στοκχόλμη τη Μεγάλη Πέμπτη του 1901, την ερωτεύτηκε ο Στρίντμπεργκ και την παντρεύτηκε την ίδια χρονιά. Ένας τρίτος γάμος κι ένα ακόμα παιδί. Ζωή βασανιστική και ανυπόφορη. Και ένα τρίτο διαζύγιο στα 1904. Η προσωπική δυστυχία και οι συνακόλουθες έμμονες ιδέες και μια απαισιοδοξία για τη ζωή αντανακλώνται, κάτω και από την επίδραση της υπαρξιακής σκέψης του Δανού φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ, στα επόμενα δράματά του, όπως στην απαισιόδοξη "Σονάτα των Φαντασμάτων" (1907), μια εξπρεσιονιστική ανάλυση της ανθρώπινης δυστυχίας. Αλλά και με το "Ονειρόδραμα" (1902), μια συμβολική φαντασιοκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Στρίντμπεργκ ελευθερώνει το νεώτερο δράμα από τα δεσμά του νατουραλισμού, προμηνώντας τα έργα του Πιραντέλλο, του Τόλλερ, του Κάιζερ, του Τσάπεκ, του Κοκτώ, του Σαρογιάν και πολλών άλλων σύγχρονων πειραματιστών.

Τα τελευταία χρόνια

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η μοναξιά του, μετά τους τρεις αποτυχημένους γάμους του, γίνεται μαρτυρική. Συνδέεται με τη νεαρή ηθοποιό Φάννυ Φάλκνερ, γνωρίζοντας επιτέλους κοντά της μια ήρεμη κι ευτυχισμένη ζωή. Το 1912, στα 63 χρόνια του, πεθαίνει στη Στοκχόλμη από καρκίνο του στομάχου. Το σπίτι που έζησε ο Στρίντμπεργκ, ο "γαλάζιος πύργος", βρίσκεται στην Οδό Ντρότνιγκαταν 85 στη Στοκχόλμη.

https://el.wikipedia.org/



August Strindberg by Edvard Munch.

Δεσποινίς Τζούλια 

Τον αγαπάω, πάρα πολύ, αλλά θα πρέπει και να τον μισώ, επίσης. Νομίζω ότι αυτό έγινε χωρίς να το έχω καταλάβει. Αυτός όμως μου καλλιέργησε την απέχθεια για το ίδιο μου το φύλο. . . μισή γυναίκα και μισός άντρας! Τίνος λάθος είναι αυτό που συνέβη; Του πατέρα μου. . . της μητέρας μου. . . δικό μου; Δικό μου; Γιατί, δεν έχω τίποτα που να είναι δικό μου. Ούτε μια σκέψη μου δεν υπάρχει που να μην προέρχεται από τον πατέρα μου· ούτε ένα πάθος που να μην προέρχεται από την μητέρα μου· και τώρα αυτό το τελευταίο -ότι όλα τα ανθρώπινα πλάσματα είναι ίσα- το πήρα από τον αρραβωνιαστικό μου -τον οποίο γι' αυτό τον λόγο αποκαλούσα παλιάνθρωπο! Πώς μπορεί να είναι δικό μου το λάθος; (. . .) Τίνος είναι το λάθος; Τι σημασία έχει τίνος είναι; Όποιου κι αν είναι εγώ είμαι η ένοχη και πρέπει να πληρώσω τις συνέπειες. . . 
(ΑΠΟ ΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ) https://www.politeianet.gr


