Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΑΡΙΝΑ ΣΟΛΔΑΤΟΥ - Ο ΣΚΥΛΟΣ ΑΠΟΚΟΙΜΙΕΤΑΙ



Σας ευχαριστώ πολύ,
ξέρετε αυτός ο γλάρος της τέχνης
ζωντανεύει κάθε που φυσά,
σαν ο πόνος του δένδρου γίνεται στάλες βροχής...

Έτσι τα γνώριμα φθινοπωρινά βράδια
η τέχνη αργοκυλά στα σοκάκια
κι ο σκύλος αποκοιμιέται...

Συχνά στις διηγήσεις των γυναικών
οι κόμποι στο μαντήλι μετρούν τις Άνοιξες που θα 'ρθουν,
σαν η αντίστροφη μέτρηση της ανάσας
ανατείλει στο ποίημα του αιώνα...

Μοναχά φοβάμαι πως το μεγαλείο της νυχτιάς
θα υποπέσει στο ίδιο αδίκημα,
να μετρά απαγγελίες
χωρίς να λογαριάζει την θλίψη μου...

Κι έπειτα πάλι τ' άλλο πρωινό
ο γλάρος θα βρεθεί νεκρός
και το πιο 'μορφο ποίημα κομμάτια χαρτιού
στις ρίζες του δένδρου της πλατείας...

Θλιμμένα βράδια φθινοπώρου
και ξημερώματα κιτρινισμένα,
μέρες άγονες, παράγωνες
κι αυτό το δένδρο που ρίζωσε στην καρδιά μου...
--------------------------------

''Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ" Μαρίνα Σολδάτου
** ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΑ**








ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΛΗ " Σώπα."




Σώπα.
Σώπα μου 'συ...
Όμοια,
όπως έρχεται ο Σεπτέμβρης
γλυκοξυπνημένος στον ώμο
του κουρασμένου
Καλοκαιριού.

Σώπα
με 'μπιστεμό,
σ' όλες τις ανατολές που θάρθουν.

Σώπα αγάπη μου
και συγχώρησέ με
π' αποξεχάστηκα να σου χαρίσω
κείνο δα,
τ' ολόχρυσο
τ' Αυγούστου το φεγγάρι.

Να μ' αφουγγράζεσαι τους Σεπτέμβρηδες
ψυχή μου...
Ανάμεσα στ' αεράκι που θα ψυχραίνει
τις βραδυές,
μια ανατριχίλα θάναι η ανάσα μου
στο κορμί σου πάνω.
Στα μπλε " γιατί " που θα ρωτάς
τη θάλασσα,
θάμ' αύρας αλμυρό φιλί
στο λευκό σου λαιμό.

Αγάπη μου.
Στ' ορκίζομαι σ' όλα σου
τα Φθινόπωρα
που θάρθουν,
πως θα βρω τρόπο
να ξεχάσεις
το λόγο
που ο Σεπτέμβρης μας βάφτηκε κόκκινος.

Δεν το ' θελε κανείς μας.

Ίσως μόνο κείνο δα,
το φεγγάρι
που περιφρόνησα...

Ίσως η αγάπη
που φουριόζα και περήφανη
εμπιστεύεται
τ' άγνωρο " αύριο "
να φταίει...

Υπόσχομαι
πως θα σε κάνω
να πιστέψεις το Σεπτέμβη.
Ξανά.
Μ ακούς καρδιά μου;

Είμαι ακόμα εδώ...

■ Κατερίνα Δελή

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ " Η δημιουργία των άστρων "




Ο Ήλιος είχε θυμώσει κάποτε με τους ανθρώπους γιατί την αδελφή του την Γη την είχαν μολύνει με τον αίμα αθώων ψυχών, την είχαν βαρύνει με τις άδικες πράξεις τους που για χρόνια επαναλάμβαναν χωρίς ντροπή, ήταν πια χειρότεροι και από ζώα, μέσα στο ψέμα και στο φόνο. Οι μέρες τους περνούσαν. Έτσι αποφάσισε να κρυφτεί πίσω από τα βουνά και να μην ξανα βγει ποτέ, γιατί δεν έβλεπε να διορθώνεται αυτό το είδος που αυτός ο ίδιος - παρόλο που διαφωνούσαν οι άλλοι θεοί- είχε ευεργετήσει δίνοντας του δώρο, όταν γεννήθηκε, μάτια στο πρόσωπο του. Η Σελήνη, η γυναίκα του, μάταια τον παρακαλούσε να βγει ξανά και να φωτίσει αυτήν και όλα τα πλάσματα που τρέφονται και ζουν χάρη σε αυτόν. Αν και τον αγαπούσε και πάντα σεβόταν την βούληση του, δεν άντεχε να βλέπει τους ανθρώπους να ζουν μέσα στο πυκνό σκοτάδι απελπισμένοι και τυφλοί. Tην ώρα που κοιμόταν έκλεψε λίγο από το φως του και δημιούργησε χιλιάδες μικροσκοπικά πλασματάκια με φτερά για να φωτίζουν τα βήματα τους. Ο Κόκορας χωρίς να θέλει μαρτύρησε στον Ήλιο το μυστικό της Σελήνης ξυπνώντας τον με το λάλημα του. Όταν ο Ήλιος είδε πως η γυναίκα του τον είχε παρακούσει άρπαξε με το χέρι του όσα έντομα μπορούσε να πιάσει και τα πέταξε ψηλά στον ουρανό και έτσι γίνανε τα άστρα που φωτίζουν μέχρι σήμερα από μακριά την Γη μας. Τα υπόλοιπα που του ξέφυγαν ίσως να τα ξέρεις, τα λένε πυγολαμπίδες. Λένε πως από τότε ο Ήλιος κρατάει απόσταση από τη Σελήνη που ποτέ δεν έπαψε να αγαπά. Κάποιες στιγμές όμως δεν αντέχει, στρέφεται προς αυτήν και της παραδίδεται με πάθος και τότε έχουμε έκλειψη και οι άνθρωποι θυμούνται την παλιά αυτή ιστορία που διδάσκει πως δεν πρέπει να ζουν μέσα στο ψέμα και στον φόνο.




Carpe "Λέξεις...."



Λέξεις όμορφες, άσχημες,ασυνείδητες,

άπληστες,αληθινές,εύηχες,αρρωστημένες

που άλλοτε μεγαλώνουν

και άλλοτε μικραίνουν τους ανθρώπους και τις καρδιές.

Λέξεις που προκαλούν, που συνετίζουν,

που αδιαφορούν που ξεστομίζονται αλόγιστα.

Λέξεις που φέρνουν τη βροχή, τον ήλιο, τον αέρα ,

που αλλάζουν τα πρόσωπα και τις ψυχές,

γεμίζουν τη ζωή και το χρόνο με συναισθήματα χαράς και λύπης,

δίνουν μορφή στα θέλω και στα μη...

Σκεπάζουν και ξεσκεπάζουν τον υποσυνείδητο αθέατο κόσμο μας,

έρχονται και φεύγουν

κάποιες φορές χωρίς να προλάβουμε τη σκέψη μας

δραπετεύουν και ξεστομίζονται απερίσκεπτα

σαν χείμαρρος που παρασύρει τις στιγμές μας.

Λέξεις που άλλοτε δημιουργούν και καταστρέφουν

που πάντα όμως μας σπρώχνουν,

μας ξεκολλούν από τα στάσιμα νερά των κακόβουλων λεπτών της απόγνωσης.

Λέξεις που καθορίζουν την ύπαρξη μας ως άνθρωποι

μας κάνουν νοήμονες

και όχι απλώς περιπατητές και συλλέκτες τροφής ανά τους αιώνες...

Λέξεις λατρεμένες

άλλοτε γραμμένες

και άλλοτε λόγια

που ντύνουν με αναπνοές πολύχρωμες

συναισθήματα,σχέσεις, υποσχέσεις

και όλα τα χρόνια που ακουμπάμε ζωή και ουρανό....

Carpe







ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ - ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Πίνακας - Gustan Klimt

Χρώματα κλέβω τ' ουρανού,
να πλέξω στα μαλλιά σου
και τ' ασημί του φεγγαριού,
να στρώσω στα όνειρά σου.

Ουράνιο τόξο να γεννούν
και διαμαντένιος κήπος,
να δυναμώνει στα κρυφά
και της καρδιάς ο χτύπος.

Κοιμήσου φεγγαρένια μου
και στ' όνειρο θυμήσου,
φτερά χρυσά σου άνοιξα,
στ’ αστέρια να πετάς.

Κοιμήσου φεγγαρένια μου,
θα 'μαι κι εγώ μαζί σου
κι από ψηλά σαν με κοιτάς,
να μου χαμογελάς.

Στέλλα Πετρίδου
Από την ποιητική συλλογή «Μίλα μου γι’ αγάπη», εκδόσεις «άλφα πι»












ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ " Αγκυροβόλι "

Alex Alemany -   painting


"Σώσε με" φώναξε και τίναξε τα σκεπάσματα. Ήταν η σκέψη της που είχε ακουστεί. Φωνή απόγνωσης σε χώρο θορυβώδη και πνιγηρό. Κολυμπούσε σε νερά απροσδιόριστης καθαρότητας,όμως το ύπτιό της ομολογουμένως ήταν εξαιρετικό. Δεν φοβόταν τον κίνδυνο που ελλόχευε. Τις δυνάμεις της ήταν που αμφισβητούσε.Δέσμια των παρελθοντικών της σκέψεων και φυλακισμένη κάποιων υποτιθέμενων ενοχών που διέφθειραν-πίστευε- τη συνοχή του εσωτερικού της κόσμου. Είχε χωρίσει τη ζωή της σε "μουσικές" κλίμακες `"μακάμ" τις έλεγαν οι Άραβες κι ήταν αυτές που οι Έλληνες αργότερα τις είπαν "δρόμους" γιατί τους ταξίδευαν ως τα βάθη της ψυχής. Γεμάτη δρόμους η ζωή της. Άλλοι της εξασφάλιζαν ταξίδια μακρινά κι άλλοι την οδηγούσαν σε κακοτράχαλα μονοπάτια. 'Αλλοι την καθοδηγούσαν με τη χάραξή τους κι άλλοι την άφηναν να περιφέρεται άσκοπα πάνω τους. Μα γνώριζε πάντα πως όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν μέσα από το μύθο τους, άλλοτε στην άφιξη σε ένα προσδοκώμενο καταφύγιο, κι άλλοτε μέσα από μια σειρά ευρημάτων στην απομυθοποίησή τους, πριν καν αφήσουν υποψία προσέγγισης έστω σε κάποιο υποτιθέμενο τέρμα. Αυτά τα ταξίδια κουράζουν πάντα. Είναι κι ο χρόνος που επαναστατεί με συνήγορο την ίδια τη φθορά του. Μεταξύ πραγματικού και ιδεατού πάλευε με μόνη αποσκευή την καθημερινότητα που έπεφτε πολύ βαριά στους ώμους της.Ακόμη και τα όνειρα φοβόταν. Ήταν πανεύκολη η μετατροπή τους σε εφιάλτη. Αγνοούσε τα κατεστημένα, τις νομοτέλειες και τα δεδομένα. Πίστευε πως μόνο η ίδια μπορούσε να φτιάξει το δικό της παράδεισο, ή τη δική της κόλαση. Δεν έκανε παράτολμα σχέδια, δεν χαρτογραφούσε ποτέ άγνωστα εδάφη. Μισούσε το τέλμα της ακινησίας και ασφυκτιούσε μέσα σ' αυτό. Επιρρεπής σε εξομολογήσεις πάσης φύσεως αλλά και λάτρης των λεπτομερειών τους, επιζητούσε λύση γι αυτές μέσα από μια ουτοπική επιμήκυνση των σκέψεών της. Γνώριζε καλά πως τα λόγια αλλά περισσότερο οι σκέψεις των ανθρώπων δεν είναι πάντα ταυτόσημες και με τις πράξεις τους. Ζούσε μόνη σε ένα τεράστιο παλιό σπίτι στο Ψυχικό με τους γονείς της, που κάποτε ήταν γεμάτο κόσμο. Φίλοι αλλά και γνωστοί παρήλαυναν καθημερινά όσο η τσέπη του πατέρα της ανταποκρινόταν στις γαστριμαργικές και όχι μόνο απαιτήσεις τους. Αδέρφια δεν είχε. Όταν χάθηκε η μητέρα της έμεινε μόνη να φροντίζει τον πατέρα που χρόνο με το χρόνο όλο και κάποιες από τις δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Όταν το βάρος του αγαπημένου του σώματος έγινε αφόρητο για τους ντελικάτους ώμους της, όταν το τεράστιο εκείνο σπίτι άρχισε να παίρνει τη μορφή τής εγκατάλειψης και η ίδια συνειδητοποίησε την αδυναμία της να το φροντίσει, εγκατέστησε τον πατέρα, που πια δεν είχε μνήμη ούτε κρίση, σε έναν οίκο για υπερήλικες και η ίδια μετακόμισε σε ένα τριάρι. Ζούσε με τις μουσικές της κλίμακες παρέα, με τις μνήμες αλλά και τον πληθωρικό ρομαντισμό της που την πήγαινε όπου εκείνος ήθελε. Τα ταξίδια της αυτά ήταν οι σύντροφοι κι οι εραστές τής ζωής της. Το μοναδικό άντρα που μίλησε στη καρδιά της δεν ήταν δυνατό να τον έχει αφού ανήκε αλλού. Πιστή στη σκέψη του αρνήθηκε οποιαδήποτε άλλη σχέση. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία τους συνάντηση κι είχε χάσει τα ίχνη του. Αργότερα έμαθε πως είχε μετακομίσει σε άλλη πόλη. Το "Περιμένοντας τον Γκοντό" ήταν το μόνο βιβλίο που της έδινε ελπίδα. Μάλλον εστίαζε στο Περιμένοντας κι όχι στον Γκοντό που ποτέ δεν φάνηκε. Το "Σώσε με" δεν είχε παραλήπτη έκρυβε όμως μέσα του την ανάγκη τού κάποιος να υπάρχει και για μένα, κάποιος που να με νοιάζεται. Την άλλη μέρα πήγε στον οίκο για υπερήλικες και πήρε τον πατέρα της στο τριάρι. Ξαφνικά λες και συνειδητοποίησε ότι το "Σώσε με" είχε πάντα παραλήπτη, κι ας ήταν αμνήμων, κι ας ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη να τον φροντίσει. Αρκεί που υπήρχε. Η αγαπημένη ρίζα και το αγκυροβόλι της. Θα ήταν η απάντηση στις σκέψεις της, η λύση που θα έδινε τέλος στη μοναξιά της και νόημα στη ζωή της. Πόσο κοντά μας είναι η αλήθεια και δεν τη βλέπουμε; ή μήπως δεν θέλουμε να τη δούμε; 
περσα ζηκακη






ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ " Και όμως..."


Και όμως

κάποτε θα δεις

Θα σταματούν τ’ αηδόνια

να σ' ακούσουν

Θα σταματά

η ροή του ποταμού

Θα σταματούν

μαζί βροχή κι αέρας

Και όμως

κάποτε θα δεις

Θα σταματούν τ' αγρίμια

να σε νιώσουν

Θα σταματά

η πνοή του ανέμου στα βουνά

Θα σταματούν

τα αστέρια να θαυμάσουν

Κείνη τη γλώσσα

δίχως λέξεις που ομιλείς

Κείνη

που κι αν μιλάς,

δεν την πιστεύεις.

Αλήθεια

κάποτε έτσι απλά

η γλώσσα η πρώτη

των κυττάρων

της καρδιάς

θα ξανανθίσει.

©Δέσποινα Αυγουστινάκη