Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕΜΟΥ " Ελπίδες και όνειρα σε χρώμα γαλανό." - Βραβευμένο ποίημα στον 6ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης στα " Βραυρώνια 2016 "

Το ποίημαΕλπίδες και όνειρα σε χρώμα γαλανό " της Παρασκευής Μέμου βραβεύτηκε στα Βραυρώνια 2016, στον 6ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης που διοργανώνει   η Ομοσπονδία Συλλόγων Αρτέμιδος - Σπάτων 



Ελπίδες και όνειρα σε χρώμα γαλανό.
Το κλέος και ο πόνος ανταμώνονται, αιώνες τώρα, με τις πληγιασμένες λόγχες του Ήλιου, σαν σέρνει η ιστορία, την άμαξα του Φαέθωντα . Ο Θηραϊκός Όρθρος, έχασε το λόγο, να θρηνεί πολιτισμούς. Τα όνειρα πλάστηκαν, στα γαλανά απόνερα των νόστων και κράτησαν τις κορασίδες άγρυπνες. Οι πειρατές, αποσύρθηκαν από ντροπή… Τα κάστρα ερείμωσαν. Μανιασμένος καιρός, πέτρωσε τις ελπίδες και ως μωραί παρθένοι, αναθεματιστήκαμε, στ’ ανταριασμένα νανουρίσματα, τρίκλωνων κρίνων. Το πέρασμα βρόγχος. Θηλιά των λυγμών. Και εσύ… οριοθέτη του χάρτη βρες την πατρίδα, του νεκροκρέβατου, βάλε σημαία εθνικότητας, στο μνήμα… Και παραδέξου, ότι τα δάκρυα της μάνας, ήταν μελαμψά Τ’ απομεινάρια του πολιτισμού, πήραν των ομματιών τους… και εγώ…… ανήμπορος Έλληνας περιηγητής, θρηνώ κάθε απομεσήμερο το χθες ….το αύριο… εμένα…


ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ '' Έχε το νου σου στο τριαντάφυλλο ΄' *



  Σαν τι να γυρεύεις εσύ πίσω από του ψέματος τη βαριά κουρτίνα που σκοτεινιάζει το δωμάτιο της ψυχής σου; Μίλησες, άκουσες, σιώπησες και τώρα η ελπίδα σου έγινε μια στάλα στη θάλασσα της απόγνωσης.Τι ψάχνεις; Ποιαν αλήθεια στον κόσμο αυτό τον αφιλόξενο που μέρα και νύχτα σέρνει τη ματαιότητά του ντύμα δικό του ολότελα και της πλάνης του;Σαν τι γυρεύεις εσύ που νιώθεις την ατέλειά σου σε τόσους αψεγάδιαστους που κρίνουν κάθε λέξη, κάθε κίνησή σου μικροί μεγάλοι θεοί του εαυτού τους; 
Γύρισε, άνοιξε το βήμα σου, ξεμάκρυνε, φύγε από τις λεωφόρους του συμβιβασμού, της κολακείας. Πάρε το μονοπάτι το δικό σου της σύνεσης ,της αλήθειας, της αξιοπρέπειας.Περπάτησε το με βήμα σταθερό και κοίτα μη χάσεις ποτέ το ξεχωριστό φως που φωτίζει τη ματιά σου ατενίζοντας τους μακρινούς σου ορίζοντες , εκείνους των πανανθρώπινων αξιών . Έχε το νου σου στο τριαντάφυλλο...



* ΥΓ :Μιά μέρα, είπε, οι τσουκνίδες ρώτησαν την τριανταφυλλιά: «Κυρα-τριανταφυλλιά, δε μας μαθαίνεις κι εμάς το μυστικό; Πως φτιάχνεις το τριαντάφυλλο;» Κι η τριανταφυλλιά αποκρίθηκε: «Πολύ απλό ’ναι το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες· αλάκερο το χειμώνα δουλεύω με υπομονή, μ’ εμπιστοσύνη, με αγάπη το χώμα, κι ένα μονάχα έχω στο νού μου, το τριαντάφυλλο. Με δέρνουν οι βροχές, με συρομαδούν οι ανέμοι, με πλακώνουν τα χιόνια, μα εγώ μονάχα ένα έχω στο νού μου, το τριαντάφυλλο. Αυτό ’ναι το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες.»
Νίκος Καζαντζάκης, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ







ΧΡΗΣΤΑΚΗ ΜΑΡΙΝΑ { Ήρθε ο Οκτώβρης...}

William Henry Margetson, Η θάλασσα έχει τα μαργαριτάριά της. 1897. Πινακοθήκη Τέχνης του Σίδνεϊ.