Ενα βράδυ καλοκαιριού στην ξέφρενη γιορτή των υπηρετών όπου το αλκοόλ ρέει άφθονα, η κόρη του κόμη, Τζούλια, διεγείρει υπερβολικά τον βαλέ του πατέρα της, Ζαν, και τον προκαλεί ουσιαστικά να της κάνει έρωτα. Μόλις αυτό συμβεί, οι ισορροπίες διασαλεύονται και τα φύλα και οι εξουσίες αναποδογυρίζουν.
Πολλές ψυχολογικές αναλύσεις έχουν γραφεί για τη μοιραία Δεσποινίδα Τζούλια. Για τον ερωτισμό της, την επιθετικότητά της, τη διάθεση να παίξει, να αναζητήσει τη γυναικεία της φύση αλλά και να προκαλέσει την ανδρική. Μέσα στο υπόγειο της κουζίνας, σαφής αναφορά στη μήτρα, εκεί όπου όλα «μαγειρεύονται», ένα κορίτσι ταλαιπωρημένο από τη ζωή –έχει μόλις χάσει έναν αρραβωνιαστικό, έχει χάσει με άδοξο τρόπο τη μητέρα της και ζει δύσθυμα με τον στοργικό αλλά απόμακρο πατέρα– αναζητεί μέσω του σώματος και των αισθήσεων διεξόδους. Είναι όμορφη. Είναι στην ακμή της, νιώθει δυνατή, σεξουαλική, ισότιμη, αλλά και ανώτερη. Τι είναι αυτό που κάνει τη Δεσποινίδα Τζούλια να μας αφορά περισσότερο από ποτέ σήμερα; Τι είναι αυτό που φωτίζει ο Στρίντμπεργκ για τον γυναικείο ψυχισμό και ποια νόσο σκιαγράφησε τόσο πρώιμα;

«Οπου και εάν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί», γράφει ο Φρόιντ και δυσκολεύτηκε ακόμα περισσότερο να απαντήσει στο ερώτημα «τι θέλει η γυναίκα;». Και εκεί όμως άνοιξε το επιστημονικό ζήτημα, προσκαλώντας τους ποιητές και τις ίδιες τις γυναίκες να εμβαθύνουν στον γυναικείο ψυχισμό και τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Η Δεσποινίς Τζούλια γράφτηκε το 1888 για να περιγράψει ένα σύγχρονο βαθύ γυναικείο ζήτημα. Το κορίτσι παλεύει από την πρώτη στιγμή που γεννιέται με βάρη. Διαμορφώνει την πρώτη του σεξουαλικότητα μέσα από τη στενή σχέση με τη μητέρα του για να μπορέσει να περάσει στη σχέση με τον πατέρα και μετά σε έναν άλλον άνδρα. Αλλά και η ίδια η ανατομία της έχει τις επιπλοκές που καθρεφτίζουν τον ψυχισμό της: κόλπος, κλειτορίδα, μαστός, η γυναίκα αναζητεί την ταυτότητά της μέσα από πολλαπλές αντανακλάσεις. Σε μια ιδανική κατάσταση το κορίτσι θα αγαπηθεί από τη μητέρα, δεν θα ενοχοποιηθεί, δεν θα ιδωθεί ως ελλειπτικό υποκείμενο και θα οδηγηθεί στη μη διεγερτική αγκαλιά του πατέρα για να μυηθεί στη σχέση με τον άνδρα. Τι γίνεται όμως με τη Δεσποινίδα Τζούλια; Τι ναυαγεί; Γιατί είναι τόσο διεκδικητική, στα όρια επιθετική; Γιατί παίρνει κάτι που μετά συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε; Γιατί τόσα κορίτσια εκεί έξω βιώνουν εν μέρει μια τέτοια ιστορία; Γιατί η επιθετικότητα είναι μια μετάβαση που δεν ταιριάζει στη γυναικεία φύση;

