Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Poem by Jeannete Eureka Tiburcio / Mexico

 


Querer la Fuerza de Dios. 
Dedicada a Querétaro Orgullo de México

Por Jeanette Eureka Tiburcio

La fuerza de Dios está en todos… 
Somos todos, 
Se siente aquí, es, fue, será. 

Como luz en espiral, 
Herencia eterna que transmuta en danza sin prescripción. 

“Él es Dios. ¿Por qué la palabra Él es Dios? 
¿Por qué siempre se menciona a Dios? 
Porque Dios va hacia adelante, 
Protege al Danzante que dice “Él es Dios.” 

Santa Cruz de los milagros, aquí nadie muere 
Santa Cruz de los milagros, tus hijos se quedan, 
Entre los muros limosneros, presente en recuerdo 
Con los ecos que retumban la historia de lucha 
Y conspiración, negro y oro 
Con la fuerza suprema a favor, 
Integrándose todo en esta ciudad que transmuta 
Frente a la Santa Cruz de los milagros… 

En danza, en guerra, en sacrificio, 
Santa Cruz de los milagros con néctar para tus hijos, 
Todo ocurre frente al árbol de la tradición, 
Brotes de cruz y ofrenda de fe

Sincretismo con la Fuerza de Dios, 
Angelitos mestizos, con la fuerza de amor 
En esta tierra donde todo se escribe.

Jeannete Eureka Tiburcio / Mexico






Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Carpe "Ένδυμα λινό..."




Μια προσπάθεια εξαπάτησης
ξεφυτρώνει μέσα απ'τη σιωπή.
Ανάμεσα στα αγριολούλουδα οχυρώνομαι
και παρακολουθώ τους χειρισμούς των γεγονότων.
Αιωρούμαστε στο άγνωστο,
ένα κομμάτι ύφασμα λινό
το μόνο ένδυμα που απέμεινε.
Η αγάπη κόσμημα αφύλαχτο,
μια αχτίδα φωτός στο μουντό ορίζοντα.
Στο αποστειρωμένο παρόν
τα σώματα διψούν για λίγα ψήγματα πάθους.
Ένα κορμί ακόρεστο
αναζητά την τελειότητα.
Οι κραυγές των ερεθισμάτων του πόθου
προαναγγέλλουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ο λαβύρινθος της ψυχής γέμισε λουλούδια,
στην έξοδο η επιβράβευση .
Ένα φιλί μακρόσυρτο έντυσε
την κάθε κρυφή πτυχή ενός κορμιού αλώβητου 
απ'τα λάθη του παρόντος χρόνου.

Carpe.


Η φωτογραφία είναι από https://www.astro-live.gr/










ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΥΡΓΙΩΤΗΣ " Κωνσταντινούπολη 29 Μαΐου 1453. «θα πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα μας». Ο τελευταίος Λόγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου."

 


Απεικόνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο χειρόγραφο Mutinensis gr. 122 (foliο 294v) του 15ου αι., που βρίσκεται στην Biblioteca Estense στην Μόντενα.(πηγή )


Κωνσταντινούπολη 29 Μαΐου 1453. «θα πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα μας».
Ο τελευταίος Λόγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Την αποφράδα ημέρα 29 Μαΐου 1453 η βασιλεύουσα πόλη , η πρωτεύουσα της ένδοξης και υπερχιλιόχρονης Ρωμιοσύνης, η επτάλοφος Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Τούρκων. Η φωτεινή περίοδος της δόξης, του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης διακόπτεται βάναυσα από τους Αγαρηνούς και μια περίοδος ζόφου ξεκινά για την Ρωμιοσύνη.. Η του Κωνσταντίνου πόλις εάλω αλλά, στην καρδιά της Ρωμιοσύνης ζη. Την διέσωσαν οι θρύλοι και η Ιστορία. Με την ελπίδα πάλι με χρόνους και καιρούς πάλι δικιά μας θάναι, μεγαλώσανε και μεγαλώνουν πολλές γενεές...

Τελευταίος αυτοκράτορας είναι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, γεννημένος το 1405, την 9η Φεβρουαρίου, και είναι παιδί πολύτεκνης οικογενείας. Ο ίδιος παρά τους δυο γάμους του δεν ευτύχισε να αποκτήσει παιδιά. Οι δυο γυναίκες του πέθαναν πριν τεκνοποιήσουν. Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να φέρει σε γνώση των αναγνωστών την ομιλία που εκφώνησε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος λίγο πριν μεταβεί στην Αγία Σοφία για την τελευταία Θεία Λειτουργία με όλο το επιτελείο και τον απλό Λαό.

