Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΝΤΙΝΑ " τα τρένα σώπασαν.."



Μα πως χάνεται ότι αγαπούσα;

Τα τρένα αλλαξαν σταθμό
ούτε ο καπνός
των βραδινών δρομολογίων
υπάρχει
ωρες ,δείκτες ,ρολόγια
ένα σφύριγμα.

Και τα δέντρα της αυλής κόπηκαν
εκεί που ακουμπαγα τα βράδια μου
στο λιγοστό φως
τραπέζια γεμάτα ελιές και ψωμί
γεμάτα ανθρώπους κι αγάπη..

Η ταπεινή κι όμορφη ζωή μου
τακτοποιήθηκε
σε δρόμους κι αέρα
σε δήθεν γκουρμέ απολαύσεις
και τα τρένα σώπασαν
ούτε ένα σφύριγμα.

Κι η ζωή κυλάει
με περιπάτους
σε άδειες ράγες..

Ντίνα

































Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

ΣΟΥΛΟΓΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ "ΤΙ ΕΙΝΑΙ……?"


Τι ειν πολιτισμός?
Πολιτισμός είναι να στερείς το νερό απ’ αυτό το παιδάκι και την ίδια στιγμή να φτιάνεις πολέμους για να πουλήσεις τα όπλα που έφτιαξες προκαταβολικά, και καλά, για να δώκεις δουλειά στους ανθρώπους που θα σκοτώσεις μετά μ’αυτά.

Τι ειν παιδεία?
Παιδεία είναι να μαθαίνεις τα παιδιά ένα σωρό εξειδικευμένες μαλακίες με μοναδικό σκοπό να γίνουν χρήσιμοι δούλοι στην παραγωγική κοινωνία που έχεις φτιάξει, δίνοντας τους ένα σωρό ανύπαρκτα αξιώματα (διευθυντής) για πιπίλα. και την ίδια στιγμή να μη τους αφήνεις να μάθουν την Α-Β με τον φόβο μήπως ακούσουν τον Μακρυγιάννη που έλεγε < τ’αλφαβητάρι και το καριοφίλι>

Τι ειν ο νουνεχής σκεπτόμενος με δομημένο λόγο άνθρωπος?
Είναι ο ξεφτίλας που ξέρει να κρύβει καλά πίσω από τεράστιες γνώσεις τα πιο ποταπά ελατήρια που καθοδηγούν την σκέψη του, αυτά που περικλείονται σε μια μονάχα φράση (εγώ ναμαι καλά οι άλλοι να πάτε να γαμηθείτε).

Τι ειν ο (φωτισμένος) επαναστάτης?
Είναι αυτός που εκ του ασφαλούς εναντιώνεται στο κατεστημένο που ανήκει, με σκοπό την ανατροπή του για να φέρει ένα άλλο στο οποίο θάναι αυτός αρχηγός.

Τι ειν θρησκεία?
Είναι το κόλπο για να μη λέμε ότι κάνουμε πόλεμο για πάρτι κάποιου καριόλη που μας έβαλε με το ζόρι, αλλά, και καλά, για την πίστη μας. Επίσης θρησκεία ειν το άλλο κόλπο το οποίο καλύπτει όλη την ανεπάρκειά μας του φόβους μας, και τέλος ένα μπαούλο στο οποίο ρίχνουμε μέσα ο καθείς την μαλακία του μπας και συχωρεθεί.

Τι ειν αγάπη?
Αμαν ήξερα εδώ θάμουνα?

Τι ειν λεφτεριά?
…………Αβυσος η ψυχή του ανθρώπου………..

Τι ειν μαλάκας?
Αυτός που εδώ και μια ώρα γράφει σε ένα πισι τα παραπάνω
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://anorthografies.net/archives/2089





Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

ΠΟΛΥΚΡΕΤΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ "ΟΙ ΝΑΞΙΟΙ "


Εμείς εστείλαμε τη Σφίγγα στους Δελφούς.

Εμείς εστήσαμε στη Δήλο τα λιοντάρια.
Εμείς σμιλέψαμε τους Κούρους, τους θεούς
από της γης μας τα μαρμάρινα αγκωνάρια.

Εμείς υψώσαμε στον Δήλιο, ναό
που-ακόμα σήμερα η Πορτάρα του μας γνέφει
για να τιμήσουμε τον Ήλιο το θεό,
Τον μέγα Απόλλωνα που-η λάμψη του μας τρέφει.

Εμείς εχτίσαμε κάστρα ψηλά και άπαρτα
που, το νησί απ’ τους εχθρούς μας προστατεύουν
και εκκλησιές, προσκυνητάρια διάσπαρτα,
στις δυσκολίες, τις ψυχές να γαληνεύουν.

Εμείς τη γη μας με μεράκι την εσκάψαμε.
Δώρα του Διόνυσου, σταφύλι και πατάτα.
Κρασί και κίτρο-όλους τους φίλους μας κεράσαμε
και, στην υγειά μας, θα τσουγκρίζουμε για πάντα.

Κι άμα ρωτήσετε, στον κόσμο-εμείς ποιοί είμαστε
που ο θεός μας έχει δώσει τόση χάρη,
είμαστ’ οι Νάξιοι, περήφανοι που-ο τόπος μας 
είν’ στην καρδιά μας των Κυκλάδων το καμάρι!
Μανώλης Πολυκρέτης 25/8/2013









Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Γ. Θ. Βαφόπουλος "Η πολιτεία"


Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα.

Κοιμητήρι μ' επάλληλους
πολυόροφους τάφους νεκρών,
που ροχαλίζουν.

Πόσοι τάχα μπορούν ν' ακούσουν,
στο βαρύ τους ροχάλισμα,
της περιπόλου τα βήματα;

Εφτά στρατιώτες περνούνε.
Εφτά στρατιώτες σημαίνουν
τις καρδιές των νεκρών,
που δεν έχουν ακόμα πεθάνει.

Ο πρώτος είμαι εγώ.
Ο δεύτερος πάλιν εγώ.
Το ίδιο κι' ο τρίτος κι' ο τέταρτος.
Κι' ο πέμπτος κι' ο έκτος κι' ο έβδομος.

Με δεκατέσσαρα πόδια βαδίζω,
με δεκατέσσαρα χέρια κρατώ
τα εφτά τουφέκια,
που μπορούν να ραγίσουν
των κοιμισμένων το τύμπανο.

Ένας σ' εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ' εφτά ζώνες ζωσμένος. 
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο 
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας 
την κοιμισμένη της συνείδηση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951)








Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ "Θάλασσα"




Εσύ μάνα όλων, κρυφό χαμόγελο και τσαλακωμένη περηφάνια

εσύ, παρανοϊκός δυνάστης με λαϊκή αποδοχή

εσύ αλυσόδεμα και λευτεριά μαζί, μια χαψιά σου όλες οι αντιθέσεις

—–

και φονικό και γέννα

και φουρτούνα και μπουνάτσα

και σκοπός και ερώτημα

και φόβος και δέος

και φως και σκοτάδι

και στοχασμός και τραγουδιού χορός

—–


Έτσι ισορροπείς με τα αντίθετα σου

έτσι η ζυγαριά σου παιχνιδίζει και κοντοστέκεται στη μέση

όλα σου εκτός από ένα, που κουβαλάς μονάχα θηλυκό μέσα σου

σου λείπει ο φαλλός, μα σε πληρώνουν άλλα

που ειν το μουνί σου βλάσφημο και τρυφερό σα μάνα

αυτό και αν είναι μαγικό, φερμένο απ τα απ έξω

ελλειπτική πληρότητα, την είπε ένα τρελός

—-

πως με μεθάς χωρίς κρασί

ζαλάδα χωρίς στάχτη

φωτιά αφλόγιστη ψυχρή

πόνεμα δίχως άχτι



πως με πετάς δίχως φτερά

όνειρο δίχως ύπνο

πως με κοιτάς δίχως ματιά

λουλούδι δίχως κήπο

—–


όποιος ισχυριστεί ότι την ξέρει έχει λαθέψει

και σαν πόθος ασεβής θα τον πληγώσει

φιλόξενη αέναα, για σπέρματα και τελικές ανάσες

ποτέ ξανά πόθος δεν έκρυβε τόση αλήθεια μέσα του

γι αυτό σου σκάρωσα χορό, να φύγω όπως σου πρέπει

—–

θάλασσα μάνα ανύπαντρη

με τ’ όπλο στο θηκάρι

θήλασα ντάνας στοίβαγμα

και χάος απ τ’ αρμάρι

ορδές πνιχτές τα κύματα

σα θηλυκού καμπύλες

μάγεμα στα ζωντανά

λύτρωση για τις ύλες

θάλασσα πόνου διάλεγμα

χαράς μου αποστάκτη

θάλασσα γέννας διάγγελμα

περήφανη σαν άτι

άναρχο λιόγερμα χρυσό

με σεβασμό δοσμένη

άγρια και ήρεμη θαρρώ

αιώνια καυλωμένη

τα ηδονικά σου κύματα

όσοι είπαν να δαμάσουν

στον πάτο πήραν κρίματα

δίχως να δοκιμάσουν

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://anorthografies.net/archives/2065









ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ "Η Θάλασσα"



Έχω ανάγκη τη θάλασσα γιατί με διδάσκει:
δεν ξέρω αν μου δίνει μουσική η συνείδηση:
Δεν γνώριζε αν είναι κύμα μονάχα ή πλάσμα βαθύ
ή μονάχα βραχνή φωνή ή θαμβωτική εικασία
ιχθύων και καραβιών.
Γεγονός είναι ότι και κοιμισμένος ακόμα
με κάποιο μαγνητικό τρόπο
κυκλοφορώ
στην παγκοσμιότητα των κυμάτων.
Δεν είναι μονάχα τ αλλοιωμένα κοχύλια,
σα ν’ ανάγγελλε κάποιο αργό θάνατο
τρεμουλιάρης πλανήτης,
όχι, με τη λεπτομέρεια ανοικοδομώ την ημέρα,
με μια ριπή αλατιού το σταλακτίτη,
και με μια κουταλιά τον άπειρο θεό.
Διατηρώ ότι με δίδαξε.
Τον αγέρα, τον αδιάκοπο άνεμο, το νερό και την άμμο.
Μοιάζει ελάχιστο για τον νέο
που’ ρθε εδώ να ζήσει με τις πυρκαγιές του,
αυτός ο παλμός όμως που κατερχόταν
κι ανέβαινε στην άβυσσο του,
το ψύχος του γαλάζιου που κροτάλιζε καιγόμενο,
και η στείρωση του άστρου,

μόνο σκοτάδια κρύβεις
κι από το βλέμμα σου, στιγμές
προβάλλει αχτίδα φως

Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στο κύμα που βογκά
στα ωκεάνια μάτια σου

Τα νυχτοπούλια δακρύζουν
κάτω από τα αστέρια
που λάμπουν - όπως η ψυχή μου
να σ’ αγαπάει

Η γη θα καλπάζει

φωτίζοντας τους τάφους

γαλάζια στάχυα

Όταν της γης επλήθυναν οι πόνοι

κι απόμειναν στην αγροτιά τα χερσοχώραφα
τότες εσηκώθεις - άπλωσες γενειάδες
τότες εσηκώθεις - ανέμισες μαστίγια
και πήρες να καλπάζεις σαν άνθος σαν φωτιά









ΝΙΝΙΟΥ ΣΟΦΙΑ "ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ"





    Η Τετάρτη απόγευμα  είναι η μικρή αργία της εβδομάδας. Σα να λέμε Σάββατο απόγευμα.
   Ομοιότητα; Τα κλειστά μαγαζιά.
   Διαφορά; Το άλλο πρωί δουλειά.

   Α, ναι! Είναι και το θέατρο. Και τα δυο αυτά απογεύματα υπάρχουν απογευματινές παραστάσεις. Κατά παράδοσιν.
  
   Ένα περίεργο πράγμα… Έχεις δεν έχεις μαγαζί, είσαι δεν είσαι έμπορος συμμετέχεις μ’ όποιον τρόπο μπορείς σ’ αυτήν την ανάπαυλα. Είναι στον άνθρωπο να ψάχνει για ευκαιρίες να χαρεί.
   Κάποιες Τετάρτες λοιπόν, με πιάνει η όρεξη να βρεθώ το απόγευμα στο κέντρο, που κουρασμένο απ’ το πολύβουο πρωί, με τα μαγαζιά κλειστά αλαφρώνει τα στενά του, ξαστερώνει τις λεωφόρους του, δίνει μιαν ανάσα στα δέντρα και τα πάρκα του.
   Για να χαρώ τη διαφορά, να νιώσω το πέρασμα απ’ τη φορτωμένη κυρά στην κομψή πριγκηπέσσα περνάω απ’ το βιβλιοπωλείο του φίλου μου του Μιχάλη. Προϊόντα φιλικά τα βιβλία, και χαρακτηρισμένα ως μη πρώτης ανάγκης, μου αφαιρούν ακόμα πιο πολύ την αίσθηση «έχω δουλειά », « πρέπει ». Λέω, πάω κάπου που αγαπάω. Καλά θα περάσω. Και μετά τις τρεις που κλείνει θα κάνω και τη βόλτα μου στους άδειους δρόμους.
   Τετάρτη, Φλεβάρης και πριν τις δύο, μες στο μεσημέρι είχα φτάσει κιόλας στην Ακαδημίας. Εκπτώσεις κι οι τελευταίοι βιαστικοί καταναλωτές της μέρας μες στην τρέλα να προλάβουν τις «ευκαιρίες». Εγώ στον κόσμο μου, με την άνεση του ανθρώπου που δεν τον αφορά η ώρα. Όταν έπιασα την Εμμ. Μπενάκη, χαλάρωσα ακόμα πιο πολύ. Και…  τι ωραία! Έφτασα!
   Αλλά... Δεν πρόλαβα; Κλειστό! Δεν ήταν τρεις κι ήταν κλειστό. Εδώ κάτι έτρεχε.
   Απογοητευμένη άρχισα να περιφέρομαι. Αναποδιά! Είχα χάσει το καταφύγιο στις ώρες της βουής, το εφαλτήριό μου για την κουβέντα μου με την αιώνια πόλη. Και σωρό ο κόσμος ένα-γύρω.
                                                                           Καφενείο "Η Ωραία Ελλάς"

   Bρήκα ένα ήσυχο καφενείο με μουσική ενδιαφέρουσα, από ’κείνα που μαζεύουν φοιτητές και είναι υποχρεωτικό κι απαραίτητο στο διάκοσμό τους να ’χουν κάτι από κλασικό Χόλλυγουντ και παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Κι ανάμεσα σ’ έναν καφέ και την ανατροπή σχεδίου, πέτυχα μιαν εφημερίδα, που ’χε ξεμείνει από την προηγούμενη –μερικοί δεν πάνε για καφέ χωρίς εφημερίδα– και πάνω στη στήλη «σαν σήμερα », θυμήθηκα.
 
   « Σαν σήμερα » με το ραδιάκι της ανοιχτό –απόφαση δική της, απόφαση του Φλεβάρη; – η γιαγιά μου η Μαρία είχε αποχωρήσει  γλεντώντας, αφήνοντάς με σαστισμένη. Όχι, γιατί δεν είχε συμπληρώσει τις μέρες της, όπως λένε οι σοφοί απολογητές, εκείνοι που φοβισμένοι δικαιολογούν το αδικαιολόγητο του θανάτου, αλλά γιατί δεν ήταν απόφασή μου να στερηθώ το κακαριστό γέλιο της και τη νηπία φωνή της. Εκείνο το 2/2, με τα δυάρια του, μ’ έριξε στο συλλογισμό.
   Τελικά στραβά μου είχε πάει η Τετάρτη. Αποφράς! Έτσι είπα. Και γι’ αυτό τη θυμόμουνα, όταν μετά από δυο βδομάδες ξανακατέβηκα στο κέντρο για να διορθώσω την κακή γεύση.
   Και διαπίστωσα πως ήταν αποφράς και για το Μιχάλη. Είχα βρει το βιβλιοπωλείο κλειστό λόγω πένθους. Και δεν το ’ξερα.
   Παράξενοι οι δρόμοι που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά. Είχαμε χαιρετήσει την ίδια μέρα, άλλης χρονιάς, ο καθένας την αγαπημένη του γιαγιούλα, τη λατρεμένη τη δικιά του. Πόσο δε έχει σημασία η χρονιά! Καμία! Ένα είναι σίγουρο πια. Ξέρεις πως δε χαιρέτησες την καλή γυναίκα που ’κανε έτσι κι έφυγε. Κι είσαι σίγουρος ότι είναι εδώ.


