&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
* Ένα παιδί κοιτάζει τον κόσμο που γκρεμίσαμε
●Με αφορμή την "ηλεκτρονική υπογραφή" για την Ειρήνη στο Ιράν.
Αλήθεια, γιατί χρειάστηκε να περάσουν 108 ημέρες πολέμου – ενός από τους πιο παράλογους πολέμους της εποχής μας – για να συμφωνήσουν οι εμπόλεμοι στο αυτονόητο, την Ειρήνη; Γιατί έπρεπε να χαθούν τόσες ανθρώπινες ζωές, να προκληθούν ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές, να δαπανηθούν αμύθητα χρηματικά ποσά (τρισεκατομμύρια δολάρια) και, κυρίως, να βιαστούν ανερυθρίαστα το διεθνές δίκαιο, οι ηθικές αξίες και η ίδια η ανθρώπινη λογική, δηλαδή τα θεμέλια του πολιτισμού μας, για να σιγήσουν τα όπλα και να ακουστεί ξανά ο παιάνας της Ειρήνης και του Διαλόγου; Αλήθεια γιατί έπρεπε να κλονιστεί η παγκόσμια οικονομία για να “δοκιμάσουμε” τις γεωγραφικές μας γνώσεις και να γνωρίσουμε καλύτερα τις γεωγραφικές συντεταγμένες των στενών του Ορμούζ;
Αυτά και πολλά ακόμη «γιατί;» μοιάζουν να εκπέμπουν τα θλιμμένα και απορημένα μάτια-βλέμμα του κοριτσιού της φωτογραφίας. Ενός παιδιού που ίσως πίστευε – ή ήλπιζε – πως ο πόλεμος αποτελεί επιλογή μόνο των ανόητων ανθρώπων. Άλλωστε, όπως μας θυμίζει και ο Ηρόδοτος, «ουδείς γαρ ούτω ανόητος εστί ανόητος όστις πόλεμον προ ειρήνης αιρέεται».
Και όμως, η ιστορία εξακολουθεί να διαψεύδει τις ελπίδες των παιδιών και να επαναλαμβάνει τα λάθη των μεγάλων.
Ένα παιδικό βλέμμα μπροστά στην ανθρώπινη παράνοια των δυνατών
Υπάρχουν εικόνες που δεν χρειάζονται λόγια για να συγκλονίσουν. Ένα μικρό παιδί στέκεται σιωπηλό μπροστά στα ερείπια ενός κόσμου που μέχρι χθες ήταν γεμάτος ζωή, γέλια, όνειρα και καθημερινές συνήθειες. Τα γκρεμισμένα σπίτια, οι σπασμένοι τοίχοι και η σκόνη του πολέμου συνθέτουν ένα σκηνικό που κανένα παιδικό βλέμμα δεν θα έπρεπε να αντικρίζει.
Τα συναισθήματά του μπορεί εύκολα να τα υποψιαστεί κανείς: Φόβος, θλίψη, αβεβαιότητα. Τι συμβαίνει όμως με τις σκέψεις του; Άραγε αναζητά τον υπεύθυνο αυτής της καταστροφής; Συλλογίζεται τον πόνο των ανθρώπων που έχασαν το σπίτι τους, τις αναμνήσεις τους και ένα κομμάτι της ζωής τους; Ή μήπως, αδυνατώντας να κατανοήσει τη λογική της βίας, διατυπώνει το ίδιο ερώτημα που εδώ και αιώνες στοιχειώνει την ανθρώπινη ιστορία: «Γιατί;».
Ένα απλό, παιδικό «γιατί» που συχνά αποδεικνύεται πιο βαθύ και πιο αληθινό από τις πολύπλοκες δικαιολογίες των ισχυρών. Γιατί εκεί όπου οι μεγάλοι επικαλούνται συμφέροντα, στρατηγικές και εξουσία, το παιδί βλέπει μόνο ανθρώπους να χάνουν όσα αγαπούν και έναν κόσμο να γκρεμίζεται χωρίς να καταλαβαίνει τον λόγο.
Μπορεί το κοριτσάκι να μη γνωρίζει τη θέση του Θουκυδίδη για τη φύση του ανθρώπου που εδώ και χιλιάδες χρόνια ευθύνεται για τους πολέμους («και αεί εσόμενα…»), ούτε φυσικά την ηρακλείτεια αντίληψη για τη δύναμη του πολέμου να αποδομεί και να γεννά τα πάντα («πόλεμος πατήρ πάντων»), ούτε ακόμη τη θεωρία της έμφυτης επιθετικότητας, όπως την περιέγραψαν ο Στορ και ο Φρόιντ.
Εκείνο που γνωρίζει καλά είναι πως η ανθρωπότητα, στο ζήτημα του πολέμου, δεν πέτυχε πολλά παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες των θρησκειών, των φιλοσοφικών συστημάτων και των ηθικών κωδίκων που διακηρύσσουν την αξία της ειρήνης και της συνεργασίας των λαών.