Η Δεσποινίς Τζούλια μεγάλωσε με μια μητέρα ανυπότακτη, αμφιθυμική απέναντι στον άνδρα της, μια γυναίκα αμφιθυμική απέναντι στη γυναικεία φύση που είναι διαφορετική από την ανδρική. Τα φύλα, όσο και εάν οι κοινωνίες έχουν ανάγκη την ισότητα, έχουν διαφορές. Τα σώματα έχουν διαφορές, οι γενετικές καταβολές είναι διαφορετικές. Το γυναικείο δεν είναι ίδιο με το ανδρικό, παρόλο που το θηλυκό και το αρσενικό ενυπάρχουν και στα δύο φύλα. Μια μητέρα που έχει τεράστια αδυναμία αποδοχής της αδυναμίας ή της παθητικότητας στρέφει ένα κορίτσι σαν τόξο ενάντια στην ανδρική φύση. Και την κάνει λίγο άνδρα. Και ενώ το κορίτσι θέλει να αγαπηθεί από τον πατέρα, τότε αισθάνεται ότι προδίδει τη μάνα, την αποστολή της. Ο έρωτας εκεί είναι απλώς μια διέξοδος, ένα παιχνίδι με τη φωτιά. Οσο πιο βαριά και έντονα είναι αυτά τόσο βαθαίνει και η παθολογία. Ο Στρίντμπεργκ, χωρίς να το γνωρίζει, περιέγραψε ίσως πρώτος την οριακότητα ως νόσο. Αυτό που οι κλινικοί ονομάζουν borderline personality disorder. Η καταστροφικότητα μέσα από τις γενετήσιες ορμές καθώς και η αδυναμία εγκλεισμού μέσα στα όρια είναι μια νόσος της εποχής μας. Εμείς οι γυναίκες μπερδευτήκαμε. Και δεν φταίμε απόλυτα για αυτό. Διότι χάσαμε τη δύναμη της παθητικότητας, που δεν συνδέεται με την αδράνεια. Και τη γοητεία του φύλου μας. Και αυτό αρρωσταίνει τους κόλπους των κοινωνιών. Διότι κάθε φορά που μιλάμε για μια Δεσποινίδα Τζούλια, τότε μιλάμε και για όλους τους Ζαν του κόσμου.



Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ, χαρισματικός προφήτης του θεάτρου του 20ου αι. που άνοιξε ορίζοντες καλλιτεχνικής έκφρασης και ανθρώπινης ειλικρίνειας γεφυρώνοντας τον 19ο με τον 20ο αιώνα με ένα ακροβατικό, θανάσιμο άλμα, έγραψε τον «Πατέρα» στη Βαυαρία το 1887.
«Ο Πατέρας» είναι μια θανάσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Ίλαρχο (Άντολφ), στρατιωτικό και σεβαστό επιστήμονα, και τη σύζυγό του Λάουρα σχετικά με την ανατροφή και μόρφωση της κόρης τους Βέρθας. Η υπόθεση παίρνει πολύ σοβαρή τροπή όταν η Λάουρα «υποβάλλει» στον άντρα της πώς μπορεί να μην είναι αυτός ο φυσικός πατέρας. Μέσα στη δίνη της αμφιβολίας και του πάθους, ο «πατέρας», νικημένος, οδηγείται στην παραφροσύνη…
Όλο το δράμα ξετυλίγεται στο σπίτι του Ίλαρχου, στο οποίο βασιλεύει γυναικοκρατία και κρυφή διακυβέρνηση από τη γυναίκα. Στον «Πατέρα», ο συγγραφέας σκιαγραφεί με ψυχογραφική μαεστρία τη σύγκρουση των φύλων βλέποντας στην πάλη άντρα-γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση που παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου.
Η γυναίκα άσκησε πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αντιφατικά μαγνητική έλξη… Θεωρήθηκε μισογύνης… Για τον μισογυνισμό του, την πιο διάσημη ‘ασθένειά’ του, ο συγγραφέας έχει πει πως είναι «η άλλη όψη της έντρομης έλξης που νιώθω για το αντίθετο φύλο». Ο Στρίντμπεργκ -που παντρεύτηκε τρεις φορές- έχει συνειδητοποιήσει όσο κανείς άλλος το μοιραίο βάρος της γυναίκας μέσα στη ζωή. Η γυναίκα, κάποτε στο προσκήνιο της ιστορίας, έχει αποσυρθεί ηττημένη στα παρασκήνια. Μια πανάρχαιη ήττα που δεν ξεχάστηκε ποτέ…  http://www.in2life.gr/