Το κείμενο της ομιλίας

«Ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, και γενναιότατοι συστρατιώτες, και όλος ο πιστός και τίμιος λαός, ξέρετε καλά πως έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας θέλει με κάθε τέχνασμα και τρόπο να μας στενοχωρήσει περισσότερο και να μας κάνει πόλεμο σφοδρό, με μεγάλες συγκρούσεις και .....συρράξεις από στεριά και θάλασσα, για να κατορθώσει και να χύσει το δηλητήριό του, σαν φίδι, και να μας καταπιεί σαν ανήμερο λιοντάρι. Σας λέω λοιπόν να σταθείτε αντρειωμένοι και γενναιόψυχοι, όπως κάνατε πάντοτε ως τώρα εναντίον των εχθρών της πίστης. Σας παραδίνω την εκλαμπρότατη και φημισμένη αυτή πόλη, πατρίδα σας και βασίλισσα των πόλεων.

Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας· δεύτερον, για την πατρίδα· τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό· και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους. Λοιπόν αδέρφια, αν οφείλουμε να αγωνιστούμε μέχρι θανάτου για έναν και μόνο από τους τέσσερις αυτούς λόγους, πολύ περισσότερο για όλους μαζί, όπως προφανώς κατανοείτε. Αν για τις αμαρτίες μας παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους ασεβείς, θα διακινδυνεύσουμε υπέρ της πίστεως της αγίας που μας παραχώρησε ο Χριστός με το αίμα του.

Αυτό είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα. Τι θα ωφεληθεί κανείς αν κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, χάνουμε έτσι μια περίφημη πατρίδα και, ακόμη, την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε την άλλοτε περιφανή και σήμερα ντροπιασμένη, ταπεινωμένη και εξουθενωμένη βασιλεία, η οποία γίνεται έρμαιο του ασεβούς τυράννου. Τέταρτον, στερούμεθα τις προσφιλείς γυναίκες και τα παιδιά μας και τους συγγενείς μας. Ο αλιτήριος αυτός αμιράς έχει πενήντα εφτά ημέρες αφότου ήρθε, και μας πολιορκεί και μας πολεμάει νυχθημερόν, με κάθε τέχνασμα και με όλη του την ισχύ. Χάρη στον παντεπόπτη Χριστό και Κύριό μας, διώχτηκε ντροπιασμένος κακήν κακώς πολλές φορές ως τώρα από τα τείχη.

Μην δειλιάσετε και τώρα, αδερφοί, επειδή το τείχος έπεσε σε μερικά μέρη από τα βλήματα και τις εκπυρσοκροτήσεις των τηλεβόλων, γιατί, όπως και εσείς βλέπετε, όπως μπορούσαμε το διορθώσαμε. Εμείς κάθε ελπίδα μας τη στηρίζουμε στην ακαταμάχητη δύναμη του Θεού. Αυτοί έχουν πλήθος όπλα και στρατό και ιππικό, αλλά εμείς έχουμε πίστη στο όνομα του Κυρίου και σωτήρα και, δεύτερον, στα χέρια μας και τη δύναμή μας, που μας χάρισε η θεία πρόνοια.

Ξέρω ότι αυτό το αναρίθμητο μπουλούκι των εχθρών, καθώς είναι η συνήθειά τους, θα βαδίσει εναντίον μας με βαναυσότητα και με έπαρση, με πολύ θράσος και βία, για να μας συνθλίψουν, λόγω του ολιγάριθμου της παράταξής μας, και να μας καταπονήσουν με την κούραση, και με φωνές πολλές και ισχυρές να μας φοβίσουν. Τις φλυαρίες τους αυτές τις ξέρετε καλά και δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε γι’ αυτές. Και σε λίγη ώρα θα τα κάνουν όλα αυτά, και θα πετάξουν πάνω μας σαν άμμο της θάλασσας αναρίθμητες πέτρες, βέλη και βλήματα.

Ελπίζω να μη μας βλάψουν με αυτά, γιατί βλέποντάς σας χαίρομαι πολύ και τρέφω τη σκέψη μου με ελπίδες σαν κι αυτή, δηλαδή πως, αν και είμαστε λίγοι, είμαστε ωστόσο πολύ επιδέξιοι, επιτήδειοι, ρωμαλέοι, δυνατοί, ικανοί για μεγάλα έργα, και καλά προπαρασκευασμένοι. Με τις ασπίδες σας καλύπτετε καλά τα κεφάλια σας στις συμπλοκές και τις συρράξεις. Το δεξί σας χέρι, που κρατάει τη ρομφαία, να είναι πάντοτε μακρύ. Οι περικεφαλαίες σας, οι θώρακες και η σιδερέ νια πανοπλία σας είναι πολύ ικανά, όπως και τα άλλα σας όπλα, και στη συμπλοκή θα σας εξυπηρετήσουν πολύ. Οι αντίπαλοι ούτε έχουν τέτοια ούτε γνωρίζουν να τα χρησιμοποιούν.

