Εγώ, η γυναίκα του Λωτ
Θα μείνω εδώ ακίνητη, ώσπου να πέσει σκοτεινιά,
ώσπου να ’ρθει το βράδυ.
Μπροστά να πάω δεν μπορώ, με εμποδίζει ο φόβος.
Πίσω να φύγω δεν μπορώ, δε με αφήνει ο πόθος. Σταυρώνω τα χέρια, στυλώνω τα πόδια. Εδώ.
Σε βλέπω που με καλείς. Όμως, εγώ είμαι φτιαγμένη
από πηλό, εγώ. Με φύσηξαν, «πάρε πνοή» μου είπαν. Αλλά
δε μ’ έμαθαν ποτέ μου να πετώ και ήμουν πουλί· θυμάμαι
που με κλώσησαν τα χελιδόνια.
Θα μείνω εδώ ακίνητη. Με μάτια ορθάνοιχτα θα δω. Εσύ να ανεβαίνεις, ν’ ανεβαίνεις και να γυρίζεις με βλέμμα
θολό να με κοιτάς: «Μη μου φωνάζεις άλλο όχι».
Κι εγώ που έμαθα να αναπνέω την άρνηση, δε θα μιλήσω πια. Μόνο μπορεί το υγρό παράπονο βουβό για
λίγο να με πνίξει καθώς θα σου γελούν στον πέρα κάμπο·
κι εσύ λυπημένος θα ξεχαστείς.
Θα μείνω εδώ ακίνητη και θα προσευχηθώ. Να δώσει
ο Θεός να γίνω αλάτι.
Αντί
Βγαίνω στον κήπο να της δώσω ένα φιλί και μιαν ευχή.
Δεν είναι εκεί.
Με περιμένει ένας χειμώνας.
— Εγώ! εγώ θα κλαδέψω τις τριανταφυλλιές, του λέω.
— Είσαι νεκρός! μου απαντάει λυπημένος.
— Γιορτάζει η αγαπημένη μου! επιμένω, έχω δικαίωμα
στα τριαντάφυλλα.
Με κοιτάει στα μάτια, παίρνει την παγωνιά του και
φεύγει.
Ανθίζει τότε στη μοναξιά ένα χαμόγελο.
Φόνος στη γέφυρα, νουβέλα, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2018
Μια υπόθεση ενός «ασήμαντου» φόνου μετατρέπεται, δέκα χρόνια μετά, σε μια συναρπαστική ιστορία μυστηρίου.
Ο συγγραφέας Γιόζεφ Φ, που βοήθησε, ως αυτόπτης μάρτυρας, στη διελεύκανσή του, αποκαλύπτει σε μια ενδιαφέρουσα συζήτησή του με τον Ξένο, ότι ο ίδιος παραπλάνησε τις Αρχές, προστατεύοντας τον αληθινό δολοφόνο.
Ο Φ, βρίσκοντας έναν θαυμάσιο ακροατή, ευφυή και απαιτητικό συνομιλητή, αποκαλύπτει με την αφήγηση της ιστορίας του έναν απίθανο ορθολογισμό που εξηγεί όλη τη δική του δράση. Μια δράση που είχε στόχο τον πλήρη έλεγχο των γεγονότων για το καλό των δικών του ανθρώπων. Επίσης, μ’ αυτόν τον τρόπο, δίνει απαντήσεις και ερμηνείες για τις περίεργες συμπεριφορές και τις πολύπλοκες ψυχικές καταστάσεις των πρωταγωνιστών.
Όμως η αφήγηση βρίσκεται υπό την κρίση του ορθολογισμού τού συνομιλητή του. Ο Φ καταλαβαίνει, από τις λίγες παρεμβάσεις του, ότι δεν έχει την πολυτέλεια του παραμικρού λάθους. Με αυτήν τη συνειδητοποίηση φτάνει την αφήγηση στο τέλος, όπου φαίνεται πως όλα φωτίζονται και αναδεικνύουν ένα κρυφό δράμα που τον ανάγκασε να σιωπήσει θυσιάζοντας και έναν μεγάλο έρωτα.
Ενώ όμως η ιστορία φαίνεται να κλείνει, ο Ξένος με μια απροσδόκητη παρέμβασή του την ανατρέπει εκ βάθρων.
Πού έκανε λάθος ο Φ, ο άνθρωπος με την αμετακίνητη προσήλωση στους νόμους της λογικής ανάλυσης; Ποια κενά και ποιες μικρές αντιφάσεις εκμεταλλεύτηκε ο Ξένος που δεν ήταν άλλος από τον Άλαν Π, τον διακεκριμένο επιστήμονα που μελετούσε τους χαρακτήρες των ανθρώπων που έχουν σχέση με φόνους;
Πού έκανε λάθος ο Φ; Ή μήπως δεν έκανε κανένα λάθος;
Το γαλάζιο που έσβησε τον ορίζοντα πεζά, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2018
Ημερομηνία έκδοσης: Φεβρ.2019
Σελίδες: 62
Σχήμα: 14*21
Εξώφυλλο: μαλακό
ISBN: 978-960-612-196-8
Δύο συνθέσεις με ιδιαίτερη γραφή. Αφήγηση και θεατρικοί διάλογοι συμπλέκονται, και με την ποίηση απανταχού παρούσα, δημιουργούν μια προωθητική μείξη τριών λογοτεχνικών ειδών.
Έχουμε εδώ μια πειραματική δημιουργία, όπου η υπέρβαση των παραδοσιακών μορφών έκφρασης δίνει τη δυνατότητα ο μύθος της αφήγησης και τα θεατρικά δρώμενα να εμπλουτίζουν την ποίηση και να εμπλουτίζονται από αυτήν.
