Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΗΣ ΝΕΛΛΑΣ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ


Αποψη της Δημητσάνας από την μια μεριά του λόφου με το καμπαναριό......δεκάδες εκκλησίες που αδύνατον να τις ταυτοποιήσω.
Η Δημητσάνα είναι χτισμένη πάνω σε λoφοράχη σε υψόμετρο 950 μέτρων, από τη μεσημβρινή πλευρά της οποίας παρέχεται θαυμάσια θέα της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και του Ταΰγετου. Αποτελεί έδρα του διευρυμένου δήμου Γορτυνίας, ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν έδρα του Δήμου Δημητσάνας. Η ιστορία της αρχίζει κατά τους Ομηρικούς χρόνους, όταν στη θέση της βρισκόταν η μικρή αρκαδική πόλη Τεύθις


Στον δρόμο προς το Κάστρο της αρχαίας πόλης...πλακόστρωτα με το "ρυάκι"στη μέση που κατεβάζει τα νερά της βροχής και τα διοχετεύει στο ποταμάκι που τροφοδοτεί τον Λούσιο ποταμό....


Ο  άγιος Ευθύμιος....για να σβήσω το χοντρό καλώδιο της ηλεκτροδότησης σ αυτήν τη φωτο έκανα 20 λεπτά......ένα έμπειρο μάτι θα δει την"προσπάθεια"μου με την πρώτη ματιά!!!.
Η Δημητσάνα είναι ιστορικό χωριό της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της επαρχίας Γορτυνίας του Νομού Αρκαδίας. Με την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης αποτελεί έδρα του δήμου Γορτυνίας. Ο πληθυσμός της σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είναι 342 κάτοικοι, ενώ το 2001 είχε 611 κατοίκους. Σε τοπική σελίδα το 2014 αναφέρεται ότι έχει 610 κατοίκους . Έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός.





Σοκάκι στην βροχή.
Αποτελεί κοινότητα μαζί με τα χωριά Παλαιοχώρι, Καρκαλού και τις μονές Αιμυαλών - Φιλοσόφου, με συνολικό πληθυσμό 740 κατ. Προπολεμικά η Δημητσάνα είχε διπλάσιο πληθυσμό,το 1960 είχε 2.000, αλλά πολλοί Δημητσανίτες μετανάστευσαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, την Αυστραλία και αλλού.


Η Δημητσάνα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με το «κρυφό σχολειό» και το 1821 με το «Δημητσανίτικο μπαρούτι» που παρασκεύαζε. Είναι πατρίδα του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, του οποίου το άγαλμα δεσπόζει στην κεντρική πλατεία του χωριού, που υπήρξε δωρεά του Μαρασλή, και του Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού, όπου αμφοτέρων οι οικίες διασώζονται.


Κάτω από την Δημητσάνα,το φαράγγι του Λούσιου. Ο  ήχος του δυνατός ακουγόταν  ασταμάτητος παντού, όπου κι αν βρισκόσουν!!


 Αγιος Γεώργιος της Πλάτσας....χρονολογείται από τον 17ο αιώνα!!!


Κάτω από το πετρόχτιστο χάρμα οφθαλμών, η καμάρα του δρόμου προς το κάστρο.

Στην θέση της σημερινής Δημητσάνας υπήρχε η αρχαία Αρκαδική πόλη Τεύθις η οποία είχε συμμετάσχει στον Τρωικό πόλεμο αλλά και στον εποικισμό της Μεγαλόπολης.

Το 963 μ.Χ. ιδρύεται η Μονή Φιλοσόφου 2,5 χιλιόμετρα έξω από τη Δημητσάνα. Το όνομα Δημητσάνα αναφέρεται για πρώτη φορά το 967 μ.Χ. σε πατριαρχικό έγγραφο σχετικό με την Μονή Φιλοσόφου.Το 1764 ένας σοφός καλόγερος, ο Αγάπιος, έχτισε βιβλιοθήκη και μετέφερε τα βιβλία από το μοναστήρι.


Αφήνοντας πίσω μας την όμορφη καμάρα,γύρισα και κοίταξα.....κάθε ματιά και μια φανταστική εικόνα!!!.
Η βιβλιοθήκη μεγάλωνε συνεχώς μέχρι το 1821, γιατί το Πατριαρχείο έδινε νέα βιβλία καθώς στη Δημητσάνα λειτουργούσε ιερατική σχολή που έγινε γνωστή με τ' όνομα «Φροντιστήριο Ελληνικών Γραμμάτων». Η σχολή της Δημητσάνας λειτούργησε από το 1764 και από αυτή αποφοίτησαν πολλοί μητροπολίτες και λόγιοι, ανάμεσά τους ο Γρηγόριος ο Ε' και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Κατά τη διάρκεια του αγώνα του 1821, μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης καταστράφηκε, γιατί οι Έλληνες χρειάζονταν το χαρτί για να φτιάχνουν φυσέκια.




Η Δημητσάνα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση τόσο λόγω των μπαρουτόμυλων όσο και λόγω των σημαντικών Δημητσανιτών που σχετίστηκαν με την αυτήν. Ήδη από τα χρόνια πριν την Επανάσταση η Φιλική Εταιρεία είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια επιτυχή επικοινωνία μεταξύ του πυρήνα της Τριπολιτσάς και της ευρύτερης περιοχής Γορτυνίας όπου υπήρχαν αρκετοί μυημένοι. Στις παραμονές της Επανάστασης ο Παπαφλέσσας, μετά τη διαφωνία του με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και καθ’οδόν προς τη Μεσσηνία, κατέλυσε στη Δημητσάνα στο αρχοντικό Αντωνόπουλου ο οποίος ήταν γαμβρός από αδελφή του Κανέλου Δεληγιάννη.





Εκεί σύμφωνα με την προφορική παράδοση έγινε ειδική τελετή ορκωμοσίας στο Ευαγγέλιο και συνεστίαση που έμεινε γνωστή ως «Μυστικός Δείπνος». Υπογράφηκε «συνωμοτικό» μετά το οποίο ο Παπαφλέσσας περιβληθείς την φουστανέλλα έφυγε για τα Καλάβρυτα. Το ιστορικό αυτό κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα ενώ παλαιότερα είχε αποτελέσει τόπο προσκυνήματος διαφόρων στρατηγών. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στις εκλογές του 1859 επισκέφθηκε τον πολιτικό του αντίπαλο Αντ. Αντωνόπουλο και γονατίζοντας ασπάσθηκε το έδαφος της ιστορικής αίθουσας λέγοντας «ευλαβής σιγή αρμόζει εν τη αιθούση εκείνη, ήτις πρώτη ήκουσε το μέγα μήνυμα, όπερ εκείθεν σκορπισθέν και θριαμβεύσαν, κατέστησε την Ελλάδα ελεύθερον βασίλειον …»


Στους Δημητσανίτες αδελφούς εμπόρους Νικόλαο και Σπυρίδωνα Σπυλιωτόπουλους (ή Σπηλιωτόπουλους) οφείλεται η επαναλειτουργία των μπαρουτόμυλων και σε μεγάλο βαθμό ο εφοδιασμός του αγώνα σε πυρομαχικά. Πριν την Επανάσταση ανακαίνισαν 11 παλαιότερους μπαρουτόμυλους και τους εφοδίαζαν με τις πρώτες ύλες. Το παραγόμενο μπαρούτι και τα υλικά κρύβονταν σε ασφαλή μέρη και στο σπίτι των ιδίων. Κάποτε λόγω τοπικών διχονοιών το μυστικό προδόθηκε στους Τούρκους και τον Φεβρουάριο του 1821 διατάχθηκε έρευνα στο σπίτι των Σπυλιωτόπουλων, γκρέμισμα πέντε μύλων και σφράγισμα των σπιτιών μερικών εργατών. Με εξαγορά και παραπλάνηση των Τουρικών παραγόντων τελικά δεν βρέθηκε κάτι ύποπτο και οι Σπυλιωτόπουλοι αφέθηκαν ανενόχλητοι.






Αναπαλαιωμένο και πεντακάθαρο το σπίτι του Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Στη Δημητσάνα παρασκευαζόταν μπαρούτι από την εποχή της πρώτης τουρκοκρατίας (πριν το 1684). Μαρτυρείται η λειτουργία μπαρουτόμυλων από την Βενετική κατάκτηση στα τέλη του 17ου αιώνα και αρχές του 18ου. Αρχικά, πριν φιαχτούν οι μπαρουτόμυλοι, η παραγωγή γινόταν με πρωτόγονα μέσα σε οικιακές συνθήκες. Τον 18ο αιώνα ιδρύθηκαν μπαρουτόμυλοι με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Ανανία. Αυτοί καταστράφηκαν από τους Τούρκους το 1767 και αναστηλώθηκαν και πάλι λίγο πριν την Επανάσταση από τους Νικόλαο και Σπυρίδωνα Σπυλιωτόπουλους οι οποίοι, όπως λέει ο Μιχ. Οικονόμου, «μετέτρεψαν την περιουσία τους σε νίτρο και θειάφι».


Με έξοδα των ιδίων και άλλων Φιλικών, πιθανώς και με χρήματα που έφερε ο Παπαφλέσσας, επαναλειτούργησαν οι μπαρουτόμυλοι αποθηκεύοντας πυρίτιδα για τον αγώνα σε μοναστήρια, σπήλαια και υπόγεια. Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι μύλοι αυξήθηκαν σε 14. Η καθημερινή παραγωγή υπολογίστηκε σε 150 οκάδες ή και 300-500. Μέσα στο έτος 1821 οι Σπηλιωτόπουλοι προσέφεραν δωρεά μόνο στην Πελοπόννησο 13.106 οκάδες μπαρούτι, 3.510 οκάδες σφαίρες και 804.320 φυσίγγια. Εκτός από τους μπαρουτόμυλους παραγωγή πυρίτιδας γινόταν και στα σπίτια. Οι περισσότεροι Δημητσανίτες γνώριζαν αυτή την τέχνη και ήταν γνωστοί ως «μπαρουξήδες» ενώ η Δημητσάνα ονομάστηκε «μπαρουταποθήκη του Έθνους».