Απόσπασμα από τη δεύτερη πράξη 
ΙΛΑΡΧΟΣ
Ναι, κλαίω κι ας είμαι άντρας. Γιατί; Δεν έχουν μάτια οι άντρες; Δεν έχουν χέρια, πόδια, καρδιά, αισθήματα, τρυφερότητα, πάθη; Δεν τρέφεται ένας άντρας με την ίδια τροφή, δεν πληγώνεται με τα ίδια όπλα, δεν κρυώνει το χειμώνα και δεν ζεσταίνεται το καλοκαίρι όπως και μια γυναίκα; Αν μας τρυπήσετε, δεν θα ματώσουμε; Αν μας γαργαλήσετε δεν θα γελάσουμε; Αν μας φαρμακώσετε, δεν θα πεθάνουμε; Γιατί απαγορεύεται σ’ έναν άντρα να παραπονεθεί ή σ’ έναν στρατιώτη να κλάψει; Επειδή δεν είναι αντρίκιο; Γιατί δεν είναι αντρίκειο; 

ΛΑΟΥΡΑ
Κλάψε λοιπόν, αγοράκι μου. Η μανούλα σου είναι εδώ. Θυμάσαι όταν ήρθα για πρώτη φορά στη ζωή σου; Ήμουν σαν δεύτερη μάνα σου.
Το μεγάλο και δυνατό σώμα σου φοβόταν. Ήσουν σαν ένα μεγάλο παιδί που ήρθε πρόωρα στον κόσμο, σχεδόν ανεπιθύμητο. 

ΙΛΑΡΧΟΣ
Ναι, αυτό πρέπει να ‘ναι. Ο πατέρας μου κι η μητέρα μου ποτέ δεν με θέλανε. Κι έγινα ένας άνθρωπος χωρίς βούληση! Όταν εσύ κι εγώ ενωθήκαμε, πίστευα πως ολοκληρωνόμουν σαν άνθρωπος. Έτσι σ’ άφησα να διοικείς εσύ. Εγώ που εξουσίαζα τόσους στρατιώτες, όταν βρισκόμουν μαζί σου εκτελούσα διαταγές! Έτσι έμαθα να σε θεωρώ ανώτερο πλάσμα, χαρισματικό. Σ’ άκουγα σαν να ‘μουν ένα άβουλο παιδί. 

ΛΑΟΥΡΑ
Έτσι είναι, γι’ αυτό κι εγώ σ’ αγάπησα σαν να ‘σουν το παιδί μου, και πρέπει να μάθεις κι αυτό: όταν με πλησίαζες με άλλη διάθεση, σαν εραστής, γινόμουν αμήχανη, ντρεπόμουν, την ευχαρίστηση της αγκαλιάς την ακολουθούσε η ενοχή, σαν να ντρεπόταν το αίμα μου. Η μάνα που γίνεται ερωμένη! Πφφφ… 

ΙΛΑΡΧΟΣ
Το ‘χα προσέξει, αλλά ποτέ δεν καταλάβαινα το γιατί. Και πολλές φορές που νόμιζα ότι δεν με ήθελες σαν άντρα προσπαθούσα να σε κατακτήσω χρησιμοποιώντας το φύλο μου. 

ΛΑΟΥΡΑ
Κι αυτό ήταν το λάθος σου. Βλέπεις η μάνα ήταν ο φίλος σου και η γυναίκα ο εχθρός σου. Ο έρωτας ανάμεσα στα δυο φύλλα είναι πόλεμος. Μην φανταστείς ότι σου δόθηκα ποτέ. Δεν έδωσα τίποτα. Μόνο πήρα. Πήρα αυτό που ήθελα. Αλλά υπερείχες, κάτι που ‘νιωθα κι ήθελα να το νιώσεις κι εσύ. https://www.kedros.gr/


Ονειρόδραμα

Η Αγνή, κόρη του θεού Ίντρα, κορυφαίας θεότητας του Βεδικού πανθέου, κατεβαίνει στη Γη και μέσα από μια ονειρική ακολουθία γεγονότων, συναντά μια σειρά συμβολικών ανθρώπινων χαρακτήρων, με κεντρικές φιγούρες τον Αξιωματικό, τον Δικηγόρο και τον Ποιητή. Μέσα από την ύπαρξή της στον κόσμο των ανθρώπων και μέσα από τη σχέση της μαζί τους, βιώνει τα προβλήματα, τον πόνο και τη δυστυχία τους και εν τέλει συνειδητοποιεί ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ανικανοποίητα, αξιολύπητα και καταδικασμένα. Πριν επιστρέψει στον ουρανό μοιράζεται με τον Ποιητή τη γεύση που της άφησε η επίγεια ζωή, καθώς και το απόκρυφο μυστικό της ύπαρξης. 
Το «Ονειρόδραμα» γράφεται σε μια ιδιαίτερα διαταραγμένη περίοδο της ζωής του, μετά από ένα ψυχωτικό επεισόδιο και από τον ίδιο τον συγγραφέα ονομάστηκε «το παιδί του μεγαλύτερού μου πόνου». Ο Στρίντμπεργκ βλέπει τον εαυτό του ως έναν διωκόμενο μάρτυρα. Η τραυματική του σχέση με το αντίθετο φύλο, που αναδείχθηκε ιδιαίτερα στα έως τότε έργα του, είναι εμφανής και στο «Ονειρόδραμα». Το έργο αντικατοπτρίζει την άποψη του συγγραφέα ότι η ζωή είναι μια ψευδαίσθηση, παρόμοια με ένα όνειρο. Για τη σύνθεσή του, ο Στρίντμπεργκ επηρεάζεται από τη θεωρία της ψυχανάλυσης του Φρόιντ, μεταφέροντας στο θέατρο τη δομή του ονείρου. Είναι το πρώτο έργο γραμμένο σαν όνειρο, φέρνοντας στην επιφάνεια τον μυστικό, καταπιεσμένο και αποσιωπημένο κόσμο του υποσυνείδητου. https://artic.gr/


ΣΟΝΑΤΑ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ


Η Σονάτα των Φαντασμάτων¨είναι ίσως το πιο αξιοσημείωτο θεατρικό έργο του Στρίντμπεργκ. Με την τολμηρή του εναλλαγή μεταξύ φαντασιακού και ρεαλιστικού, και μέσω των χαρακτήρων της, το έργο αποτελεί πρόκληση για τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες και τους σκηνογράφους σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα πρόσωπα του έργου είναι από τα πιο φαντασιακά του Στρίντμπεργκ, με βρικόλακες, φαντάσματα και μούμιες. Ιδεαλιστικές αναπαραστάσεις εφιαλτών σε διάφορα στάδια κατάπτωσης. Στα πιο φαντασιακά πρόσωπα ανήκουν αναμφισβήτητα ο Χούμελ και η Μούμια, πρώην μνηστή του Χούμελ. Ο Χούμελ είναι το κεντρικό πρόσωπο. Ογδοντάρης, σακάτης, τοκογλύφος κλέφτης των ψυχών και βρικόλακας. Η Μούμια είναι στυγνή και φλύαρη παπαγαλίνα, κλεισμένη σε μια γκαρνταρόμπα, τρελή που ξαφνικά ανακτά διαύγεια.
Το μακρύ χέρι του Χούμελ είναι ο Φοιτητής, αρχικά καλόκαρδος και θρησκευόμενος που κατά τη διάρκεια του έργου γίνεται όλο και πιο κυνικός. Ποθεί την όμορφη και απλησίαστη Δεσποινίδα, στο δωμάτιο των υάκινθων.
Στον κόσμο της Σονάτας των φαντασμάτων δεν υπάρχει εντιμότητα και η αλήθεια σκοτώνει. «Κανένας δεν είναι αυτός που φαίνεται να είναι». Ο φιλάνθρωπος Χούμελ είναι ένας αιμοδιψής εξουσιαστής. Ο πνευματώδης αξιωματικός είναι στην πραγματικότητα ένας πρώην υπηρέτης. Η μούμια δεν είναι μούμια. Η αξιολάτρευτη Δεσποινίδα είναι άρρωστη κλπ.
Το έργο είναι ένα ονειρόδραμα όπου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, "όλα είναι πιθανά, όλα είναι δυνατά" .Το πραγματικό και το μη πραγματικό, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η ομορφιά και η ασχήμια, η αθωότητα και η διάβρωση, το τραγικό και το κωμικό, ανταλλάσσουν διαρκώς τις ταυτότητές τους, θολώνοντας το περίγραμμα και τη φύση τους.
Η Σονάτα των Φαντασμάτων έχει σημαδέψει ανθρώπους του θεάτρου τόσο διαφορετικούς όσο ο Αρτώ που σχεδίαζε να το σκηνοθετήσει και ο Μπέργκμαν που το ανέβασε 4 φορές, ή η Σάρα Καίην που εμπνεύστηκε απ' αυτό για να γράψει το "Καθαροί πια".
Το έργο ηχογραφήθηκε το 1989 σε σκηνοθεσία Πέτρου Παναμά.



Απόσπασμα  από το γ' μέρος (μτφ. Άσπα Τομπούλη)

Φοιτητής: ...Πές μου - γιατί οι γονείς σου κάθονται χωρίς να λένε λέξη εκεί μέσα;
Κόρη: Γιατί δεν έχουν να πουν τίποτα. Ο ένας δεν πιστεύει αυτά που λέει ο άλλος. Ο πατέρας είπε κάποτε: "Τι ωφελεί να μιλάμε αφού ο ένας δεν μπορεί να ξεγελάσει τον άλλον;"
Φοιτητής: Αυτό είναι τρομερό.

...Φοιτητής: Ξέρεις τι σκέφτομαι για σένα;
Κόρη: Μη μου πεις. Αν μου πεις θα πεθάνω.
Φοιτητής: Μα πρέπει. Αλλιώς θα πεθάνω εγώ.
Κόρη: Μόνο στο τρελοκομείο λένε οι άνθρωποι αυτά που σκέφτονται.
Φοιτητής: Το ξέρω. Ο πατέρας μου πέθανε σε τρελοκομείο.
Κόρη: Άρρωστος ήταν;
Φοιτητής: Όχι δεν ήταν άρρωστος. Ήταν μόνο τρελός. Έκανε μία και μοναδική κρίση. Και θα σου πω γιατί την έκανε. Όπως όλοι μας, είχε και κείνος έναν κύκλο - γνωριμιών. Τους αποκαλούσε φίλους - λέξη εύχρηστη και πρακτική. Βέβαια ήταν σκέτοι απατεώνες - όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Αλλά είχε την ανάγκη να μιλάει σε κάποιον, δεν άντεχε τη μοναξιά. Κανένας δεν λέει τι γνώμη έχει για τον άλλο. Ούτε και ο πατέρας το έκανε. Ήξερε ότι ήταν υποκριτές και διπλοπρόσωποι. Αλλά ήταν σοφός άνθρωπος. Είχε αγωγή, φερόταν πάντα ευγενικά. Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα...
...Το νερό που μένει για πολύ καιρό σιωπηλό και στάσιμο σαπίζει. Το ίδιο συμβαίνει και σ' αυτό το σπίτι Κάτι έχει σαπίσει εδώ μέσα. Όταν σε είδα για πρώτη φορά να περνάς την πόρτα του σπιτιού σου νόμιζα ότι βρέθηκα στον Παράδεισο. Στεκόμουν εκεί, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό και προσπαθούσα να διακρίνω κάτι μέσα στο σπίτι...
...Πού βρίσκεται η αγνότητα; Ή η ομορφιά; Μόνο στα λουλούδια και στα δέντρα... και στο μυαλό μου κάθε φορά που ντύνομαι με τα κυριακάτικά μου. Πού βρίσκεται η πίστη και η τιμή; Στα παραμύθια και στα παιδικά παιχνίδια. Πού μπορώ να βρω κάτι, το οτιδήποτε που θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του; Μόνο στη φαντασία μου!...
...Έλα, προσπάθησε μια ακόμα φορά να βγάλεις φωτιά και πορφύρα από την ολόχρυση άρπα σου! Προσπάθησε, σε ικετεύω! Σε διατάζω - γονατιστός! Τότε θα προσπαθήσω μόνος μου. (ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΡΠΑ-ΚΑΝΕΝΑΣ ΗΧΟΣ) Είναι μουγγή και παγωμένη. Γιατί τα ωραιότερα λουλούδια είναι τα πιο δηλητηριώδη; Είναι μια κατάρα που κρέμεται πάνω απ' όλη την πλάση, όλη τη ζωή. Γιατί αρνήθηκες να γίνεις γυναίκα μου; Γιατί τα κύτταρα της ζωής είναι ζωντανά δηλητήρια μέσα σου. Τώρα νιώθω τον βρυκόλακα στην κουζίνα να ρουφάει και το δικό μου αίμα - είναι ένας δαίμονας που ζει από το αίμα των παιδιών - πάντα στις κουζίνες σπαράζονται οι ψυχές των παιδιών - αν όχι στις κρεβατοκάμαρες. Υπάρχουν δηλητήρια που τυφλώνουν και δηλητήρια που ανοίγουν τα μάτια. Τέτοιο δηλητήριο τρέχει στις δικές μου φλέβες, αφού δεν μπορώ να δω την ομορφιά στην ασχήμια, ούτε να λέω το κακό καλό. - Δεν μπορώ! Ο Ιησούς κατέβηκε στην κόλαση, όταν περιπλανήθηκε σ' αυτό το φρενοκομείο, σ' αυτό το μπουρδέλο, σ' αυτό το νεκροτομείο που το ονομάζουμε "γη". Οι τρελοί τον σκότωσαν όταν προσπάθησε να τους απελευθερώσει και αντ' αυτού απελευθέρωσαν τον ληστή. Οι ληστές κερδίζουν πάντα τη συμπάθεια. Αλοίμονό μας, αλοίμονο! Ω Σωτήρα του κόσμου, σώσε μας! Πεθαίνουμε. 