Αποσπάσματα
Α΄ Το γαλάζιο πού έσβησε τον ορίζοντα
α΄ Να βρω μια πέτρα όμορφη
Όλα άρχισαν μ’ εκείνη την απρόσμενη συνάντηση
στον κήπο με τις λευκές τριανταφυλλιές.
— Πού βρήκα τη δύναμη νεκρός να φύγω, αντί να σωριαστώ στα πόδια που με λάκτισαν και να με βρουν εκεί
ρακοσυλλέκτες επίμονοι; Όπως αυτοί που, με την ηρεμία
της στέρησης, ανασκαλεύουν μεθοδικά τα γήινα γυρεύοντας κρυμμένα τιμαλφή, μια αγάπη αθάνατη, κατάρα. Πού
βρήκα τη δύναμη τυφλός να πορευτώ, αντί να γείρω και να
με βρει εκεί η νύχτα, κρύο φως; Πού βρήκα τη δύναμη αμίλητος να ζήσω, αντί να σπαραχτώ και να σπαράξω στην
κραυγή μου;
Τον ακούω δίπλα μου· τον βλέπω. Έχει στα μάτια
του μια λύπη. Κινείται γύρω μου αργά, τελετουργικά.
— Ποιος είσαι; τον ρωτώ.
— Εκείνος, μου απαντά· δείχνει μακριά.
Μοιάζει να αναδύεται η ύπαρξή του απ’ τα βαθιά, το
ίδιο και η φωνή του.
— Να βρω μια πέτρα όμορφη, να με καταλαβαίνει. Να
τήνε δέσω στον λαιμό, να με καταλαβαίνει.
̶
Κάνει μια παύση, σηκώνει το χέρι του.
— Ελάτε! Όσο ακόμα είναι νύχτα, θα δω το πρόσωπό
σας ή θα το ψηλαφίσω. Αύριο δεν ξέρω αν θα έχω εγώ αισθήσεις. Μπορεί και εσείς να μην έχετε πρόσωπο.
Νιώθω μια ταραχή.
— Στη θάλασσα. Στη θάλασσα να βαπτιστώ ραντίζοντας τη λίθινη μνήμη νερό κι αλάτι, αγίασμα. Στη θάλασσα,
τα δυο βουνά μου να ποντίσω.
«Είναι σε παραλήρημα» σκέφτομαι. Ωστόσο, αισθάνομαι τη μυστηριακή ατμόσφαιρα των λόγων του, το αίνιγμα που αιωρείται και μια παράξενη οικειότητα που
στιγμιαίως μου προκαλεί φόβο.
B΄ Οι χάρτινοι ήρωες
— Όσα είχα να γράψω, τα ’γραψα· τώρα θα σβήσω.
Αργά, γαλήνια, ηδονικά, ωσάν σε τελετή αρχαίου μύθου,
θυσία στη ματαιότητα των ποιητών, πρώτα που καίνε ό,τι
αγάπησαν. Έναν έναν θα ξεδοντιάσω τους στίχους μου,
αφήνοντας ίχνη νοημάτων σ’ άχρηστες λέξεις. Φαφούτα
ζωή, σε γέμισα με ψευδαισθήσεις. Κι αφού να γράψω άλλο
δεν μπορώ, αυτά που ονειρεύτηκα τ’ αφάνισε ένα δόλιο
φως, θα σβήσω. Πρώτα την άνοιξη, ύστερα την αγάπη· και
πιο μετά το γκρεμνολούλουδο.
Βάζει τελεία στο χαρτί και γράφει, τέλος.
— Τι είναι αυτό;
Εισβάλλουν οι χάρτινοι ήρωες στη σκηνή.
— Θα μιλήσουμε εμείς, τον απειλούν.
Αχνογελάει. Ίσια που να σχηματιστεί στα χείλη του η
θλίψη. Μιλούν εκείνοι.
— Ό,τι ήταν να πει το είπε, τώρα η ώρα μας.
Διπλώνει ο ποιητής τα χαρτιά, αποσύρεται στη σκιά.
Έρχεται στη σκηνή ο πρώτος. Φοράει την παλιά αθωότητα, σπιθίζει το βλέμμα του. Ανοίγει το σιδερένιο κουτί,
βγάζει τα μολυβένια στρατιωτάκια του και μια σφεντόνα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Στα Γαλλικά
Αύριο
Χάραξε το αύριο
στα απόκρυφα του κορμιού της
Μην το βρει ο τρομερός εραστής.
Ζωγράφιζε στον άνεμο,
και κάθε που έβγαινε το φεγγάρι,
χάιδευε το όνειρο ψιθυρίζοντας:
Αύριο.
Demain
Elle grava le lendemain
dans l’intimité de son corps
de peur que l’amant terrible ne le trouve.
Elle peignit l’air
et à chaque apparition de la lune
elle caressait le rêve en chuchotant
demain…
Έρημη πόλη
Σκαμμένη γη το κορμί μου,
πυρπολημένη βρύση
το φιλί σου.
Ξερό ποτάμι τα μάτια.
Άδεια τα χέρια…
Ville déserte
Mon corps terre creusée
fontaine bombardée
ton baiser
rivière sèche les yeux.
Vides les mains…
Απόδοση στα Γαλλικά: Δημήτρης Φίλιας (Traduction: DIMITRI Traduction: DIMITRI
FILIAS)
Από το περιοδικό ΡΑΣΙΝ (Traduction: DIMITRI RACINE) τεύχος 20, Ιωάννινα, Ιούνιος 1994.