Στο ψηλότερο σημείο της μιας μεριάς της Δημητσάνας,με το ερειπωμένο σπίτι να δεσπόζει στην κορυφή του...από κάτω το φαράγγι του Λούσιου!!










Η Δημητσάνα είναι πετρόχτιστος οικισμός με αξιόλογα αρχοντικά, τα περισσότερα από τα οποία είναι αναστηλωμένα σήμερα. Ο οικισμός είναι χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής της Γορτυνίας και είναι χαρακτηρισμένος παραδοσιακός.


Ο Ταξιάρχης από κάτω.....τα ....προάστια της Δημητσάνας απέναντι!!






Το παλιό και το καινούριο γεφύρι της Δημητσάνας....















Ο  Ταξιάρχης..















Η  πίσω μεριά της πόλης....άλλη άποψη,άλλη ματιά...






 Ενας κεντρικός δρόμος με μαγαζιά, καφενεία και κίνηση είναι αυτός που χωρίζει το χωριό στα δύο. Πάνω σε αυτόν συγκεντρώνεται όλη η ζωή του οικισμού. Από τον φούρνο στην αρχή μέχρι τον ξενώνα και το μαγαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα στη μέση ή τις ταβέρνες και τα καφέ προς το τέλος.




Στους πίσω δρόμους, η ατμόσφαιρα είναι πιο ήσυχη και τα βράδια ρομαντική. Οι μεγαλύτεροι κάθονται στο παραδοσιακό καφενείο για πρωινό καφέ, το μίνι μάρκετ παραλαμβάνει τις προμήθειες της εβδομάδας, οι υπόλοιποι πηγαινοέρχονται από το ένα μαγαζί στο άλλο για την «καλημέρα», που θα κάνει την ώρα να περάσει πιο γρήγορα.


Αξιοθέατα στο εσωτερικό του οικισμού αποτελούν η Βιβλιοθήκη Δημητσάνας, το αρχοντικό του Γρηγορίου του Ε΄, το δημοτικό σχολείο κ.α. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται σε τμήμα του χώρου της Σχολής Δημητσάνας. Ιδρύθηκε το 1764 και εμπλουτιζόταν με βιβλία επί 57 έτη. Κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1821 μέρος των βιβλίων χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή φυσεκίων καθώς υπήρχε έλλειψη από χαρτί. Σήμερα αριθμεί περισσότερους από 35.000 τόμους, χειρόγραφα και έγγραφα. Το δημοτικό σχολείο χτίστηκε την περίοδο 1898-1910 με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα διτάξιου σχολείου αυτής της περιόδου. Λειτούργησε ως το 1930 ως σχολείο θηλέων και στην συνέχεια στέγασε το ειρηνοδικείο Ψωφίδος. 


Ο  χάλκινος τρούλος του καμπαναριού του Μητροπολιτικού ναού της Αγίας Κυριακής...







Οι απίστευτης ομορφιάς τρούλοι της Αγίας Κυριακής!!


Σχεδόν όλοι όσοι διατηρούν επιχείρηση είναι νέοι. Ντόπιοι που έμειναν, που έφυγαν και ξαναγύρισαν, ξένοι που αγάπησαν τη Δημητσάνα και έφεραν τη ζωή τους εδώ, στην καρδιά του όρους Μαίναλο, στα 960 μ. υψόμετρο. Περαστικοί, πούλμαν με εκδρομείς που οδεύουν προς τις σημαντικές μονές της περιοχής και πολυμορφικά αυτοκίνητα, γεμάτα εξοπλισμό extreme sports για όσους πηγαίνουν στον Λούσιο ποταμό, διαταράσσουν συχνά, αλλά μόνο για λίγο, την ησυχία του κεντρικού δρόμου.







Η Δημητσάνα είναι γεμάτη από παλιά πέτρινα σπίτια. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν αφεθεί στην τύχη τους, αλλά έχουν ανακαινιστεί και έχουν γίνει κατοικίες και ξενώνες. Στα στενάκια της, το σκούρο γκρι της πέτρας κάνει αντίθεση με τα κόκκινα κεραμίδια. Από την ιστορική βιβλιοθήκη του χωριού μέχρι το σπίτι του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τα πέτρινα καλντερίμια δυσκολεύουν τους άμαθους επισκέπτες








Τον χειμώνα το χιόνι δεν σπανίζει, όπως και η ομίχλη. «Ξυπνάς το πρωί, ανοίγεις το παράθυρό σου και ο κρύος αέρας σε χτυπάει στο πρόσωπο. Αυτό είναι χίλιες φορές καλύτερο και από τον πιο δυνατό καφέ. Παίρνεις τρεις βαθιές ανάσες και σε λίγα δευτερόλεπτα σε κατακλύζει η μυρωδιά του έλατου, του τζακιού που καίει, του τσαγιού από το βουνό.



















Η ομίχλη από το φαράγγι ανεβαίνει προς το χωριό. Τα πέτρινα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια φαίνονται όλο και πιο αχνά, ενώ το μόνο που ακούγεται είναι ο αέρας που χτυπάει δεξιά και αριστερά πάνω στα βράχια στην είσοδο του φαραγγιού του Λούσιου. Η Δημητσάνα είναι το ιδανικό σκηνικό για να πλάσεις νουάρ ιστορίες, παρότι το ρολόι του χωριού, που χτυπάει αδιάκοπα όλο το εικοσιτετράωρο ανά μισή ώρα, σε βγάζει από τις φαντασιακές περιπέτειές σου.



























ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΚΕΙΜΕΝΑ : ΝΕΛΛΑ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ 

πηγή πληροφοριών 











ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΑΡΑΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΩΝ - ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

Σαν η θύελλα μανιάζει εσένα να μη σε νοιάζει πάρε την ίδια τη στράτα το δρόμο ίδια περπάτα. Γιατί και αυτό θα περάσει. Σαν η θάλασσα φρενιάζει και είσαι σε γερό σκαρί καθόλου μη σε πειράζει αλλάζουν πάλι οι καιροί. Γιατί και αυτό θα περάσει. Όταν είσαι στον κόσμο μόνος και μεγάλος ειν’ ο πόνος εσένα να μην ενοχλεί θα ‘ρθει μια καινούργια αρχή. Γιατί και αυτό θα περάσει. Όταν στο τέλος σου βρεθείς αφού χαρές, λύπες ζήσεις για τίποτα μη λυπηθείς σαν αστέρι θε να σβήσεις. Γιατί και εσύ θα περάσεις. "Ευδαίμων Συριανός"




ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑ " Άργησε νάρθει μα ήρθε το κόκκινο φεγγάρι "

Το είδα ν΄ανατέλλει στη σιγή των οριζόντων να περιφέρεται στη χλεύη των καιρών, τις χούφτες μου άπλωσα απαλά να γύρει. Σχίζοντας το σκότος το είδα να πλέει στα βάθη να ψάχνει στη γυμνότητα των ήχων, και εμείς κοφεύαμε, όταν τα κόκκινα σπλάχνα του δείχνει με λυγμούς που αιμορραγούν στις μνήμες δαχτύλων, ματωμένο να περιφέρει στο χρόνο τα ψιμύθια του. Πίνοντας από τη λήθη της ψευδαίσθησης του έρωτα, όπου η απουσία της τελείας δηλώνει τον θάνατο. Δίχως να το σκεφτούμε του ρίξαμε φωτιές, το λαβώσαμε, ενώ ο αρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του, τους αιώνες μετρούσε με τα μοιρολόγια του. Γρηγορία Πελεκούδα






Τζέιμς Τζόυς - James Joyce ( 2 Φεβρουαρίου 1882 - 13 Ιανουαρίου 1941 )


Ο Τζέιμς Τζόυς (James Augustine Aloysius Joyce, 2 Φεβρουαρίου 1882 - 13 Ιανουαρίου 1941) ήταν Ιρλανδός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ού αιώνα, δημιουργός του μυθιστορήματος Οδυσσέας (1922) και Finnegans Wake (1939). Παρά την καταγωγή του, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός Ιρλανδίας.
Ο Τζόυς γεννήθηκε το 1882 στο Δουβλίνο σε μία μάλλον τυπική Ιρλανδική οικογένεια, της οποίας αποτελούσε το μεγαλύτερο σε ηλικία από τα συνολικά δέκα παιδιά. Ο πατέρας του, John Stanislaus Joyce, ήταν αντικληρικός και φιλελεύθερος ενώ η μητέρα του, Mary "May" Murray, φανατικά καθολική. Στα πολύ νεανικά χρόνια του Τζόυς, η οικογένεια του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας των κακών οικονομικών χειρισμών σε συνδυασμό με τον αλκοολισμό του πατέρα του, οδηγήθηκε στην πτώχευση. Οι πρώτες σπουδές του Τζόυς πραγματοποιήθηκαν το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood το οποίο όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής των διδάκτρων. Για ένα σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ' οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers(Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι τη στιγμή που του προσφέρθηκε μία θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο σπούδασε, σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο Τζόυς αρνήθηκε τον καθολικισμό.

In Paris, 1924.
Portrait by Patrick Tuohy.
Το 1898, ο Τζόυς γράφτηκε στο κολέγιο του Δουβλίνου University College Dublin όπου σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα Fortni και ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ο ίδιος ολοκλήρωσε τουλάχιστον δύο θεατρικά έργα, τα οποία όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο, αποφάσισε να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ιατρική σχολή του Δουβλίνου, ωστόσο ταξίδεψε στο Παρίσι όπου σύντομα εγκατέλειψε την ενασχόληση του με τις ιατρικές σπουδές. Το διάστημα από τις 11 Νοεμβρίου του 1902 μέχρι τις 19 Νοεμβρίου του 1903, δημοσιεύτηκαν συνολικά 23 κριτικές βιβλίων από τον Τζόυς, σε εφημερίδα του Δουβλίνου.