Ήρθε ο Οκτώβρης
να τρυπώνει πάλι από τ΄ ανοιχτά παράθυρα,
ν΄ απλώνει τα κίτρινα θαμπά μαλλιά του
δίπλα στ’ ανοιχτά βιβλία.
Να παίρνει στους ώμους του να χαϊδεύει
εκείνο της αγάπης,
το τρελαμένο πουλί
που κρύβεται κάτω από πράσινες ζακέτες

Κι εσύ το δίχως άλλο ν΄αναρωτιέσαι
αν πέρασε από εδώ,
αν του ‘δωσα,
κι αν σου κρατά,
όλο το φως που εμπιστεύτηκα,
τις νυχτες που αργά στο σώμα μας κεντούσαμε
εκείνο, το δικό μας το φεγγάρι
Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη
(Οκτώβρης 2015)






ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ - ΚΑΘΩΣ ΣΕ ΣΚΕΦΤΗΚΑ

 Painting by Dorina Costras
Καθώς σε σκέφτηκα , οι διαδρομές γέμισαν μ’ εσένα . Εκεί στις μνήμες μου στέκεσαι ( ήσουν κρυμμένη μέσα στους αιώνες ) . Στα ηλιοπαραθύρια βγαίνεις και χαμογελάς, μέχρι το δειλινό τη νύχτα ν’ ανταμώσει . Ω , γλυκιά η μελαγχολία σαν ευλογώ την ομορφιά σου. Να ! Η μορφή σου στα μάτια μου απλώνεται βαθιά , ως τους καθρέφτες των εικόνων. Κι αλλάζει : χρώματα , σκιές και είδωλα . Ίκαροι , καρδιές, χρυσάφια κι ουρανοί τριγυρίζουν στα βλέφαρά μου. Κόκκινο μαγνάδι το κορμί σου τον πόθο σακατεύει . Εσύ , ένας κρίνος δροσερός στα χέρια μου φυτρώνεις και γραμμές , ρυτίδες , όνειρα σκεπάζεις . Θρήνος επιτάφιος κι ανάσταση μαζί στον μυστικό νυμφώνα ….
Χρστόφορος Τριάντης




ΓΑΒΡΙΛΗΣ ΙΣΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Πίνακας - Γιάννης Τσαρούχης 
Καλωσορίζω τον Οκτώβρη
όπως τον υποδέχεται αιώνες τώρα η Πλάση
έτσι γυμνό. απέριττο, αγωνιστή,
χωρίς το μι ανάμεσα στ' ωμέγα και στο βήτα
καθώς του Σεπτέμβρη, του Νοέμβρη
και του πρωτοξάδελφού του Δεκέμβρη.
Καλωσορίζω τον Οκτώβρη
όπως τον φώτισε πριν από εκατό ολόκλρα χρόνια
η ανατολή ενός καινούργιου κόσμου
μέσ' απ' την καρδιά μιας πανανθρώπινης ιδέας
που δεν κατάφερε ακόμα να περπατήσει
στο δίκιο και στις ατραπούς του ανθρώπινου μόχθου.

Καλωσορίζω τον Οκτώβρη
όπως τον σφάγισαν οι αγωνίες, οι ανάσες κι οι προσδοκίες
ενός επαναστατημένου κόσμου
ενάντια στην εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο,
μα κι ενός σύγχρονου αποσυντεθεμένου κόσμου
που αγωνίζεται για ένα κομμάτι ψωμί, για μια αγκαλιά.
Καλωσορίζω όλους τους Οκτώβριους,
μαζί μ' όλους τους μήνες, τις μέρες, τις ώρες, τις στιγμές,
που θα γεννιούνται μεσ' απ' το δάκρυ του τίμιου αγώνα
στις ζεστές καρδιές των νέων ανθρώπων,
που σαν περήφανα αετόπουλα θα κυριαρχούν
στους ολοφώτεινους λειμώνες της νέας μας Παλιγγενεσίας.
Γαβρίλης Ιστικόπουλος / 1 - 10 - 2016







ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΕΚΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ " Πήρα χρώμα και νερό "


Σήμερα έβαλα στο φως ένα γυαλί κι έφτιαξα ένα ουράνιο τόξο.
Έκλεψα όλα του τα χρώματα και τα φυλάκισα σ’ ενα μπουκάλι μαγικό.
Σ’ έγδυσα απαλά και σ' έπλυνα.
Σε στέγνωσα με λατρεία κι αγάπη.
Ύστερα σου ζήτησα να γίνεις ο καμβάς μου.

- Θέλω να ζωγραφίσω πάνω σου όσα στην καρδιά μου γεννάς,
τα μέρη που με ταξιδεύεις.

Και πήρα γαλανό γι’ αρχη
κι έφτιαξα έναν ωκεανό στην πλάτη σου.
Ένα θαλάσσιο ρεύμα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά σου
κι εγώ καράβι ακυβέρνητο
να χάνομαι στα γαλάζια σου ύδατα
και να μη θέλω στεριά να βρω.
Ναυαγός να πνίγομαι μέσα στα κύματά σου.

Πήρα πράσινο κι έφτιαξα μια κοιλάδα
αναμεσα στα στήθη σου
κι ένα ιερό βωμό στο μέρος της καρδιάς σου.
Να σκύβω εκεί να προσκυνώ,
να καταθέτω την αγάπη μου.