Στα Γερμανικά
VORWORT
Ich dachte, ich schreibe die Erinnerungen auf.
Nach der Deformation
werde ich nichts mehr haben, was ich dir schenken könnte
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Είπα να καταγράψω τις μνήμες.
Μετά την παραμόρφωση
δεν θάχω τι να σου χαρίσω
GENESE
Du wirst leben oder singen.
Ich liebe die Menschen, die litteen.
Ich wollte singen.
Man sagte, das sind keine Verse
es sind Schreie....
Ich brauche einen Dichter
der meine Besorgnis in Verse umwandelt.
ΓΕΝΝΗΣΗ
Θα ζήσεις ή θα τραγουδήσεις. Αγαπούσα τους ανθρώπους
που πονούσαν.
Ήθελα να τραγουδήσω.
Είπαν αυτοί δεν είναι στίχοι
είναι κραυγές...
Μου χρειάζεται ένας ποιητής
να κάνει τις αγωνίες μου στίχους.
ΜΕΤ.ΣΟΦΙΑ ΓΕΩΡΓΑΛΙΔΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ
Χρήστος Κορέλας* Για την «Ενθαλπία»:(Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό «Φηγός»)
Η «Ενθαλπία» δεν χαρακτηρίζεται από το δημιουργό της, ως ποίηση ή πεζογραφία.
Είναι δική μου αυθαιρεσία ο χαρακτηρισμός- ποιήματα και πεζά- για να προϊδεάσω τον
αναγνώστη. Και τούτο γιατί μοιράζει τις σελίδες του σε ποίηση, σε θέατρο ή ένα είδος
νεκρικών διαλόγων, σε μικρό ημερολόγιο μιας γυναίκας και σε μιαν αφήγηση θεατρική που
μπορεί να εκληφθεί και ως διήγημα, παρ’ ότι λέει στην παρέα που του ζητάει να γράψει
διήγημα, πως δεν είναι διηγηματογράφος.
Αυτά, βέβαια δεν έχουν σημασία, ούτε προσπαθώ να εντάξω τα κείμενα σε είδη
λογοτεχνικά. Μου αρκεί που είναι λογοτεχνία. Και σέβομαι τη θέση του δημιουργού, γιατί
δεν περιχαρακώνεται. Φαίνεται πως δε θέλει να βάλει την έμπνευσή του σε καλούπια που
μπορεί να παίρνουν το σχήμα της κλίνης του Προκρούστη. Απόλυτα σεβαστές οι επιλογές
στην τέχνη.
Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η υπαρξιακή αγωνία του όντος, όχι ακριβώς του
δημιουργού, χωρίς να αυτό-εξαιρείται, γιατί έχει το θάρρος να αυτοσαρκάζεται. Και ο
αυτοσαρκασμός είναι απελευθέρωση και κάποιες σταγόνες λύτρωσης στους οδοιπόρους
των ερήμων. Με αξιοπρέπεια ο ποιητής πορεύεται όπως ο Ρίλκε, στη στενή δίοδο του έρωτα
και του θανάτου. Του έρωτα, γιατί η ποίησή του άλλοτε γίνεται πρελούδιο κι άλλοτε
ραψωδία, καθώς περνάει τα σύνορα σε μιαν ονειρική, χωρίς όνειρο εξόδια εκπόρευση από
το Είναι στο μη Είναι, χωρίς να αναιρεί το Είναι με κανένα «μη». Έχει έναν σπαραγμό ο
ερωτικός του λόγος, γιατί δεν βρίσκεται στο αντάμωμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ο
δικός του έρωτας, αλλ’ ούτε και στο πικρό ποτήρι. Μόνο στην πίκρα της νοσταλγικής
αποστέρησης, χωρίς να νοιώθει πως «δικαιούται». «Δικαίωμα κανένα δεν εκράτησα». Κι
όταν «ο παλμογράφος γράφει ευθείες» θανάτου, ο ίδιος προτιμάει να βλέπει την «Άννα-να
βαδίζει» στην «τελευταία παράσταση». Μόνο από το ημερολόγιο της γυναίκας έχουμε την
ερωτική ανάκρουση, καθώς εκείνη ανακαλεί μια ζωή που δεν επανέρχεται. Μνήμες, θολό
τοπίο, λόγια σιωπής, ανάκουστες πεθυμιές, πνιγμένοι πόθοι και η ζωή να γέρνει στο
φέρετρο. Η συνομιλία με τον άγγελο, ίσως να είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, παρά
διάλογος. Ο ήρωάς του στο φέρετρο κι ο άγγελος να τον πληροφορεί πως θα ’ρθει η Άννα.
Εκείνος με τον τρόπο του αρνιέται και τη θέση του στο φέρετρο παίρνει ο άγγελος.
Ακολουθεί η παρέα του γραφείου, που του ζητά να γράψει ένα διήγημα. Το θαυμάσιο
της σύλληψής του είναι πως μεταξύ γραφής και συνομιλιών δημιουργείται η αίσθηση των
πολλαπλών γεγονότων, περιστατικών και φυγών προς το παρελθόν των ηρώων και προς το
μέλλον της λήθης. Μόνο ο δάσκαλος απομένει συνείδηση μέσα στο χρόνο, ως βιγλάτορας
των νεκρών. Και ο αιώνιος έλληνας, ο Οδυσσέας η ιστορία μας. Από το βίωμα στην
ευρύτερη θέαση της μοίρας μας, από τον έρωτα στο θάνατο και από εκεί στη μνήμη των
θυσιών και των ηρώων μας, ο μποιητής και συγγραφέας Βαγγέλης Φίλος συνθέτει μια
δυνατή παράσταση ζωής, που απαιτεί πολύ δύναμη και απελευθέρωση από σχήματα και
καλλούπια για να τη γευτεί κανείς, να τη χαρεί και να την εκτιμήσει πολύ, κατά πως της
αξίζει.