Άγαλμα του Τζόυς
στο Δουβλίνο.
Τον Απρίλιο του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς τού έγινε γνωστό πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο ενώ ο θάνατός της επήλθε λίγους μήνες αργότερα, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Τζόυς. Τον Ιανουάριο του 1904 ολοκλήρωσε το δοκίμιο A Portrait of the Artist (Το πορτρέτο του καλλιτέχνη), η δημοσίευση του οποίου όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα, ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος Στήβεν ο Ήρωας (Stephen Hero), έργο που αργότερα έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του Τζόυς με την Νόρα Μπάρνακλ, την οποία ερωτεύτηκε και με την οποία αργότερα εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη, όπου ο Τζόυς εργάστηκε ως δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου του 1905, ο Τζόυς και η σύντροφός του απέκτησαν τον πρώτο τους γιο, Giorgio. Στην Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα δεκαπέντε περίπου χρόνια, με μία διακοπή ενός έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκαταστάθηκαν με την οικογένεια του στην Ρώμη όπου εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Ο Τζόυς επισκεπτόταν περιοδικά το Δουβλίνο, ενώ το 1909 δραστηριοποιήθηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα επιχειρηματικά, προσπαθώντας σε συνεργασία με άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσουν κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα ο Τζόυς εγκατέλειψε το εγχείρημα και επέστρεψε στην Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχει υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο Maunsel & Co. για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Δουβλινέζοι. Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το μυθιστόρημα του Τζόυς Το Πορτρέτο του καλλιτέχνη, στο περιοδικό Egoist, ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο.

Joyce aged six, 1888

Το 1914 ο Τζόυς ξεκίνησε την συγγραφή του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του, του Οδυσσέα. Κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο Οδυσσέας ενώ την ίδια περίπου περίοδο ο Τζόυς άρχισε την επεξεργασία του Finnegans Wake, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Transatlantic Review για πρώτη φορά το 1924. Η τελική επίσημη έκδοση του έργου χρονολογείται στα 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria και Eugene Jolas, που ενθάρυναν τον Τζόυς σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του.
Στις 14 Δεκεμβρίου του 1940, ο Τζόυς και η οικογένεια του εγκατέλειψαν το Παρίσι για τη Ζυρίχη, όπου ένα μήνα αργότερα πέθανε από πολύ προχωρημένο έλκος.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς και ανανεωτές της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η πρώτη γνωστή μετάφραση έργου του Τζέιμς Τζόυς εμφανίστηκε στο τεύχος Γενάρη-Φεβρουαρίου- Μαρτίου 1936 του περιοδικού 3ο Μάτι . Στο τεύχος αυτό ο Τάκης Παπατσώνης παρουσίασε μέρος από την αρχή του μονολόγου της κυρίας Μπλούμ (18ο Κεφάλαιο του Οδυσσέα). Η δεύτερη μετάφραση δημοσιεύεται στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Κοχλίας και είναι πάλι από τον Οδυσσέα και είναι ένα σύντομο απόσπασμα από το 6ο Κεφάλαιο.
Το 1945 στο περιοδικό Νέα Εστία ξεκινάει η δημοσίευση του Νεκρού της τελευταίας νουβέλας των Δουβλινέζων. Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί σε πέντε τεύχη.Το πρώτο μέρος θα δημοσιευθεί στο τεύχος 427 (Απρίλιος 1945).

Joyce in Zurich, c. 1918

Σημαντικότερα έργα

Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη

Το μυθιστόρημα Το Πορτραίτο του καλλιτέχνη βασίστηκε στο ημιτελές έργο του Τζόυς Στήβεν ο ήρωας και θεωρείται προϊόν επανεπεξεργασίας του. Περιέχει κυρίως αυτοβιογραφικά στοιχεία και περιγράφει την διαδικασία εξέλιξης και ωρίμανσης του ήρωα του βιβλίου, που αποτελεί ουσιαστικά τον ίδιο τον συγγραφέα. Σε αυτό το έργο, διακρίνονται τεχνικά ή υφολογικά στοιχεία, που αργότερα θα αποτελέσουν χαρακτηριστικά συστατικά της λογοτεχνίας του Τζόυς. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε στις 29 Δεκεμβρίου του 1916 στη Νέα Υόρκη και αργότερα εκδόθηκε στο Λονδίνο, στις 12 Φεβρουαρίου του 1917.

Οι εξόριστοι

Ο Τζόυς ενδιαφέρθηκε από αρκετά νεαρή ηλικία για το θέατρο αλλά οι Εξόριστοι (Exiles) αποτελούν το μοναδικό θεατρικό του έργο που εκδόθηκε (1918). Η περισσότερο πετυχημένη απόδοσή του θεωρείται εκείνη του Χάρολντ Πίντερ το 1970 και 1971.

Finnegans Wake

Ο Τζόυς ξεκίνησε τη συγγραφή του Finnegans Wake ( το Ξύπνημα του Φίνεγκαν) περίπου το 1923 αν και την εποχή εκείνη αναφερόταν ως Έργο εν προόδω. Το 1926 είχαν ολοκληρωθεί τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου και την ίδια χρονιά, οι Eugene και Maria Jolas, προσφέρθηκαν για την δημοσίευσή τους σε συνέχειες, στο περιοδικό transition. Τα επόμενα χρόνια, ο Τζόυς επιτάχυνε την συγγραφή του έργου ωστόσο διάφορα γεγονότα όπως ο θάνατος του πατέρα του (1930) ή προσωπικά προβλήματα υγείας, καθυστέρησαν την ολοκλήρωσή του.
Η αρχική υποδοχή του Finnegans Wake περιλάμβανε αρκετές αρνητικές κριτικές, ακόμα και από φίλους ή υποστηρικτές του έργου του, όπως ήταν ο Έζρα Πάουντ. Για το λόγο αυτό αρκετοί συγγραφείς όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ υποστήριξαν το έργο μέσω κριτικών που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά της εποχής. Ο Τζόυς αποφάσισε για τον τελικό τίτλο του έργου το 1929 ενώ τελικά το βιβλίο εκδόθηκε στις 4 Μαΐου του 1939.
Με το Finnegans Wake, ο Τζόυς εγκατέλειψε κάθε είδους σύμβαση σχετικά με την χάραξη μιας πλοκής ή την δημιουργία χαρακτήρων. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, προσομοιώνοντας κατά κάποιο τρόπο την συνειρμική ακολουθία ενός ονείρου. Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελούν ακόμα τα πολλά λογοπαίγνια που κατασκευάζει ο Τζόυς, σε διάφορες γλώσσες. Στο έργο αυτό, ο Τζόυς αποδομώντας καταλυτικά κάθε γνωστή μέχρι τότε γλωσσική σύμβαση, δημιούργησε μια γλώσσα προσωπική και συνάμα παγκόσμια, προσπάθησε να αποδώσει, μέσω των πολύσημων αναφορών του, τον πλούτο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.



Δουβλινέζοι

Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, ο Τζόυς αναλύει την κοινωνία του Δουβλίνου βασιζόμενος κυρίως στις εμπειρίες της νεότητάς του. Περιγράφει μια πόλη υπό το καθεστώς "παράλυσης" και με τους χαρακτήρες του, να αδυνατούν να ανακαλύψουν ένα νόημα στη ζωή τους. Στο διήγημα Αραβία, διαφαίνεται και η άρνηση του Τζόυς απέναντι στην Εκκλησία. Η συγγραφή του έργου ξεκίνησε το 1904, περίοδο κατά την οποία ο ίδιος εγκατέλειπε την Ιρλανδία και εκδόθηκε τελικά στην Αγγλία το 1914, έπειτα από αρκετές δυσκολίες.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το τελευταίο διήγημα της συλλογής, Ο Νεκρός, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη.

Η ψυχρή ατμόσφαιρα της κάμαρας πάγωνε τους ώμους του. Τεντώθηκε με προσοχή και ξάπλωσε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, πλάι στη γυναίκα του. Όλα, ένα ένα, γίνονταν σκιές. Καλύτερα να περάσεις θαρραλέα σε κείνον τον άλλο κόσμο, μέσα στην αποθέωση κάποιου μεγάλου έρωτα, παρά να σβήνεις και να μαραίνεσαι με τα γεράματα. Σκέφτηκε πως είχε κλείσει μέσα στην καρδιά της τόσα χρόνια, η γυναίκα που κοιμόταν πλάι του, την εικόνα των ματιών του αγαπημένου της, όταν της είχε πει πως δεν ήθελε να ζήσει.
Μεγαλόψυχα δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Γκάμπριελ. Ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι για καμιά γυναίκα, αλλά καταλάβαινε πως αυτό ήταν η πραγματική αγάπη. Τα δάκρυα μαζεύτηκαν πιο πυκνά στα μάτια του, και μέσα στο μισοσκόταδο φαντάστηκε πως έβλεπε τη μορφή ενός νέου να στέκεται κάτω από ένα δέντρο που έσταζε. Άλλες μορφές ήταν εκεί κοντά. Η ψυχή του είχε πλησιάσει σε εκείνη την περιοχή που κατοικούν τα πλήθη των νεκρών. Αντιλαμβανόταν τη δύστροπη, τρεμουλιαστή ύπαρξη τους, αλλά δεν μπορούσε να την κατανοήσει. Η ίδια του η οντότητα ξεθώριαζε μέσα σ’ έναν γκρίζο άυλο κόσμο: ακόμη κι ο στέρεος κόσμος που αυτοί οι νεκροί είχαν κάποτε οικοδομήσει κι είχαν ζήσει μέσα του, διαλυόταν και χάνονταν.
Ανάλαφρα χτυπήματα πάνω στο τζάμι τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι του προς το παράθυρο. Ξανάρχιζε να χιονίζει. Κοιτούσε νυσταγμένος τις νιφάδες, ασημιές και θαμπές, να πέφτουν λοξά στο φως του φαναριού. Είχε έρθει γι’ αυτόν ο καιρός να ξεκινήσει για το ταξίδι του προς τα δυτικά. Ναι, οι εφημερίδες είχαν δίκιο: χιόνιζε παντού, σ’ ολόκληρη την Ιρλανδία. Έπεφτε σε κάθε μεριά του σκοτεινού κεντρικού κάμπου, στους άδεντρους λόφους, έπεφτε μαλακά στο Μπογκ οβ Άλεν, κι ακόμα πιο πέρα δυτικά, έπεφτε μαλακά στα θολά, ανταριασμένα κύματα του Σάνον. Έπεφτε ακόμα και σε κάθε μεριά του ερημικού κοιμητηρίου πάνω στο λόφο, εκεί που κειτόταν θαμμένος ο Μάικλ Φάρεϋ. Στοιβαζόταν πυκνό πάνω στους γυρτούς σταυρούς και τις ταφόπετρες, πάνω στα κάγκελα της μικρής πόρτας, πάνω στα ξερά αγκάθια. Το είναι του ατονούσε σιγά σιγά, όσο άκουγε το χιόνι να πέφτει ανάλαφρα πάνω στο σύμπαν, να πέφτει ανάλαφρα σαν ερχομός του οριστικού τέλους πάνω σε όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς
Πηγή αποσπάσματος  : http://3pointmagazine.gr/



Οδυσσέας

Ο Οδυσσέας αποτελεί πιθανώς το δημοφιλέστερο έργο του Τζόυς καθώς επίσης και το πλέον αντιπροσωπευτικό του ύφους του. Η συγγραφή του άρχισε το 1914, ολοκληρώθηκε περίπου τον Οκτώβριο του 1921 και το βιβλίο εκδόθηκε το 1922, την ημέρα των γενεθλίων του Τζόυς, από το βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company. Από το 1918, με τη βοήθεια του Έζρα Πάουντ, αποσπάσματα του Οδυσσέα είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στο περιοδικό The Little Review.
Στον Οδυσσέα, ο Τζόυς χρησιμοποίησε σχεδόν όλες τις τεχνικές της μυθιστορηματικής πρακτικής, με πλήθος αναφορών στη δυτική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη μυθολογία και τη γλώσσα της μεσαιωνικής Ιρλανδίας και της αρχαίας Ελλάδας καθώς επίσης και στην Οδύσσεια του Ομήρου. Το έργο αποτελείται από συνολικά 18 κεφάλαια, μέσα στα οποία ο Τζόυς περιγράφει μία ημέρα από την ζωή του κεντρικού ήρωα. Αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο οδοιπορικό στο Δουβλίνο, το οποίο λαμβάνει χώρα σε διάστημα μίας ημέρας.
Χαρακτηριστικό στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Τζόυς προκειμένου να αναπτύξει λεπτομερώς τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ των χαρακτήρων του έργου. Κάθε κεφάλαιο εμφανίζει διαφοροποίηση στο ύφος της αφήγησης ενώ συνδέεται επίσης με ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της Ομηρικής Οδύσσειας. Ο ποιητής Τ.Σ Έλιοτ, σε μία κριτική του έγραψε για τον Οδυσσέα πως "αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση που θα μπορούσε να βρει η εποχή μας".
Μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο (Οδυσσέας ) και στο θέατρο, με διάρκεια πλέον των δεκαοκτώ ωρών.

Ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπλανητικές συναντήσεις του Λέοπολντ Μπλουμ(D/R) στο Δουβλίνο κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης ημέρας, της 16ης Ιουνίου 1904.Ο πρωτότυπος τίτλος Ulysses αποτελεί εκλατινισμό του ονόματος του Οδυσσέα, του ήρωα της Οδύσσειας, του επικού ποιήματος του Ομήρου, και το μυθιστόρημα θέτει μια σειρά από παραλληλισμούς ανάμεσα στο ποίημα και το μυθιστόρημα, με δομικές αντιστοιχίες μεταξύ των χαρακτήρων και των εμπειριών του Λέοπολντ Μπλουμ και του Οδυσσέα, της Μόλι Μπλουμ(D/R) και της Πηνελόπης, και του Στίβεν Δαίδαλου και του Τηλέμαχου αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιεί γεγονότα και θεματολογία του μοντερνισμού, του Δουβλίνου και της σχέση της Ιρλανδίας με την Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το μυθιστόρημα μιμείται γραφές αιώνων της αγγλικής λογοτεχνίας και κάνει, έντονα, νύξεις σε άλλα έργα.
Έχει μήκος περίπου 265.000 λέξεων και διαιρείται σε δεκαοχτώ επεισόδια. Από τη δημοσίευσή του, το βιβλίο έχει τοποθετηθεί στο μικροσκόπιο ακαδημαϊκών και άλλων κύκλων και έχει αποτελέσει αιτία αντιπαραθέσεων, που κυμαίνονται από δίκες για την αισχρότητά του μέχρι παρατεταμένες διαμάχες ως προς το περιεχόμενό του, αναφερόμενες ως «Πόλεμοι Τζόις» (Joyce Wars). Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου στον Οδυσσέα, η προσεκτική δόμηση και η πειραματική πεζογραφία, γεμάτη λογοπαίγνια(D/R), παρωδίες και νύξεις(D/R), καθώς και η πλούσια χαρακτηροποίησή(D/R) του και το ευρύ του χιούμορ, έκανε το μυθιστόρημα να θεωρείται ένα άκρως αξιόλογο ,στο πάνθεον του μοντερνισμού. Οι οπαδοί του Τζόις ανά τον κόσμο γιορτάζουν την 16η Ιουνίου ως Bloomsday.


Δομή

Ο Tζόις χώρισε τον Οδυσσέα σε 18 επεισόδια. Με μια πρώτη ματιά αρκετό μέρος του βιβλίου μπορεί να δείχνει αδόμητο και χαοτικό. Ο Τζόις είχε δηλώσει, «έχω βάλει τόσα πολλά αινίγματα και γρίφους που θα κρατήσουν τους μελετητές απασχολημένους για αιώνες να επιχειρηματολογούν για το τι εννοούσα», κάτι που θα χάριζε στο μυθιστόρημα «αθανασία». Τα δύο σχήματα που δημοσίευσαν ο Στιούαρτ Γκίλμπερτ(D/R) και ο Χέρμπερτ Γκόρμαν μετά την έκδοση του βιβλίου, ώστε να υπερασπιστούν τον Τζόις στις κατηγορίες για αισχρότητα του έργου, έκαναν τις συνδέσεις με την Οδύσσεια ξεκάθαρες, ενώ επιπρόσθετα εξήγησαν την εσωτερική δομή του έργου.
Κάθε επεισόδιο του Οδυσσέα έχει ένα θέμα, μια τεχνική, και μια αντιστοιχία μεταξύ των χαρακτήρων του και αυτών της Οδύσσειας. Το αρχικό κείμενο δεν περιελάμβανε τους τίτλους των επεισοδίων και τις αντιστοιχίες, αλλά αντίθετα αυτά προέρχονται από το σχήμα του Τζόις προς τον Κάρλο Λινάτι(D/R) και αυτό προς τον Γκίλμπερτ(D/R). Ο Τζόις αναφερόταν στα επεισόδια με τους ομηρικούς τους τίτλους στις επιστολές του. Πήρε την ιδιόμορφη απόδοση ορισμένων τίτλων, όπως του Nausikaa (αντί του Nausicaa όπως αποδίδεται στα λατινικά συνήθως η Ναυσικά) και του Telemachiad (αντί του Telemachy, όπως αποδίδονται στα λατινικά τα Τηλεμάχεια) από την δίτομη έκδοση του Βικτόρ Μπεράρ Les Phéniciens et l'Odyssée που συμβουλεύτηκε το 1918 στην Κεντρική Βιβλιοθήκη της Ζυρίχης(D/R).

Μέρος Ι: Τα Τηλεμάχεια
Επεισόδιο 1, Τηλέμαχος

Είναι 8 π.μ.. Ο Μπακ Μάλιγκαν, ένας ζωηρά ενεργητικός φοιτητής της ιατρικής, καλεί τον Στίβεν Δαίδαλο (έναν νεαρό συγγραφέα που αποτελεί και το κύριο θέμα του πρώτου μυθιστορήματος του Τζόις, Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία(D/R)) να έρθει στην οροφή του πύργου Sandycove Martello(D/R), όπου κατοικούν αμφότεροι. Υπάρχει ένταση μεταξύ τους, απόρροια ενός σκληρού σχολίου που έκανε ο Μάλιγκαν για την πρόσφατα αποθανούσα μητέρα του Στίβεν, Μέι Δαίδαλου, και το οποίο κρυφάκουσε ο τελευταίος, αλλά και επειδή ο Μάλιγκαν προσκάλεσε έναν μαθητή αγγλικών, τον Χάινς, να μείνει μαζί τους. Οι τρεις άνδρες τρώνε πρωινό και περπατάνε ως την ακτή, όπου ο Μάλιγκαν απαιτεί από τον Στίβεν το κλειδί του πύργου και ένα δάνειο. Φεύγοντας, ο Στίβεν δηλώνει ότι δεν θα επιστρέψει απόψε στον πύργο, καθώς ο «σφετεριστής» Μάλιγκαν τον κατέλαβε.

Επεισόδιο 2, Νέστωρ

Ο Στίβεν διδάσκει στην τάξη μάθημα ιστορίας για τις νίκες του Πύρρου της Ηπείρου. Μετά το μάθημα, ένας μαθητής, ο Κύριλλος Σαργκέντ, μένει στην τάξη ώστε ο Στίβεν να του δείξει πώς να κάνει μια σειρά από ασκήσεις αριθμητικής. Ο Στίβεν κοιτάει τον αισθητικά αποκρουστικό Σαργκέντ και προσπαθεί να φανταστεί την αγάπη της μητέρας του Σαργκέντ για τον γιο της. Έπειτα, ο Στίβεν επισκέπτεται τον διευθυντή του σχολείου Γκάρετ Ντέζι, από τον οποίο εισπράττει τον μισθό του και ένα γράμμα για να το παραδώσει στα γραφεία μιας εφημερίδας για εκτύπωση. Οι δύο τους συζητούν για την ιρλανδική ιστορία και τον ρόλο των Εβραίων στην οικονομία. Καθώς ο Στίβεν αποχωρεί, ο Ντέζι κάνει ένα τελικό υποτιμητικό σχόλιο εναντίον των Εβραίων, δηλώνοντας ότι η Ιρλανδία δεν έχει ποτέ διώξει εκτενώς τους Εβραίους, επειδή ποτέ δεν τους είχαν αφήσει να μπουν στη χώρα. Το επεισόδιο αυτό είναι η πηγή για κάποια από τα πιο διάσημα αποφθέγματα του έργου, όπως τον ισχυρισμό του Δαίδαλου πως «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» και ότι ο Θεός είναι «μια κραυγή στο δρόμο».

Επεισόδιο 3, Πρωτέας

Ο Στίβεν καταλήγει στην παραλία Σάντιμαουντ Στραντ(D/R) όπου αφήνεται στην απόγνωση και την δυστυχία του, στοχάζεται πάνω σε διάφορες φιλοσοφικές ιδέες και σκέφτεται έντονα την οικογένειά του, τη ζωή του ως φοιτητής στο Παρίσι και το θάνατο της μητέρας του. Καθώς ο Στίβεν αναπολεί και συλλογίζεται, ξαπλώνει πάνω σε κάτι βράχους, παρατηρεί ένα ζευγάρι και έναν σκύλο, γράφει σχεδόν με μουτζούρες ορισμένες ιδέες για ποίηση, σκαλίζει τη μύτη του και κατουράει πίσω από ένα βράχο. Αυτό το κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από την αφηγηματική τεχνική του εσωτερικού μονολόγου(D/R), ενός εσωτερικού μονολόγου στον οποίο οι ιδέες που εστιάζει ο χαρακτήρας εναλλάσσονται με άγριο τρόπο. Το μορφωτικό επίπεδο του Στίβεν γίνεται εμφανές από τις πολλές αινιγματικές αναφορές και τις ξένες φράσεις που χρησιμοποιεί σε αυτό το επεισόδιο, λογοτεχνικά στοιχεία που έχουν κάνει αυτό το κεφάλαιο να κερδίσει την φήμη ως ένα από τα πιο δύσκολα του βιβλίου.

Μέρος ΙΙ: Η Οδύσσεια
Επεισόδιο 4, Καλυψώ

Η αφήγηση αλλάζει απότομα. Η ώρα είναι και πάλι 8 π.μ., αλλά η δράση έχει μεταφερθεί στην πόλη, στον δεύτερο πρωταγωνιστή του βιβλίου, τον Λέοπολντ Μπλουμ, έναν εν μέρη Εβραίο διαφημιστή. Ο Μπλουμ, αφού αρχίζει να ετοιμάζει πρωινό, αποφασίζει να πάει στον χασάπη για να αγοράσει ένα νεφρά χοίρου. Επιστρέφοντας στο σπίτι, ετοιμάζει πρωινό και το φέρνει μαζί με την αλληλογραφία στη γυναίκα του Μόλι που χαλαρώνει στο κρεβάτι. Ένα από τα γράμματα είναι από τον οργανωτή των συναυλιών της, Μπλέιζις Μπόιλαν, με τον οποίο η Μόλι διατηρεί δεσμό. Ο Μπλουμ γνωρίζει ότι η Μόλι θα υποδεχθεί τον Μπόιλαν στο κρεβάτι της αργότερα την ίδια μέρα, και αυτή η σκέψη τον βασανίζει. Έπειτα ο Μπλουμ διαβάζει ένα γράμμα από την κόρη τους, Μίλι Μπλουμ, η οποία του περιγράφει την πρόοδό της στην επιχείρηση φωτογραφίας της στο Μούλινγκαρ(D/R). Το κεφάλαιο κλείνει με τον Μπλουμ να αφοδεύει στο αποχωρητήριο έξω από το σπίτι, διαβάζοντας ένα περιοδικό ονόματι Matcham’s Masterstroke του κυρίου Φιλίπ Μπεφώ.

Επεισόδιο 5, Λωτοφάγοι

Ο Μπλουμ φτάνει στο ταχυδρομείο της οδού Γουέστλαντ Ρόου(D/R), όπου λαμβάνει ένα ερωτικό γράμμα από κάποια «Μάρθα Κλίφορντ» που απευθύνεται στον Μπλουμ με το ψευδώνυμο «Χένρι Φλάουερ» (Henry Flower). Συναντά έναν γνωστό του, και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Μπλουμ προσπαθεί να πάρει μάτι μια γυναίκα που φοράει καλτσοδέτες, αλλά τον εμποδίζει ένα διερχόμενο τραμ. Αργότερα, διαβάζει το γράμμα και σκίζει το φάκελο σε ένα σοκάκι. Περιπλανιέται σε μια καθολική εκκλησία και συλλογίζεται περί θεολογίας. Ο ιερέας έχει τα γράμματα I.N.R.I. ή I.H.S. στην πλάτη του. Η Μόλι είχε πει στον Μπλουμ, ότι σήμαιναν I Have Sinned (έχω αμαρτήσει) ή I Have Suffered (έχω υποφέρει) και Iron Nails Ran In (σιδερένια καρφιά μπήχτηκαν). Πηγαίνει σε ένα φαρμακείο όπου αγοράζει μια πλάκα από σαπούνι με άρωμα λεμόνι. Στη συνέχεια συναντά έναν άλλο γνωστό του, τον Μπάνταμ Λάιονς, που κατά λάθος πιστεύει ότι του προσφέρει κάποια συμβουλή για το αγωνιστικό άλογο Trowaway. Τέλος, ο Μπλουμ κατευθύνεται προς τα λουτρά.

Επεισόδιο 6, Άδης

Το επεισόδιο ξεκινά με τον Μπλουμ να ανεβαίνει σε μια άμαξα μαζί με τρεις άλλους, συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα του Στίβεν. Η άμαξα κατευθύνεται προς το μέρος που θα τελεστεί η κηδεία του Πάντι Ντίγκναμ και στον δρόμο οι επιβαίνοντες κουβεντιάζουν. Στην άμαξα επιβαίνουν και ο Στίβεν και Μπλέιζις Μπόιλαν. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις διάφορες μορφές θανάτου και ταφής, ενώ ο Μπλουμ είναι απορροφημένος σε σκέψεις του γιου του, Ρούντι και την αυτοκτονία του πατέρα του. Εισέρχονται στο παρεκκλήσι και στη συνέχεια αποχωρούν μαζί με το κάρο του φέρετρου. Ο Μπλουμ βλέπει έναν μυστηριώδη άνδρα που φοράει μια αδιάβροχη καπαρντίνα(D/R) κατά τη διάρκεια της ταφής. Ο Μπλουμ συνεχίζει τη βαθιά σκέψη του για τον θάνατο, αλλά στο τέλος του επεισοδίου απορρίπτει νοσηρές σκέψεις για να αγκαλιάσει την «ζεστή και ζωηρή ζωή».

Επεισόδιο 7, Αίολος

Στα γραφεία της Freeman's Journal(D/R), μιας εφημερίδας της Ιρλανδίας, ο Μπλουμ προσπαθεί να βάλει μια αγγελία. Αν και αρχικά ενθαρρύνεται από τον εκδότη, τελικά δεν τα καταφέρνει. Ο Στίβεν καταφθάνει στα γραφεία κρατώντας το γράμμα της Ντέιζι σχετικά με τον αφθώδη πυρετό (αγγλικά: foot and mouth disease‎, αρρώστια του ποδιού και του στόματος), αλλά ο Στίβεν και ο Μπλουμ δεν συναντιούνται. Ο Στίβεν οδηγεί τον εκδότη και τους υπόλοιπους σε μια παμπ, και στο δρόμο αφηγείται ένα ανέκδοτο σχετικά με «δύο Δουβλινέζες παρθένες». Το επεισόδιο αυτό είναι χωρισμένο σε μικρά τμήματα, με κάθε τμήμα να έχει έναν τίτλο που μοιάζει με τίτλο εφημερίδας, και χαρακτηρίζεται από πληθώρα ρητορικών σχημάτων και τεχνικών.

Επεισόδιο 8, Λαιστρυγόνες

Οι σκέψεις του Μπλουμ γύρω από το φαγητό καθώς πλησιάζει η ώρα του μεσημεριανού. Συναντά μια παλιά του αγάπη και ακούει τα νέα της εγκυμοσύνης της Μίνα Πιούρφοϊ (Mina Purefoy). Μπαίνει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Burton, όπου αηδιάζει από το θέαμα των ανθρώπων που τρώνε σαν ζώα. Φεύγει λοιπόν και πηγαίνει στην παμπ «Davy Byrne's»(D/R), όπου παίρνει ένα σάντουιτς με τυρί γκοργκοντζόλα και ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας, και αναλογίζεται τις πρώτες ημέρες της σχέσης του με τη Μόλι και το πώς ο γάμος έχει αρχίσει να μην πηγαίνει καλά: «Εγώ. Και εγώ τώρα». Οι σκέψεις του Μπλουμ περνούν τώρα στο τι τρώνε και πίνουν οι θεές και οι θεοί. Αναλογίζεται αν τα αγάλματα των αρχαίων στο Εθνικό Μουσείο(D/R) έχουν πρωκτό όπως και οι θνητοί. Φεύγοντας από το μπαρ ο Μπλουμ πηγαίνει προς το μουσείο, αλλά βλέπει τον Μπόιλαν απέναντι, στον δρόμο, και πανικοβλημένος, ορμά μέσα στη στοά απέναντι από το μουσείο.

