Σαν τα αρμυρίκια θα φυλάω την θάλασσα κάθε Σεπτέμβρη που μπαίνει.
Θα απλώνω το βλέμμα μου στο απέραντο μπλε της και θα ταξιδεύω ένα μου παράπονο για τον κόσμο που δεν άφησε ένα μικρό λουλουδάκι να ανθίσει στον κόρφο του.
Θα στέκομαι γερασμένος φρουρός των ονείρων και παντοτινός εραστής των ελπίδων που μένουν και αγναντεύουν πίσω από ένα κλειστό παράθυρο καθώς γέρνει ο ήλιος.
Τον ψίθυρο μιας προσευχής θα αφουγκράζομαι και θα στρώνω τραπέζι στο όνειρο και στην αλήθεια, στην φαντασία, στην υπομονή, και στην λησμονιά .
Θέλει την αλήθεια ενός ονείρου η ζωή, την φαντασία να το ζει, την υπομονή να το περιμένει, και την λησμονιά όταν το παράπονο παίρνει αγκαλιά την μέρα.
Σαν τα αρμυρίκια θα ερωτεύομαι την θάλασσα, θα αγναντεύω το πήγαινε έλα του χρόνου, και θα βαφτίζω την ψυχή μου στο όνομα μιας μικρής αχιβάδας .
Ο γλάρος του Τσέχωφ σέρνει το καλοκαίρι στο δένδρο της πλατείας, νοτισμένος ο ορίζοντας, περιχαρείς οι γυναίκες με τα ποδήλατα χτυπούν το κουδούνι, εφαρμόζοντας την εκ περιτροπής κυκλοφορία των ιδεών... Οι άντρες χτυπούν το βλέμμα τους στα ασύμμετρα οπίσθια της καθημερινότητας, στο δένδρο της πλατείας ξεψυχά ο γλάρος, ένα τσιγάρο πεταμένο καπνίζει δίπλα στο πτώμα του... Η εγκυμονούσα συνείδηση, το δένδρο της πλατείας που πονά, ο Τσέχωφ που αντικαταστάθηκε στην αλλαγή φρουράς κι εγώ που ονειρεύτηκα την τέχνη να γίνεται άνθρωπος... Θέλησα ο άνθρωπος να γίνει τέχνη και ποίημα κι απέμεινα με το νεκροπούλι να με κοιτά με θολό το μάτι... Κι η συνείδηση ακόμα δεν γέννησε... --------------------------------
Η Αγάπη κινεί τα βουνά
και ρίξαμε σ' άπιαστα ύψη το βλέμμα...
Πώς να φτάσουμε εκεί; Η Αγάπη τεράστια!!!!!
Τα ύψη του Απόλυτα Ωραίου ατενίζοντας,
-η καρδιά μας κι ο νους μας γι' Αυτήν κι απ' Αυτήν-
ξεχάσαμε πως τα χωμάτινα πόδια μας πατάνε στη γη...
Ν' αγαπάμε το δικό μας λιγότερο Ωραίο λησμονήσαμε...
Κι η αγάπη μας έπεσε στο πηγάδι της λήθης...
Η Αγάπη...Α-λήθεια... Α-λήθη...δεν ξεχνιέται ποτέ!!!!!
Tης Αγάπης ο κόσμος μας, κόσμημα...έργο Της...
Ένα κάλεσμα όλος, μια κλήση σε σχέση...σε σχέσεις...
Μας είπαν...
Η Αγάπη κινεί τα βουνά...
Αν το λάθος/λιθάρι δεν αγαπήσουμε,
στο βουνό Της ν' ανέβουμε πώς;
Αν στης πέτρας το γκρι,
το ροζ του κυκλάμινου δε χαϊδέψει το βλέμμα μας...
Αν στο βόμβο της μέλισσας, στου νερού το κελάρυσμα,
τη δημιουργία δε θαυμάσουμε...
Αν δε δούμε στα νερά, του ήλιου το φλόγινο γέρμα...
Αν της έκστασης το αποτύπωμα δε λαβώσει βαθιά το κορμί...
Αν μελάνι δεν πιούμε κι αν δε φάμε χαρτί,
τη σοφία αντί για τη γνώση, αν δε θέλουμε...
Αν δε σκύψουμε...
Αν δεν ντυθούμε την απλότητα, την ταπείνωση, τη συγ-χώρεση...
Αν δεν αποδυθούμε τον αγώνα της πλησμονής...
Αν δεν μπορούμε να χαιρόμαστε μόνοι
αντίκρυ στη ματαίωση της απόλαυσης...
Οκλαδόν αν δε κάτσουμε
στο νήπιο δίπλα να παίξουμε...
Αν στον άρρωστο πλάι,
τη δική μας αρρώστια δε νιώσουμε...
Αν τον άνθρωπο από τις πράξεις του
δεν ξεχωρίσουμε...
Αν ευγνώμονες δε γονατίσουμε, δίνοντας...
Αν στις λέξεις ενός ποιητή
τα φτερά δεν ανοίξουμε
για να πλεύσουμε στο απέραντο ωραίο...
Αν δεν κλάψουμε δάκρυα λύπης
αλλά όχι θυμού, εγωισμού,
σ' αιμοστατικές ασκήσεις σιωπής...
