Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ ((1954 - Πάτρα, 08 Ιανουαρίου 1991)





   Ο Νίκος Τεμπονέρας ήταν μαθηματικός και εκπαιδευτικός αριστερών πεποιθήσεων και στέλεχος του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ). Το όνομά του έγινε γνωστό στο πανελλήνιο, όταν δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων της περιόδου 1990-91.

Δολοφονία
   Ο Νίκος Τεμπονέρας ήταν ο πρώτος νεκρός στη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων ενάντια στο νομοσχέδιο του τότε Υπουργού Παιδείας Βασίλειου Κοντογιαννόπουλου (θα ακολουθούσαν άλλοι τέσσερεις στην Αθήνα από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο κατάστημα Κ. Μαρούσης στη διάρκεια διαδήλωσης). Ηθικός αυτουργός και δράστης της δολοφονίας ήταν ο Ιωάννης Καλαμπόκας δημοτικός σύμβουλος της Ν.Δ στη Πατρα και πρόεδρος της τοπικής ΟΝΝΕΔ.Η δολοφονία έγινε στις 8 Ιανουαρίου 1991. Ο Καλαμπόκας χτύπησε θανάσιμα τον Τεμπονέρα με λοστό στο κεφάλι στη διάρκεια βίαιων επεισοδίων που σημειώθηκαν στο υπό κατάληψη Σχολικό Συγκρότημα 3ου & 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας στην πλατεία Βουδ. Οι ομάδες κρούσης της ΟΝΝΕΔ 'Κένταυροι και Ρέιντζερ' βαφτίζονται απο τη κυβέρνηση 'ομάδες αγανακτισμένων πολιτών' με στόχο την ανακατάληψη των σχολείων που τελόυσαν υπο κατάληψη.Ο Καλαμπόκας επικεφαλής των ομάδων αυτών μαζί με τους Μυλωνά,Σπίνο,Γραμματικα, Γραμματικόπουλο,με λόστους και ρόπαλα επιχείρησαν να 'ανακαταλάβουν' το σχολείο και να σπάσουν τη κατάληψη την οποία υποστήριζαν αρκετοί γονείς και καθηγητές, μεταξύ των οποίων και ο δολοφονηθείς Τεμπονέρας, ιδιαίτερα αγαπητός, σύμφωνα με τις μετέπειτα μαρτυρίες και καταθέσεις, στους μαθητές του.


Μετέπειτα γεγονότα
    Η δολοφονία του Τεμπονέρα, η οποία συνέβη σε μία περίοδο οξείας πολιτικής αντιπαράθεσης, ξεσήκωσε κύμα διαδηλώσεων και διαμαρτυριών σε όλη την Ελλάδα. Την επαύριο της δολοφονίας του, ο υπουργός Παιδείας Κοντογιαννόπουλος παραιτήθηκε και η πρόταση νόμου για τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία αποσύρθηκε. Ο Καλαμπόκας δικάστηκε στο Βόλο έχοντας ως συνηγόρους υπεράσπισής του τρία κορυφαία ονόματα του τότε νομικού κόσμου, όλους προερχόμενους πολιτικά από το χώρο του κόμματος της Ν.Δ. και συγκεκριμένα τους Απόστολο Ανδρεουλάκο, Κώστα Κωνσταντινίδη (καθηγητής Ποινικού Δικαίου, γνωστός από τη δίκη για το Σκάνδαλο Κοσκωτά όπου συμμετείχε σαν δημόσιος κατήγορος) και Επαμεινώνδα Ζαφειρόπουλο (πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ) καταδικάστηκε πρωτόδικα για φόνο εκ προμελέτης σε ισόβια δεσμά, ενώ αργότερα η ποινή του μειώθηκε σε 17 χρόνια και 3 μήνες . Αποφυλακίστηκε 7 χρόνια μετά την φυλάκισή του . Το τότε Σχολικό Συγκρότημα 3ου & 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας και νυν 3ο Γυμνάσιο Πάτρας, τόπος δολοφονίας του Τεμπονέρα, σήμερα φέρει το όνομά του.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ


ΟΛΜΕ – ΔΟΕ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ 


    «Εδώ θυσιάστηκε για την παιδεία ο καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας στις 8 Ιανουαρίου 1991» σημειώνεται στην πρόσοψη του μνημείου που στήθηκε στην Πάτρα στη μνήμη του αγωνιστή καθηγητή, έξω από το σχολείο όπου άφησε την τελευταία του πνοή χτυπημένος βάναυσα από δολοφονικό χέρι.