   Είπα γιαγιούλα. Δεν είναι βαθμός συγγενείας. Είναι εκείνο το στάδιο της ζωής που η γυναίκα, ευχαριστημένη που τα ’βγαλε πέρα με τη ζωή και τα στριμμένα της, με τις αναποδιές των ανθρώπων, που πέρασε όλα τα crash tests, ήσυχα κι αρχοντικά στέκει, στωικά πια, απέναντι στα πρόσωπα και τα πράγματα.
   Και ξέρει ότι έτσι είναι. Και δε γίνεται αλλιώς.
   Και καμαρώνει τα παιδιά της και τα παιδιά των παιδιών της και τα παιδιά των άλλων και μ’ ένα χαμόγελο γλυκό και σίγουρο, εκείνο που γεννούν οι ήρεμες ψυχές, γίνεται στήριγμα για την ανταριασμένη νεότητα.
   Η δικιά μου η γιαγιά δε γέννησε. Αλλά ήταν μάνα Αφοσιώθηκε στα παιδιά της οικογένειας. Δούλεψε και πόνεσε γι’ αυτά.
   Η θεία Αγγελικώ, πλήρης ημερών κι αυτή, άφησε φεύγοντας τέσσερα παιδιά. Να μην υπολογίσω τα εγγόνια…
   Έφυγε απ ’το χωριό της για να παντρευτεί. Και το καινούριο της χωριό, τον Άγιο Κωνσταντίνο, κι αυτό τ’ άφησε σε δίσεχτους καιρούς, σ’ εκείνη τη δεκαετία του’60, που όλοι γύρευαν μία καλύτερη τύχη στις μεγάλες πόλεις. Και τα κατάφερε και με την Αθήνα.
   Και όταν αισθάνθηκε ότι όλα καλά πια, επέστρεψε μια για πάντα στο χωριό. Ένα μήνα πριν. Ένα μήνα πριν αποδειχθεί ότι ήταν για πάντα.

   Καλά, μωρέ Μιχάλη, του λέω, συγχώρησέ μου την περιέργεια και μην το θεωρήσεις αδιακρισία αλλά θέλω να μου πεις, γιατί μετράς την απουσία.
    « Πάει… Πάει κι αυτή… Δεύτερη μάνα μου, η θεία, η θεία μου η Αγγελικώ.
    Σ’ όλους τους πόνους της οικογένειας παρούσα. Στα χειρότερα εκεί. Να μας στηρίζει. Αδέρφια μου τα παιδιά της. Όχι ξαδέρφια. Αδέρφια μου. Αδερφή της η μάνα μου.
    Σκληρός μήνας ο Φλεβάρης. Σκληρός… Φλεβάρη έχασα και την αδερφή μου. Τελικά… Τι να πω; Θέλω να πω « τέλος εποχής »… έρχεται άνοιξη επιτέλους  και… τρομάζω! Έχει τόσες φορές συμπέσει με το τέλος δικών μου ανθρώπων.
   Στ’ αλήθεια τρομάζω! Αλλά… δε βαριέσαι… Ό, τι και να γίνει, θα ’ρθει η άνοιξη… Πού θα πάει; Πάντα έρχεται… »

   Με συστολή και σεβασμό και την αμηχανία στα χέρια σιωπούσα. Μόνο που άφησα το βάρος μου σε μια κόχη χωρίς βιβλία. Και δε μίλησα. Δεν είπα άλλο τίποτα.
   Γιατί υπάρχουν πολλά είδη ορφάνιας. Κι ο Μιχάλης τα ’χε γνωρίσει σχεδόν όλα.

   Έχασε τ’ αδέρφια του και είπε: « Τώρα είμαι μόνος… Είμαι το τελευταίο παιδί της οικογένειας. Ξεκληριστήκαμε! ».
   Η θεια-Αγγελικώ είχε μοιραστεί τον πόνο, το χειρότερο των πόνων, με τη μάνα του.
   Κι η μάνα του δεν άντεξε. Και την έχασε κι αυτή.
   Μοιράστηκε τον πόνο με τον πατέρα του. Κι η θεια-Αγγελικώ έγινε μάνα του. Και τον μοιράστηκε και μ’ αυτήν.
   Κι όταν, πάει κι ο πατέρας του υπέργηρως, έφυγε κι αυτός, του ’μεινε η θεια-Αγγελικώ απαντοχή του.
  
   Γι’ αυτό ορφάνεψ’ ο Μιχάλης. Γι’ αυτό…

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ  -ΑΠΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ
      
Τα πρώτα βήματα, Γεώργιος Ιακωβίδης