Αν την απόγνωση σαν προνόμιο δε δούμε
στις χαίνουσες πληγές του διχασμού της μέρας...
Αν σε χίλια παράπονα
τη ζωή τη σκορπίσουμε...
Aν "της αξόδευτης αγάπης το φάντασμα"
στο φως δεν το βγάλουμε...
Αν ποτέ δε σκεφτούμε
πως αν ζούμε κι υπάρχουμε
στην Αγάπη το οφείλουμε...
Αν δεν καλλιεργήσουμε το αυτοφυές Της λουλούδι...
Ευχαριστώ αν δεν πει η ύπαρξή μας σ' Αυτήν...
Ε, τότε το δώρο Της, η Ζωή μας,
μια κόλαση θά 'ναι...κελί φυλακής...
μια σκλαβιά που μόνοι τη χτίσαμε...
Η Αγάπη καρπίζει ελεύθερα οάσεις ...
Η Αγάπη "έξω βάλλει το φόβο"...
Η Αγάπη εποίησε όλα καλά λίαν...
Έχω μια βάρκα όλο αίμα που όλο τον Ήλιο αποζητά. Πάνω στο μελαψό σου δέρμα ποιος έχτισε τ’ απόρθητα; Φτιάξαν φωλιά τα χελιδόνια στο στέγαστρο του πόθου μου κι εσύ που μοιάζεις με μπιγκόνια, μοιάζεις και τ’ αναστεναγμού . Βαριανασαίνουν οι αλκυόνες ερωτευμένες με το φως και στις θαλάσσιες ανεμώνες κρύβεται ο σπάρος αραχτός. Κι εγώ χρονίζω στη ματιά σου κάτι απ’ αφρό κι από φιλί. Όλα τα βράγχια μου δικά σου σαν σου κοπεί η αναπνοή. Θα σου ψαρέψω την αγάπη και θα στην φέρω απ’ το βυθό. Θαρρώ η χαρά μου μετετράπη σε πάθος εξαφτέρουγο. Πόσο σε θέλω καλοκαίρι να καις να τσουρουφλίζομαι, να σου κρατώ σφιχτά το χέρι. Έρωτας είναι. Ωιμέ!
Προδιαγεγραμμένες εντυπώσεις, το φθινόπωρο που εκλιπαρεί για φωτιά, για άγγιγμα, για μέλλον, η εγκατάλειψις στην κορυφή του δέους, το συγχρονισμένο φύλλο του ανέμου στην διάθεσιν του ψηφιδωτού κύκλου, το ζώο με την προβλέψιμην αφοσίωσιν και η ώρα που συνάχθηκε η δουλεία στα παράγωγα σήμαντρα της ημέρας. Οι υπερφίαλες επικρίσεις, η ανυπαρξία της ερημίας, η μοναξιά που αντιστέκεται στο όριο σεπτού και ανίερου, το κρύο που επιστρέφει απείρως ικανότερο στα ανερμάτιστα σχήματα λευκού τε και μελανού. Η γραφή και το ολίγον, μοιρολόι του κρυμμένου πλούτου στην περιφορά του πένητος... 01.09.2017...Σταυρακάκης Δημήτριος
Ξημερώματα σχεδόν, το παραθύρι ανοιχτό, ακούγεται ο σκύλος που αλυχτά και η σελήνη τραγουδά καπνίζοντας άφιλτρα τσιγάρα, στρίβοντας την περιστροφή μου τόσες μοίρες όσες ο πόνος του δένδρου της πλατείας...
Είναι στιγμές που δεν σου φτάνει η πρώτη του νέου μήνα, στα ξέσκεπα χέρια νοτίζει η μοναξιά κι η νεαρά στην γωνιά ορκίζεται αιώνια αγάπη...
Οι φωνές στο σκοτάδι μεγαλώνουν, οι σκιές μικραίνουν, τα τσιγάρα τελειώνουν κι ο πίνακας του Σεπτέμβρη μελαγχολικός ατενίζει τις αδέσποτες φράσεις στο πινάκιο ενός φτωχού και λειψού κόσμου, οπού δεν θα εκδικαστεί ποτέ η υπόθεση, καθώς η πρόβλεψη μιλά για θηρία σε κλουβιά, για φρενήρεις λογισμούς, για ψηφίδες, για πιθανότητες...
Αν εξοστρακιστεί το φεγγάρι, ίσως γίνω μοίρα στον τελευταίο πόνο του δένδρου στο πινάκιο ενός φτωχού και λειψού κόσμου...
Κι ο πίνακας του Σεπτέμβρη μελαγχολικός θ' ατενίζει..
--------------------------------
''Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ" Μαρίνα Σολδάτου ** ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΑ**
Φευγαλέα ήταν η τελευταία στροφή Άναρχη, εναρμόνιση η φιγούρα Τίποτα γνωστό δεν σου θυμίζει; ...Παραζάλη... Καμία εικόνα; Κανένας ήχος; Θες να βγεις αλλά η φυγή σε τρομάζει! Ασύστολος ο χορός μας… Ο τελευταίος ψίθυρος γαντζώθηκε διαχυτικά στο αυτί Να..μια σταγόνα βροχής, αυτής της τελευταίας άνοιξης που έμελλε να γίνει τελετουργικό του χορού! (ε.γ.)