Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ "Χρεοκοπία Ιδεών " Ποιητική Συλλογή





Γιώργος Γκανέλης - χρεοκοπία Ιδεών 
Ποιητική Συλλογή 
Εκδόσεις - ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ
Χρονολογία Έκδοσης Αύγουστος 2014

Αριθμός σελίδων 64

Διαστάσεις 24x17

ΙSBN 978-960-303-220-5

    ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Γιώργος Γκανέλης στην τρίτη του ποιητική συλλογή, βαθιά προβληματισμένος από την προφανή ηθική, κοινωνική κι πολιτική κρίση, κατακλύζεται από την έννοια της ματαιότητας και σχεδόν άπελπις αναζητά όλα εκείνα που μπορούν να ξεπλύνουν την κατακερματισμένη ψυχή, την πληγωμένη μνήμη, τη χρεοκοπημένη συνείδηση των ανθρώπων. Των ανθρώπων ως υποκείμενα-αντικείμενα της Ιστορίας, των ανθρώπων μιας Πατρίδας και μιας Ιδέας που καθημερινά «αυτοκτονεί σ' ένα άθλιο υπόγειο χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή»... Οι στίχοι του Γκανέλη ψάχνουν με θόρυβο ή αθόρυβα για όλα εκείνα που θα ξεπλύνουν το τρίπτυχο ψυχή-μνήμη-συνείδηση από τις ενοχές, από τα ανεκπλήρωτα όνειρα, από τα ερωτηματικά και τα ψέματα, από την ισοπέδωση και την ερημιά, από το ανέφικτο... Κάθε ποίημα στη Χρεοκοπία Ιδεών μοιάζει με έναν απολογισμό. Έναν απολογισμό, που όπως παρατηρεί ο ποιητής, σταμάτησε «λόγω κακής ορατότητας», έναν απολογισμό «μονομερή, χωρίς αντίβαρο».



O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, 
«Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013
 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, 
όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ 

 ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΙΔΕΩΝ

Τώρα πια το γρήγορο άλογο σταμάτησε να καλπάζει
ο ουρανός βούλιαξε στη σκουριά του
κι οι λέξεις γράφονται μόνο με αίμα.
Δεν υπάρχει δρόμος, μόνο χαλίκια
κι αγκάθια σπαρμένα παντού
ανέστια χρόνια μέσα στην ομίχλη.
Οι φόβοι κατηφόρισαν προς την προκυμαία
για ν’ αποχαιρετήσουν τη γαλήνια θάλασσα˙
μετά το τελευταίο πλοίο χίμηξε στα κύματα
ορφάνεψε το χαμόγελο, μάτωσε η αυγή.
Ποιος μαγάρισε τη ζωή μας
πού είναι οι ανθοφόρες νεραντζιές, τ’ ατέλειωτα ταξίδια;

Χρεοκοπία ψυχών και ιδεών
χρεοκοπία ανεξέλεγκτη ή συντεταγμένη
οι ελπίδες στην αγχόνη
και τα παιδιά κοιτάνε το αύριο και δειλιάζουν.

Τώρα πια, κάτω απ’ τη θαλπωρή των στίχων
κρύβεται μόνο ο θάνατος.
****
 ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

  Στον Μάριο Χάκκα   

Η εξουσία σε συνθλίβει, σου στερεί τα όνειρα
δεν έχεις πια βούληση επιλογής, δεν έχεις τίποτα
είσαι μια κενή σελίδα στο καλάθι αχρήστων
που θα φορτωθεί σε κάποιο απορριμματοφόρο.
Η φωνή σου μια παροπλισμένη κραυγή
σ’ έναν πόλεμο με χαμένες μάχες.

Κι όμως αντιστέκεσαι ακόμα
διεκδικώντας τη φετινή άνοιξη
που πρόβαλε μέσα απ’ το δάσος της Καισαριανής
ρίχνοντας πάνω στα ερείπια λίγο φως.

****                 
ΑΝΟΙΞΗ 2012

Τι άνοιξη κι αυτή!
Κουρεμένα ομόλογα και χρεοκοπημένες ψυχές
τα δελτία ειδήσεων μήτρα του ψεύδους
στα μάτια σου το απόλυτο κενό.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Πουλιά βαλσαμωμένα και μυγδαλιές γυμνές
οι δρόμοι μυρίζουν ολοκαύτωμα
το κραγιόν σου κι αυτό ξεθωριασμένο.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Ουρανοί συννεφιασμένοι και θάλασσες κόκκινες
οι παιδικές φωνές στο σφαγείο του χρόνου
τα φιλιά σου άτονα και παραπληγικά.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Αλκοολικά χαμόγελα και μάτια υγρά
οι φωτογράφοι αποθανατίζουν την ερημιά
η αγκαλιά σου ένα ψεύτικο ομοίωμα.

Τι άνοιξη κι αυτή!

****  

 AΝΑΖΗΤΗΣΗ
               
Έψαξα την ψυχή μου
μέσα στους δισταγμούς και τις παλινωδίες
στη βοή του πλήθους και την ερημία της μουσικής
στους ακροτελεύτιους έρωτες
στα μάτια των περαστικών που αναζητούν το φως τους
στις βρόμικες σημαίες στα μπαλκόνια των κτιρίων
στη μεθεόρτια μελαγχολία μετά την κραιπάλη
στα συνθήματα στους τοίχους
στο παγωμένο χαμόγελο αρχές της άνοιξης
στην απεραντοσύνη μιας τελειωμένης μέρας
στις τρύπιες πολυθρόνες των νεοκλασικών σπιτιών
σ’ ερημικές παραλίες και σε ανέραστες γιορτές
στις αποτυχημένες εξεγέρσεις κατά της μοναξιάς.

Έψαξα την ψυχή μου
στα σκονισμένα κιονόκρανα των ναών
στην ξαφνική άφιξη του καλοκαιριού
στα τροχιοδεικτικά βλήματα
στα φοβερά σημεία των καιρών
στα εκμαγεία των μουσείων
στα χαρακώματα της νύχτας και στην αποπλάνηση του μυαλού
στα υπεραστικά δρομολόγια επαρχιακών πόλεων
στους φωτεινούς σηματοδότες κάτω απ’ το ράπισμα της βροχής
στα ασύστολα ψεύδη που λέγονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις
στο εναρκτήριο λάκτισμα μιας ακόμη κοροϊδίας.

Έψαξα την ψυχή μου και δεν τη βρήκα
παρά μόνο στη μοναξιά…
 ****  
 ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου μια προκυμαία ήσυχη
με δεμένες βάρκες στην προβλήτα
γαλήνια νερά, καθαρή θάλασσα
κι ένα φεγγάρι αφόρητα αληθινό.
Βρήκα πολύβουα λιμάνια
με αφίξεις επιβατικών πλοίων τα χαράματα
βρόμικα νερά με πετρέλαιο και αίμα
καθώς η βροχή χτύπαγε ανελέητα τις λαμαρίνες.

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου λίγη ομορφιά
δυο πεταλούδες να ερωτεύονται στη λίμνη
μια κατάλευκη άνοιξη να καταπίνει  το σκοτάδι
κι η αυλή με λουλούδια και πουλιά.
Συνάντησα την κακοτεχνία των πόλεων
βιαστικούς έρωτες με ημερομηνία λήξης
χειμώνες να λαξεύουν τον ήλιο
κήπους δίπλα σε υπονόμους.

Απαίτησα την καθαρότητα του αισθήματος
ήρθα αντιμέτωπος με την ψυχρότητα της Λογικής.

****  
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ  

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
με γάζες κι επιδέσμους
να μεταφέρεται στο ασθενοφόρο
απ’ το πεδίο των μαχών.
Αεροπλάνα πετάνε ψηλά
ριπές πολυβόλων ακούγονται
καπνοί και κρότοι.

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
ν’ ακροβατεί σε σκοινί ισορροπίας
στρατιώτες ν’ ανεμίζουν τα σπαθιά τους
σκισμένες σημαίες στα μπαλκόνια
γερόντισσες στην πλατεία του χωριού
φορώντας φίμωτρα.

Κι εσύ, ουδέτερος παρατηρητής
να δικάζεις τους υπαίτιους
αθωώνοντας τον εαυτό σου.

               ****  
  ΠΑΡΑΤΑΣΗ

Άνοιξη με σιωπητήρια και φωτιές
το Πάσχα κρύφτηκε
πίσω απ’ τις θημωνιές του δρόμου
παιδάκια με πρόωρη λογική χωρίς συναίσθημα
ο φόβος σε κάθε γωνιά.
Η αμαρτία μια αναδυόμενη πόρνη στην Αιόλου
χτύπησε το κεφάλι της στη βιτρίνα
μετά μπήκε στο μετρό κι εξαφανίστηκε.

Δεν σε ξέρω πια
ατύπως γνωριζόμαστε
μια περαστική σκιά απ’ τη ζωή μου
σαν θώπευμα σκληρό.
Η μέρα γέμισε διλήμματα
η νύχτα αντικατοπτρισμούς.

Τα καλοκαίρια μας μια απαγορευμένη ανάμνηση
που τη σκυλεύσαν οι καιροί.
Με βαλίτσες αποχαιρετισμού οδεύουμε στο λιμάνι
να μπούμε σε πλοία παλιά με βαριά ονόματα.
Κι εσύ χωρίς προϊστορία
αγναντεύεις το μέλλον που πήρε παράταση
πετώντας τα μάτια σου στον γκρεμό.








Λογοτεχνία του Φανταστικού-Απόψεις και Ανάλυση


Είναι η φανταστική λογοτεχνία ένα ανεδαφικό και παρωχημένο είδος ή πιο επίκαιρο από ποτέ αναδεικνύει την πραγματική πτυχή της ελευθερίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, δηλαδή τη φαντασία και τη δημιουργία;

Η τόσο μοναδική τέχνη της γλωσσικής έκφρασης του ανθρώπου γραπτώς, είναι ένα πολύπλευρο και σύνθετο φαινόμενο. Γιατί ένα λογοτεχνικό έργο εμπεριέχει όλες τις πτυχές του νου του συγγραφέα. Το κείμενο περιβάλλεται από τα συναισθήματα του, οι λέξεις τοποθετούνται εντέχνως από τον ανθισμένο και μοναδικό λόγο του, η πιο εξελιγμένη μορφή επικοινωνίας του ανθρώπου, δηλαδή η γλώσσα, συμβάλλει στην όσο πιο αναλυτική και δομημένη παρουσίαση του κόσμου του συγγραφέα στον αναγνώστη. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι στη  λογοτεχνία χρησιμοποιείται η αμεσότητα της γλώσσας, η οποία είναι ίσως το πιο κατάλληλο μέσο στην τέχνη να αντικατοπτρίσει ακριβώς τον εσωτερικό κόσμο του συγγραφέα. Υπάρχουν πολλά είδη λογοτεχνίας, το διήγημα, η ποίηση, τα μυθιστορήματα, οι νουβέλες, κατηγορίες που χαρακτηρίζονται μοναδικά από ιδιαίτερα γνωρίσματα. Όλες αυτές οι μορφές της, άνθισαν και έγιναν γνωστές σε πολλές περιόδους. Καθεμία από αυτές αγγίζει διαφορετικά τον αναγνώστη, προσδίδει διαφορετικά υποκειμενικά στοιχεία σε κάθε ξεχωριστό νου και τον συντροφεύει σε διάφορες ψυχικές του καταστάσεις. Τα ποιήματα εισάγουν το λυρισμό και το ρομαντισμό στη ζωή μας όσο τίποτε άλλο, τα διηγήματα μιλούν στη ψυχή κάθε ανθρώπου βρίσκοντας τον εαυτό του μέσα σε αυτά, οι αλληγορίες νουθετούν και διδάσκουν. Τα μυθιστορήματα όμως είναι κάτι το διαφορετικό.


Η μυθοπλασία, είναι ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπινου νου. Δεν αποδίδει μόνο κάτι το οποίο βλέπει, κάτι το χειροπιαστό ή κάτι υπαρκτό, αλλά πλάθει από το μηδέν καταστάσεις όπου η φαντασία έχει επινοήσει. Υπάρχουν πολλά είδη μυθιστορημάτων τα οποία ξεχωρίζουν αν τα τοποθετήσουμε σε μια νοητή κλίμακα, που μετρά το πόσο μακριά βρίσκεται αυτό που εξιστορείται από την πραγματικότητα. Ας πούμε μια ιστορία που θα πλαστεί στην Αθήνα του σήμερα, με καθημερινούς ανθρώπους δεν έχει σίγουρα την ίδια θέση με μια ιστορία σε ένα παράλληλο σύμπαν με ανθρώπους και μυθικά πλάσματα(π.χ νεράιδες). Ας σταθούμε στο τελευταίο είδος, όταν έχουμε μια ιστορία που δε θα συμβεί ποτέ. Ένας άνθρωπος βιώνοντας τη καθημερινότητα, τη ρουτίνα της ζωής έχει μια τάση να γράφει εντελώς φανταστικές ιστορίες ώστε να ξεφεύγει πλήρως από το τώρα. Το ονομάζουμε αλλιώς και Φανταστική Λογοτεχνία. Από τον ίδιο τον Όμηρο και τον Δάντη, έως τον Φ. Μπάουμ και Τζ.Ρ.Ρ Τόλκιν, η φανταστική λογοτεχνία έχει να αποδώσει ιστορίες και φαινόμενα ασύλληπτα για τον ανθρώπινο νου. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη φαντασία τους για να επινοήσουν ιστορίες, όμως οι ίδιοι έχουν επηρεαστεί από αρχαίες μυθολογίες, ήθη και έθιμα, φανταστικά πλάσματα, ώστε να δημιουργήσουν ιδανικά τον κόσμο τους. Οι ιστορίες αυτές οδηγούν τον αναγνώστη σε μέρη ανεξερεύνητα, δηλαδή μονοπάτια που δημιουργεί μόνο ο ανθρώπινος νους.


Η λογοτεχνία του φανταστικού στις μέρες μας αντιμετωπίζεται ακραία από τους αναγνώστες, ή θα ενθουσιαστούν σε πολύ μεγάλο βαθμό ή θα την απαξιώσουν πλήρως. Οι ακραίες αυτές στάσεις του κοινού δημιουργούνται από την ίδια την  καθημερινότητα που ζούμε, καθώς το φορτικό και κουραστικό πρόγραμμα δεν αφήνει τον ίδιο τον αναγνώστη να επικεντρωθεί εις βάθος στο έργο που κρατάει στα χέρια του, αλλά αρκείται σε μια πιο επιφανειακή ανάγνωση, ίσα ίσα ώστε να παρακολουθήσει την ιστορία και να καταλάβει τα πιο συχνά γλωσσικά στοιχεία του συγγραφέα. Άσχετα αν ένα λογοτεχνικό έργο είναι καλοδουλεμένο, με αυτό τον τρόπο ανάγνωσης δυστυχώς δε θα σχηματίσουν εύκολα καλή γνώμη γιατί η πραγματική αξία ενός έργου, η οποία το ξεχωρίζει και από τα άλλα έργα, βρίσκεται βαθιά στο κείμενο. Έπειτα η σκληρή καθημερινότητα, ωθεί τους περισσότερους αναγνώστες να διαβάσουν καλύτερα ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα πολύ κοντά στη ζωή ενός κοινού ανθρώπου. Ο αναγνώστης έτσι συγκρίνει καλύτερα τον εαυτό του με τους πρωταγωνιστές, ελκύεται από τις μικρές διαφορές που θα βρει με αυτούς στο βίο τους, ενώ θα ταυτιστεί καλύτερα με το κοινό περιβάλλον. Αντίθετα, οι "παράλληλοι κόσμοι", τα περίεργα πλάσματα και καταστάσεις που απορρέουν εξ ολοκλήρου από τη φαντασία, δε θα τον ενθουσιάσουν τόσο. Η άλλη πλευρά αντίδρασης ως προς τις φανταστικές ιστορίες χαρακτηρίζεται άκρως ενθουσιώδης. Για τους ίδιους λόγους της καταπιεστικής καθημερινότητας, ο αναγνώστης ψάχνει διέξοδο προς τη φαντασία. Μαγεύεται από τη παραμυθένια ατμόσφαιρα του και προτιμά να μείνει εκεί, ανεξαρτήτως αν είναι ήρεμη ή περιπετειώδης, φτάνει όμως  να είναι μακριά από τη ρουτίνα του. Σημαντική ώθηση στη φανταστική λογοτεχνία έχει δώσει και ο κινηματογράφος. Πολλοί σκηνοθέτες επιχείρησαν να δημιουργήσουν ταινίες εμπνευσμένες από παραμύθια άλλων εποχών, επενδύοντας στα σύγχρονα τεχνικά μέσα, που με αυτά οτιδήποτε είναι πιθανό. Ταινίες όπως αυτές του Peter Jackson ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή το Hobbit, οι ταινίες της Disney που αναβιώνουν για παράδειγμα κλασσικά παραμύθια του Hans Christian Andersen, κέρδισαν το απαιτητικό κοινό και ώθησαν πολλούς αναγνώστες να ανατρέξουν στα αρχικά κείμενα που είναι γραμμένα στα βιβλία.

Έχω παρατηρήσει ουκ ολίγες φορές κριτικές για τη φανταστική λογοτεχνία που τις παρουσιάζω με απλοϊκό τρόπο για χάρη συντομίας όπως: "για δράκους θα μιλάμε τώρα;", "μα καλά είναι πολύ παραμύθι αυτό", "αυτά δε συμβαίνουν"... Είναι γνωστό ότι μια μυθική περιπέτεια δε μαγεύει τη πλειοψηφία. Οι λόγοι απαντήθηκαν πιο πάνω. Ζούμε σε μια εποχή που επικρατεί ο κυνισμός, η τετράγωνη λογική, η πλειοψηφία των αναγνωστών ελκύεται από την ωμή πραγματικότητα. Το αίσθημα της επιβίωσης κυριαρχεί, οι απλές ιστορίες που βρίσκονται στη διπλανή μας πόρτα, τις οποίες αυτός που τις ζει τις θεωρεί βαρετές, γίνονται ξαφνικά πολύ ενδιαφέρουσες για εμάς, γιατί ακριβώς δε τις ζούμε! Ένας φαύλος κύκλος, που ο καθένας θέλει να βιώνει τη ζωή των πλησίον του, όπως και οι πλησίον του θέλουν να έχουν τη δική του, έτσι για αλλαγή. Κανείς δε συνειδητοποιεί ότι αν ζούσε την συγκεκριμένη ιστορία ο ίδιος, δε θα του φαινόταν το ίδιο συναρπαστική. Το ίδιο και με τις φανταστικές ιστορίες, μόνο που οι αναγνώστες δεν ενθουσιάζονται από τη πραγματικότητα και ψάχνουν αφορμές να ξεφύγουν σε μαγικές εποχές σε ένα παράλληλο σύμπαν. 


Δε θέλω να επηρεάσω κανέναν. Η προτίμηση στις τέχνες είναι κάτι το καθαρά υποκειμενικό, το οποίο μπορεί βέβαια να επηρεάζεται από διάφορες συνιστώσες (διαφήμιση ή ρεύματα μόδας) αλλά στο τέλος κάθε άνθρωπος, ανάλογα με τη προσωπική αίσθηση του καλαίσθητου, θα επιλέξει το λογοτεχνικό είδος που του ταιριάζει. Η διαπίστωση της επιρροής που μας ασκεί η καθημερινότητα και το γεγονός της προσπάθειας μας να ξεφύγουμε από αυτό, είναι ένα σημείο των καιρών που δε θα έπρεπε να μας προβληματίζει στο επίπεδο της τέχνης, αλλά σε πολιτικό επίπεδο. Η τέχνη απλώς βρίσκεται πάντα εκεί να δώσει αυτό που ζητά ο παρατηρητής της. Καθώς οι ίδιοι οι συγγραφείς είναι καθημερινοί άνθρωποι και βρίσκονται εκεί έξω. Οι μεν μαγεύονται από φανταστικούς κόσμους, οι δε από καθημερινές καταστάσεις. Η φανταστική λογοτεχνία όμως δε θα πρέπει να παραγκωνίζεται αλλά να μείνει ζωντανή. Άλλωστε είναι αυτή που προωθεί την ικανότητα του ανθρώπου να φαντάζεται δίχως όρια. Τότε ο ανθρώπινος νους ξεφεύγει από της καθημερινότητα και τον εντός ορίων βίο, ανακαλύπτοντας νέα πνευματικά μονοπάτια . Ας αφήσουμε τη φαντασία να μας ταξιδέψει σε κάτι πρωτόγνωρο που θα βιώσουμε μοναδικά.
Κωνσταντίνος Κοντίτσης 






Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

ΠΑΠΑΧΡΟΝΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ " 50 αποχρώσεις του κόκκινου "


Στη γλώσσα των καταρρακτών
Πενήντα λέξεις έπλασα
Για το ρευστό φως
Που χύνεται απ’ το φύλο σου
Σεισμέ μου
Πυριγενής,
από τα βάθη της αβύσσου,
αναδύθηκα αρχιπέλαγος.
Πρωτοφανέρωτος
στην απεραντοσύνη
Υδρογόνο
Δύο
Οξυγόνο
Απλός είναι ο δεσμός της πρωτουσίας
Έτσι απλή
η αίσθηση του απείρου.
Νερένιοι στους αρμούς που μας συνέχουν
Χλωροπλάστες
Σάρκα τη σάρκα,
ψυχή με ψυχή,
νύχτα τη νύχτα,
ολάκερος κόσμος δημιουργήθηκε
με φωτοσύνθεση.
Κοιλάδα
Κλίνη όπου ζευγαρώνουν τα πεφταστέρια
με τις λάμψεις των αστραπών.
Εκεί γέρνει το φεγγάρι
να σμίξει με το φως των τρυφερότερων μου ονείρων
Ποτάμι
Με αναρριγητά πλάθω την κοίτη σου.
Πλατύνεσαι στης εκβολής το δέλτα,
χύνεσαι στο πέλαγος
που παίρνει τ’ όνομα μας
Διαστολή
Αενάως περισσότερος.
Σαρκώνονται οι στεναγμοί σε μάκρη.
Εκτείνομαι κατά μήκος της ζωής,
στα τέσσερα σημεία του ουρανού σου,
να περικλείσω τις ψυχές όλου του κόσμου
Κιβωτός
Όλα τα θηλαστικά αισθήματα συρρέουν σε ζευγάρια.
Διασώζουμε του κόσμου τις αλήθειες
να ανακοσμογονήσουμε την πλάση μας
στην κοσμοχαλασιά
Θάλασσα μου
Ερυθρά,
που ανοίγει στα δύο
να διαβώ
απέναντι στο θαύμα σου
Βαπτιστής
Εν τη ερήμω
ο Ιορδάνης σου
Με αυλακώνουν τα νερά σου
Χαρίζεις το όνομα μου: Εσύ
να αγγείλω τη βασιλεία του ουρανού μας επί της γης
Πάτριο χώμα
Σε παίρνω στα χέρια μου και σε φιλώ.
Χρόνια ξενιτεμένος στο άδειο,
σε ονειρευόμουνα.
Διαβαίνω το κατώφλι της επιστροφής
στην αυλή μας με τις μπουκαμβίλιες
Κορυφογραμμή
Τις νύχτες, γύρω απ’ τη φωτιά σου
τα όνειρα μου γαλουχείς αντάρτες
να λάμπουν σε κάθε πράξη
Υψικάμινος
Με καμινεύεις , με λιώνεις, με σφυρηλατείς.
Εμβάπτισε με στα νερά σου
να πάρω το σχήμα του σπαθιού.
Ρίξε με ανίκητο στη μάχη
Χαράκωμα
Ζωσμένος το κορμί σου,
επελαύνων,
με ιαχές θα ανακαταλάβουμε τις νύχτες
Σημαία
ανεμίζεις σελαγίζουσα
καρφωμένη στις επάλξεις.
Ανένδοτοι
λογχίζουμε την ανυπαρξία,
παντού κυλά το φως
Ονειροδρόμιο
Ουρανομήκης εκτινάσσομαι
σε ολόλαμπρο στερέωμα.
Είμαι η καρδιά του ουρανού
΄Ηλιε
Σάρκινε.
Ανατέλλεις.
Λιώνεις τα χιόνια ματαιώσεων στις ονειροκορφές.
Αντιβοώ ποτάμι γεννημένο σε όλες μου τις δίψες
Υνί Μου
Με ανασκάβεις.
Να καρπίσουν οι ψυχές μας.
Τα σώματα μας η συγκομιδή.
Κοκκινόχωμα.
Σε οργώνω και σε σπέρνω.
Ευγνωμονεί τη θέρμη σου
ο σπόρος που φωλιάζει
Σχισμάδα
σε ποτισμένη γη.
Εγγύτερα στον ουρανό ο σπόρος που βλασταίνει
Καταβολάδα
Πλεγμένοι σε ριζώματα,
αργά- αργά να λάβουμε
τη μία μορφή που περικλείουμε
Άνοιξη
στα όνειρα της ρίζας μου.
Ανακλαδιζόμαστε.
Τα χέρια μας γεννάνε φύλλα,
τα φύλλα μας πουλιά
Βασίλισσα
Εγώ μελίσσι σαλεμένο
στους ανοιχτούς σου ύπερους.
Ολούθε σε συλλέγω.
Αποθέτω μέλι αισθήσεων στην κυψέλη σου
Μαστιχιά
Σε κεντάω αιχμηρός.
Δακρύζει η σχισμή σου.
Μυροβολάς το χρόνο.
Ευωδιάζω από την παιδική μου ηλικία
Μυρτοειδές
Σε γεύομαι.
Οπός κυλά στο στόμα.
Άγρια βατόμουρα μου στάζεις στη ψυχή
ανεξίτηλο σημάδι
Αμπελώνας
ίσαμε εκεί που φτάνει η ψυχή μου.
Γίνομαι τα χέρια τρυγητών.
Αντιλαλώ τραγούδια,
χαρά,
χορός,
γιορτή του τρύγου
Σαργάσσες
Θαλάσσια χλόη επιπολάζω.
Αργοσαλεύω απλωμένος στο στοιχείο μου.
Στο κάλεσμα του ενστίκτου
συρρέουνε στιλπνά
τα πλήθη των δρομώνων
Ακρόπλωρο
Πυξίδα σου, τα άστρα μου των αναστεναγμών
Σχίζοντας με
με διαπλέεις.
Ανακαλύπτεις τα μυστικά νησιά στα σπλάχνα μου
Άνεμος
Κάλεσμα στη θαλασσινή μου ορμή.
Ορθωμένος στις κυματοκορφές
με στεναγμούς σπάω
κι απλώνομαι στο ακρογιάλι σου
Θαλασσοσπηλιά
Δέχεσαι
τη πλημμυρίδα μου.
Ιριδίζω
Θερμοπηγή
Ιαματική.
Τυλίγεις τους γόους των πληγών.
Πορφυρό βάμμα στη γύμνια μου
μ’ επουλώνεις
Εκατονταπυλιανή.
Προσκυνητής,
γονατιστός προσέρχομαι.
Με βόγγους προσεύχεται η δίψα μου.
Μεταλαμβάνω.
Θαύμα.
Ενσαρκωμένο.
Αγρύπνια κατανυκτική.
Κεριά τα δάχτυλα μου
Σάλπιγγες
Εγερτήριες.
Μήτρα μου,
που με ανασταίνεις
λαχτάρα σε όλους τους πόθους μου
Ποθοκρατόρισσα
Σε πύρινο θρόνο
με στέφεις με φωτιά
Λαίλαπα.
Στο δάσος του πυκνού μου πόθου
σαρώνεις στην πορεία.
Κι ύστερα σιγοκαίς χωνεμένη για ώρες στα οστά μου.
Στη χόβολη που απομένουμε,
εσύ, πάντα εσύ,
λάμπουσα του φοίνικα καρδιά
Σμίλη
Λάξευε
το σώμα μου στο σχήμα του δικού σου.
Το φως
σε εναγκαλισμό αιώνιο
Σελήνη
Του λύκου μου καταγωγή.
Η αρπακτική μου σάρκα
ανάμεσα στα ελάφια σου
Στη λόχμη μου σε σέρνω.
Σφυγμός στα δόντια μου η πείνα
Δίψα
Αξεδίψαστη.
Σέρνομαι όπου πατάς
να γλύψω κάθε στάλα .
Κυλιέμαι στα χορτάρια σου
να ρουφήξω τη δροσιά από τις πόες
Αστραπή
στον ουρανό μου.
Οι πρώτοι στίχοι της καταιγίδας
που θα ξεσπάσει στα κορμιά μας.
Βροχή
Από ψηλά,
χρυσαφένια, ελεητική.
Ρίχνομαι στη γούβα σου τη ξέχειλη
να ξεδιψάσω
Επώαση
της λύσσας μου
Πόθου φλεγμονή,
σάρκας παραφορά.
Παραληρεί το σώμα,
σπαρταράω,
σπασμωδώ
Ρόδο
με φλογισμένα ροδοπέταλα
στην άκρη του μίσχου μου.
Φυλλοβολούμε ίχνη κόκκινα
να μας βρίσκει η τρυφερότητα
Φτερογονία.
Όλο το φως που ζητάει διέξοδο
γεννάει στα πλευρά μου μια αχτίδα.
Το νόημα αναβλύζει
και τα ρίγη του τη ντύνουν με φτερά
Κοχύλι
Στο μάργαρο της σάρκας
τυλίγεις τις σπίθες φεγγαρόφωτο,
εντός σου πλάθομαι
όνειρο μαργαριταρένιο
Γλώσσα
Της ψυχής μου μητρική.
Γλώσσα από γλώσσες.
Για λέξεις
σμήνη αποδημητικών
που επιστρέφουν στα ρίγη της άνοιξης.
Ρήματα
τα νωπά ίχνη αγριμιών του γένους μας σε βάτεμα
Ένα σώμα διάπυρο
που ομοιοκαταληκτεί με άπειρο.
Ονοματοποιία
Νόημα φύεσαι στο κοίλο των εννοιών:
Δίνη, περικάρδιο, καμπάνα,
φιλιατρό, υγρότοπος, βένθος, σμηνουργία…
Το χέρι μου στο χέρι σου
όλες οι καταφάσεις
Αυλός
Εγώ οι άπειρες πνοές
Δοξάρι
στις χορδές μου
Σύνθεση της ζωής
για μουσικά σώματα
Μ
Μονόγραμμα τα χείλη σου.
Η πυρακτωμένη σου άκρη
με αποτυπώνει.
Βαθιά σφραγίζεις τ’ αρχικά μου
Είναι μου
Μέσα σου,
αυτό που είμαι γίνομαι.
Μονάχα τις ώρες της φωτιάς υπάρχουμε αληθινοί
Αχανές
Βρήκαν το φως τα ριγητά
να σαρκωθούνε
Μαθητεύει νόημα η ζωή
να επικρατήσει











ΚΑΡΑΚΟΝΤΗ ΑΝΝΑ " Παρασκευή των Χαιρετισμών "

Φωτογραφία Αννα Καράκοντη 

Παρασκευή των Χαιρετισμών 
στα μάτια του χρόνου – παρθένες συμπτώσεις.
Πορτοκαλιές που φίλιωσαν με τον ασβέστη 
και του επέτρεψαν ν’ ασπρίσει σταυρούς στους κορμούς τους. 
Κάποιος καταμαρτυρούσε 
πόσα μισοφέγγαρα έσφιξες στις χούφτες σου 
κι εγώ η απρόσεχτη 
σου πέρασα ένα κόσμημα του συρμού στο δάκτυλο.
Παρασκευή των Χαιρετισμών 
Στις πεζούλες στοιβάζαμε τα μελλούμενα -ήμουν αφελής-
απ’ την καταπακτή μετράω διάττοντες και παζαρεύω 
ω γλυκύ μου έαρ. 
α.κ.







ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ ΣΤΕΛΛΑ - 2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ

René Magritte -  Golconde

i) σε αυτους απευθυνομαι...
σε αυτους που στα λεξικα δεν εκαναν στασιδι..
η σιωπη τους δεν ειχε σιωπη !
οι δικοι τους αριθμοι δεν ειχαν μαθηματικα 
ησαν ξεχωριστοι!! απλα οντα της αγωνιας..
ισκιοι που μιλαγαν με τους ουρανους !!
Στελ Μαστ.

****
ii) μη με ρωτας αν δειλιαζω 
να βαδισω μαζι σου...
να ψαχνω να βρω αν οντως αναπνεω..
κουραστικα το γρηγορο ρυθμο των βηματων σου..
και ναι φευγω..
και αν οντως η λεξη φυγη εχει μια μορφη προδοσιας
ισως και η δειλια εχει μια μορφη ...
ετσι απλα για να περιμενει
το δικο σου καλεσμα..
ισως..... μπορει....
Στελ Μαστ








ΚΟΛΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ " Της Ομίχλης τα Παιδιά "



Το ζήτημα είναι πως μερικά παιδιά δεν στρώνουν, όσο κι αν τα δείρει μικρά η μάνα τους, δεν στρώνουν ακόμα κι αν τα αγαπάς, είναι ξεροκέφαλα, πεισματάρικα και σιωπηλά, κάθονται σαν ξερολιθιές στις άκρες των δρόμων και περιμένουν γεμάτα παράπονο. Έχουν τάση προς την μοναχικότητα, κάνουν παρέα με τα σκυλιά και κοροϊδεύουν τους παπάδες, στήνουν καρτέρι στους Μάηδες και περιμένουν να ωριμάσουν τα κεράσια, μετρούν τις νύχτες τα άνθη της κερασιάς, για αυτά τα παιδιά πίσω απ’ τους μαντρότοιχους έχουν κρυφτεί οι ορίζοντες

 Είναι κάποια πράγματα που τα αγαπάς με την γνώση κι όχι απ’ την όψη ή την συμπεριφορά, ακόμα πιο μυστικά: είναι κάποια πράγματα που τα μαντεύεις και τα αγαπάς, ενώ μπορεί να μην υπάρχουν, όμως αν θέλεις να αγαπάς κανείς δεν σε σταματά, ούτε ο δολοφόνος σου

 Είναι κάποια παιδιά που δεν ορίζουν την φαντασία τους, τα ξεφεύγει. Το περιβάλλον για αυτά λειτουργεί σαν μέγγενη, η κοινωνία σαν καλοστημένη παγίδα, περιμένει ορθάνοιχτη να τα υποδεχτεί. Οι αγκαλιές για αυτά τα παιδιά έχουν αγκάθια, οι συγγενείς όλοι είναι άγνωστοι, βαπτίζουν αδέρφια τους περαστικούς και τα πουλιά, αγαπούν τα δελφίνια και τα βρίσκεις στις θάλασσες να νοσταλγούν, δεν ξέρουν τι, νοσταλγούν το μέλλον, πιάνουν εύκολα έχθρες με το παρελθόν και φιλίες με το μέλλον

 Έχουν μνήμες απ’ το μέλλον, η ζωή για αυτά στέκεται πανέμορφη αλλά άδικη, η ζωή για αυτά είναι πάντα υπόθεση μακρινή, απλώνουν τα χέρια μέσα στον ύπνο τους, κάτι βλέπουν που δεν μπορούν να το μοιραστούν, σε κάτι πάντα φτάνουν που απομακρύνεται, κάτι ποθούν να πιάσουν που τα ξεφεύγει, διαρκώς φεύγουν για κάπου που δεν είναι τώρα, που δεν είναι εδώ, που δεν είναι σήμερα, είναι κάποια παιδιά που ανήκουν στο αύριο αποκλειστικά και διασχίζουν τον χρόνο σαν νεκρά

 Είναι κάποια παιδιά που είχαν την τύχη να είναι άτυχα, η γέννηση για αυτά δεν πέτυχε, γεννιούνται μια άλλη μέρα ή δεν γεννιούνται ποτέ. Είναι κάποια παιδιά που διαρκώς αμύνονται σ’ αόρατα χτυπήματα, κατέφυγαν σε μια γωνιά του κόσμου και κρύφτηκαν στον έρωτα, φορούν χάρτινα εσώρουχα κι εύκολα τα σχίζουν, αλλάζουν φύλο συχνά, είναι κάποια παιδιά πλασμένα από άρωμα και σώμα από μάρμαρο, ο πόνος τα σκληραίνει, χτυπούν με το σπαθί τους το κενό, αν πέσει μέσα τους άνθρωπος μαθαίνει κολύμπι

 Έχουν στα μάτια ένα νησί ζωγραφισμένο, ξαπλώνουν σε ένα πάτωμα από αμμουδιά, τα κρεβάτια τους αιωρούνται, τα δωμάτιά τους είναι κύβοι στο διάστημα, τα σπίτια τους είναι ορθάνοιχτα και ξεφτισμένα, σπάζουν τα παράθυρα και τις πόρτες με την δύναμη του σάλιου, τα λόγια τους είναι γροθιές, οι φωνές τους γεμάτες σιωπή, φιλούν τις γάτες στο στόμα, μιλούν την γλώσσα τους, μιλούν ακόμα και με τις αράχνες κι έχουν ένα καράβι κρεμασμένο στην λάμπα του σπιτιού τους, έτοιμο να σαλπάρει για το πουθενά, οραματίζονται ένα λιμάνι από πάχνη, αυτά τα παιδιά ζουν μες την ομίχλη, είναι της ομίχλης τα αγαπημένα παιδιά· αν τα δέσεις διαλύονται, αν τα αφήσεις ελεύθερα σκοντάφτουν στα έπιπλα σαν μεθυσμένα   

 Οι σχέσεις τους είναι από ζάχαρη που λιώνει, η καρδιά τους είναι όλη ένα σκονισμένο πατάρι αρχοντικού, έχουν τον εξώστη του για θεμέλια και στο μέτωπό τους μπαλκόνια. Κάθε που βγαίνουν έξω απ’ το σώμα τους ιππεύουν ένα λευκό άλογο δίχως σέλα, έχουν στο σώμα τσιγγάνικα τατουάζ και δέρμα από ελάφι, ο άνεμος τα κυριεύει σαν δαίμονας, κάθε φορά που βρίσκουν τον τόπο τους σπάζουν την πυξίδα, κάθε φορά που βλέπουν τον φάρο τον περιγελούν και τον διαψεύδουν, η τρικυμία για αυτά τα παιδιά είναι παράδεισος κι η κόλαση η άπνοια, σημαδεύουν ακόμα με την σφενδόνη άστρα, πιστεύουν πως ο ουρανός έχει καρδιά κι η θάλασσα μάτια

 Είναι κάποια παιδιά που δεν θα τα μάθεις ποτέ, όσο κι αν σου μιλήσουν για τον εαυτό τους, θα πάρουν το μυστικό τους στον τάφο τους, για να τα γνωρίσεις θα πρέπει να είσαι απ’ τον ίδιο χρόνο, θα πρέπει να έχεις στο συρτάρι ένα ζευγάρι φτερά και στα χέρια σημάδια από καρφιά. 


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://triala.blogspot.gr/



ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ " ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ "

«Η Παναγιά η γοργόνα» (1948) είναι το τρίτο μεγάλο μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη ύστερα από το «Η ζωή εν τάφω» (1924) και το «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933). Τα τρία αυτά μυθιστορήματα συνθέτουν την περίφημη «Τριλογία του πολέμου» του μεγάλου συγγραφέα. 

Σε αυτό το έργο ο Μυριβήλης μάς δίνει μια εκτεταμένη λογοτεχνική σύνθεση, την υφολογική δύναμη, το χιούμορ, την αρχιτεκτονική αρτιότητα. Στο ανά χείρας μυθιστόρημα ο Μυριβήλης, ύστερα από μια δραματική περιγραφή του ξεριζώματος του μικρασιατικού ελληνισμού, που φθάνει στα ακρογιάλια της ελεύθερης Ελλάδας για να ρίξει νέες ρίζες στα πατρογονικά χώματα, μας μεταφέρει στο ψαραδοχώρι που δημιουργούν οι νέοι πρόσφυγες. Ανάμεσα στον βασανισμένο αυτόν κόσμο των ψαράδων ξεφυτρώνει ένα εξωτικό πλάσμα, ένα κορίτσι παράξενο με εκθαμβωτική ομορφιά, που γίνεται το ερωτικό κέντρο και η συνεχής αγωνία του ανδρικού και του γυναικείου πληθυσμού. 

Η ελληνική κριτική υποδέχθηκε με ομόφωνο ενθουσιασμό το τρίτο αυτό μέρος της «Τριλογίας του πολέμου». Ανάμεσα στα εγκωμιαστικά άρθρα που γράφτηκαν γι' αυτό εξέχουσα θέση κατέχει η εκτεταμένη επιφυλλίδα με την οποία η εφημερίδα «Καθημερινή» υποδέχθηκε το έργο. Σε αυτήν ο διαπρεπής κριτικός και διευθυντής της «Καθημερινής» Αιμίλιος Χουρμούζιος χαρακτηρίζει το έργο ως τέλειο μυθιστόρημα.http://www.politeianet.gr/

Η Παναγιά η Γοργόνα

ς



Στο γραφικό ψαροχώρι Σκάλα Συκαμνιάς, στη Λέσβο, βρίσκεται ένα μικρό εκκλησάκι,σκαρφαλωμένο σε ένα βράχο. Το όνομά του εντυπωσιάζει. «Παναγιά η Γοργόνα».

Σύμφωνα με την παράδοση, το όνομά του το πήρε από μια ιδιαίτερη τοιχογραφία που υπήρχε στο εκκλησάκι και παρουσίαζε την Παναγία με ουρά γοργόνας, έργο άγνωστου λαϊκού ζωγράφου. Τη φήμη του, όμως, την οφείλει στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη.

Να πώς περιγράφει την εικόνα ο Στρατής Μυριβήλης: «Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ’ όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ’ όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης.
»Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα» (Στρατής Μυριβήλης, Η Παναγιά η γοργόνα, 1949).
Σήμερα η εικόνα δεν υπάρχει πια στο εκκλησάκι και δεν καταφέραμε να μάθουμε τι απέγινε. http://www.archaiologia.gr/


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Κεφάλαιο  1
Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του πουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεώρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί «της Παναγιάς τα Ράχτα». Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει την χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγροκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε στον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. Τη νύχτα ο όγκος τους ξεκόβει ψηλός και σκοτεινός μες από την ισάδα της ακρογιαλιάς και του νερού. Στέκεται σα δραγάτης και ξαγρυπνά πάνω από τα μαγαζάκια και τα λίγα σπίτια της Σκάλας. Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν και ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούβες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκοι τους κουνιούνται με την αντιλαμπή στ’ ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται. Το ξωκλήσι δεν είναι να πεις τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεχτονική σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.
Περνούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, σ' ένα κεφαλοχώρι, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο - Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγίας τα ράχτα. Γλίτωσε μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πρυμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι' αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τόσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο.
Έχει ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. Έχει ακόμα κ’ ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας. Αυτό το ξύλο είναι λάφυρο από τη ναυμαχία της «Έλλης» και το παρακύλησε το κύμα ως εδώ γύρω. Το περιμάζεψαν οι χωριανοί, και σα λευτέρωσε ο «Αβέρωφ» το νησί, το σήκωσαν εκεί και ισάρισαν μια μεγάλη γαλανόλευκη να παίζει χαρωπά με τον αγέρα κάθε Κυριακή, να τη βλέπουν και να καμαρώνουν.
http://www.potheg.gr/



  Στ’ ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα. Ένα πρωί ο αγέρας φέγγει πιο γαλάζιος, τα κύματα ξεδιπλώνουν στον άμμο το νέο ρυθμό με κοντές αναπνοές. Το πέλαγο μυρίζει φρεσκάδα, παντού το κεντάνε σύντομες απανωτές αστραψιές. Τότες ανοίγουν πάνω στα τρεμουλιάρικα νερά κύκλοι ασημένιοι, μ’ ένα χρώμα σαν το στήθος του παγονιού. Είναι αμέτρητοι, ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας κυνηγά τον άλλον. Έτσι ως τον ορίζοντα. Από τη μέση, από την καρδιά του ανθού της θάλασσας, βγαίνει η άνοιξη του Αιγαίου. Η Αναδυόμενη. Παντού πεταρίζουν άσπρες, γαλανές φτερούγες. Γιορτάζει ο αγέρας, η στεριά, τα λαφριά σύννεφα κι ο μεταξωτός ουρανός. Τα καράβια μέσα στο λιμάνι ισάρουν όλα τα πανιά να στεγνώσουν, κ’ είναι να κάθεσαι να τα βλέπεις. Στις ρηχοπατιές σειούνται, πιασμένα από τις μαλλιασμένες πέτρες του βυθού, λιγνά, μακριά τσουνιά από νερολούλουδα. Τα φύλλα τους είναι ζωντανά, είναι ξανθιά. Απλώνουν ράθυμα κάτι νήματα από μαλακό μάργαρο, και κρεμάζουν αρμαθιές από μικρούς καρπούς, χρώμα άγουρο κερασί. Παντού είναι το πανηγύρι της νέας νιότης, που ξαναβαφτίστηκε στην αιώνια χαρά του Θεού. Χιλιάδες μικρά χρωματιστά ψάρια συνθέτουν, και πάλι στη στιγμή τσακίζουν τα μωσαϊκά του βυθού. Αμέτρητα σαλιγκάκια, μικρά σα σπόροι του ροδιού, σηκώνουν στο φρέσκον ήλιο το σουβλερό καφκί τους, ψιλοδουλεμένο με πορτοκαλιά πλουμίδια. Έχουν τριανταφυλλιά νυχάκια, βγαίνουν και βοσκίζουν λαίμαργα το χνούδι από τις μουσκλιασμένες γιαλόπετρες. Απλώνεις να τα πιάσεις, και κείνα, μόλις νιώσουν από πάνω τους τον ίσκιο του χεριού, αφήνουν μπόι και βουλιάζουν, αμμοκούκουτσα ανάμεσα στ’ άλλα του βυθού. Τρέχα να τα βρεις.
  Έτσι βγαίνει η Άνοιξη από το Αιγαίο, βγαίνει από τα νερά και προχωρεί.



Έτσι οι άνθρωποι του ελιώνα αποφάσισαν να προσπέσουν στο Θεό. Oι δεσποτάδες του νησιού έστειλαν χαρτί σ’ όλες τις επαρχίες, να γίνουν λιτανείες σ’ όλα τα χωριά, παράκλησες για τη βροχή, που την κρατούσε ο Θεός μακριά από τα χώματα των αμαρτωλών.

Βγήκε ντελάλης στο χωριό, βγήκε και στη Σκάλα και το φώναξε, πως την Κυριακή ν’ ανέβουν όλοι στη Μουριά, να βγουν στα χωράφια να παρακαλέσουν.
Ξημέρωσε η Κυριακή και χτύπησαν οι δυο οι καμπάνες της Αγια-Φωτεινής πάνω στο βουνό, χτύπησε και το σιδερένιο σήμαντρο της Αγια-Σωτήρας του νεκροταφείου. Σα να παρακαλούσαν μαζί με τους ζωντανούς κι όλες οι χιλιάδες οι παλιοί ζευγάδες και ξοχαραίοι που ξεκουράζονταν εκεί από τη δούλεψη του ελιώνα. Ύστερα χτύπησε και το καμπανάκι από τα Ράχτα, της Παναγιάς της Γοργόνας το καμπανάκι, να σηκωθούν κι οι αλειτούργητοι οι ψαράδες ν’ ανέβουν στη λιτανεία.
Σηκώθηκαν λοιπόν και τούτοι, βάλαν τις καλές τους τις βράκες, βάλαν τις μαύρες μαλλένιες κάλτσες και τα γιορτερά παπούτσια, κι ανέβηκαν.
Από την εκκλησιά της Αγια-Φωτεινής, τ’ απολείτουργα, ξεκίνησε η συνοδειά. Μπροστά οι παπάδες, ο ένας με το χρυσό Βαγγέλιο, ο άλλο με τ’ ασημένιο. Στις τέσσερις γωνιές οι τέσσερις Ευαγγελιστάδες στο σμάλτο, δεμένο ένα γύρω με ρουμπίνια σα ροδοπαπούδες. Τα παλικάρια βαστούσαν τα κονίσματα, το μεγάλο το κόνισμα της Σαμαρίτιδας με το νερό στο σταμνί της. Και το άλλο με τη βρύση την εφτάκρουνη, που έχει τις γούρνες άσπρες, μαρμαροπελεκητές, και τα νερά τρέχουν από τη μία γούρνα στην άλλη. Στην πάνω πάνω γούρνα είναι η Παναγία με τα χέρια σηκωμένα για παρακάλεση.
Βγήκαν και τα λάβαρα με μαύρο κρέπι στον ασημένιο σταυρό, να δει ο Θεός τη θλίψη του κόσμου, και άστραφταν οι χρυσές φούντες στον ήλιο. Ήταν μαζί και τ’ αγόρια με τα φανάρια και τα ξεφτέρια, ντυμένα με τ’ άσπρα άμφια, ζωσμένα σταυρωτά με το κόκκινο ωμοφόρι.
Ξεκίνησε η πομπή για τα χωράφια, έβγαινε κι έβγαινε ο κόσμος από το πρόκλιτο και σωσμό δεν είχε. Άντρες, γυναίκες, παιδιά και γέροι, όλοι τ’ ακλούθησαν, να πάνε στον ελιώνα να παρακαλέσουν τον Κύριο, που κρέμασε τη γη πάνω στα νερά, να στείλει στα δέντρα τα πνέματα της βροχής.
Όσο βγαίναν από το χωριό, τα παπούτσια ακουγόντανε, χιλιάδες, στο καλντερίμι. Ύστερα άρχισε ο χωραφόδρομος, μονοπάτι, και δε χωρούσαν παρά ο ένας πίσ’ από τον άλλο. Η συνοδειά έγινε μακριά σαν ένα ατέλειωτο μαύρο φίδι, που κλωθογύριζε ανάμεσα στα δέντρα τις κουλούρες του. Σιγά σιγά χανόταν πίσω από μια πύκνα από καρυδιές, κι έλεγες πάει, καταχωνιάστηκε μέσα στη λαγκαδιά του Oρυάκα, και ξαφνικά πάλι, να κι έβγαινε το κεφάλι του στο ξάγναντο. Αυτό το κεφάλι άστραφτε από λέπια χρυσά και αργυρά, λαμποκοπούσαν στον ήλιο τα ξεφτέρια και τα φανάρια με τα κρύσταλλα. Όλο γλυκά χρώματα, ροδί και θαλασσί, πορτοκαλί και βυσσινί. Κατόπι ξετυλιγόταν, αργά αργά, η μαύρη ουρά, και σ’ όλο το δρόμο ο μπουχός σηκωνότανε σύννεφο ξανθό πάνω από την ανθρωπομάζωξη.
Πήγαν και σταμάτησαν στα Oμαλά, που είναι η μοναδική ισάδα μέσα στον ανηφορικόν ελιώνα. Εκεί σταμάτησε το κεφάλι της λιτανείας και το φίδι άρχισε να κουλουριάζεται, να συμμαζεύει τη μαυρίλα του, ώσπου σταμάτησε να τυλίγεται ως κι η άκρα της ουράς.
Τότες έκανε ο παπάς τον αγιασμό και ράντισε με βρεγμένο βασιλικό τον ελιώνα στα τέσσερα σημεία, σταυρωτά. Πήραν κι οι νοικοκυραίοι, κι οι γυναίκες, μέσα σε μπουκαλάκια, να ραντίσει καθένας το χτήμα του. Κατόπι οι παπάδες είπαν την παράκληση για τη βροχή, και σε κάθε φράση χίλιες φωνές έλεγαν «αμήν!».
Ανέβαινε πυκνό το μοσκολίβανο μαζί με την προσευκή, και τ’ ασημοκούδουνα από τα θεμιατά των παπάδων ακούγονταν παράξενα ανάμεσα στα δέντρα, μαζί με τα κυπροκούδουνα των ζωντανών που γύρευαν άδικα ένα χλωρό φύλλο. Στέκουνταν με κολλημένα πλευρά και μουκάνιζαν διψασμένα, βέλαζαν λυπητερά και ξεψυχούσαν από την πείνα και τη δίψα, γιατί η γης δεν έβγαζε νερό να δροσιστούν και χορτάρι να φάνε. Τα ’βλεπαν οι άντρες κι ανεστέναζαν. Τα ’βλεπαν οι γυναίκες κι έκλαιγαν.

— Του Κυρίου δεηθώμεν!

Η ευκή σηκωνόταν μονότονη, παρακαλεστική, κλαψιάρικη, σηκωνόταν με τη σκόνη και με τους καπνούς προς τον ουρανό:

— … Και σπλαγχνίσθητι ημίν, Κύριε, τοις χειμαζομένοις σφοδρώς, και τη των αναγκαίων ενδεία πιεζομένοις!

— Κύριε ’λέησον!, φώναζαν με πόνο οι χριστιανοί.

Κι ο παπάς ξέσερνε πάλι ψαλμουδιστά τη φωνή:

— Όμβρους ειρηνικούς εξαπόστειλον τη γη προς καρποφορίαν!

— Κύριε ’λέησον!

— Μέθυσον, Κύριε, τους αύλακας ταύτης ύδατος καθαρού, εις τροφήν ημών τε και των αλόγων ζώων!

Όλος ο κόσμος γονάτισε στα χώματα, έκανε το σταυρό του, κοίταζε παρακαλεστικά το Θεό μέσα στα γαλάζια μάτια τ’ ουρανού. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, είπαν με δύναμη «αμήην!». Να βουίξουν οι στεγνές λαγκαδιές, να πάει η φωνή τους ως τα πόδια του Κυρίου, να τους ακούσει.
Oι γυναίκες, εκνευρισμένες, με τα πρόσωπα κόκκινα από το περπάτημα και τη ζεστή σκόνη, σιγόκλαιγαν με θρησκευτικό υστερισμό. Oι γριές χτυπούσαν τον κόρφο και έκαιγαν μέσα στα κεραμιδάκια πηχτό «ελιόδακρυ» που μοσκοβολούσε γλυκά.

— Ελέησέ μας, Κύριε!
Έτσι τέλειωσε η λιτανεία κάτω από έναν ουρανό πυρωμένο και παστρικό.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ 



Ο Στρατής Μυριβήλης (πραγματικό όνομα Ευστράτιος Σταματόπουλος) γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου, πρωτότοκος γιος του Χαράλαμπου Σταματόπουλου και της Ασπασίας το γένος Γεωργιάδη. Φοίτησε στην Αστική Σχολή Συκαμιάς και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, από όπου αποφοίτησε το 1910. Το 1912 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, εργαζόμενος παράλληλα ως συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες. Τις σπουδές του εγκατέλειψε σύντομα για λόγους βιοπορισμού. Κατατάχτηκε εθελοντικά το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους (όπου τραυματίστηκε στο πόδι), στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία (ως ανθυπολοχαγός). Μετά την καταστροφή της Σμύρνης έφυγε για τη Λέσβο, όπου έζησε ως το τέλος του 1932, οπότε εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου άρχισε να γράφει τη Ζωή εν τάφω και το 1920 παντρεύτηκε την Ελένη Δημητρίου, με την οποία απέκτησε δυο γιους και μια κόρη. Από το 1925 ως το 1933 στήριξε το Εργατικό Κόμμα του Α.Παπαναστασίου, τόσο από τη Λέσβο, όσο και από την Αθήνα. Στη Λέσβο συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Σάλπιγξ, Ελεύθερος Λόγος, Καμπάνα, Ταχυδρόμος και άλλες, δημοσιεύοντας πεζογραφήματα, ποιήματα, άρθρα και χρονογραφήματα, έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου και στρατεύτηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά την καταστροφή τάχθηκε υπέρ της Στρατιωτικής Επανάστασης. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Εθνική, η Ακρόπολις, η Πρωία, η Απογευματινή, η Ελευθερία και περιοδικά όπως ο Θεατής, η Νέα Εστία, η Ελληνική δημιουργία, ο Ακρίτας, τα Στρατιωτικά Νέα. Εργάστηκε επίσης στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων (από όπου απολύθηκε το 1955 με το βαθμό του Διευθυντή Α’ τάξεως, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δήλωσε ανοιχτά την αντίθεσή του προς την κομμουνιστική ιδεολογία. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ακαδημίας Αθηνών (εκλέχτηκε το 1958 μετά από πέντε υποψηφιότητες που απορρίφθηκαν) και τιμητικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1940 για το Γαλάζιο βιβλίο) και το Σταυρό του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄ (1959). Πέθανε άρρωστος από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού στην Αθήνα. Η πρώτη εμφάνιση του Στρατή Μυριβήλη στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1915 με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Στα πρώτα του βήματα συνδέθηκε με τη λογοτεχνική γενιά του 1920, η οποία δέχτηκε έντονη την επίδραση του Κωστή Παλαμά των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων των αρχών του αιώνα (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή). Σύντομα ωστόσο αποδεσμεύθηκε από την απαισιόδοξη κοσμοθεωρία των συγχρόνων του και αναδείχθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους αντιμιλιταριστές συγγραφείς της Ευρώπης και πρόδρομος της γενιάς του Τριάντα. Σταθμό στην πρώτη αυτή φάση της δημιουργίας του αποτέλεσε η Ζωή εν Τάφω, που εγκαινίασε τη σύγχρονη ελληνική αντιπολεμική λογοτεχνία. Το έργο Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932) αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως μεταβατικό στάδιο προς τη δεύτερη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας (1933-1949), στην οποία κυριαρχεί η τάση προς άρνηση του παρόντος και στροφή προς την παιδική ηλικία, τάση που άσκησε επιρροή και στο γλωσσικό και υφολογικό πεδίο του έργου του. Από τη δεύτερη αυτή περίοδο αναφέρουμε το μυθιστόρημά του η Παναγιά η Γοργόνα. Τέλος στην τρίτη περίοδο του έργου του (1949-1969) ο Μυριβήλης στράφηκε προς μια ποικιλία θεμάτων, στόχων και εκφραστικών μέσων. Εδώ εντάσσονται οι συλλογές διηγημάτων του Το πράσινο βιβλίο , Το γαλάζιο βιβλίο, Το κόκκινο βιβλίο και Το βυσσινί βιβλίο.