Ένα ανοιχτό βιβλίο κοσμεί αυτό το απέριττο μνημείο υπενθυμίζοντας τη σχέση του, σχέση ζωής, με την παιδεία και τη γνώση.

Ένα ανοιχτό βιβλίο ήταν και η ίδια η ζωή του Νίκου Τεμπονέρα. Ένα βιβλίο όπου μπορούσε να διαβάσει κανείς το ίδιο ευδιάκριτα και κατανοητά την αλφαβήτα της γνώσης και την αλφαβήτα του αγώνα. Και ήταν κάτι που το γνώριζαν πιο καλά από οποιονδήποτε άλλον οι μαθητές και οι μαθήτριές του, καθώς μάθαιναν από αυτό το δικό του αλφαβητάρι καθημερινά τη λογική σκέψη, την πειθαρχία της μαθηματικής σκέψης αλλά και την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, τη διεκδίκηση του δίκιου, την αυτοθυσία....." http://www.alfavita.gr/

"Είκοσι τρία χρόνια συμπληρώνονται στις 9 Γενάρη του 2014 από τη δολοφονία του καθηγητή Μέσης Εκπαίδευσης Νίκου Τεμπονέρα από μέλη της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας κατά τη διάρκεια των μεγάλων μαθητικών κινητοποιήσεων του 1990.
Ο Νίκος Τεμπονέρας, υπερασπίζοντας τους μαθητές του, την παιδεία και τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού μας, όρθωσε το ανάστημά του απέναντι στον κρατικό αυταρχισμό και την παρακρατική τυφλή βία και μισαλλοδοξία.
 
Το τίμημα για τη συνεπή και θαρραλέα στάση του ήταν ο θάνατος.
 
Θυσιάστηκε γιατί το μεγάλο «ναι» και το μεγάλο «όχι» δεν ήταν γι’ αυτόν κούφιες λέξεις χωρίς νόημα, δεν ήταν λόγια χωρίς έργα.
 
• Θυσιάστηκε για να υπάρξει ένα πιο φωτεινό μέλλον για όλους μας.
• Θυσιάστηκε για μια καλύτερη εκπαίδευση, γιατί ήξερε καλά ότι χωρίς αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο μέλλον.
• Θυσιάστηκε γιατί ήταν ακράδαντη η πεποίθησή του πως οι συλλογικοί αγώνες φέρνουν αποτέλεσμα, πως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη.
• Θυσιάστηκε γιατί γνώριζε ότι το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό και πιο μεγάλο είναι όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να ορθώσει το ανάστημά του, να γίνει ένα με τους πολλούς, και όλοι μαζί ένα σώμα και μια ψυχή.
 
Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειαζόμαστε το παράδειγμα ζωής του Νίκου Τεμπονέρα. Γιατί οι μέρες τούτες βρίσκουν την Ελλάδα σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Ο ελληνικός λαός, οι εργαζόμενοι, δεχόμαστε μια σκληρή, ανελέητη επίθεση, που αμφισβητεί τις κατακτήσεις μας, την κυριαρχία μας, τη δυνατότητα μας να χαράζουμε το μέλλον μας."http://www.alfavita.gr/



Γράμμα στον Νίκο Τεμπονέρα
Νίκο, 23 χρόνια μετά τη στυγερή δολοφονία σου, σου γράφουμε από την παγωμένη Ελλάδα, τη χώρα εργαστήριο για την εφαρμογή της πιο ακραίας αντεργατικής,  αντιλαϊκής πολιτικής.
Τη χώρα μας, που υποχρεώθηκε σε αέναη λιτότητα με τις εντολές Ευρωπαϊκής Ένωσης, Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κεφαλαίου.
Τη χώρα μας, που αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη ανθρωπιστική κρίση, αποτέλεσμα των τροϊκανών πολιτικών των συνεχών περικοπών στα κοινωνικά αγαθά και του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου.
Τη χώρα στην οποία η νομιμότητα έχει αντικατασταθεί από το δίκαιο των ισχυρών, τα οικονομικά συμφέροντα και την παραγωγή πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.
Δεν υπάρχει καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση αυτής της πολιτικής, γι' αυτό και πρέπει να ανατραπεί χωρίς καθυστέρηση.
Νίκο,
Η θυσία σου είναι οδηγός μας όλα αυτά τα χρόνια.
Σε αισθανόμαστε δίπλα μας, κοντά μας, να κρατάς τη σημαία και τα πανό του συνδικάτου σου και να μας δίνεις κουράγιο.
«Εδώ θυσιάστηκε για την παιδεία ο καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας στις 8 Ιανουαρίου 1991» σημειώνεται στην πρόσοψη του μνημείου που στήθηκε στην Πάτρα στη μνήμη σου, έξω από το σχολείο όπου άφησες την τελευταία σου πνοή, χτυπημένος βάναυσα από δολοφονικό χέρι. Πάνω στο μνημείο έχει αποτεθεί ένα ανοιχτό βιβλίο.
Ένα ανοιχτό βιβλίο ήταν και η ίδια η ζωή σου. Ένα βιβλίο όπου μπορούσε να διαβάσει κανείς το ίδιο ευδιάκριτα και κατανοητά την αλφαβήτα της γνώσης και την αλφαβήτα του αγώνα. Και ήταν κάτι που το γνώριζαν πιο καλά από οποιονδήποτε άλλον οι μαθητές και οι μαθήτριές σου, καθώς μάθαιναν από αυτό το δικό σου αλφαβητάρι καθημερινά τη λογική σκέψη, την πειθαρχία της μαθηματικής σκέψης αλλά και την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, τη διεκδίκηση του δίκιου, την αυτοθυσία.
Ακόμα και σήμερα, 23 χρόνια μετά, η σκέψη μας αρνείται πεισματικά να δεχτεί το παράλογο αυτής της  εγκληματικής πράξης, αρνείται να συμβιβαστεί με το αναπότρεπτο του πρόωρου χαμού σου.            
Νίκο,
Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειαζόμαστε το παράδειγμά σου. Γιατί οι μέρες τούτες βρίσκουν την Ελλάδα σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Η οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα μας είναι απόρροια του καπιταλιστικού συστήματος. Οι πολιτικοί εκφραστές του, η Ε.Ε., το Δ.Ν.Τ. και οι κυβερνήσεις οδηγούν τη χώρα μας σε μεγάλη δοκιμασία. 
Με την πολιτική που εφαρμόζουν:
  • καταργούνται κατακτήσεις και δικαιώματα που χρειάστηκαν πολύχρονοι, σκληροί κοινωνικοί αγώνες για να διασφαλιστούν. Εκπαιδευτικοί μπαίνουν σε διαθεσιμότητα. Τώρα μπροστά μας υπάρχουν απολύσεις.
  • υπονομεύονται και διαλύονται βασικές κοινωνικές υπηρεσίες και δημόσια αγαθά, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η κοινωνική ασφάλιση.
  • στη χώρα μας και σε άλλες χώρες μειώνουν τους μισθούς και τις συντάξεις και οδηγούν εργαζομένους κάθε ηλικίας στην υποαπασχόληση και την ανεργία, και τις οικογένειές τους στη φτώχεια και την εξαθλίωση.
  • ξεπουλιέται εθνικός πλούτος, παραδίδονται στο κερδοσκοπικό κεφάλαιο δημόσιες υπηρεσίες, υποβαθμίζεται και εγκαταλείπεται το περιβάλλον.
Το δημόσιο σχολείο υποβαθμίζεται δραματικά, με το νέο νόμο για το Λύκειο και την Επαγγελματική Εκπαίδευση, αναπροσαρμόζεται στις απαιτήσεις των εταιρειών και της αγοράς. Οι εκπαιδευτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 35% τα χρόνια της τρόικας, οι εκπαιδευτικοί εξαθλιώνονται, οι εργασιακές μας σχέσεις διαλύονται. Ως συνέπεια της πολιτικής αυτής, οι κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες διευρύνονται, η εκπαίδευση συρρικνώνεται και υποβαθμίζεται. Μέτρα και υπηρεσίες που δημιουργήθηκαν για να στηρίξουν τη μόρφωση των πιο αδύναμων παιδιών καταργούνται. Η τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση δέχεται ένα καίριο πλήγμα με την κατάργηση σημαντικών τομέων και ειδικοτήτων της. Η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση μέσα από το σχολικό βιβλίο και τη σχολική βιβλιοθήκη αμφισβητείται. Οι εκπαιδευτικοί ωθούνται στην οικονομική καχεξία, στην ανεργία, στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις και στις διαθεσιμότητες - απολύσεις. Οι γονείς καλούνται να βάλουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη, παρά τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, προκειμένου να υλοποιηθεί το νέο σχολείο της αγοράς και των συγχωνεύσεων, που αγωνιωδώς ζητά χορηγούς για να στηριχθεί. Αρκετές οικογένειες - θύματα της κρίσης δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ακόμα και τη στοιχειώδη σίτιση στα παιδιά τους. Οι μαθητές κρυώνουν γιατί δεν υπάρχει θέρμανση.  Η πείνα και η ανέχεια κάνουν αισθητή την παρουσία τους στα προαύλια των σχολείων μας σε καθημερινή βάση. Και το «αυγό του φιδιού» έκανε πλέον απειλητική την εμφάνισή του στους σχολικούς χώρους,
Τώρα είναι ακόμα μεγαλύτερη η ανάγκη, όπως θα έκανες και συ, Νίκο, να κρατήσουμε σταθερά το νήμα των αξιών μας, της ενότητας, της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας, της ανιδιοτέλειας, της ανθρωπιάς.
Τώρα χρειάζεται ακόμα πιο πολύ να ενστερνιστούμε αυτές τις αξίες και να τις καταστήσουμε οδηγό της δικής μας σκέψης και δράσης, οργανώνοντας τον αγώνα μας για μια καλύτερη παιδεία σε μια καλύτερη κοινωνία.
Νίκο, υπόσχεση σου δίνουμε εμείς, οι συνάδελφοί σου, να συνεχίσουμε τον αγώνα για την ανατροπή αυτής της πολιτικής. Είμαστε το 99%, έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και θα νικήσουμε.
Τα Δ.Σ. της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ


Τ. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ "Ο καιόμενος"


Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.



Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ ( 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904)




"Η θέσις των παρ’ ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την των αυτοκρατόρων της Βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ους αυτοί τε και οι υπήκοοι αυτών επλήρωνον έπειτα λύτρα."



"Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας: α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν του προϋπολογισμού. β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας εν παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον. γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος των"


ΔΙΗΓΗΜΑ "ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ ΑΝΔΡΟΣ"


Μεγάλη δυστυχία εἶναι νὰ ἔχει κανεὶς πολὺ καλὴν καρδίαν. Τὸ ἠξεύρω ἐκ πείρας, διότι μ᾿ ἔκαμεν ὁ Θεὸς πάρα πολὺ εὐαίσθητον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ ἄνθρωπον νὰ πάσχῃ καὶ νὰ κλαίει, χωρὶς νὰ γίνουν τὰ νεῦρα μου ἄνω κάτω, οὔτε νὰ ἐννοήσω πὼς κατορθώνουν ἄλλοι νὰ παρευρίσκωνται εἰς λυπηρὰ θεάματα. Ἂν τύχη ν᾿ ἀποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εἰς τὴν κηδείαν, ἀκόμη καὶ ἂν χιονίζῃ. Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἰδῶ ἀποθαμένον ἄνθρωπον ὅπου ἐγνώρισα ζωντανόν, χωρὶς νὰ μὲ ταράξη ἡ σκέψις ὅτι κι ἐγὼ θ᾿ ἀποθάνω. Ἔπειτα ἂν οἱ συγγενεῖς του ἐφαίνοντο φρόνιμοι καὶ παρηγορημένοι, τοῦτο θὰ μ᾿ ἐπείραζε, διότι δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἐγωιστάς. Ἂν πάλιν ἔκλαιαν καὶ ἐθρήνουν, τὸ θέαμα θὰ μοῦ ἔκοπτε τὴν ὄρεξιν ἢ θὰ χαλοῦσε τὴν χώνεψίν μου. Τὸ στομάχι μου εἶναι κι ἐκεῖνο εὐαίσθητο καὶ δυὸ πράγματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωνέψη, τὸν ἀστακὸν καὶ τὰς συγκινήσεις. Τᾶς συγκινήσεις εὔκολον εἶναι νὰ τὰς ἀποφύγω, νὰ μὴν τρώγω ὅμως ἀστακὸν θὰ ἦτο θυσία τόσόν μεγάλη, ὥστε μου συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ ξεχάσω πὼς εἶμαι βαρυστόμαχος καὶ νὰ θυμηθῶ ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ συγχωρᾷ εἰς ὅσους ἀγαπᾷ τὰ ἐλαττώματά των.
Ἄλλο πρᾶγμα ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω εἶναι νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ὥστε νὰ δέχωνται νὰ παρασταθοῦν φίλοι τῶν εἰς μονομαχίαν. Ἀλλ᾿ ἐγὼ εἶμαι εὐαίσθητος, καὶ μόνη ἡ ἰδέα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ φίλος μου ἢ ὁ ἀντίπαλός του νὰ πάθη, μὲ κάμει νὰ ἀνατριχιάζω. Πρὸ πάντων ὅταν συλλογίζομαι, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς μονομαχίας πρέπει νὰ σηκωθῶ εἰς τὰς ἑπτά, ἂς εἶναι καιρὸς ἄσχημος, νὰ χασομερέψω εἰς τρεχάματα, συνεντεύξεις καὶ συντάξεις πρωτοκόλλων, καὶ ἴσως νὰ πληρώσω καὶ ἁμαξιάτικα μὲ κίνδυνο νὰ τὰ χάσω, ἂν τύχῃ, Θεὸς φυλάξοι, ὁ φίλος μου νὰ σκοτωθῇ.


Μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀναισθησία καὶ ἐκείνων ὅπου δανείζουν εἰς τοὺς φίλους των χρήματα, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῆ νὰ τὰ ἀποδώση εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ τοὺς ἐντρέπεται καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ φανῆ μικρὸν κακὸν εἰς ὅσους δὲν ἔχουν καρδιάν, ἀλλ᾿ ἡ ἰδική μου θὰ ἐῤῥαγίζετο, ἂν παλαιός μου φίλος, μ᾿ ἀπαντοῦσεν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἐκαμώνετο πὼς δὲν μὲ εἶδεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μ᾿ ἔκανε νὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ δανείσω ποτὲ εἰς φίλον μου ἑκατὸ δραχμᾶς, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ σωθῆ μὲ αὐτὰς ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή του. Παρὰ νὰ τῶν ἰδῶ ἀχάριστον, καλύτερα νὰ τὸν κλάψω ἀποθαμένον, ἀφοῦ μάλιστα θὰ μ᾿ ἐμπόδιζεν ἡ εὐαισθησία μου νὰ ὑπάγω εἰς τὴν κηδείαν του (...)
Ἄλλη σκληρότης καὶ κουταμάρα εἶναι ἐκείνων ὅπου δίδουν ἐλεημοσύνη εἰς τοὺς πτωχούς, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἂν μὲν εἶναι ὁ ἐλεούμενος ἱκανὸς νὰ ἐργασθῆ, ἐνθαῤῥύνουν τὴν ὀκνηρίαν του, ἂν δὲ τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ἢ λωβιασμένος, τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ δίδουν προμακραίνει ζωὴν ἀθλίαν καὶ βσανισμένην. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομέια καὶ τὰ λεπροκομεῖα. Ἐσημάδεψα εἰς τὰ βιβλία τῶν τὰ μέρη ὅπου τὸ λέγουν, καὶ τὰ δείχνω εἰς ὅσους ἔχουν τὴν ἀδιακρισίαν νὰ μοῦ ζητοῦν χρήματα, διὰ νὰ ἐμποδίσουν ν ἀποθάνουν μὲ τὴν ἡσυχίαν τῶν δυστυχισμένα πλάσματα, ποὺ θὰ ἦτο δι᾿ αὐτὰ ὁ θάνατος εὐεργεσία.
Πρὸ μερικῶν μηνῶν μοῦ ἔστειλεν ὁ ἁγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανὸς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ μοῦ ζητήσῃ νὰ συνεισφέρω, ὡς μεγάλος κτηματίας, διὰ νὰ συστηθῇ εἰς κάθε τμῆμα τῶν Ἀθηνῶν ἕνα «λαϊκὸν μαγειρεῖον», ὅπου θὰ εὑρίσκαν οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι μὲ μόνον δεκαπέντε λεπτὰ ἕνα φλυτζάνι ζουμὶ κι ἕνα κομμάτι κρέας. Ἂν ἤμουν ἄκαρδος καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, θὰ ἔδιδα κι ἐγὼ τὰς εἴκοσι δραχμάς μου χωρὶς δυσκολίαν. Ἡ εὐαισθησία μου ὅμως δὲν μοῦ συγχωρεῖ οὔτε κἂν νὰ συλλογισθῶ ὅτι τρέφονται εἰς τὸ πλάγι μου δυστυχεῖς ἄνθρωποι μὲ νερόζουμο καὶ κοιλιές, ἐνῷ τρώγω ἐγὼ μπαρμπούνια καὶ φιλέτο. 

Τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ὑπερβολικῆς μου εὐαισθησίας εἶναι καὶ ὁ τρόπος ὁποῦ ὑπανδρεύθην. Ὅταν ἐπλησίασαν νὰ μὲ πλακώσουν τὰ γεράματα, νὰ μὲ κουράζουν οἱ διασκεδάσεις καὶ νὰ μ᾿ ἐνοχλοῦν οἱ ῥευματισμοί, αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχω ἕνα σπιτικὸν καὶ μίαν γυναῖκα δική μου νὰ μὲ περιποιῆται. Καθὼς πᾷς ἄλλος, ἀγαπῶ κι ἐγὼ τὶς εὔμορφες καὶ πλούσιος καθὼς εἶμαι, εὔκολον ἦτο νὰ εὕρω ἕνα νόστιμο κορίτσι, ἂν δὲν ἐζητοῦσα προῖκα. Ἄλλος εἰς τὴν θέσιν μου θὰ τὸ ἔκαμνεν, ἀλλ᾿ ἐγὼ συλλογίσθηκα πόσον θὰ ἐβασάνιζε τὴν εὐαισθησίαν μου ἂν ὑπανδρευόμην εὔμορφην πτωχοκόρην, ἡ ἰδέα ὅτι μ᾿ ἐπῆρεν ὄχι διὰ τὰ εὐγενῆ μου, ἀλλὰ διὰ τὰ ἑπτά μου σπίτια. Παρὰ ταύτην τὴν ἀνυπόφορην ἐπροτίμησα νὰ θυσιασθῶ καὶ νὰ πάρω πλουσίαν ἀσχημομούραν. Ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς μου εἶναι τόση, ὥστε ἡ μεγάλη της μύτη καὶ τὰ ψεύτικά της δόντια δὲ μὲ ἐμπόδισαν, ὄχι μόνον νὰ φέρωμαι καλὰ μαζί της, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀγαπῶ, περισσότερον ἴσως ἀπ᾿ ὅτι πρέπει. Ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης μου ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω πώς, ὅταν ἔτυχε πέρυσι ν ἀῤῥωστήση δὲν κατόρθωσα ποτὲ νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ. Ὁ βῆχας καὶ τὸ γλού-γλοὺ τῆς γαργάρας της μοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ μυρωδιὰ τῆς ἀῤῥωστοκάμεράς μου ἔφερνε ζάλη. Ἡ ἀνικανότης μου νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ μὲ ἀνάγκαζε νὰ μένω ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ βράδυ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωί. Αὐτὴ ἡ ἀῤῥώστια τῆς γυναίκας μου μ᾿ ἔκαμε νὰ ἐξοδέψω πάρα πολλὰ χρήματα εἰς ἁμάξια, θέατρα, γεύματα εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν καὶ ἐκδρομᾶς μὲ φίλους μου εἰς τὴν Κηφισσιάν καὶ τὴν Πεντέλην. Τὸ μεγαλύτερο ὅμως ἔξοδο ἦτο ὅτι τὰς ἡμέρας ποὺ ἡ γυναῖκα μου δὲν ἐφαίνετο διόλου καλά, ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ λύπη μου ἦτον τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκα νὰ πάρω διὰ παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα τοῦ Φαλήρου. Περιττὸν εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς καὶ τῶν τρόπων μου μ᾿ ἐμπόδισαν νὰ εἴπω τίποτε δι᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἰς τὴν γυναῖκα μου, ὅταν ἔγινε καλά.

Ἐναντίον της δὲν ἔχω κανένα σπουδαῖο παράπονο. Προσπαθεῖ εἰς ὅλα νὰ μ᾿ εὐχαριστήσῃ καὶ ποτὲ δὲν ἐρωτᾷ οὔτε ποὺ ἤμουν οὔτε τί κάμνω. Εἶναι φρόνιμη, ἥσυχη νοικοκυρὰ καὶ μὲ κάμνει νὰ καλοπερνῶ χωρὶς νὰ ἐξοδεύῃ πολλά. Τὸ σπίτι λάμπει, ποτὲ δὲν ἔλειψε κουμπὶ ἀπὸ τὰ πουκάμισά μου καὶ εἶμαι πάντοτε βέβαιος νὰ εὕρω εἰς τὸ τραπέζι τὸ φαγὶ ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Ἐκατάφερε μάλιστα νὰ μαγειρεύει καὶ τὸν ἀστακὸν μὲ μία ἀμερικάνικη σάλτσα ποὺ ἠμπορεῖ τώρα νὰ τὸν τρώγω χωρὶς νὰ μοῦ πειράζει τὸ στομάχι. Αὐτὰ εἶναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ἕνα μόνον τῆς λείπει, ἡ εὐαισθησία. Αὐτὸ τὸ ἐκατάλαβα ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά μου ναῤῥωστήσω!
Ἐνῷ ἐγὼ εἰς τὴν ἰδικήν της ἀῤῥώστιαν δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ φεύγω καὶ νὰ ζητῶ παρηγορίαν εἰς τὸ ξεφάντωμα, αὐτὴ οὔτε στιγμὴν δὲν ἔλειψεν ἀπὸ κοντά μου. Ἀγρύπνησε δέκα νύχτες εἰς τὸ προσκέφαλό μου. Ἤθελεν ἡ ἴδια νὰ μοῦ δίνη τὰ γιατρικά, νὰ μ᾿ ἀλλάζῃ καὶ νὰ μὲ μεταγυρίζη, χωρὶς νὰ μὲ συνερίζεται διὰ τὸν κακόν μου τρόπο, χωρὶς νὰ σιχαίνεται τὰ καταπλάσματα οὔτε νὰ ἐνοχλῆται ἀπὸ τὴ ἀῤῥωστομυρωδιὰν τοῦ δωματίου. Αὐτὸ μ᾿ ἔκαμεν νὰ ὑποπτευθῶ, ὅτι ἡ γυναῖκα μου δὲν ἔχει οὔτε καλὴν ὄσφρησιν οὔτε μεγάλην εὐαισθησίαν. Πῶς τῷ ὄντι θὰ ἠμποροῦσε, ἂν ἦτο εὐαίσθητη, νὰ μὲ βλέπῃ νὰ ὑποφέρω, νὰ βασανίζωμαι, νὰ μὲ καίουν οἱ συνασπισμοὶ καὶ νὰ μὲ δαγκάνουν αἱ βδέλλαι; Κατάντησα νὰ πιστεύω πὼς ἔχουν κάποιον δίκαιον ὅσοι θεωροῦν τὴν ὑπερβολικὴν τρυφερότητα τῶν γυναικῶν ὡς πρόληψιν καὶ παραμύθι. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο καὶ ν᾿ ἀπαιτήσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν ἰδική μου ἔκτακτον καὶ μοναδικὴ εὐαισθησία.


Η Πάπισσα Ιωάννα

 
    Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πιο διάσημο από τα αφηγηματικά έργα του Ροΐδη και ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, με πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας έρχεται σε ρήξη με την κρατούσα λογοτεχνική παράδοση, τον ρομαντισμό, και με την ενίσχυση του κύρους της Εκκλησίας.
Η υπόθεση του έργου είναι ένας θρύλος του 9ου αι. αρκετά διαδεδομένος στην Ευρώπη, για μια γυναίκα που κατάφερε να ανέλθει στον παπικό θρόνο, έμεινε έγκυος και γέννησε κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας, όπου και πέθανε. Ο Ροΐδης είχε πρωτοακούσει την ιστορία στη Γένοβα, όταν ήταν παιδί, και επειδή του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, έκανε εκτεταμένη έρευνα σε βιβλιοθήκες στην Αθήνα και στη Γερμανία και συγκέντρωσε πλούσιο υλικό για την περίοδο στην οποία διαδραματίζεται το έργο. Επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη διάσταση του μυθιστορήματος, γι' αυτό και το εξέδωσε με τον υπότιτλο «Μεσαιωνική Μελέτη». Kαι πράγματι το έργο είναι πιστότατο στην απεικόνιση της εποχής του (οι πόλεις, τα ταξίδια, τα μοναστήρια, οι συνήθειες, αποδίδονται με εξαιρετική ακρίβεια).
Το έργο εμφανώς παρουσιάζει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις απέναντί του ήταν τόσο έντονες. Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά, με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο-με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Η ΖΩΗ ΤΟΥ 



   Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 18367 Ιανουαρίου 1904) ήταν σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα τη Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο Μέλισσα.
Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση του με τα γράμματα.
Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο - κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας Grèce (Γκρες).

Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.
Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, Ασμοδαίος μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο.[1] Kαυτηρίαζε τη κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.
Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α' Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.
Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.



Εργογραφία

Μυθιστορήματα


Διηγήματα

  • Ιστορία ενός σκύλου (1893)
  • Ιστορία μιας γάτας (1893)
  • Ιστορία ενός αλόγου (1894)
  • Ψυχολογία Συριανού συζύγου (1894)
  • Η Μηλιά(στη δημοτική) (1895)
  • Το παράπονο ενός νεκροθάπτου (1895)

Μελέτες, κείμενα

  • Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής (1877)
  • Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως (1877)
  • Τα Κείμενα (1877)
  • Γεννηθήτω φως (1879)
  • Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1879)
  • Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 (1885)
  • Πάρεργα, επιμ. Δ. Ι. Σταματόπουλος (1885)
  • Το ταξίδι του Ψυχάρη (1888)
  • Τα Είδωλα (1893)

Μεταφράσεις


  • Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. (1860)
  • Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας - 7 τόμοι
  • Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
  • Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας

Συλλογές

  • Διηγήματα
  • Συριανά διηγήματα Το ξεστούπωμα
  • Άπαντα - 7τομη έκδοση (1911-1914)
  • Άπαντα - 4τομη έκδοση (1940)
  • Εμμανουήλ Ροΐδης (1952)
  • Άπαντα - 2τομη έκδοση (1955) ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ






Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

ΙΡΙΝΑ ΒΙΤΑΛΙΕΒΝΑ ΚΑΡΚΑΜΠΙ Irina Vitalievna Karkabi




 Μία πολύ σπουδαία σύγχρονη ζωγράφος  η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα.Συνάντησα τυχαία έναν πίνακά της στο google  και πραγματικά εντυπωσιάστηκα κυρίως με τα χρώματά του . Ψάχνοντας περισσότερα γι’ αυτήν ανακάλυψα ότι δεν υπάρχουν ελληνικές σελίδες που να την αναφέρουν και έτσι κατέφυγα σε ξένες .  



Η ίδια αναφέρει για τον εαυτό της



"I was born in 1960, into a family of scientists in Ukraine. My artistic talent was nourished from an early age, and soon after graduating in 1982 from the Academy of Fine Arts in Saint Petersburg-Russia, I moved to the bay city of Haifa in the north of Israel with my husband and newborn son. There, at the Mediterranean crossroads of cultural ideas and influences, I founded my studio. I works exclusively in oil on canvas.

I exhibited internationally, for example at Art Expo in New York and Los Angeles. My work is in private collections in Israel, USA and Europe. In my earlier career, I also designed posters for the theater and illustrated numerous children books. Today I am working mainly on commissioned portraits, landscapes and figurative art"



http://www.tuttartpitturasculturapoesiamusica.com/2012/06/irina-vitalievna-karkabi-1960-ukrainian.html





Η Irina Vitalievna Karkabi γεννήθηκε το 1960 από  οικογένεια  επιστημόνων στην Ουκρανία. Το  καλλιτεχνικό ταλέντο της φάνηκε από νεαρή ηλικία. Μετά την αποφοίτησή της το 1982 από την Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, εγκαταστάθηκε  στον κόλπο της πόλης της Χάιφα στο βόρειο τμήμα του Ισραήλ με το σύζυγό της και το νεογέννητο γιο τους.

Εκεί, στο σταυροδρόμι της Μεσογείου πολλών πολιτιστικών ιδεών και επιρροών, ίδρυσε το στούντιο της.
Έχει εκθέσει σε διεθνές επίπεδο , για παράδειγμα, στην Art Expo στη Νέα Υόρκη και στο Λος Άντζελες. Πίνακές της  βρίσκονται  σε ιδιωτικές συλλογές στο Ισραήλ, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Επίσης έχει σχεδιάσει αφίσες για το θέατρο.

Σήμερα ζωγραφίζει κυρίως πορτραίτα ,τοπία και πίνακες που μας προκαλούν να εξερευνήσουμε τα μυστήρια της αγάπης και της γυναικείας ομορφιάς .

Εχει επηρεαστεί από παλιούς  Ελληνες και Αιγύπτιους δασκάλους και επίσης από το Art Nouveau, συνδυάζοντας  με δεξιοτεχνία την κλασική ομορφιά με σύγχρονους συμβολισμούς.

. http://maherartgallery.blogspot.gr/2012/04/irina-vitalievna-karkabi.html







































ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ» απόσπασμα

ΠΙΝΑΚΑΣ- Δ. ΓΕΡΑΝΙΩΤΗ «Κορίτσι στην εξοχή»(1916)


Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θ’ ανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί τα αγαθά του
Θεού.
Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θάναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!...
Αγαπημένοι,
Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.
Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.