Πήρα έν' άλικο καυτό και σου ‘βαψα τα χείλη,
να μου θυμίζουν ώριμες κερασιές και μυρωδάτες φράουλες,
να τα φιλώ και να μεταλαμβάνω νάμα.
Παράδεισος και κόλασή μου, Εσύ,
να με σταυρώνεις και να μ' ανασταίνεις.

Έκλεψα κι ενα κίτρινο και ζωγράφισα φλόγες στα μαλλιά σου.
Φλόγες σαν αυτές που σκορπάς στο κάθε γέλιο σου.
Φλόγες καυτές σαν κάθε άγγιγμά σου.

Κι έμεινε το μενεξεδί,
που απόθεσα στα μάτια σου
αυτά που με μεθούν σαν νυχτολούλουδο κάθε βράδυ,
που θυμίζουν ερωτευμένο ουρανό λίγο πριν το χάραμα.

- Μάτια μενεξεδιά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν; με ρώτησες.

- Μόνο τα δικά σου και τα ζωγράφισα εγώ!

Πήρα ένα λευκό σεντόνι και σε τύλιξα προσεχτικά.
Τ' ακούμπησα πάνω στο κορμί σου
και η εικόνα σου αποτυπώθηκε εκεί μαγικά.
Τέντωσα το πανί και στο έδειξα.

- Κοίτα πώς βλέπω τον κόσμο μέσα από σένα, σου είπα.

- Μα αυτό δεν είμαι εγω, μου αποκρίθηκες.

- Εσύ είσαι μέσα από τα χρώματα του ουρανού και του λευκού κλεμμένη ύπαρξη.
Για σένα τα ‘κλεψα, για να σε ζωγραφίσω.
Καμβά της ύπαρξής μου.
Πίνακα του πεπρωμένου μου.

Με χρώμα και νερό απόψε σε βάφτισα...
Τ’ όνομά σου ΕΡΩΤΑΣ ... και η φύση σου ΓΥΝΑΙΚΑ !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
16/1/14


Το ποίημα αυτό ανασύρεται από το παρελθόν και ταξιδεύει μακριά στον πύργο της Αριστέας,
στο 13ο συμπόσιο ποίησης 
με  θέμα το Χρώμα !
Βουτήξτε τις γραφίδες σας στην παλέτα του ουράνιου τόξου
και ταξιδέψτε στης ποίησης τ΄ανοικτα.
Καλά μας ταξίδια !


http://st-dekouloupapadimitriou.blogspot.gr/










ΜΑΡΙΝΑ ΣΟΛΔΑΤΟΥ - Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ Η ΠΑΥΣΗ


Έβαλα τους θεατές στα παρασκήνια.
Η πλατεία βουβή και ντυμένη ολόθερμο άλικο του έρωτα.
Βάδισα πολλές φορές στην σιωπή.
Θλιμμένος ρόλος χωρίς διανομή.
Ήταν όλο ετούτο μιά παράσταση πλήρης ιδεών.
Το κεντρικό πρόσωπο ήταν πάντα η σιωπή.
Σαν άρχισες να μιλάς έγινα η παύση μες στα επεισόδια.
Πάντα ετούτον τον χειμώνα θα κυνηγώ την ελεύθερη διασκευή.

Εσύ, ωχρά κηλίδα των λογισμών μου, ποτέ σου δεν θρήνησες
τον έρωτα στα κλαδιά που γέρνουν-βαθιά υπόκλιση στο αέναο-
την μυρτιά που διασώθηκε της πυρκαγιάς,
τον καπνό από το καλύβι του ερημωμένου μέλλοντος,
τον θάνατο του κύματος στο διάβα πειρατών,
το έλεος του παντός.

Η παύση ένας διαρκής αγώνας μονολόγου σ’ αδειανό θέατρο
κι η κορυφαία με το κηρύκειο, που έκλεψε μιάν νυχτιά η ψυχή μου,
με την δάφνη, την ελιά, τα φτερά και τα φίδια της λατρείας
και ο Ερμής να κοιτά, πάνοπλος ομονοίας και ελπίδων.
Περίλαμπρε πρώτε αγωνιστή των ερωτικών μου διαδρομών,
των ονείρων μου της λεύκας π’ άσπρισε τον ακάματο ουρανό,
του εκμαγείου της χαμένης μου αγάπης,
βημάτισα κι απόψε εν αγνοία διαβιούσα.
Πανθρύλητε γευσιγνώστη της αγάπης, σκέπασέ με, λογισμέ.
Η παύση προσκύνημα και η σιωπή μου ικεσία.
Πρώτε αγωνιστή έρωτα,
μετά το χάος και την γαία θρηνείς τα ολίγιστα πεπραγμένα.
Ελλείψει θεατών κατέλαβα την σκηνή, έγραψα μαύρο μαργαριτάρι,
στου κύκνου την ανηφοριά το νερό εξοστράκισε το θεαθήναι.
Μοιραία, κατέβασα την αυλαία και αποσύρθηκα!
Μαρίνα Σολδάτου
"Τί και αν μετράει ο χρόνος"