🍁 🍁
Χρήστος Κορέλας Για την «Αλιάνθη»:
(Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό «Φηγός»)
Ζητώ συγνώμη από το συγγραφέα για το χαρακτηρισμό των κειμένων του ως
θεατρική διηγηματογραφία, μιας και ο ίδιος αποφεύγει να χαρακτηρίσει την τέχνη του.
Είναι επιλογή του και είναι σεβαστή. Αφήνει άλλωστε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να
τον συλλάβει πέρ’ από σχήματα και ρήματα. Ένα από τα εφτά κείμενά του το είδωλο είχε
συμπεριληφθεί στο προηγούμενο βιβλίο του «Ενθαλπία» με πεζά και ποιήματα. Πιστεύω
πως ήθελε να το βάλει ως επίλογο και ως συνέπεια στη συνέχεια του λόγου του, με όποια
μορφή κι αν εκφέρεται. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη δουλειά του ως λογοτεχνία των
αντιδράσεων. Και τούτο γιατί, ενώ τον ενδιαφέρουν τα γεγονότα, δεν στέκεται σ’ αυτά.
Προχωράει στις αντιδράσεις που διαμορφώνονται στο εσώτερο πρόσωπό μας και βγαίνουν
σε κάθε περίσταση της ζωής μας ως δράσεις και αντιδράσεις, ως μορφώματα του είναι μας.
Γι’ αυτό και είναι ματαιοπονία ν’ αναζητεί κάποιος μιαν αφήγηση. Σίγουρα όμως υπάρχει
ένας φοβερά στέρεος μύθος. Κι αυτός είναι η προσωπική μας μυθολογία, έτσι όπως
κατασταλάζει ο κόσμος μέσα μας και βγαίνει με χίλιες μορφές. Αυτός είναι ένας κόσμος
αποκαλυπτικός και ίσως δυσερμήνευτος για όσους ψάχνουν την επιφάνεια των
διαμορφώσεων και ποτέ δεν καταδύονται στα βαθιά νερά ούτε του εαυτού τους.
Μια τέτοια τέχνη που ανιχνεύει τα κύματα με όλους τους κινδύνους να πνιγεί κανείς
στις προσωπικές θάλασσες, με πρώτον το συγγραφέα, είναι μια τέχνη γραμμένη με αίμα και
αρμύρα. Αυτό το σπάραγμα το βλέπουμε τόσο στο είδωλο, όσο και τώρα στο «ήταν εκεί η
θάλασσα». Επειδή η τύχη μ’ έστειλε φαντάρο στα Γιάννενα, όπου έμεινα 19 μήνες , τον
βλέπω σε κείνα τα τοπία να γυρίζει ανάμεσα στη λίμνη και στο Μιτσικέλι σεργιανώντας τη
θλίψη του να την ξοδεύει. Αυτή η ποιητική πόλη έχει όλη την υποδομή να γεννάει τέχνη και
να καθιερώνει τη θλίψη ως αντίδοτο για τη δωρεά της έμπνευσης.. Θα πει «όμορφα πουλιά ,
λυπημένα». Δεν αφήνει στην ομορφιά περιθώρια χαρούμενου ρομαντισμού. Κι ο έρωτας
πεθαίνει, όπως πεθαίνουν από έρωτα και τα πουλιά στο Περού. Εναλλάσσει μέσα του το
παιδί με τον ενήλικα ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα, ανάμεσα στις «μπούκλες» και
στις «χαρακιές σαν πολυδαίδαλες κοίτες απ΄τον ιδρώτα». Κι ακολουθεί ένας ανυποψίαστος
δραματικός διάλογος των δύο στο ίδιο πρόσωπο: «- Γιατί με ξέχασες; Και η φοβερή
απάντηση; -Δεν είχα θάλασσα». Θυμίζει εκείνο το δημοτικό τραγούδι «όταν κινώ για νά
’ρθω χιόνια και βροχές …». Δεν είναι εύκολη η επιστροφή στην αθωότητα, όταν τα όνειρα
ήταν μπροστά και τώρα είναι , ίσως, σκοτωμένα. «Φόρτωσες ένα καράβι όνειρα (…). Που
πήγαν τόσα όνειρα; κι απαντάει με ερώτηση: - Που πήγαν;». Μάλλον στα «άδεια
παγκάκια». Και στη συνέχεια βλέπει τα είκοσι πέντε χρόνια του (1979), ως «είκοσι πέντε
αιώνες». Πως να γυρίσεις πίσω και τι να βρεις;
Ψάχνει το ποτάμι του Σεφέρη και νοιώθει ο ίδιος να είναι ο Σεφερικός ήρωας :
«λυπάμαι που άφησα να περάσει μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μου ένα πλατύ ποτάμι χωρίς να πιώ
ούτε μια στάλα. Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα». Δεμένος όμως ο ίδιος με τη ζωή, βλέπει την
πεδιάδα πάλι να πρασινίζει. Αυτό σημαίνει πως πέρ’ απ’ τις διαμορφώσεις του, παραμένει
εραστής μιας Άνοιξης. Υπάρχει το ποτάμι. «Υπάρχει όσο υπάρχουμε». Ο Βαγγέλης Φίλος
δίνει την εντύπωση του αποσπασματικού. Μας παραπλανά. Μας αφήνει το πεδίο ανοιχτό
να τον πλησιάσουμε με τα δικά μας βήματα. Δεν είναι αφηρημένη η τέχνη του. Δεν
υπάρχουν αφηρημένοι στεναγμοί. Αλάλητοι, ναι! Μακάριοι όσοι έχουν αυτιά να τους
ακούσουν. Έχει βαθιά συνείδηση του Είναι του.