Επεισόδιο 9, Σκύλλα και Χάρυβδη

Στην Εθνική Βιβλιοθήκη(D/R), ο Στίβεν εξηγεί σε διάφορους μελετητές τη θεωρία του για τα έργα του Σαίξπηρ, ειδικά τον Άμλετ, για τα οποία ισχυρίζεται ότι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη μοιχεία της συζύγου του Σαίξπηρ(D/R). Ο Μπλουμ μπαίνει στην Εθνική Βιβλιοθήκη για να αναζητήσει ένα παλιό αντίγραφο της διαφήμισης που προσπαθεί να τοποθετήσει. Το επεισόδιο τελειώνει με τον Μπλουμ να συναντά τον Στίβεν για λίγο και εν αγνοία του.

Επεισόδιο 10, Πλαγκταί

Σε αυτό το επεισόδιο, δεκαεννέα σύντομες ιστορίες απεικονίζουν τις περιπλανήσεις διάφορων χαρακτήρων, κύριων και μικρότερων, στους δρόμους του Δουβλίνου. Το επεισόδιο τελειώνει με μια περιγραφή της διαδρομής του διοικητή της Ιρλανδίας, Γουίλιαμ Γουόρντ, Κόμη του Ντάντλεϊ, μέσα από τους δρόμους, όπου συναντά διάφορους χαρακτήρες από το μυθιστόρημα.

Επεισόδιο 11, Σειρήνες

Σε αυτό το επεισόδιο, το οποίο κυριαρχείται από τα μοτίβα της μουσικής, ο Μπλουμ έχει δείπνο με το θείο του Στήβεν σε ένα ξενοδοχείο, ενώ η γυναίκα του, η Μόλλυ, βγαίνει ραντεβού με τον εραστή της, Μπλέϊζις Μπόιλαν. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, ο Μπλουμ κοιτά τη σαγηνευτική μπαργούμαν και ακούει τον πατέρα του Στήβεν και τους άλλους να τραγουδούν.

Επεισόδιο 12, Κύκλωπες

Αυτό το κεφάλαιο είναι η αφήγηση από ανώνυμο κάτοικο του Δουβλίνου. Ο αφηγητής πηγαίνει στην παμπ Μπάρνι Κίρναν όπου συναντά έναν χαρακτήρα ο οποίος αναφέρεται μόνο ως «Πολίτης». Όταν ο Λέοπολντ Μπλουμ μπαίνει στο μπαρ, τσακώνεται με τον Πολίτη, ο οποίος είναι ένας σκληρός Ιρλανδός επαναστάτης και αντι-Σημίτης. Το επεισόδιο τελειώνει με τον Μπλουμ να θυμίζει στον Πολίτη ότι ο Σωτήρας του ήταν Εβραίος. Όταν ο Μπλουμ φεύγει από το μπαρ, ο Πολίτης, θυμωμένος, ρίχνει ένα κουτί μπισκότων προς τον Μπλουμ, αλλά δεν τον πετυχαίνει. Το κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες αναφορές σε φωνές άλλες από αυτές του ανώνυμου αφηγητή: περιλαμβάνονται τμήματα με νομική ορολογία, βιβλικές περικοπές, και στοιχεία από την Ιρλανδική μυθολογία.

Επεισόδιο 13, Ναυσικά

Όλη η δράση του επεισοδίου λαμβάνει χώρα στα βράχια του Sandymount Strand, μια περιοχή της ακτογραμμής στα νοτιοανατολικά του κεντρικού Δουβλίνου. Μια νέα γυναίκα που ονομάζεται Γκέρτυ ΜακΝτάουελ κάθεται στα βράχια με τους δύο φίλους της, την Σίσσυ Κάφφρευ και την Έντυ Μπόρτνμαν. Οι γυναίκες προσέχουν τρία παιδιά, ένα μωρό και τα τεσσάρων ετών δίδυμα Τόμμυ και Τζάκυ. Η Γκέρτυ σκέπτεται την αγάπη, το γάμο και τη θηλυκότητα καθώς πέφτει η νύχτα. Ο αναγνώστης γνωρίζει σταδιακά ότι ο Μπλουμ την παρακολουθεί από απόσταση. Η Γκέρτυ πειράζει τον θεατή αποκαλύπτοντας τα πόδια και τα εσώρουχά της και ο Μπλουμ αυνανίζεται. Η αυνανιστική κορύφωση του Μπλουμ απηχεί τα πυροτεχνήματα στο κοντινό παζάρι. Καθώς η Γκέρτυ αφήνει, ο Μπλουμ συνειδητοποιεί ότι είναι κουτσή και πιστεύει ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει «μείνει στο ράφι». Μετά από αρκετές αποκλίσεις στη σκέψη του, αποφασίζει να επισκεφθεί τη Μίνα Πιούρφοϊ στο μαιευτήριο. Είναι αβέβαιο πόσο από το επεισόδιο είναι οι σκέψεις της Gerty και πόσο είναι η σεξουαλική φαντασία του Μπλουμ. Μερικοί πιστεύουν ότι το επεισόδιο χωρίζεται σε δύο μισά: το πρώτο ήμισυ της εξαιρετικά ρομαντικής άποψης της Γκέρτυ, και το άλλο μισό από το μεγαλύτερο και ρεαλιστικότερο Μπλουμ. Ωστόσο, ο ίδιος ο Τζόις είπε ότι «τίποτα δεν συνέβη μεταξύ της Γκέρτυ και του Μπλουμ. Όλα έλαβαν χώρα στη φαντασία του Μπλουμ».Η «Ναυσικά» προσέλκυσε τεράστια φήμη, κατά τη διάρκεια της έκδοσης του βιβλίο σε συνέχειες. Το ύφος του πρώτου μισού του επεισοδίου προέρχεται από ρομαντικά περιοδικά (και παρωδίες) και μικρές νουβέλες.

Επεισόδιο 14, Βόδια του Ήλιου

Ο Μπλουμ επισκέπτεται το μαιευτήριο όπου η Μίνα Πιούρφοϊ περιμένει να γεννήσει και εκεί τελικά συναντά τον Στίβεν, ο οποίος έχει πιει με τους συναδέλφους του, φοιτητές ιατρικής και αναμένει την άφιξη του Μπακ Μάλλιγκαν. Ως ο μοναδικός πατέρας στην παρέα, ο Μπλουμ ανησυχεί για τη Μίνα Πιούρφοϊ που γεννά. Αρχίζει να σκέφτεται τη σύζυγό του και τις γεννήσεις των δύο παιδιών του. Σκέφτεται επίσης για την απώλεια του μοναδικού κληρονόμου του, Ρούντι. Οι νεαροί άνδρες γίνονται πιο τολμηροί και μάλιστα αρχίζουν να μιλάνε για θέματα όπως η γονιμότητα, η αντισύλληψη και η έκτρωση. Γίνεται μάλιστα και υπαινιγμός ότι η Μίλλυ, η κόρη του Μπλουμ, έχει σχέση με έναν από τους νεαρούς, τον Μπάννον. Πηγαίνουν σε μια παμπ για να συνεχίσουν να πίνουν, μετά την γέννηση του μωρού. Αυτό το κεφάλαιο είναι αξιοσημείωτο για τα λογοπαίγνια του Τζόις, το οποίο, μεταξύ άλλων, ανακεφαλαιώνει όλη την ιστορία της αγγλικής γλώσσας. Μετά από μια σύντομη επίκληση, το επεισόδιο ξεκινά με λατινογενή πεζογραφία, αγγλοσαξωνικές παρηχήσεις, και κινείται μέσα από παρωδίες, μεταξύ άλλων, του Μάλορι, της έκδοσης της Βίβλου του Βασιλιά Ιακώβου(D/R), του Μπάνιαν(D/R), του Ντεφόε, του Στερν, του Γουόλπολ(D/R), του Γκίμπον, του Ντίκενς, και του Καρλάιλ, πριν καταλήξει σε μια σχεδόν ακατανόητη αργκό. Οι μελετητές του Τζέιμς Τζόις Θεωρούν ότι στο κείμενο αυτό παρομοιάζεται η εξέλιξη της αγγλικής γλώσσας με την εννιάμηνη περίοδο της κυήσεως του εμβρύου στη μήτρα.