http://eimaistahaimou.blogspot.gr/

Η Καταιγίδα
 
Η δράση του έργου τοποθετείται μπροστά από την πρόσοψη ενός κτιρίου. Μέσα σ΄αυτό το κτίριο ζουν δέκα οικογένειες. Έτσι τουλάχιστον μαρτυρεί ο ζαχαροπλάστης, που στο υπόγειο του κτιρίου, φτιάχνει μαρμελάδες από κόκκινα φρούτα μαζί με τη γυναίκα του. Η γυναίκα του υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει τίποτα να δεις» στον κόσμο. 
Στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, μετά το θάνατο του προηγούμενου νοικιαστή, ζει μια οικογένεια που την περιβάλλει ένα μυστήριο. Πίσω από τις κόκκινες κουρτίνες του δωματίου, ξεσπά «καταιγίδα».
«Οι τέσσερις κουρτίνες θυμίζουν αυλαία και από πίσω να παίζονται αιματηρά δράματα …έτσι φαντάζομαι»
Πράγματι μια μέρα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα του πρώτου ορόφου πέφτει θύμα ξυλοδαρμού μπροστά στα μάτια του παιδιού της. Πρόκειται για την πρώην γυναίκα του Κυρίου που ζει εκεί με το παιδί της και το νέο της άντρα. 
Ποιος είναι όμως ο Κύριος; Ο Κύριος κατοικεί στο ισόγειο του κτιρίου. Είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Αυτός, μόνο στο τέλος του έργου θα μάθει ποια ήταν αυτή η οικογένεια του πρώτου ορόφου που τον ενοχλούσε με τους θορύβους της όλο αυτό τον καιρό. Αυτό που αποζητά πια από τη ζωή του ο Κύριος, είναι να ζήσει μόνο με τα γηρατειά του και με τη γαλήνη που του προσφέρουν. Επίσης, σύμφωνα με μια άποψή του, κάτι άλλο που είναι ικανό να προσφέρει τη γαλήνη στον άνθρωπο, είναι η απόσταση από τους ανθρώπους.
«Όταν κρατάς μια ουδέτερη στάση με τους ανθρώπους μεγαλώνει η απόσταση που σου επιτρέπει να φαίνεσαι καλύτερος».
Ο Κύριος προτιμά να ζει με τις αναμνήσεις του. Οι αναμνήσεις είναι παρελθοντικές καταστάσεις που έχουν παγώσει μέσα στο χρόνο και ο ιδιοκτήτης τους μπορεί να έχει τον απόλυτο έλεγχό τους. Όπως με τις φωτογραφίες. Μπορεί να τις αποθηκεύει ανέπαφες σε ένα συρτάρι.
Τι γίνεται όμως όταν τα πρόσωπα των αναμνήσεων επιστρέφουν και απαιτούν να ζωτανέψουν ξανά; Έτσι και η γυναίκα του τον επισκέπτεται και ζητά μια επανασύνδεση. Γι΄αυτόν μολαταύτα οι αναμνήσεις που επιθυμούν την ανάσταση δεν είναι παρά φαντάσματα κι αυτός δεν θέλει να ζει με τέτοια. Η γυναίκα του είναι το κυριαρχικό κομμάτι ενός γάμου που δεν πέτυχε. Στο μυαλό του Κυρίου, η γυναίκα έχει το πλεονέκτημα της παντοδυναμίας λόγω της μητρότητας που δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί. 
Σ’ αυτό το παιχνίδι εξουσίας το παιδί τους είναι απροστάτευτο. Είναι το θύμα ή αλλιώς ο άμαχος πληθυσμός. Ίσως να το καθιστά θύμα το γεγονός ότι η γέννησή του δεν ήταν επιλογή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται το παιδί σ’ αυτό το κείμενο και μέσα από τα παρακάτω λόγια του Κυρίου:
«Το παιδί ήταν το πιο καλό απ’ όλους. Να βλέπεις αυτό το αθώο πλασματάκι, που τίποτα δε φοβόταν, τίποτα δεν υποψιαζόταν, από τις απογοητεύσεις της ζωής, που δεν έκρυβε μυστικά… Θυμάμαι την πρώτη φορά που γνώρισε την κακία των ανθρώπων. Είδε ένα όμορφο παιδί κάτω στο πάρκο και με ανοιχτές αγκάλες έτρεξε προς το άγνωστο κοριτσάκι για να το φιλήσει. Το ωραίο παιδάκι της ανταπόδωσε τη χαρά δαγκώνοντάς την στο μάγουλο και βγάζοντάς της τη γλώσσα. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να ΄βλεπες τη μικρή μου Ανν- Σαρλότ. Πέτρωσε. Όχι από τον πόνο, αλλά από τρόμο, βλέποντας ν’ ανοίγεται μπροστά της αυτή η άβυσσος που αποκαλείται ανθρώπινη καρδιά. Το έζησα κι εγώ κάποτε, όταν πίσω από τα πιο ωραία μάτια του κόσμου ανακάλυψα ξαφνικά, ένα ξένο βλέμμα σαν άγριου ζώου».
μτφρ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Νεφέλη, 1995.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου