Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Θοδωρής Μπελίτσος "Το προαιώνιο μυστικό της ζωής" Μυθιστορία από την ζωή στην Πολιόχνη της Λήμνου



Θοδωρής Μπελίτσος "Το προαιώνιο μυστικό της ζωής"

Μυθιστορία από την ζωή στην Πολιόχνη της Λήμνου

σελ. 54
Σκίτσα: Γιώργος Καριακλής
έκδ. Σύλλογος Καμινιωτών Λήμνου η "Πολιόχνη"

Από τον πρόλογο του Συλλόγου

"Ο Σύλλογος Καμινιωτών Λήμνου η Πολιόχνη δημιουργήθηκε το 1976 στην Αθήνα από Καμινιώτες που είχαν μετοικήσει και ζούσαν στην πρωτεύουσα. Η μεγάλη αγάπη για τη γενέτειρα τους ώθησε να δημιουργήσουν το Σύλλογο τους τον οποίο ονόμασαν Πολιόχνη. Η Πολιόχνη ήταν για αυτούς όχι μόνο η αρχαιότερη ευρωπαϊκή πόλη αλλά κυρίως η μάνα γη, ο ομφάλιος λώρος της ψυχής τους. Στον άχρονο χρόνο η Πολιόχνη, ο μεσαιωνικός Βρόσκοπος και τα σημερινά Καμίνια αποτελούν μια οικιστική συνέχεια, ένα χωριό στο χρόνο και στη μνήμη. Ένα χωριό που σε όλες τις οικιστικές φάσεις του χθες και του σήμερα καλλιεργεί τα ίδια αμμώδη κτήματα. Παράγει το ίδιο μεθυστικό κι αρωματικό κρασί που κάποτε συνήθιζαν να γεύονται στο δέπας αμφικύπελλον. Το γκριζωπό σπάνιας αισθητικής πήλινο με τις δυο λαβές, σημάδι της ίδιας αγάπης για τη ζωή και τον τόπο. 

Το 2020 ο Σύλλογος Καμινιωτών Λήμνου η Πολιόχνη, εκατό σχεδόν χρόνια μετά την ανασκαφή της προϊστορικής Πολιόχνης προβαίνει στην έκδοση του βιβλίου «Το προαιώνιο μυστικό της ζωής» του Θ. Μπελίτσου σε εικονογράφηση του Γ. Καριακλή. Είναι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για το Σύλλογο μας η έκδοση αυτού του βιβλίου. Μεγαλύτερη όμως τιμή για μας είναι ότι η Πολιόχνη εμπνέει σημαντικούς ανθρώπους. 

Ο Θεόδωρος Μπελίτσος με ένα ξεχωριστό γλαφυρό και καθάριο ποιητικό ύφος στη γραφή του στο έργο αυτό μας ταξιδεύει στην Πολιόχνη και μας γνωρίζει τους ήρωες του, τη Σινιώ και τον Καρίν. Μαζί θα αφουγκραστούμε τη ζωή και τις αγωνίες τους στη θρυλική πόλη. Στο τέλος όμως οι ήρωες θα μας αποκαλύψουν το προαιώνιο μυστικό της ζωής, το ένα και μοναδικό. Ο Γεώργιος Καριακλής με την εξαιρετική εικονογράφηση που συνοδεύει το κείμενο μας συμπαρασύρει σε αυτό το φανταστικό ταξίδι.

Ο Σύλλογος Καμινιωτών Λήμνου η Πολιόχνη ευχαριστεί τους δημιουργούς κι εύχεται το βιβλίο να είναι καλοτάξιδο κι οι αναγνώστες του να το απολαύσουν.

Εκ του Δ.Σ.
Η Πρόεδρος Μαρία Πλατανιώτη. 
Η Γενική Γραμματέας Ευαγγελία Λιάπη"

Από τη εισαγωγή

"Πριν από πέντε χιλιετίες, στην Πολιόχνη της Λήμνου, οι άνθρωποι πέτυχαν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους. Έδιωξαν τους άρχοντες κι αποφάσισαν να διαφεντέψουν από κοινού την πόλη τους, συνεδριάζοντας σε ένα κτίριο που οι αρχαιολόγοι ονόμασαν Βουλευτήριο. Αυτοί οι πρώτοι δημοκράτες -που μπορεί να μην ήταν οι πρώτοι αλλά δεν έχουμε πληροφορίες για άλλους- δεν ξέρουμε ούτε πώς αποκαλούσαν τους εαυτούς τους, ούτε πώς ονόμαζαν την πόλη τους, ούτε πώς έλεγαν το νησί τους. Ξέρουμε, όμως, πως πάλευαν για τον επιούσιο, καλλιεργούσαν τη γη, τρέφανε ζώα, κατεργάζονταν το δέρμα, το μαλλί, το ξύλο, την πέτρα, τον πηλό, το χαλκό, το χρυσό και αντάλλασαν προϊόντα και γνώσεις με τους λαούς του Αιγαίου, της Θράκης, της Μικρασίας, του Εύξεινου Πόντου και της Αιγύπτου. Η πρωτοποριακή μέθοδος κατεργασίας του χαλκού, η περίφημη τεχνική του χαμένου κεριού, που το «Κοινόν» της πόλης κράτησε ως επτασφράγιστο μυστικό απέφερε μεγάλο πλούτο, τον οποίο φαίνεται ότι μοιράζονταν όλοι εξίσου, αν κρίνουμε πως την περίοδο αυτή, που κυμαίνεται περίπου από το 3.000 ως το 2.800 π.Χ., στην πόλη δεν υπάρχουν μέγαρα και αρχοντικά αλλά κατοικίες ομοιογενείς στο μέγεθος και στην κατασκευή. "

Η Σινιώ, ένα κορίτσι που ζει στην Πολιόχνη της Λήμνου την 3η χιλιετία π.Χ., μετέχει στην καθημερινότητα μιας πόλης και μας "ξεναγεί" στην κοινωνία της. Παράλληλα ονειρεύεται το μέλλον και αναζητά το προαιώνιο μυστικό της ζωής. Μια παιδική ιστορία, με σεβασμό στα αρχαιολογικά ευρήματα, ώστε τα παιδιά αλλά και οι μεγαλύτεροι που αγαπούν τις παιδικές ιστορίες, να αποκτήσουν μια εικόνα από την ζωή των ανθρώπων στην προϊστορική Λήμνο. Τα σκίτσα του Γιώργου Καριακλή ομορφαίνουν και αναδεικνύουν το κείμενο.

Το οπισθόφυλλο


Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο:

"Η Σινιώ αγναντεύει τον ουρανό κι αναπολεί 

Είχε ξαπλώσει δίπλα στον περίβολο του τείχους που έζωνε την πόλη, πάνω από την ακροθαλασσιά. Ήταν καλοκαίρι και κοιμόντουσαν έξω. Στο σπίτι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, κοιμόταν το χειμώνα με τους γονείς της και με τα αδέρφια της, όποτε αυτά έρχονταν στο νησί αφού συνήθως ταξίδευαν. Την ημέρα, κάτω από το ψαθένιο υπόστεγο, έγνεθαν το μαλλί, κοπανούσαν τους καρπούς και ετοίμαζαν το φαγητό. 

Πολύ άρεσε της Σινιώς να κοιμάται έξω. Χάζευε τα αστέρια και περίμενε τη σελήνη να ξεμυτίσει από τη θάλασσα, στα ανατολικά. Αναρωτιόταν από πού ερχόταν η σελήνη, γιατί άλλοτε ερχόταν νωρίς-νωρίς κι άλλοτε αργά, κοντά στο ξημέρωμα, γιατί άλλοτε ήταν μεγάλη και στρογγυλή και υψωνόταν λαμπερή μέσα από τη θάλασσα κι έπειτα κάθε νύχτα μαράζωνε, ώσπου χανόταν τελείως. Όταν χανόταν η σελήνη, στον ουρανό φανερώνονταν πλήθος αστέρια και ένα μεγάλο γαλακτερό ποτάμι με δύο παρακλάδια που χανόταν στο νοτιά. Ύστερα, βραδιά με τη βραδιά, η σελήνη μεγάλωνε πάλι, ώσπου έβγαινε ολόφεγγη, εντυπωσιακή. Τέτοια ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό της Σινιώς πριν αποκοιμηθεί, όπως κοιτούσε το σκοτεινό στερέωμα... 

Η πόλη τους, που αιώνες αργότερα άλλοι άνθρωποι την ονόμασαν «Πολιόχνη», παλιότερα ήταν ένα από τα πολλά χωριουδάκια που υπήρχαν στο νησί της Λήμνου. Ήταν χτισμένη κοντά στη θάλασσα, στην ανατολική ακτή του νησιού, στην απανεμιά ενός ακρωτηρίου, δίπλα σε ένα ρυάκι με νερό που κατέληγε σε μια μικρή λιμνοθάλασσα. Στα δυτικά, στο μεγάλο κάμπο, έσπερναν κριθάρι, βρώμη και σιτάρι, έβοσκαν πρόβατα, γελάδια και υπήρχαν διάσπαρτα αγροτόσπιτα όσων εργάζονταν στη γη και στα ζώα... 

Είχε ακούσει από τον αδερφό της ότι μακριά στην ανατολή, εκεί που τελειώνει η θάλασσα, υπάρχει μια δυνατή πόλη, η Βιλούσα. Την είχαν κτίσει οι παππούδες τους πριν από πολλά φεγγάρια για να διανυκτερεύουν, όταν ταξίδευαν στην ανατολή. Τον είχε ρωτήσει αν η σελήνη ερχόταν από τη Βιλούσα, μα είχε γελάσει. Η σελήνη, της είχε απαντήσει, ερχόταν από πιο μακριά, από τις ατέλειωτες στεριές της ανατολής, από τα μέρη που αγόραζαν τις πέτρες από τις οποίες έβγαζαν το κόκκινο μέταλλο... 

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αναχωρούσαν με τα καΐκια τους. Περίμεναν να μεγαλώσει η σελήνη, για να τους συντροφεύει τα βράδια στους άγνωστους τόπους και ξεκινούσαν την αυγή. Ταξίδευαν σχεδόν όλη την ημέρα. Κωπηλατούσαν μέχρι ένα μικρό κοντινό νησί στα βορειοανατολικά. Ύστερα ανοίγονταν στο πέλαγο με τα παράξενα ρεύματα και το απόγευμα έφταναν στη Βιλούσα. Εκεί είχαν γνωρίσει για πρώτη φορά το σκληρό μέταλλο από εμπόρους της ανατολής, που έρχονταν από τη μυθική Χατούσα. Είχαν χτίσει μερικές καλύβες για να κοιμούνται και να αποθηκεύουν τα αγαθά. Οι αποθήκες έγιναν χωριό και μετά πολιτεία, στην οποία γίνονταν αλισβερίσια με εμπόρους από όλο τον κόσμο...

Στη Βιλούσα είχε γεννηθεί η γιαγιά της Σινιώς. Της έλεγε ιστορίες για καραβάνια φορτωμένα με εμπορεύματα, για μαγαζιά όπου έβρισκες διάφανες γαλαζωπές πέτρες, σπάνια πολύχρωμα όστρακα και στολίδια από ένα υλικό, χρυσό σαν τον ήλιο. Εκεί την είχε γνωρίσει ο παππούς της, σε κάποιο ταξίδι του, και την έφερε στο νησί τους. Ο παππούς και ο πατέρας της ήταν έμποροι-ταξιδευτές. Με το πλοιάριό τους μετέφεραν και πουλούσαν στη Βιλούσα και σε άλλα λιμάνια τα αγαθά του νησιού τους. Από εκεί προμηθεύονταν πολύτιμες πέτρες και μέταλλα. Ο πατέρας της είχε πια κουραστεί. Τώρα συνέχιζαν τα αδέρφια της..."

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

Ο Θοδωρής Μπελίτσος (γεν. 1957) είναι χημικός και δίδαξε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1982 ως το 2014. Μεγάλωσε και ζει στη Νέα Σμύρνη αλλά αγάπησε τη Λήμνο, όταν υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Μούδρου το 1984-1987. Έκτοτε μελετά την ιστορία, τις παραδόσεις και τη γλώσσα του νησιού. Έχει συγγράψει περισσότερα από 25 βιβλία, έχει μετάσχει σε συλλογικά έργα και έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα, μελέτες και διηγήματα. Το 1995 έλαβε έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών για τη «Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο». Έχει τιμηθεί από τοπικούς φο-ρείς, όπως: ΟΛΣΥ, Σύλλογο Καμινιωτών, Σύλ. Ατσικιωτών, Παλλημνιακό Ταμείο κ.ά. Βραβεύτηκε στους διαγωνισμούς διηγήματος:
Α) Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας 2018.
Β) Λογοτεχνικής δημιουργίας στη λημνιακή ντοπιολαλιά.

✦✦✦✦

Ο Γιώργος Καριακλής (γεν. 1956) από τη Μύρινα, απόστρατος αξιωματικός της πολεμικής Αεροπορίας, είναι αυτοδίδακτος ζωγράφος, σκιτσογράφος και ερασιτέχνης ηθοποιός. Είναι βασικό στέλεχος του θεατρικού τμήματος του ΜΕΑΣ Λήμνος κι έχει λάβει μέρος σε δεκάδες παραστάσεις ως πρωταγωνιστής, σκηνογράφος ή σκηνοθέτης, όχι μόνο στη Λήμνο αλλά κι εκτός νησιού. Σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, μετέχει σε θεατρικά δρώμενα, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις κλπ. Εδώ και πολλά χρόνια, ως «Γιώργος από τα βόρεια προάστια», παρουσιάζει κάθε Σάββατο στο Ράδιο ΑΛΦΑ Λήμνου τη δημοφιλή χιουμοριστική εκπομπή «Αγάπη μου κολοκυθόπιτα», με έμφαση στο τοπικό ιδίωμα. Ως σκιτσογράφος έχει συνεργαστεί με το Σύλλογο Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λήμνου στην έκδοση του βιβλίου «Λήμνος: Γνωρίζω τον τόπο μου» (έκδ. 1998) για τη διδασκαλία της τοπικής ιστορίας καθώς και με την εφ. «Τα Λήμνια» (2009-2012).


ΚΡΙΤΙΚΗ 

Σταύρος Τραγάρας"ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ" του Θοδωρή Μπελίτσου

Ή μπορείτε να το πείτε και «πατριδογνωσία μέσω λογοτεχνίας».


γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ο Θοδωρής Μπελίτσος είναι γνωστός, πολύ αξιόλογος συγγραφέας, κυρίως ιστορικός ερευνητής, με ποικίλο φάσμα ενδιαφερόντων, που περιλαμβάνει την τοπική λημνιακή ιστορία, τη γλώσσα της Λήμνου, τους ευεργέτες της Λήμνου, τους Αιγυπτιώτες, τη διασπορά σε Μικρασία αλλά και όλο τον κόσμο, το Παλλημνιακό Σχολικό Ταμείο, το ποδόσφαιρο, τα σχολεία, τις εκκλησίες, τα ιδρύματα. Βιβλία καμιά εικοσιπενταριά, χώρια τα άρθρα και οι λοιπές δημοσιεύσεις, αλλά και τα βιβλία του που δεν έχουν θέμα τους τη Λήμνο, αφού ο Θοδωρής δεν είναι μόνο Λημνιός, αλλά και Νεοσμυρνιώτης. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την ίδια και ίσως μεγαλύτερη επιτυχία με τη λογοτεχνία, γράφοντας κυρίως διηγήματα, εκπληκτικής ομορφιάς, ουσίας, και ποιότητας. Μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας πνευματικός πρεσβευτής της Λήμνου, για όλο τον κόσμο, ρόλο που κρατά επαξίως και ευχαρίστως.
Το τελευταίο του βιβλίο, «Το προαιώνιο μυστικό της ζωής» είναι μια μυθιστορία από τη ζωή στην Πολιόχνη της Λήμνου, όπως λέει ο ίδιος. Είναι μια έκδοση με την υποστήριξη του συλλόγου Καμινιωτών Λήμνου, «η Πολιόχνη», διακοσμείται δε με σκίτσα του Γιώργου Καριακλή, τα οποία αποδίδουν απολύτως το πνεύμα του βιβλίου. Είναι ένα μικρό βιβλίο πενήντα σελίδων, αλλά είναι επίσης μεγάλη η χάρη του. Ένα διήγημα, ή μια μυθιστορία, προσωπικά θα το έλεγα ένα ωραίο παραμύθι, από αυτά τα ωραία παραμύθια που μένουν αξέχαστα σε παιδιά και μεγάλους, και που θα ήταν πολύ υπερήφανος κάποιος ενήλικος, να μπορεί να διηγηθεί στα παιδιά του και στα εγγόνια του. Διαβάζεται σε καναδυό ώρες χαλαρά, σε ένα απογευματάκι, αλλά μας μαθαίνει χωρίς να το καταλάβουμε, και χωρίς να κοπιάσουμε όλη την τοπική αρχαία ιστορία και την κοινωνική ζωή των προπατόρων μας.
Η Πολιόχνη ανακαλύφθηκε το 1930 από την Ιταλική αρχαιολογική υπηρεσία, μέχρι τότε ήταν άγνωστη, και ήταν μια από τις πόλεις της Λήμνου που ήκμασε την πρώιμη εποχή του χαλκού, λόγω της στρατηγικής θέσης του νησιού. Στην ακμή της, η πόλη αριθμούσε 1.500 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, το ψάρεμα, την υφαντουργία, τη χαλκουργία, την κατασκευή όπλων και εργαλείων, την αγγειοπλαστική, τη ναυπηγική, τη ναυτοσύνη και το εμπόριο. Ο οικισμός είχε ισχυρά τείχη, αποθήκες, δημόσια κτήρια, πλατείες, λιθόστρωτους δρόμους, αποχέτευση. Το κυριότερο όμως εύρημα των αρχαιολόγων ήταν ένας χώρος με λίθινα έδρανα, που αποκλήθηκε «βουλευτήριο» και θεωρήθηκε η πιο παλιά ανθρώπινη κατασκευή, όπου οι άνθρωποι συζητούσαν τα προβλήματά τους.
Μέσα από τα μάτια μιας μικρούλας, της Σινιώς, που ζει στην αρχαία Πολιόχνη πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, σκιαγραφείται η αρχαία ζωή, πολύ γλαφυρά, πολύ απλά, πολύ φυσικά και ανθρώπινα. Πίσω από τα φαινομενικά απλά περιστατικά, τις καθημερινές σκηνές και τα αναφερόμενα λιτά σκεύη και εργαλεία, κρύβεται μια βαθιά γνώση του συγγραφέα πάνω στην αρχαία ιστορία της Λήμνου και στα αρχαιολογικά ευρήματα της Πολιόχνης.
Ο συγγραφέας μας μεταφέρει με μαεστρία στο κλίμα της πόλης, στα αγγειοπλαστεία, που έφτιαχναν τις περίφημες τριποδικές χύτρες, ή τα τρυπητά κατσαρόλια, στα χαλκουργεία και στα χυτήρια που έβγαζαν το χαλκό από τα κόκκινα πετρώματα και έφτιαχναν τα εργαλεία και όπλα, ή στα χυτήρια χρυσού, όπου έφτιαχναν μοναδικά χρυσά κοσμήματα, στους ταρσανάδες των ξυλοτεχνιτών, στα ταξίδια των εμπόρων στις εξωτικές αγορές. Με τα μάτια της Σινιώς βλέπουμε και τον λεβεντόκορμο Καρίν, που ανακάλυψε την χαλκουργική τεχνική του χαμένου κεριού, και την κρυφή χαρά της Σινιώς για τον αγαπημένο της.
Παρακολουθούμε όλη την ιεροτελεστία της εξόρυξης της λημνίας γης, της θεραπευτικής γαίας με την παγκόσμια φήμη για αιώνες. Γινόμαστε ένα με ποικιλώνυμο πλήθος των προσκυνητών, τους αγριάνθρωπους αλλά καλόκαρδους Κούκκωνες, τους ψηλομύτες εμπόρους της δύσης, τους καβαλαραίους του βορρά, και τους ναυτικούς της ανατολής. Περιδιαβάζουμε στην πόλη, μαζί με τους εμπόρους επισκέπτες, περπατάμε στη μεγάλη στράτα, καθόμαστε στα πέτρινα πεζούλια του βουλευτηρίου. Τρώμε απ’ τις περίφημες πίτες της Σινιώς, με το πετιμέζι. Συμμετέχουμε στις αγωνίες των κατοίκων για μια καλύτερη ζωή, κουβεντιάζουμε μαζί τους, ακούει ο ένας τον άλλον.
Βλέπουμε στο τέλος τη Σινιώ και τον Καρίν, πιασμένους χέρι με χέρι, να ξεμακραίνουν στο σούρουπο, κινώντας για το πεπρωμένο τους, όπου θα ανακαλύψουν και θα ζήσουν το προαιώνιο μυστικό της ζωής, τον έρωτα.
Αυτό το βιβλίο πρέπει να μοιραστεί στα δημοτικά και στα γυμνάσια της Λήμνου. Κάπως έτσι πρέπει να διδάσκεται η ιστορία στα μικρά, αλλά και στα μεγάλα παιδιά.
Ο συγγραφέας σκαλίζοντας μέσα στα συντρίμμια των χιλιετηρίδων συναρμολόγησε την ιστορία του τόπου. Βρήκε τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε ένας μακροχρόνιος πολιτισμός. Έψαυσε τους τοίχους οι οποίοι του αφηγήθηκαν θρύλους και παραμύθια. Ο συγγραφέας μας έδειξε με τρόπο γλαφυρό ότι η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται. Έφερε στην επιφάνεια την οδυνηρή περιπέτεια του ανθρώπου δια μέσου των αιώνων. Μας ξαναθύμισε τη μυστική πολιτογράφηση του καθενός μας στη μία και αδιαίρετη κοινωνία του ανθρώπινου γένους. Ότι όλοι είμαστε συμπαίκτες στα πάσης φύσεως παίγνια της ζωής.
Η αρχαία Πολιόχνη, διαθλασμένη μέσα από το οξύ συγγραφικό και ερευνητικό βλέμμα του Θοδωρή Μπελίτσου, γίνεται ένας τόπος μαγικός που περιέχει το σύμπαν. Γίνεται μια ποιητική πολιτεία άγνωστη σχεδόν, που μας καλεί να τη γνωρίσουμε καλύτερα.