Βλέποντας τις εικόνες της καταστροφής, τους ξεριζωμένους ανθρώπους και τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο, αναρωτιέται ίσως γιατί οι κοινωνίες δυσκολεύονται τόσο να μετατρέψουν σε πράξη όσα επί αιώνες διδάσκουν ως ιδανικά. Το αθώο βλέμμα της δεν αναζητά περίπλοκες θεωρητικές ερμηνείες. Αναζητά μόνο έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ζωή θα αξίζει περισσότερο από τις συγκρούσεις, τις ιδεολογίες και τις επιδιώξεις ισχύος. Και ίσως μέσα σε αυτή την απλή απορία να κρύβεται το πιο ουσιαστικό ερώτημα για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Ωστόσο πολλά μπορούμε να στερήσουμε από ένα παιδί, αφού οι προσδοκίες μας δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τη σκληρή πραγματικότητα: Την επαρκή τροφή, την αξιοπρεπή ένδυση, την ποιοτική εκπαίδευση ή ακόμη και την αίσθηση ασφάλειας που δικαιούται κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.
Κανείς, όμως, δεν μπορεί να στερήσει από ένα παιδί να ελπίζει, να ονειρεύεται και να φαντάζεται έναν καλύτερο και ανθρωπινότερο κόσμο. Γιατί αυτό συνιστά ένα από τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματά του και τείνει να καταστεί ένας άγραφος, σχεδόν συμπαντικός νόμος, αποδεκτός από όλους τους πολιτισμούς και όλες τις εποχές. Η ελπίδα αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο της παιδικής ψυχής και ταυτόχρονα την πρώτη ύλη κάθε προόδου.
Πριν από κάθε μεγάλη κοινωνική αλλαγή, πριν από κάθε κατάκτηση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης, προηγήθηκε κάποτε ένα όνειρο. Τα παιδιά διαθέτουν το σπάνιο χάρισμα να κοιτούν πέρα από τα όρια του παρόντος και να συλλαμβάνουν δυνατότητες που οι ενήλικες συχνά αδυνατούν να διακρίνουν. Ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη ευθύνη μας δεν είναι μόνο να προστατεύουμε τα παιδιά, αλλά και να διαφυλάσσουμε τη δύναμη των ονείρων τους, γιατί μέσα σε αυτά κατοικεί ο κόσμος που δεν έχει ακόμη γεννηθεί.
Επειδή όμως οι διαπιστώσεις δεν αποτελούν απάντηση στο υπόρρητο ερώτημα του κοριτσιού («γιατί;») και επειδή η επίκληση στη θεία δίκη («ἔστι δίκης ὀφθαλμός...») αποδεικνύεται ατελέσφορη, αφού αιώνες τώρα οι θεοί μοιάζουν να έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο («Έρρει τα Θεία») των ανθρώπων, δεν μένει τίποτε άλλο παρά να ελπίζουμε στη Νέμεση για την τιμωρία (Τίσιν) όλων εκείνων που, παραβιάζοντας κάθε ανθρώπινο δίκαιο και κάθε ηθική αρχή, φθάνουν στην Ύβρη, τυφλωμένοι από την Άτη που γεννά το πάθος για Εξουσία, Κυριαρχία και Δόξα.
Η εικόνα των κατεστραμμένων πόλεων, των αθώων θυμάτων και των παιδιών που μεγαλώνουν μέσα στα ερείπια μαρτυρεί πως η τεχνολογική πρόοδος δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από ανάλογη ηθική πρόοδο. Παρά τα επιτεύγματα της επιστήμης και της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο σύγχρονος άνθρωπος εξακολουθεί συχνά να υποτάσσεται στα ίδια πάθη που ταλάνιζαν τους προγόνους του. Έτσι, η Γη μετατρέπεται σε ένα απέραντο πεδίο αντιπαραθέσεων, αποκαλύπτοντας την κυριαρχία του ανορθολογισμού απέναντι στη λογική και την ανθρωπιά.
Ίσως γι’ αυτό το κοριτσάκι να εναποθέτει την ελπίδα του στην αέναη ισχύ του αρχαιοελληνικού σχήματος «Ύβρις – Άτη – Νέμεσις – Τίσις», προσδοκώντας ότι αργά ή γρήγορα η ηθική τάξη θα αποκατασταθεί και η δικαιοσύνη θα βρει τον δρόμο της μέσα στην ιστορία.
Το βλέμμα-σκέψη του κοριτσιού, παγιδευμένα ανάμεσα στην αθωότητα και στη σκληρή εμπειρία της ιστορίας, συνοψίζει με τρόπο σχεδόν ποιητικό την τραγικότητα του ανθρώπινου κόσμου. Από τη μία πλευρά η απαισιόδοξη διαπίστωση «Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ», που αποτυπώνει τη στασιμότητα των ανθρώπινων παθών και την επαναληπτικότητα της βίας μέσα στον χρόνο. Από την άλλη, η μπρεχτική ρήση «Μονάχα η πραγματικότητα θα μας δείξει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε», που μετατοπίζει το βλέμμα από τη μοιρολατρία στη συνειδητή δράση και στην ιστορική ευθύνη του ανθρώπου.
Ανάμεσα στα δύο αυτά νοηματικά άκρα αναπτύσσεται η αγωνία της σύγχρονης εποχής: Η αναγνώριση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει από μόνος του, αλλά ούτε είναι καταδικασμένος να παραμένει ίδιος. Το κορίτσι γίνεται έτσι σύμβολο μιας ανθρωπότητας που ταλαντεύεται ανάμεσα στην απογοήτευση και στην ελπίδα, ανάμεσα στην παραίτηση και στην ανάγκη για μετασχηματισμό. Και ίσως η ίδια η επίγνωση αυτής της αντίφασης να αποτελεί το πρώτο βήμα για μια πιο συνειδητή και ανθρώπινη ιστορική πορεία.
https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου