Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


i.ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ

Ο ήλιος πήγαινε να δύσει.
Το πάρκο κόντευε ν' αδειάσει
κι εγώ μπροστά στο κλουβί με το λιοντάρι
να κοιτάζω με πόνο τα κάγκελα,
που χώριζαν στα δυο
τη μοναξιά.


ii. ΤΟ ΑΛΑΤΙ

Τα κύματα σκεπάσαν το μουράγιο.
Έσυρα μακρυά το βήμα μου να μη βραχώ,
η ανάσα τους, όμως, υγρή με τυλίγει.
Πυκνές σταγόνες στεγνώνουν αλάτι στο κορμί
πάνω σ' εκείνο το άλλο αλάτι,
που θόλωσε το βλέμμα,
κρύβοντας πίσω του
τη ρότα τόσων  ταξιδιών.

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
( Από την ποιητική συλλογή  "Ο Τυφλός με το μπαστούνι", Αθήνα 1994, σελ. 23)



H φωτογραφία είναι από https://www.istockphoto.com/










ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ - ΒΕΛΛΟΥ & Δημήτριος Γκόγκας "Άτιτλο"


Μόλις πέσει η νύχτα 
βγαίνουν οι ποιητές από τα χαλάσματα της μέρας 
και αναγιγνώσκουν τα ποιήματά τους. 
Ανθίζει ξαφνικά το σκότος, 
λαμποκοπούνε οι σπηλιές 
και οι ματωμένες ψυχές ανασταίνονται! 
Κι έρχονται κι εκείνοι 
που με κοάσματα προσπάθησαν 
να καλύψουν την ποίηση 
κι είχαν πιστέψει πως είχαν παντοδυναμία 
μα ήταν μεγάλη τους ανοησία 
τώρα και πάλι σιωπή 
να ακουστούν αηδόνια. 
Με το φως τις ημέρας 
οι βάτραχοι που γίνηκαν πρίγκιπες 
αφήνουν τα κοάσματα 
κρύβονται από ντροπή 
και ενδύονται την προβιά της ποίησης.

ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ - ΒΕΛΛΟΥ & Δημήτριος Γκόγκας








Χριστίνα – Παναγιώτα Μανωλέα "Ο Κύριος You See του Ηλία Παπακωνσταντίνου "



Ηλία Παπακωνσταντίνου Ο Κύριος You See
Εκδόσεις Τάδε Έφη, Αθήνα 2017


Ο Κύριος You See κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Τάδε Έφη. Πρόκειται για έργο πρωτότυπο, πολυεπίπεδο και αξιόλογο. Κατ’ αρχάς, η ιστορία είναι αληθινή – πρόκειται για πρόσωπο της οικογένειας του συγγραφέα, εξ ου και η έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό. Επίσης στην έκδοση έχει ενταχθεί και γλωσσάρι, καθώς και βιογραφικό του κυρίου you see, Γεώργιου Παπακωνσταντίνου (1892-1969).

Το εν λόγω πεζογράφημα λόγω έκτασης μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εκτεταμένο διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα, καθώς η εποχή μας έχει εν πολλοίς χαλαρώσει, εάν όχι καταργήσει παλαιούς σχετικούς διαχωρισμούς. Αν και το έργο μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα, αφού έχει έκταση 199 σελίδες, κατά τη γνώμη μου αυτό δεν είναι δεσμευτικό. Στην ουσία, έχουμε να κάνουμε με ένα εκτεταμένο αφήγημα, που μάς ταξιδεύει σε μια παλιότερη εποχή της πατρίδας μας.

Το βιβλίο ξεχωρίζει σαφώς εξαιτίας της γλώσσας του. Η τελευταία είναι ονειρική, δουλεμένη, σε πολλά σημεία αμιγώς ποιητική, δίνοντας έμφαση στις εικόνες, τους ήχους και τα συναισθήματα. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, όμως η ποιητικότητα των περιγραφών των τόπων, στους οποίους κινείται ο συγγραφέας είναι κάτι το ιδιαίτερο. Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου κατάφερε να γράψει σε γλώσσα με πολλά ποιητικά στοιχεία, που όμως σε κανένα σημείο δεν γίνεται αντιπεζογραφική. Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος προφανής. Το αποτέλεσμα ιδιαίτερα επιτυχημένο.