Ξέρει πως το τάλαντο της τέχνης, του στοχασμού και του λόγου, που έχει πάρει ως
δωρεά, γίνεται σημείο αντιλεγόμενο. «- Κουβαλάς μια αρχαία κατάρα, του είπε κάποιος. –
Κουβαλάς μια ευλογία , του είπε ένας άλλος. Κι αυτός ήξερε πως είχε φορτωθεί και την
ευλογία και την κατάρα». Αυτή είναι η ώριμη ώρα της υπαρξιακής του συνείδησης. Μέσ’
από τη θλίψη και τον προβληματισμό μιας επιστροφής που δεν πραγματώνεται, διατηρεί
την πίστη του στον άνθρωπο: «υπάρχουν μερικές στιγμές, όπου οι άνθρωποι ψηλώνουν
απότομα». Καθώς ο ίδιος δεν νοιώθει να στερεύει, μεταδίδει μιαν αισιόδοξη ενατένιση του
κόσμου, έστω κι αν αυτό το άνω θρώσκω κρατάει μόνο στιγμές. Σε μια στιγμή σώζεται ή
χάνεται το ανθρώπινο πλάσμα. Από το μνήσθητί μου, στο μέτ’ εμού έσει εν τω παραδείσω,
οι στιγμές είναι ελάχιστες και η σωτηρία παντοτινή.
Κάποιες νύξεις έκανα πάνω σε μια συντέλεια, που είναι η πεζογραφία και η ποίηση
του Βαγγέλη Φίλου. Αφορμές για όσους έχουν την τρέλλα και το κουράγιο να κάνουν τη
λίμνη ωκεανό και να χάνονται στο βάθος του. Αρκεί ν’ αναδύονται. Το ταλέντο και η ζωή
είναι μεν δωρεά, αλλά η χρέωση της διαχείρισης είναι ακριβή. Τα χρέη ζητούν εξόφληση.
*Ο Χρήστος Κορέλας είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
🍁 🍁
Παντελής Απέργης
Για την «Ενθαλπία»:
(Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό «Φηγός»)
Η ποίηση του Β.Φ. είναι γεμάτη λιτότητα αλλά και δύναμη, είναι διεισδυτική,
σπαραχτική αλλά και ευφάνταστη. Ο «ονειροφόρος» λόγος του, προσεχτικά θρεμμένος με
τα τεχνικά στοιχεία και την οιστρηλασία της εποχής, περιγράφει τη δυνητική και
πραγματική θαλπωρή που σαν «ρόδο πορφυρό» στολίζει την ανθρώπινη οντότητα
δίνοντάς της μια διάσταση μαγικο-πραγματική, ποιητικο-διανοητική. Χρειάζεται πράγματι
σφρίγος πνευματικό, εκτός από παιδεία, για να γράφεις με απλότητα για τον σπαραγμό,
για την τυχαία βούληση των καταστάσεων, για την περισσή ελευθεριότητα των πράξεων,
για να γράφεις τέλος:
« γελάς στα παραμύθια μου
και χορεύεις
γαληνεύω
και φεύγεις»
ή
« η ζωή μου ανυψώνεται στο κενό
φυτεμένη σε μιαν αιωρούμενη ελπίδα»
Η χρήση των λέξεων, παρά την μοναχική διάσταση της ψυχής που εκφράζουν και
εκπροσωπούν είναι χυμώδης, έντιμη και ευκρινής σαν ένας πολυκαθρέπτης που δείχνει τα
ράκη που κουβαλούν οι (υποτιθέμενοι) γίγαντες αλλά και την μεγαλόπνοη ταπεινότητα που
έχει, ενδιάθετα, η ευτυχής συνάντηση και σύντηξη της δημιουργικότητας με την
αυτογνωσία.
Ποίηση σκεπτόμενη, λόγος που παράγει μέσα από την φαινομενικά απλή
εκλογοτέχνιση εύστοχες εικόνες που δίνονται τόσο ευσύνοπτα και συγκινητικά που
προκαλούν ρίγος.
«Η πόρτα ήταν ανοιχτή,
όμως ζητούσαμε διαφυγή
από τις χαραμάδες»
«Το ρολόι κουδούνισε δυνατά,
νόμισε πως είμαστε κοιμισμένοι.
Όμως εμείς αγρυπνούσαμε
στο διπλανό δωμάτιο,
μετρώντας το βάθος του πηγαδιού».
Ο Παντελής Απέργης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
🍁 🍁
Ευαγγελία Μισραχή
Για την «Αλιάνθη»:
(Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό «Αργοναύτης» τεύχος 3, 2008)
Ο πεζός λόγος μολονότι στέκεται, παρουσιάζει με χαρακτηριστική επιμονή
εκφραστικούς τρόπους που δεν είναι ως τώρα καθιερωμένοι. Πρόκειται για μια
αποσπασματική γραφή, που αποτελεί νέα μορφή έκφρασης και μάλιστα στη δεκαετία του
’70 μας είχε δώσει αρκετά δείγματα.
Αυτός ο αποσπασματικός λόγος κινείται μεταξύ του μη καθαρά ειπωμένου, του κρυφού
και κατά κάποιο τρόπο αινιγματικού και χρησμικού λόγου. Είναι συνυφασμένος με την
αγωνία, την απελπισία, την αβεβαιότητα και τους ενδόμυχους φόβους και όλα αυτά τείνουν
προς μια ανίχνευση πολύ εσωτερική μέχρι της μεταφυσικής διάστασης – αυτού του τύπου
-.
Φυσικά τίποτε δεν είναι άγνωστο, σ’ όποιον έχει βιώσει παρόμοιες χαωτικές
καταστάσεις είτε εγκατάλειψης είτε βίαιας απομάκρυνσης. Τ’ απραγματοποίητα όνειρα
συνοδεύουν κάθε ζωή.
Ο πεζογράφος καταγράφει όλη αυτή την ευαισθησία που συνθλίβει τον εαυτό του,
αναζητώντας αιτίες, αφορμές και το τεράστιο απάντητο «γιατί». Όταν βρίσκεται κανείς σ’
αυτή την κατάσταση, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους άλλους όσο κι αν προσπαθήσει
να βρει κοινές σκέψεις και να απλώσει γέφυρες ερωτικές κάπως στέρεες.
Συνήθως οι ευαίσθητοι έχουν πολλές απαιτήσεις και δεν συμβιβάζονται με την
πραγματικότητα, γιατί έμαθαν να ζουν εκτός καθημερινότητας. Γι’ αυτό κι επιβιώνουν με
μεγάλη δυσκολία. Αυτό αποτελεί και το σημείο αναφοράς όλου του έργου στις μορφές τις
διαφορετικές που μας το προσφέρει. Ακόμη και οι διάλογοι είναι μοναχικοί, απόλυτοι και
άκαμπτοι.
Μαθαίνει ο άνθρωπος απ’ όλες τις φάσεις της ζωής και της εσωτερικής του ανίχνευσης.
Αυτό είναι γεγονός. Όμως υποφέρει καθώς ερευνά, γιατί δεν μπορεί πια να ελέγξει ούτε το
στάδιο επικοινωνίας ούτε τις πράξεις του που είναι υπερβολικές. Τα θέλει όλα ή τίποτα.
Μεγάλος εγκλωβισμός και φυλακή των ιδεών του. Τις κρατάει κλεισμένες αναγκαστικά και
τον πνίγουν. Κι αυτές – όπως βλέπω – οι αναμνήσεις που διατηρεί ο ίδιος, είναι τόσο
πνιγηρές και καταλυτικές.
Το προσωπικό του ύφος διαμορφώνει όλα τα διηγήματα, ακόμη κι αν ήταν χωριστά
γραμμένα θα τ’ αναγνώριζες αμέσως. Αυτό που κερδίζει τον προσεκτικό και απαιτητικό
αναγνώστη είναι ότι διαβάζει κάτι το ξεχωριστό, το οποίο θ’ αποτελέσει τύπο γραφής τα
επόμενα χρόνια. Σαφές το προβάδισμά του.. επίσης ξέρει να συνδέει τα σκόρπια κομμάτια
της αφήγησής του ακόμη κι όταν εξομολογείται. Σε πολλά σημεία συμβαίνει κι αυτό. Τότε
συλλαμβάνεις ένα ερωτικό παραλήρημα να εμπλέκεται με την αγωνία αλλά κυρίως με την
νοσταλγία της επιστροφής.
Το ονειρικό στοιχείο διάχυτο κι αυτό απαλύνει κάπως την όλη ατμόσφαιρα, ενώ συνάμα
αποκαλύπτει την ικανότητα του πεζογράφου να μεταχειρίζεται κατάλληλα το λόγο του. Η
σιωπή, η στροφή, οι σταθμοί της σκέψης, της διήγησης και κυρίως η αναμέτρηση του
λάθους, του κάθε λάθους.
Μέσα από όλη αυτή την περιήγηση βρίσκω την αισθητική υπόσταση που θέλει να
παρουσιάσει στα πρόσωπα παρόντα-απόντα, πάντοτε παρόντα στην μνήμη και την
ανάμνηση. Όλα κινούνται με μια άπιαστη ρευστότητα.
Τέλος αυτόν τον τρόπο της γραφής, που έχει επιλέξει συνειδητά, τον εργάζεται και τον
καταθέτει χωρίς παραχωρήσεις. Ψάχνει, θυμάται, επαναφέρει κι όλα συνωθούνται σε
ανόμοιες εικόνες αλλά νοητές.
Σε πολλαπλές σελίδες βρήκα εξαιρετικές σκέψεις και συλλήψεις με ένταση και με
διορατικότητα. Ένα έργο διαφορετικό αλλά ωραίο.
🍁 🍁
Μανώλης Πράτσικας
Για την «Ενθαλπία»:
Βιβλιοκριτική στα περιοδικά «Φηγός» και «Νουμάς» και στην εφημερίδα
ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ της Πάτρας
Θα σταθώ στο κείμενο Σ5 κι όπου η προσωπική ευαισθησία φαίνεται να συνδιαλέγεται με
την οθόνη κάποιων ψυχισμών. Όμως έτσι οι στιγμές αναδύονται λουσμένες από μια
ποιητική λυρική ευρηματικότητα αναπόλησης.
Ερωτική η κατάθεση του στίχου στη γενικότερη ανάγνωση αλλά ο ποιητής διαφυλάττει ένα
δεδομένο χαρισματικής ανταύγειας «και το επιφώνημα άλαλο» -Σ.9 Σ.1, σηματοδοτεί μια εκ
βαθέων διεργασία θεατρογένεσης.