Σ.Τρ.

✦    ✦    ✦    ✦

Στην Πολιόχνη 5000 χρόνια πριν

γράφει ο Ηλίας Κότσαλης
Να και ένα μυθιστόρημα που δεν με τρόμαξε με τον όγκο του !

Να και ένα μυθιστόρημα που πριν ακομη κάνεις την αρχή να το διαβάζεις σε προκαλεί να το πάρεις μονορούφι… Είναι που μας πάει πίσω στην εποχή της προϊστορικής Πολιόχνης, με την Ηρωίδα του Μυθιστορήματος, τη Σινιώ, να μας ξεναγεί με τη ζωή της στη Πόλη της, την πρώτη οργανωμένη πόλη της Ευρώπης , 5.000 χρόνια πριν…

Είναι και ο Συγγραφέας, όπου λες: για να δούμε τι γραφεί πάλι ο Μπελίτσος, είναι και τα σκίτσα του Γιώργου Καριακλή, που μπλέκουν το παρελθόν με το παρόν !

Το ήξερα ότι έρχεται, ότι θα κυκλοφορήσει όπου νάναι. Στην εποχή του Ιντερνέτ, μαθαίνεις κάτι πριν συμβεί. Παρόλα αυτά όταν έλαβα ταχυδρομικά το βιβλίο (ευχαριστώ Θόδωρε για την αποστολή!) και το έπιασα είδα ότι είναι του χεριού μου, στο μέγεθος εννοώ .

Είναι και καλοκαιρινό: δροσερό, ευκολοδιάβαστο, ειδικά θα έλεγα για εκείνες τις μικρές ηλικίες που έχουν χάσει την επαφή τους, τα παιδιά, με το Διάβασμα… Μην το χάσετε !









































ΛΙΝΑ ΒΑΤΑΝΤΖΗ "Θερινός Κυματισμός"


"Woman Standing On A Rock," by Jozi Mesaros

Χάιδεψε απαλά την παραλία
μικρό κύμα του μεσημεριού,
γαλήνια φλοίσβησε
κάτω από τον πλούσιο ήλιο -
Τόσο ήρεμο είσαι,
ήπιο κύμα του καλοκαιριού,
γλυκά νανουρίζεις
βότσαλα και κοχύλια -
Τόσο θερμό που λιώνεις
όλες τις παγωμένες σκέψεις,
σαν πέπλο φυλάγεις
τις ευαίσθητες ματιές
σε κολυμβήθρα υγρή -
Τόσο ειρηνικά ηχείς,
κύμα θερινής ραστώνης,
ώστε, ουρανός και θάλασσα
εναρμονίζονται στην απεραντοσύνη τους -
και γνέφουν
ανεμελιά και δημιουργία
στον αεικίνητο παράδεισο του χρόνου.

O πίνακας είναι από https://www.saatchiart.com/








Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

ΞΑΝΘΗ ΚΟΥΤΡΑ "ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ"



Εκεί με βρήκε το απόγευμα

με το κεφάλι γερμένο

σ`ένα περβάζι.

Απαλός περασμένος ήχος

του πρωινού η δροσιά...

Και το καλό γέλιο του μεσημεριού

γρήγορη ανάμνηση κι εκείνο.

Τώρα όμως άρχισε να περπατά

λίγο πιό ήσυχα η ώρα.

Το μόνο που με δυσαρεστούσε ήταν

ο ήλιος που χαμήλωνε...

Οι ίσκιοι γίνονταν πιο πολλοί

κι έγερναν πάνω μου...

Σκούραιναν τα σοκάκια παραπέρα.

Η μέρα πήγαινε προς το τέλος της.

Ένα φύλλο έπεσε πλάι μου

και μου μιλούσε.

Τι υπέροχη παρηγοριά

μαζί να μας εύρει

το σκοτάδι της νύχτας.

~ Ξανθή Κούτρα ~


Πίνακας : Michael Gorban - Flowers on a window sill

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΑΜΑΚΗ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ( Στη ζωή & Άγγιγμα προδοσίας)



i. Στη ζωή

Είπα να σε παίξω
ζωή
μία παρτίδα
μα εσύ με ξεπερνάς!
Με σέρνεις
στο ανάθεμα της αυτοδιαγραφής.

Εξάλλου
οι διακαείς πόθοι
ξεχείλισαν στο λιβανιστήρι
και λούστηκαν
στη λάσπη της ουτοπίας.

Παραδίδω γη και ύδωρ.
Σε εκλιπαρώ!
Απάλλαξέ με
από το κέλυφος
που με κάνει να σέρνομαι.

Όρθια
ν’ ανασάνω
για λίγο
από το νόμο
της φθίνουσας απόδοσης
κι ας γίνω
μετά
μια οριζόντια γραμμή.

Έπαιξα και έχασα
το παραδέχομαι
πια!

ii. Άγγιγμα προδοσίας

Οι νύχτες μας
δοκιμάστηκαν
η ακατάδεκτη αξιοπρέπεια
δεν γονάτισε.

Τα πρωινά
μας βρήκαν
στο αίθριο της αναφοράς
νικητές ηττημένους.
Η ψυχή μας
ούρλιαζε στον εγωισμό
και τα μάτια
γέμισαν χώμα.

Έκτοτε
η ματαιοπονία
των άδηλων δακρύων
το μόνο που καταφέρνει
είναι
να μας λερώνει με λάσπη!

Τσαμάκη Βασιλική

Η εικόνα είναι από pixabay.com











ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ "ΤΟ ΤΡΕΧΑΝΤΗΡΙ"


Του νου το τρεχαντήρι
συνέχεια αρμενίζει,
και της ζωής τα ύδατα ορίζει.

Χαράζει δρόμους και μονοπάτια
μεσ’ του χρόνου τα ρέματα,
με τις συντεταγμένες του πριν και μετά.

Νέους τόπους ψάχνει και διαδρομές,
που πάντα όμως βρίσκονται
στου αιώνιου τώρα τις φανερές ακτές.

Από τη συλλογή "Φεγγαρόπετρες"- εκδόσεις "Οσελότος"


Η φωτογραφία είναι του Γ. Παπανικολάου και είναι με κινητό.










ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ "Η Νοσταλγία του Ονείρου"

*Arnold Böcklin: Καλοκαιριάτικη μέρα, 1881, Δρέσδη, Galerie Neue Meister.


Στον Αλέξανδρο Αηδώνη

               "Τα πραγματικά μ' αηδιάζουν και τα ιδανικά δεν τα βρίσκω."
                          Henri Frédéric Amiel

               "κάτι μού έχουν πάρει, μέσ' απ' την ψυχή/κάτι μού έχουν πάρει./
                Και δεν ήταν ούτε ξωτικά,/και δεν ήταν χέρια,/
                και ήταν ένα βράδυ που έπαιζαν θολά/στο γιαλό τ' αστέρια."
                          Κώστας Χατζόπουλος


     Ολόγυμνος ο Ιούλης κολυμπάει στο Ιόνιο
μα σκεφτικός εσύ βαδίζεις κατηφής
στης χώρας τα πλακόστρωτα καντούνια
(τα μεσημέρια φλέγονται κάτω απ' τα πέλματά σου)
νιώθοντας ρίγος στης ψυχής το παγωμένο (πάντα) σώμα
και οι Νύχτες μυροβόλες έρχονται με ανάσες τριζονιών
ποθώντας σε γιορτής (για λίγο) στράτες να σε θέλξουν...
          Μ' αδίκως! Αδιαλείπτως, εσύ, νοσταλγείς
(φτιαγμένος από Σκέψεις μοιάζεις διάφανες Βροχές)
τις Νεφελοσκεπείς σου ν' αντικρίσεις Πολιτείες
(σε αυτές, θαρρώ, κάποιον καιρό, μες σ' Όνειρο περπάτησες)
που Εύμορφοι οι Άνδρες λούζονται σε Ύδωρ Πανάρχαιων Πηγών
και οι Ποιητές (σε Χωροχρόνον Ανεμόεσσο) οι Φιλόσοφοι
           Υψιπετείς, όπως εσύ,
σπάζοντας γήινον κάθε δεσμό
(που χώμα φέρει πάνω του βαρείς τους νόμους)
αργά, βαδίζουν Ατραπόν προς την Αθανασία.
       
      Εσύ, αδιαλείπτως νοσταλγείς...(μα ο κόσμος μας
                  Αλέξανδρε,
πεζός -έξω από τ' Όνειρο- γοργά δεν φαίνεται ν' αλλάζει.)

Κέρκυρα, Κήπος τού Λαού, Ιούλιος '18






ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ "ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ" - Ποιητική Συλλογή



Γιώργος Γκανέλης : Το ημιτελές τελεσίγραφο
Εκδότης : ΣΤΙΞΙΣ
Χρονολογία Έκδοσης  : Ιούνιος 2020
Είδος : Ποιητική Συλλογή
Αριθμός σελίδων : 
82
Διαστάσεις :Α 20x13
ISBN : 139786188408166

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ 

ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ

Σχέδια για το παρελθόν
να ξαναζήσω τα βράδια
μέσα στο σώμα σου
τα λόγια ξεκλείδωτα
να μπούνε στα αυτιά
να καταλήξω ρούχο
φορεμένο πάνω σου
ν’ αγκαλιαζόμαστε
κάτω απ’ την ομπρέλα
να πέφτει ο παράδεισος
γυμνός απ’ τον ουρανό

Στο τέλος να μαζέψουμε
όλες τις υποσχέσεις
να τις ξαναζεστάνουμε
τώρα που οι θρομβώσεις
φράζουν τις φλέβες
και το στόμα σφραγίζει

Να ξεμπλοκάρει η μνήμη
και να φιληθούμε αμήχανα
σαν να ‘ταν η πρώτη φορά

❃          ❃          ❃          ❃

ΡΑΒΕ ΞΗΛΩΝΕ

Όπως βλέπεις οι κλωστές
κρέμονται απ’ το τζάμι

Έραψαν πρώτα τον τοίχο
να μην ακούγονται φωνές
έραψαν μετά το πάτωμα
να μη φυτρώνουν χόρτα
μάνταραν και το ταβάνι
να μην κοιτάμε ουρανό

Στην αυλή μαύρες γάτες
φέρετρα για κατοικίδια

Βρε παιδιά, αλλάξτε χρώμα
πάρτε άσπρη κουβαρίστρα
και ξαναράψτε το δωμάτιο

❃          ❃          ❃          ❃

ΔΕ ΦΕΥΓΩ ΑΚΟΜΑ

Με μερικά πτώματα
είναι αδύνατον να μιλάς

Υπάρχει κακό προηγούμενο
να χοροπηδάνε χαράματα
-κι άντε να συνεννοηθείς-

Τι φταίει λοιπόν
που ακόμα βασανίζομαι;
Και μη δίνεις σημασία
στα προσεχώς έργα
-είναι όλα ακατάλληλα-

Ανήλικος ήμουν πάντα
κι από θαύμα γλίτωνα
τώρα δένω κόμπο το φως
το συντομότερο πεθαίνω

Κοιτώ ατημέλητα βιβλία
είμαι τόσο αφοσιωμένος
στις λευκές τους σελίδες

(Πάλι με ψεματάκια
έβγαλα το μεροκάματο)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. 
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ανάπηροι δρομείς"(Στοχαστής, 2012), "Ο σκοπευτής της μνήμης" (Στοχαστής, 2013), "Χρεοκοπία ιδεών"(Στοχαστής, 2014), "Εκτός εαυτού" (Στοχαστής, 2015), "Υπό το μηδέν"(Στοχαστής, 2017), "Ωδίνες της Ποίησης" (Στίξις, 2018), "Ακτινογραφία θώρακος" (Θράκα, 2019) και "Το ημιτελές τελεσίγραφο"(2020). 
Συμμετέχει στα συλλογικά έργα "Το θέατρο στην ποίηση" (Momentum, 2017), "Ανθολογία ποιητών 2015-2017" (24 γράμματα, 2018), "Τα ποιήματα του 2018" (Κοινωνία των δεκάτων, 2019), "Τα υπογείως ανεωχθέντα" (Ρώμη, 2019) και "Ποιήματα της κρίσης [2008- 2018] (Ιωλκός, 2020)". Επίσης ανθολογείται στο "Ποιητικό Ημερολόγιο" (Ιωλκός) των ετών 2013-2020.