Επεισόδιο 15, Κίρκη

Το επεισόδιο 15 είναι γραμμένο σαν θεατρικό σενάριο, πλήρες, με σκηνικές οδηγίες. Η πλοκή διακόπτεται συχνά από «ψευδαισθήσεις» που έχει ο Στήβεν και ο Μπλουμ — φανταστικές εκδηλώσεις των φόβων και των παθών των δύο χαρακτήρων. Ο Στήβεν και ο Λιντς περπατούν στην Nighttown, στην περιοχή των πορνείων του Δουβλίνου. Ο Μπλουμ τους ακολουθεί και τελικά τους βρίσκει στο πορνείο της Μπέλλα Κοένς, όπου μαζί με τις εργαζόμενες σε αυτό (τη Ζωή Χίγκινς, τη Φλόρρυ Τάλμποτ και την Κίττυ Ρίκετς) έχει μια σειρά από ψευδαισθήσεις σχετικά με τα σεξουαλικά του φετίχ, φαντασιώσεις, και ανομίες. Ο Μπλουμ τίθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου για να λογοδοτήσει , κατηγορώντας τις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των κυριών Γιέλβερτον Μπάρι, Μπέλλινγχαμ και της Αξιότιμης Κυρίας Μέρβυν Τάλμποϋς. Όταν ο Μπλουμ βλέπει ότι ο Στήβεν πληρώνει παραπάνω από ότι πρέπει για τις υπηρεσίες που λαμβάνει, αποφασίζει να κρατήσει τα υπόλοιπα χρήματα του Στήβεν για να τα φυλάξει. Ο Στήβεν έχει παραισθήσεις ότι το σάπιο πτώμα της μητέρας του έχει σηκωθεί για να τον αντιμετωπίσει. Τρομοκρατημένος, ο Στήβεν χρησιμοποιεί το μπαστούνι του για να συνθλίψει ένα πολυέλαιο και στη συνέχεια να τρέχει έξω. Ο Μπλουμ πληρώνει γρήγορα την Μπέλλα για τη ζημιά, τότε τρέχει πίσω από τον Στήβεν. Ο Μπλουμ βρίσκει τον Στήβεν να έχει εμπλακεί σε μια έντονη λογομαχία με έναν Άγγλο στρατιώτη, τον στρατιώτη Καρ, ο οποίος, μετά από αυτό που αντιλήφθηκε ως προσβολή του Βασιλιά, γρονθοκοπεί τον Στήβεν. Η αστυνομία φτάνει και το πλήθος διαλύεται. Ενώ ο Μπλουμ βοηθά τον Στήβεν, ο Μπλουμ έχει μια παραίσθηση του Ρούντι, το νεκρού του παιδιού.

Μέρος ΙΙΙ: Ο Νόστος
Επεισόδιο 16, Εύμαιος

Ο Μπλουμ και ο Στήβεν πάνε στο δωματιάκι του αμαξά για να τον λογικεύσουν. Στο δωματιάκι του αμαξά, θα συναντήσουν ένα μεθυσμένο ναύτη με το όνομα D. B. Murphy - Μέρφυ (W. B. Murphy στο κείμενο του 1922). Το επεισόδιο κυριαρχεί το μοτίβο της σύγχυσης και της λάθος ταυτότητας, όπου οι ταυτότητες των Μπλουμτου Στήβεν και του Μέρφυ αμφισβητούνται επανειλημμένα. Τα λόγια και το προσποιητό ύφος της αφήγησης σε αυτό το επεισόδιο αντανακλά την νευρική εξάντληση και τη σύγχυση των δύο πρωταγωνιστών.

Επεισόδιο 17, Ιθάκη

Ο Μπλουμ επιστρέφει στο σπίτι του με τον Στήβεν, του κάνει ένα φλιτζάνι κακάο, ασχολείται με πολιτιστικές και γλωσσικές διαφορές μεταξύ τους, θεωρεί τημ πιθανότητα δημοσίευσης των παραβολών τιυ Στήβεν, και του προσφέρει να μείνει το βράδυ. Ο Στήβεν αρνείται την προσφορά του Μπλουμ και είναι ασαφής σχετικά με την πρόταση του Μπλουμ για μελλοντικές συναντήσεις. Οι δύο άνδρες ουρούν στην αυλή, ο Στήβεν αναχωρεί και περιπλανιέται μέσα στη νύχτα, και ο Μπλουμ πηγαίνει στο κρεβάτι, όπου κοιμάται η Μόλι. Αυτή ξυπνά και τον ρωτά πως πέρασε τη μέρα του. Το επεισόδιο είναι γραμμένο με τη μορφή της μιας αυστηρά οργανωμένης και «μαθηματικής» κατήχησης 309 ερωτήσεων και απαντήσεων, και φέρεται ότι ήταν το αγαπημένο επεισόδιο Τζόις στο μυθιστόρημα. Οι βαθιές περιγραφές κυμαίνονται από ερωτήματα της αστρονομίας, μέχρι και την τροχιά της ούρησης και περιλαμβάνει ένα διάσημο κατάλογο των 25 ανδρών που θεωρούνται ως εραστές της Μόλι (ο οποίος προφανώς αντιστοιχεί στους μνηστήρες που σκότωσαν στην Ιθάκη ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος στην Οδύσσεια) συμπεριλαμβανομένου του Μπόιλαν, και την ψυχολογική αντίδραση του Μπλουμ στην αντιστοίχιση αυτή. Ενώ στο κεφάλαιο αυτό περιγράφονται γεγονότα προφανώς επιλεγμένα τυχαία, αλλά με φαινομενικά ακριβή μαθηματική ή επιστημονική άποψη, το επεισόδιο είναι γεμάτο με λάθη που έγιναν από τον απροσδιόριστο αφηγητή, πολλά ή τα περισσότερα από τα οποία έχουν γίνει επίτηδες από τον Τζόις.

Επεισόδιο 18, Πηνελόπη

Το τελευταίο επεισόδιο αποτελείται από τις σκέψεις της Μόλι Μπλουμ ενώ αυτή βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα στο σύζυγό της. Το επεισόδιο χρησιμοποιεί μια τεχνική «ροή συνείδησης» σε οκτώ προτάσεις και στερείται σημείων στίξης. Η Μόλι σκέφτεται τον Μπόιλαν και τον Μπλουμ, τους παλαιούς της θαυμαστές, συμπεριλαμβανομένου του Υπολοχαγού Στάνλεϋ Τζ. Γκάρντνερ, τα γεγονότα της ημέρας, τα παιδικά της χρόνια στο Γιβραλτάρ, και την καριέρα της στο τραγούδι, η οποία δεν προχώρησε. Στις σκέψεις αυτές υπαινίσσεται επίσης μια ομοφυλοφιλική σχέση, στα νιάτα της, με μια παιδική φίλη που ονομάζόταν Έστερ Στάνχοουπ. Οι σκέψεις της διακόπτονται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως το σφύριγμα ενός τρένου ή η ανάγκη να ουρήσει. Το επεισόδιο ολοκληρώνεται με την ανάμνηση της Μόλι, όταν της έκανε πρόταση γάμου ο Μπλουμ, και την αποδοχή της: «με ρώτησε θα πεις το ναι να πεις ναι λουλούδι μου του βουνού και πρώτα έβαλα τα χέρια μου γύρω του ναι και τον τράβηξα κοντά μου έτσι που να αισθάνεται το στήθος μου όλο αρώματα ναι και η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή και ναι είπα ναι θα το κάνω Ναι.» Το επεισόδιο ασχολείται επίσης με την εμφάνιση της πρώιμης εμμηνορροϊκής περιόδου του Μόλλυ. Θεωρεί την εγγύτητα της περιόδου της μετά από τις πρόσθετες συζυγικές σχέσεις της με τον Μπόϋλαν και πιστεύει ότι η εμμηνόρροια είναι ο λόγος για την αυξημένη σεξουαλική όρεξή της.


Απόσπασμα από τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς (μτφ. Σ. Καψάσκης, εκδόσεις Κέδρος)

Εκείνη τη στιγμή είναι που το αισθάνεσαι. Εκείνη η στιγμή πρέπει να είναι φοβερά δυσάρεστη. Στην αρχή δεν μπορείς να το πιστέψεις. Πρέπει να έγινε λάθος· να πρόκειται για κάποιον άλλον. Για ρίχτε μια ματιά στο σπίτι απέναντι. Περιμένετε, θα ήθελα να, δεν τα κατάφερα ακόμα να. Ύστερα το σκοτεινιασμένο νεκρικό δωμάτιο. Ζητάνε φως. Τα ψιθυρύσματα ολόγυρά τους. Θέλεις να φέρουμε τον παπά; Κατόπιν το παραμιλητό και οι ασυναρτησίες. Μέσα σε παραλήρημα ξεστομίζει όλα όσα έκρυβε σ' όλη του τη ζωή. Ο αγώνας με το θάνατο. Ο ύπνος του δεν είναι φυσιολογικός. Πίεσε τα κάτω βλέφαρά του. Παρακολουθώντας αν η μύτη του μακραίνει, αν το σαγόνι του πέφτει, αν οι πατούσες του κιτρινίζουν. Παρ' του το μαξιλάρι και αφού είναι καταδικασμένος άφησέ τον να τελειώσει κατάχαμα. Ο σατανάς στον πίνακα Ο θάνατος του Αμαρτωλού του δείχνει μια γυναίκα. Ο ετοιμοθάνατος με νυχτικό προσπαθεί να την αγκαλιάσει. Η τελευταία πράξη στη Λουτσία. Δε θα σε αγκαλιάσω πια; Μπλουμ, εκπνέει. Επιτέλους, έφυγε. Μιλάνε λίγον καιρό για σένα· σε ξεχνάνε. Μην ξεχνάτε να προσευχηθείτε γι' αυτόν. Να τον θυμάστε στις προσευχές σας. Ακόμα και τον Παρνέλλ. Επέτειος που λησμονιέται. Ύστερα ακολουθούν και οι άλλοι· ένας ένας πέφτουν μέσα στην τρύπα.


Bust of Joyce on St Stephen's Green, Dublin









ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ - Ποιήματα από τη νέα Συλλογή της " ΚΡΙΚΕΤ ΜΕ ΦΑΣΙΑΝΟΥΣ "



ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Η προδοσία είναι κι αυτή μία ιδέα όπως η ανατομία ή οι καλές τέχνες. Σπάνια έχει αντικείμενο και σχεδόν ποτέ της υποκείμενο. Αφού η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα. Κάποιος μας ρίχνει εμάς τους ίδιους ζάρια στο τραπέζι ντόρτια ή εξάρες αδιάφορο. Η ζωή μας προετοιμάζει για πουτίγκα και μας σερβίρει χελωνόσουπα. Είστε αγριόχηνες μας λεν, εσείς ορίζετε την μοίρα, για καλό και για κακό όμως μην πετάτε τις νύχτες γύρω απ’ το φεγγάρι. Πολλοί μετεωρίτες έχουν πυρακτωθεί από ανυπακοή. Μία μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο κάποιος μας απονέμει ένα κλειδί. Νομίζουμε μεγάλη πύλη αλλά το μόνο που ανοίγει είναι ξύλινο δοχείο από σανδαλόξυλο στα μέτρα του κορμιού μας. Γι αυτό σου λέω Μαρία σήμερα που έχει ήλιο άπλωσε μπουγάδα τα δάκρυά σου να στεγνώσουν κανείς θνητός δεν πέθανε ποτέ από θνησιγενές φιλί.





ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΟΛ ΛΙΟΥΙΣ - Η εφηβεία που δεν κράτησε

Κοριτσάκια γυμνά με λευκά καλτσάκια και κουνέλια με τιράντες. Αυτός έβγαζε φωτογραφίες μασουλούσε μανιτάρια κι έπαιζε κρίκετ με φασιανούς. σιεσωλαγεμ αν ωλεθ νεδ Δεν θέλω να μεγαλώσεις της έλεγε συνέχεια. Τελικά την πλήγωσε γιατί παρέμεινε μπαμπάς γιατί στα δύσκολα γινότανε λαγός και γιατί έτρωγαν συνέχεια ψητά γουρουνόπουλα μωρά που η μήτρα της απέβαλε συνέχεια.


ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ-η νεανική ηλικία που γέρασε γρήγορα

Mαζί έκαναν τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα νύχτες με αερόστατο. Λευκός γάμος. «Φιλέα, Φιλέα Φογκ, δεν έπρεπε να χάσω, δεν έπρεπε να χάσεις» παραληρούσε αυτός συνέχεια. Όταν για να συντονίσουν τα ρολόγια τους «τι ώρα είναι;» κάποτε την ρώτησε «ώρα να γίνω καπνός» του απάντησε και καταδύθηκε είκοσι χιλιάδες λεύγες στον πυρήνα της. «Είσαι σκέτη λογοτεχνία» της πέταξε αυτός τότε θυμωμένα.




ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ- η ώριμη ηλικία που έπεσε από το δέντρο
Φορούσε ολόσωμες σκιές μέχρι το γόνατο. Της υποσχέθηκε γάμο δι αντιπροσώπου. Της έγραφε κιτρινισμένα γράμματα. Αγαπημένη Μίλενα, την προσφωνούσε. Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου Φράντς. Κάθε πρωί αυτή ξέπλενε τα μάτια της έσταζαν πηχτό μελάνι μες στην σκάφη. Ήταν συνέχεια υπόδικος, διάδικος και δικαστής ταυτόχρονα σε μία δίκη με κατηγορούμενο πάντα τον εαυτό του. Δικαστική πλάνη μουρμούριζε συνέχεια. Γιατί πάντα ανεξάρτητα από την έκβαση οι ένορκοι τον καταδίκαζαν σε κατ’ οίκον περιορισμό σ’ ένα πύργο χωρίς ασανσέρ. Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι. Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, της έγραψε.


ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ
Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει μαύρα φτερά πάνω στον πάγκο. Το ψέμα πάλι που ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια αλευρώνεται πρόβατο φίλος για να κρύψει τον λύκο από κάτω η θλίψη όμως, αχ η θλίψη έχει βάλει το κεφάλι της στο φούρνο έχει μακριά χέρια κουλούρια τα προσφέρει ένα χρόνο μετά την κηδεία μαζί με τον καφέ παρηγοριάς. Η ελπίδα γυαλίζει τα ποτηράκια του κονιάκ σαν κάποιος να επρόκειτο όσο για τον γνωστό Γιάννη λίγες μέρες πριν τα γενέθλια μόνος του κερνά και μόνος πίνει. Τα αυγά της γειτόνισσας αισθητά πάντα πιο μεγάλα τσιτσιρίζουν με μπέικον Στην Μόσχα αδελφές μου, στην Μόσχα ενθαρρύνει το ένα το άλλο μέσα στο τηγάνι. Έτσι φουσκώνει το πρωί Κυριακής αρχή Νοέμβρη μες στο σπίτι της σε σβώλους μες στην κατσαρόλα. Πάλι έκαψες την μέρα σου λέει η γιαγιά που μπαίνει στην κουζίνα με ένα πανέρι μήλα που φιλοξενούν οικόσιτο σκουλήκι αφού όπως όλοι ξέρουμε το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει.


ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ
Κάποιος είπε σε κάποιον που είπε σε κάποιον άλλο ότι οι κάργες τρελαίνονται το βράδυ (γι’ αυτό άλλωστε πρέπει να τους δένεις τα μάτια με τυφλό μαντήλι), ένα όχι τρέχει πιο αργά από ένα σαλιγκάρι για να αγαπήσεις πεταλούδα πρέπει πρώτα ν’ αποδεχτείς την κάμπια. Κάποιος είπε σε κάποιον και αυτός συναίνεσε με ζέση πως τα κοάλα είναι υπερτιμημένα και το καλύτερο κατοικίδιο είναι η αυτολύπηση με την προϋπόθεση να την γυρνάς ανάποδα όταν βήχει. Κάποιος είπε σε κάποιον κι αυτός στον φίλο του πως μια μέρα μία στιγμή κάποτε μ’ αγάπησες. Μα ξέρεις τώρα πόσο μοιάζει η φήμη με την σκόνη ή τους υδρογονάνθρακες. Κάποιος είπε κάποτε σε κάποιον ότι ο καλύτερος τρόπος να ψιθυρίσεις κάτι αυστηρά προσωπικό είναι να το φωνάξεις σε χωνί στο μέσον της πλατείας και κάπως έτσι κάποιος κάπου κάποτε έγραψε τον πρώτο στίχο.


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Ο κύριος Χόθορν μία μέρα που έψαλλε στην εκκλησία άρχισε ξαφνικά να αιωρείται στον αέρα με τα χέρια του κουπιά φτερούγισε κοντά στον τρούλο και βγήκε από το ανοιχτό παράθυρο Μπαμπά μπαμπά μην φεύγεις φώναξε η μικρή Γουέντυ που δεν έτρωγε το φαγητό της Ο κύριος Χόθορν όμως όλο ανέβαινε ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι Μικρή Γουέντυ φάε το φαγητό σου αλλιώς θα είσαι ελαφριά μια μέρα που θα φυσάει θ’ αγοράσεις ένα μπαλόνι θα σε παρασύρει για πάντα μακριά απ’ αυτούς που αγαπάς Μπαμπά γιατί δεν μου μιλάς; Ο κύριος Χόθορν μετεωριζόταν μα παράπαιε λικνιζόταν επικίνδυνα και συγκρουόταν με πουλιά. Μπαμπά μην φεύγεις μπούκωνε το στόμα με φαγητό η μικρή Γουέντυ Μα υπάρχει ζωή μετά θάνατο, ρώτησε η κυρία Στήβενς τον Τροχονόμο. Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση στην εναέρια κυκλοφορία απάντησε αυτός και έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του. Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ έτρωγε έτρωγε ασταμάτητα. Για να μεγαλώσει. Για να μην μπορεί να την παρασύρει ένα μπαλόνι. Μακριά από αυτούς που αγαπάει.

Πίνακες - Alla Tsank


Τα παραπάνω ποιήματα αποτελούν μέρος της ένατης συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη , που είναι υπό έκδοση ,με τίτλο ΚΡΙΚΕΤ ΜΕ ΦΑΣΙΑΝΟΥΣ, και έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά .









Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου

1851: Πεθαίνει η Μαίρη Σέλεϊ (Mary Shelley), Αγγλίδα συγγραφέας, η οποία έγινε γνωστή για τη συγγραφή γοτθικών μυθιστορημάτων.


1865: Ο Αμερικανός πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν (Abraham Lincoln) υπογράφει την 13η τροπολογία του Συντάγματος με την οποία καταργεί τη δουλεία.


1894: Γεννιέται ο Τζον Φορντ (John Ford), Αμερικανός σκηνοθέτης.


1940:  Πεθαίνει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Έλληνας ποιητής και πεζογράφος.


Σε μουσικό επίπεδο...


1964: Ο κυβερνήτης της Αμερικάνικης πολιτείας Ιντιάνα ανακηρύσσει το επιτυχημένο τραγούδι "Louie Louie"  των Kingsmen πορνογραφικό και ζητάει από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς να μην το αναμεταδίδουν.






" Σημάδια των καιρών στην ποίηση και πεζογραφία " Στο Κέντρο Επιμόρφωσης (ΚΕΠΙ) Αγίου Δημητρίου



Το Κέντρο Επιμόρφωσης (ΚΕΠΙ) Αγίου Δημητρίου στο πλαίσιο των επιμορφωτικών προγραμμάτων σας καλεί σε μια σειρά μαθημάτων με θέμα : «Σημάδια των καιρών στην ποίηση και πεζογραφία» κάθε Πέμπτη στις 6-8 το απόγευμα στο 2ο Λύκειο Αγίου Δημητρίου (Αγίου Δημητρίου 198). 
Επιμορφώτρια η Μαρίνα Προμπονά, φιλόλογος και ποιήτρια, η οποία θα εξερευνά και θα μοιράζεται μαζί σας ΠΟΙΗΜΑΤΑ και ΠΕΖΑ που αφορούν την υπέρτατη πρόκληση για τον άνθρωπο: την Αυτογνωσία, την Αυτοκυριαρχία, και την Αυτοανάπτυξη, που είναι τα μεγάλα κλειδιά της εξελικτικής μας πορείας. 



Η Μαρίνα Προμπονά δηλώνει ότι επειδή «Όλοι μας έχουμε ανασφάλειες από τη φύση μας και η εποχή μας ποιεί δυστυχίες, σημασία έχει να προσπαθούμε να τις καλύψουμε και να αποκτήσουμε ισορροπία.»








Είσοδος Ελεύθερη 

Για το ΚΕΠΙ Εντεταλμένος Δημ. Σύμβουλος Κωνσταντίνος Κωτσίδης