Ωστόσο το κείμενο σελίδα 50 έχει ως θεατρική εγγραφή διαφορετικό προβληματισμό.
Το κείμενο Σ. 73 πλησιάζει την πνευματική προσφορά που εκπέμπουν τα διηγήματα του
Γιώργου Μ. Οικονόμου.
-κάποια φορά ξεχάστηκε
Σ’ ένα μοναχικό τριαντάφυλλο
Χιλιάδες μάτια τον περικύκλωσαν Σ. 5
Διασπώ την αλληλουχία των λέξεων, συνθέτω σιωπή Σ 47.
Εκτός ποιητικής είναι οι στίχοι «ως έλικες κινουμένου ηλεκτρονίων» Σ 44.
🍁 🍁
Μανώλης Πράτσικας Για την «Αλιάνθη»:
Βιβλιοκριτική στα περιοδικά «Φηγός» και «Νουμάς» και στην εφημερίδα
ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΞ της Πάτρας
Συμφωνώ με τον συγγραφέα και κριτικό Γ. Οικονόμου στο εισαγωγικό σημείωμά του για το
βιβλίο «Αλιάνθη» του Βαγγέλη Φίλου.
Βρισκόμαστε σε πρωτοποριακή αναζήτηση φόρμας για το αστικό διήγημα. Έτσι πιστεύω
αναλυτικά ότι η γραφή παρουσιάζει μια ανατρεπτική τεχνική στη φράση και στη λέξη.
Ομοιάζει με την Έρση Λάγκε κι η οποία ενώ φαίνεται να ξεκινάει κάποια διαφάνεια
απογοήτευσης της διαλεκτικής, μεταβάλλεται αλλά και αντικαθίσταται από μια στίλβουσα
ποίηση του παραλόγου.
Απουσιάζει το κείμενο αλλά ο διάλογος χάρη στη θεατρογενή σάρκα της ελλειπτικής
γραφής ισορροπεί τον αιφνιδιασμό της έκφρασης και δέχεται και τις παλλόμενες
διεργασίες. Τίποτα το συγκεκριμένο αλλά αυτό το πουθενά είναι το ταλαντούχο και το
εξαίρετο. Το διήγημα σελ. 71, δίνει ίσως και την άρτια αίσθηση της γραφής. Επισημαίνω
επίσης ότι σ’ όλα τα κείμενα βρίσκεται μια φωσφορίζουσα εποπτεία υπαινικτικής εκκίνηση
π.χ. Είδωλο Σ83, δεδομένο που παραμένει όμως στη σκιώδη της προσωπικής μνήμης.
Επανέρχομαι όμως και στη διαφάνεια μέσα στην οποία διακρίνεται η πολιτικοποίηση
απολογητική απογοήτευση. Καταλογίζεται εδώ και η πικρία και η οδύνη σε παραλλαγές
λυρικού μονόλογου και σε εγγειτικά σημεία.
Γενικότερα η Αλιάνθη του Βαγγέλη Φίλου είναι η νεώτερη έκδοση των βιβλίων Κιβώτιο
Αλεξάνδρου και Κάθοδος των 9 Βαλτινού. Μια συνέχεια γραφής όμως μ’ αναζητήσεις
κάπως ευρύτερης υπαρξιακά παρουσίας σε εκκρεμότητα.
Ο Μανώλης Πράτσικας είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου.
🍁 🍁
ΒΑΝΑ ΚΟΥΤΣΟΚΩΣΤΑ : Θεάλια
(Βιβλιοπαρουσίαση στην εφημερίδα «ΠΥΡΡΟΣ»)
Με μια σειρά εννέα ποιητικών πεζών κειμένων, εμφανίζεται ο συμπατριώτης μας (από
τα Άγναντα του νομού Άρτας) Βαγγέλης Φίλος. Πρόκειται για ένα βιβλίο, στο οποίο
επιχειρεί με επιτυχία μια ποιητική γραφή αφήγησης, όπου σε αρκετά σημεία επικρατεί η
θεατρική στιχομυθία.
Πηγαίος ο λόγος του, γεμάτος από την υγρασία των συναισθημάτων που αβίαστα
παράγει, παραβολικός και αμφίσημος, πλάθεται και αναπαράγεται εν μέσω των αντιθέσεων
της ζωής, τις αιτίες των οποίων ανιχνεύει, εμβαθύνοντας στην ουσία και στο νόημά της.
Ο φόβος για το άγνωστο, για τη μοναξιά, για το ανεπανόρθωτο, για το επερχόμενο
τέλος, για την κληρονομιά που χάνεται, για την προαιώνια ευθύνη, για την επέλαση των
βαρβάρων σε τυφλούς καιρούς, για τη θανάτωση της φύσης…
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει την εσωτερική αναστάτωση και τον προβληματισμό γι’
αυτά που χάνονται και φεύγουν ανεπιστρεπτί , αλλά και την ευθύνη να κρατήσουμε υγιές
ό,τι απέμεινε από το κατέβασμα του ποταμού της αδιαφορίας, που σαρώνει στο διάβα του
ό,τι βρει, καθώς και την ελπίδα της αναγέννησης, της ξαστεριάς της επιστροφής στην
αφετηρία.
— Αυτό το ποτάμι δεν έχει πηγές!, φώναξε. Κι εγώ τον προορισμό μου τον ξέρω.
Γυρεύω την αφετηρία.(Ο ίσκιος).
—«Δεν γύρισες ποτέ… Και σε περίμενε, να λήξει η θητεία. Η επιστροφή σου ήταν η
ελπίδα που έφτανε ψηλά στο λόφο, με το σφύριγμα του τρένου. Και τον κρατούσε ορθό,
εκεί, δύο με τέσσερις… Και το τρένο περνούσε κάθε μέρα ανανεώνοντας την προσδοκία…
Και γέμισε η σκοπιά χαραγματιές. Κάθε ελπίδα και μια χαραγματιά. Ώσπου, θόλωσε το
βλέμμα κι έπαψε πλέον να μετρά…».
— Πώς να μετρήσεις το αμέτρητο;
— Κι αν το μετρήσεις, να το κάνεις τι;
—«Άδειασε η στέρνα της ψυχής. Βαθύς ο πόνος. Βαθύ και το κενό, πηγάδι άηχο…».»
(Ο λόφος με τις σκοπιές).
Είδε τη φύση, πέρα, απέραντη. Και τη γερόντισσα να αγναντεύει.
— Πού είναι το πέρασμα; τη ρώτησε κι αυτή τον κοίταξε.
—Σε μάτιασαν, παιδί μου!
—Γιατί; τη ρώτησε, ξανά, τι έχω να ζηλέψουν;
-Έχεις το βλέμμα του αετού.
-
—…
—Κοιτάς από ψηλά.
—Και βλέπω πόνο.
—Κοιτάς μακριά.
—Και βλέπω δυστυχία…
—Κι αχτίδες ήλιου μυστικού… Σε μάτιασαν, παιδί μου! Ζηλεύουν που ονειρεύεσαι….
(Ο ίσκιος).
Τη συνάντησα στην αυλή με τις ψηλές ντάλιες.
Απίθωσε τη σκάφη και ωσάν να ήθελε χρόνο να μου δώσει -τον δισταγμό μου να νικήσωάπλωσε τα ασπρόρουχα στο σύρμα. Προσεχτικά, σαν μια εκκρεμότητα παλιά πού έπρεπε
συνετά να κλείσει.
— Δεν ήρθα, είπα, να ταράξω τη Σιωπή σου. Σεβάσμια Μητέρα! πες μου. Πες μου Μητέρα,
είχε φόβο;
Κοίταξε τότε, μακριά. Εκεί που η κάθε νύχτα φέγγει το πρώτο αστέρι. Και ως να είχε σκεφτεί
από καιρό, μίλησε:
— Είχε πόνο! (Ο άγνωστος φόβος).
🍁 🍁
ΛΕΥΤΕΡΗΣ Β. ΤΖΟΚΑΣ
(Βιβλιοπαρουσίαση στην εφημερίδα «ΑΓΝΑΝΤΑ ΑΡΤΑΣ»)
Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ενδοχώρα, στα Γιάννενα, το 2009, βγήκαν τα
διηγήματα με τον τίτλο «Θεάλια», του Αγναντίτη συγγραφέα και πολιτ.
Μηχανικού, που δραστηριοποιείται στην πόλη των Ιωαννίνων, Βαγγέλη
Φίλου. Το μότο στην αρχή λέει: « Πώς να χωρέσει / η απεραντοσύνη του
μηδενός / σ’ αυτή την αθωότητα;». ε’ιναι σε μικρ’ο σχήμα κι έχει 74 σελίδες.
Οχτώ σύντομα διηγήματα έχει μέσα στις σελίδες του βιβλίου ο Βαγγέλης
Φίλος με χαρακτηριστικούς τίτλους: Ασπρόμαυρο – Αψηλάφητο – Τα
πράσινα πουλιά – Ο άγνωστος φόβος – Ο ίσκιος – «Δακρυόεν γελάν» - Το
γράμμα – Η τελευταία λέξη. Το «Πειραματικό ( σε μια πράξη )» με πέντε (5)
πρόσωπα που συμπληρώνουν: Οι άγνωστοι ερωτώντες και το βουβό
πλήθος. Είναι το δοκιμαστικό θεατρικό έργο σε τέσσερις σκηνές.
ΓΝΩΡΙΖΕΙ από γράψιμο ο Βαγγέλης Φίλος και πλέκει τις ιστορίες του
περίτεχνα, με ψυχή. Τα διηγήματά του είναι σύντομα, με εικόνες, ιδέες,
αναζητήσεις, φράσεις διαλεγμένες, δουλεμένες, πυκνές, σφιχτοδεμένες, μαζί
με τις αρετές που ξεχωρίζουν. Διάλογοι μαστορεμένοι που υποχρεώνεσαι να
παρακολουθείς με κομμένη ανάσα το μύθο του, να ζήσεις τη δράση του, την
αλήθεια και το ψέμα των ονείρων του.
ΕΧΟΥΝ μια πληρότητα τα σύντομα κείμενα του Βαγγέλη Φίλου, που
συμπάσχεις καμιά φορά με τον ήρωα και πνίγεσαι από την αγωνία. Έχει
δυναμική και ψυχογραφική συγκρότηση, εντυπωσιάζει και συγκορμίζει με
την αφήγησή του. Μας μιλάει με μια απλότητα ο διηγηματογράφος Β.
Φίλος, να καταλάβουμε, να μας βάλει στο δικό του κόσμο. Τα καταφέρνει και
φωτίζει με το κερί του, να ανασάνουμε καθάριο αέρα από καταξιωμένο
πεζογράφο και εμείς τον ευγνωμονούμε, για την περιπέτεια της καρδιάς και
της σκέψης μας…
Τα στοιχεία και τα αποσπάσματα έχουν αντληθεί από :