Περαιτέρω, είναι αξιομνημόνευτη η εικόνα της Δεσφίνας (και κατ’ επέκταση της ελληνικής επαρχίας) και του Πειραιά της δεκαετίας του 1910. Αν και δίδεται μέσα από τα μάτια του δεκαπεντάχρονου πρωταγωνιστή, εν τούτοις, χάρη όχι μόνο στη γλώσσα, αλλά και στην ιδιαίτερη οπτική του συγγραφέα, μπρος μας ζωντανεύει εν τέλει μια εποχή. Μια εποχή, κατά την οποία η επαρχία έχει ομορφιά, αλλά και σκληρότητα. Οι άνθρωποι είναι δεμένοι με τον τόπο τους, δουλεύουν τη γη, όμως δεν είναι σε θέση να τα καταφέρουν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Η Δεσφίνα είναι ο εν δυνάμει παράδεισος, που όμως στην πράξη τρώει τα παιδιά της Ο Πειραιάς, από την άλλη, έχει τη μαγεία του αστικού τοπίου (Δημοτικό Θέατρο κλπ.), αλλά κι εκεί υπάρχουν άνθρωποι φιλόξενοι και μη αλλοτριωμένοι. Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτήρας του Οδυσσέα, που, παρά το όνομά του (η παλαιότατη μορφή του ταξιδευτή) δεν τολμά ο ίδιος το ταξίδι, όμως κάνει ό,τι περνά απ’ το χέρι του για να το πραγματοποιήσει ο φίλος του.

Από την άλλη, η εικόνα της Αμερικής είναι ρεαλιστική και δεν συνοδεύεται από τον συναισθηματισμό της περιγραφής της Δεσφίνας και του Πειραιά. Στο ταξίδι έγιναν φιλίες, στο Ellis Island αποδείχθηκα γερές, όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή. Και αυτό που την φτιάχνει για τον πρωταγωνιστή μας είναι κάτι το πανανθρώπινο, χωρίς σύνορα και εθνικές ταυτότητες: η τέχνη, στην οποία αφιερώνεται.

Κι ακριβώς η τέχνη ήταν και η αιτία μοναξιάς του ήρωα, ο οποίος δεν παντρεύτηκε. Σε σχέση με τους δεσμούς του, μόνο μία γυναίκα αναφέρεται με το όνομά της, καλλιτέχνης κι αυτή, χορεύτρια, που ήταν εκτός συμβατικών προτύπων και δεσμεύσεων. Το όνομά της Εύα – αρχετυπικό κι αυτό. Η όλη της παρουσία στο έργο σύντομη και αέρινη. Ο καλλιτέχνης πορεύεται μόνος –ενίοτε συμπορεύεται με αντισυμβατικό τρόπο με άλλη καλλιτεχνική ψυχή, η μοναξιά όμως είναι το τίμημα της άλλης μεγάλης αγάπης και ερωμένης, της τέχνης. Στην πατρίδα τονιζόταν το άκληρος – η τραγική ειρωνεία είναι ότι τα παιδιά του συγκεκριμένου καλλιτέχνη δεν ξέρουμε πού είναι και εάν επεβίωσαν.

Σε αντίθεση με την αέρινη εικόνα της Εύας στέκεται η εντελώς γήινη, αμιγώς χοϊκή εικόνα της μάνας. Η μάνα σε αυτό το βιβλίο είναι στοιχείο ιερό, μια αρχετυπική μορφή γυναίκας της αγροτικής κοινωνίας. Είναι στην ουσία ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά. Η, καλύτερα, ένας από τους συνεκτικούς. Ο άλλος είναι η γη και ως ρεαλιστική οντότητα, αλλά και ως φορέας πολιτισμού, οπότε από γη καθίσταται πατρίδα.

Σε πρώτο επίπεδο, λοιπόν, η ιστορία του βιβλίου είναι αυτή ενός μετανάστη μιας μικρής και κακορίζικης χώρας στην Αμερική της δεκαετίας του 30. Δεν είναι κλασική ιστορία, αφού ο ήρωας, αντί να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο του πλουτισμού σε μια κοινωνία που προσφέρει μεν ευκαιρίες, όμως σε τελευταία ανάλυση αξιολογεί τον άνθρωπο με βάση το πόσα βγάζει, γίνεται καλλιτέχνης και βιοπορίζεται ως καλλιτέχνης μέχρι την ημέρα που η αρρώστια του τον κάνει να πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα). Παρά ταύτα, δεν παύει να είναι μια ιστορία μετανάστευσης. Στην εποχή που ζούμε, τα ιστορικά αφηγήματα με αυτό το αντικείμενο προσλαμβάνονται από τους δέκτες διαφορετικά απ’ ό,τι παλιότερα, αφού μπορεί να είναι μια αφετηρία για προβληματισμό και γόνιμη σκέψη σε σχέση με τις ποικίλες διαστάσεις του μεταναστευτικού ζητήματος.

Περαιτέρω, προξενεί ρίγη συγκίνησης το ότι ο κύριος you see ένιωθε ξένος και στις ΗΠΑ και στο χωριό του μετά την επιστροφή του. Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου το έχει τονίσει επαρκώς αυτό, ακριβώς για να δώσει την περιγραφή του ήρωα σε όλες της τις διαστάσεις. Και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που καθιστά τον ήρωα ένα πρόσωπο τραγικό.

Το μυθιστόρημα, όμως, μπορεί να έχει και μια ευρύτερη θεώρηση Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν όλες τις πατρίδες, στις οποίες ο καθένας από εμάς ταξίδεψε με το μυαλό και ιδίως μα την ψυχή μας, αλλά δεν ριζώσαμε σε αυτές, όχι τόσο λόγω της δικής τους φύσης, αλλά κυρίως λόγω των δικών μας επιλογών, παρά το αναγκαστικό του ταξιδιού.

Εάν θέλουμε να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο και να αποδεσμεύσουμε τον ήρωα, έναν καλλιτέχνη, από δεσμά και όρια εθνικά και χρονικά, τότε θεωρώ ότι η όλη προσωπικότητα του πρωταγωνιστή είναι αμιγώς καλλιτεχνική, της οποίας τον αγώνα και το πολυδιάστατο, τις αντιφάσεις και την ποικιλομορφία έδωσε γλαφυρά ο συγγραφέας. Υπό αυτήν την οπτική o Κύριος you see είναι ένα έργο για την τέχνη και τη σχέση του καλλιτέχνη μαζί της, για τον αέναο μοναχικό του δρόμο και αγώνα, μακριά από υλικές απολαβές, στην ουσία μακριά από αυτόν τον κόσμο.

Το εν λόγω έργο είναι συνεπώς ένα αφήγημα πολυδιάστατο και ευεπίφορο πολλών ερμηνειών. Ο συγγραφέας πέτυχε και σε μόλις 199 σελίδες κειμένου μάς έδωσε ένα πολυεπίπεδο έργο, που βοηθά να κάνουμε σκέψεις για τον εαυτό μας και τους άλλους, κάνοντάς μας λιγότερο ξενοφοβικούς και περισσότερο ανθρώπινους. Δεν είναι μόνον η αδιαμφισβήτητη αισθητική απόλαυση της ποιητικής του γλώσσας. Είναι και οι διαδρομές αυτογνωσίας, κοινωνικής, αλλά και καλλιτεχνικής συνειδητοποίησης, στις οποίες μάς παρασέρνει το βιβλίο. Τα καλά λογοτεχνήματα έχουν αυτή τη δύναμη. Ο Κύριος you see είναι ένα από αυτά
Δρ. Χριστίνα – Παναγιώτα Μανωλέα


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://tovivlio.net/








Μαρία Σκαμπαρδώνη " Χωρίς κινητό και ελεύθερη "






Έμεινα χωρίς κινητό για σχεδόν δύο μήνες; δυστυχώς, εκείνο που είχα χάλασε μετά από μία
χρήση μίας δεκαετίας (και παραπάνω).
Πάντοτε, έλεγα πως θα πάω να το φτιάξω, είχα πάρει καινούργιο και το μόνο που έλειπε ήταν να απευθυνθώ σε κάποιο κοντινό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, ώστε να καλυφθούν και κάποιες άλλες τεχνικές ελλείψεις.
Όμως, υπήρχε μέσα μου ένα φρένο που με εμπόδιζε να αναζητήσω την άμεση επιδιόρθωση του κινητού μου. Στην αρχή δυσκολευόμουν να το προσδιορίσω, ώσπου τελικά αντιλήφθηκα πως αυτό που με απέτρεπε ήταν αυτή η πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας.
Αισθανόμουν ελεύθερη από ένα μηχάνημα που για χρόνια ολόκληρα ήταν η προέκταση του
χεριού μου, από μία συσκευή η οποία δε μου έδινε προσωπικό χώρο και χρόνο.
Άρχισα να αντιλαμβάνομαι και εγώ προσωπικά αυτό που ακούω από πολλούς ανθρώπους οι οποίοι απείχαν για ένα χρονικό διάστημα από την τεχνολογία, ότι τελικά, υπερεκτιμούσαν συσκευές και δίχως να το αντιλαμβάνονται, τις έκαναν το κέντρο της ζωής τους.
Πόσες φορές το κινητό μας στερούσε τον προσωπικό μας χρόνο; Πόσες φορές αισθανθήκαμε πως θέλουμε να μείνουμε για λίγο μόνοι, αλλά δεν μπορούσαμε να διεκδικήσουμε αυτή τη δυνατότητα για τον εαυτό μας, επειδή ένα κινητό χτυπούσε διαρκώς και έπρεπε να απολογηθούμε αν δεν το προλάβουμε; Πόσες φορές βγήκαμε έξω με φίλους και να αισθανθούμε τους φίλους μας να έχουν την προσοχή τους σε εμάς, να είναι κολλημένοι σε μία οθόνη κινητού;
Ναι, ισχύει πως δεν ευθύνεται το κινητό αυτό καθεαυτό, αλλά η αλόγιστη χρήση του. Από ένα απλό μέσο για να γίνει καλύτερη η ζωή, κατέληξε να είναι αυτοσκοπός στη ζωή μας, να
μην μπορούμε να ζήσουμε ούτε για μία ώρα μακριά του.
Νομίζω πως πρέπει να τη χρυσή τομή η οποία θα μας επιτρέπει να διατηρήσουμε το μέτρο ανάμεσα στην υπερβολική χρήση του κινητού και στην απόλυτη αποχή από αυτό. Αφού για
την εποχή μας θεωρείται ανέφικτο να απεξαρτηθεί κάποιος εντελώς από αυτό, ας προσπαθούμε μέσα στη λαίλαπα της καθημερινότητας, να διατηρούμε το μέτρο.
Μαρία Σκαμπαρδώνη













ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ "Η ΠΑΜΦΙΛΗ"



Lawrence alma Tadema art

Κόκ­κινη ανα­τολή, των ονεί­ρων
το πρώτο της Παμ­φί­λης σκίρ­τημα
κι ανέ­μου γλυ­κο­φύ­σημα οι πει­ρα­σμοί
φυγής στ’ από­κο­σμα και τα ιερά.

Το βλέμμα της το λιό­μορφο, αντι­φέγ­γι­σμα της γης,
τα φτε­ρω­μένα χέρια της η αγκα­λιά του κόσμου
κι αντή­χηση γλυ­κό­φωνη το γέλιο της το γραμμένο.

Χρώ­ματα ανέ­σπε­ρου δει­λι­νού
οι πεθυ­μιές κι οι μυστι­κές λατρείες
και ξάφ­νια­σμα τ’ αμά­θη­του μυα­λού
οι απο­δρά­σεις και οι μαγείες.

Στράτα του φεγ­γα­ριού ο ίσκιος της και τ’ ουρα­νού σεντέφι,
το σώπα­σμά της, επί­γεια μου­σική και γλύ­κα­σμα νυχτω­δίας
κι από­κριση στο κάλε­σμα στων άστρων το χοροστάσι.

Βαθιάς ψυχής απά­ντημα η γητειά,
το γνέ­ψιμο νεύμα του έρωτα θεού,
σπονδή το σάστι­σμα σε κρυφό βωμό
και η αγαλ­λί­αση του πόθου λειτουργία.

Πλατύ σκαλί το λόγιασμα,παράθυρο ανοι­χτό οι αισθή­σεις,
στέ­κει η ζωή αντίκρισμα,ευσέβεια το πάθος κι ευφρο­σύνη
και η Παμ­φίλη πρώτη φορά Ιέρεια στο ναό της αγάπης.


1-7-2019








Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Carpe "Σπασμένο Γυαλί..."


Σπασμένο γυαλί

το πρόσωπό μου.

Το αίμα κυλά,στραγγίζει

στα κατάλευκα σύννεφα

ενθύμια των οριζόντων του.

Ένα πρόσωπο θρυμματισμένο

ζωή που αναζητά

καταφύγιο στην ψευδαίσθηση

μιας μοίρας που έρχεται

και χάνεται

στο λυκόφως της ψυχής.

Ξεπλένω τις πληγές

με το νερό που τρέχει

απ'το λαβύρινθο των σπλάχνων μου.

Ένα τσιγάρο τελευταίο

μια ύστατη αναπνοή.

Δεν περιμένω τίποτα άλλο,

πριν η καρδιά να φτερουγίσει

στον όνειρό της το μεγάλο.

Carpe






ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ " Το χθες"



Κρατάς μια γλυκόπικρη ανάμνηση
από τον μεγάλο σου έρωτα
αυτόν που σε στιγμάτισε
όταν ήσουν νέος
κι ας μεσολάβησαν χρόνια
ακόμα τη θυμάσαι
πώς μιλούσε
πώς γελούσε
πώς ταξίδευε το βλέμμα της
πάνω σου
θυμάσαι το "αντίο"
και η καρδιά σου ματώνει
τόσα χρόνια μετά
τα μάτια σου γεμίζουν δάκρυα
αυτόν τον έρωτα
κουβαλάς στο σακίδιο σου
στο δρόμο της μοναξιάς
που επέλεξες
ν΄ακολουθήσεις.