Εσείς είσαστε, επίσης, προστατευμένοι πίσω από τα τείχη, και οι απροστάτευτοι δύσκολα προχωρούν. Γι’ αυτό γίνετε μαχητές έτοιμοι, ισχυροί και μεγαλόψυχοι, για όνομα του Θεού. Μιμηθείτε τους λίγους ελέφαντες των αρχαίων Καρχηδονίων, που μόνο με τη φωνή και την όψη τους έτρεψαν σε φυγή μέγα πλήθος ρωμαϊκού ιππικού. Και αν είχαν τη δύναμη να τρέψουν σε φυγή ζώα χωρίς λογική, πόσο μάλλον εμείς που είμαστε κύριοι των ζώων· αυτοί που έρχονται να μας αντιπαραταχθούν σαν ζώα χωρίς λογική, είναι χειρότεροι απ’ αυτά. Τα δόρατά μας, οι ρομφαίες μας, τα τόξα μας και τα ακόντιά μας θα στραφούν εναντίον τους.

Και φανταστείτε πως παίρνετε μέρος σε κυνήγι αγριόχοιρων, για να καταλάβουν οι ασεβείς ότι δεν αντιμάχονται με ζώα χωρίς λογική, όπως είναι αυτοί, αλλά με άρχοντες, και αφέντες τους, και απογόνους των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Ξέρετε καλά πως ο ασεβέστατος αυτός αμιράς και εχθρός της αγίας μας πίστης, χωρίς καμιά δικαιολογημένη αιτία, καταπάτησε την ειρήνη που είχαμε και αθέτησε τους πολλούς του όρκους χωρίς να λογαριάζει τίποτε· φτάνοντας ξαφνικά εδώ έστησε οχυρό στο στενό του Ασωμάτου, για να μπορεί να μας βλάπτει κάθε μέρα.

Τα χωράφια μας, τους κήπους μας, τα οικογενειακά μας καταφύγια, τα σπίτια μας τα έχει κιόλας πυρπολήσει. Τους αδερφούς μας τους Χριστιανούς, όσους βρήκε, τους θανάτωσε και τους αιχμαλώτισε. Διέλυσε τη φιλία μας και έπιασε φιλίες με τους κατοίκους του Γαλατά, και αυτοί χαίρονται, μη γνωρίζοντας και αυτοί οι ταλαίπωροι το μύθο του παιδιού του γεωργού, που έψηνε σαλιγκάρια και είπε “ω ανόητα ζώα” και τα λοιπά.

Ήρθε λοιπόν, αδερφοί, και μας απέκλεισε, και κάθε μέρα έχει ανοιχτό το αχανές στόμα του για να βρει ευκαιρία να μας καταπιεί, εμάς και την Πόλη που έκτισε ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος, και την αφιέρωσε στην πάναγνη και αειπάρθενη δέσποινά μας, τη Θεοτόκο· και τη χάρισε σ’ εκείνη, ώστε να είναι Κυρία της Πόλεως, αλλά και σύμμαχός της και σκέπη της πατρίδας μας και καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά όλων των Ελλήνων, το καύχημα όλων που ζουν κάτω από τον ήλιο.

Στράφηκε τότε στους Ενετούς, που στέκονταν προς τα δεξιά και μεταξύ των όλων είπε:

...εσείς που με τις αστραφτερές σας ρομφαίες θανατώσατε πολλές φορές πλήθος Αγαρηνών, και το αίμα τους έτρεξε από τα χέρια σας σαν ποτάμι, σας παρακαλώ σήμερα την πόλη τούτη, που βρίσκεται σε τόση συμφορά πολέμου, να την υπερασπιστείτε ολόψυχα. Γνωρίζετε πως πάντα την είχατε δεύτερη πατρίδα σας και μητέρα σας.

Κατόπιν, γυρίζοντας προς τα αριστερά, λέει στους Γενουάτες: «Ω Γενουάτες, αδερφοί εντιμότατοι, άντρες πολεμιστές και μεγαλόκαρδοι και φημισμένοι, ξέρετε καλά και καταλαβαίνετε ότι η δυστυχισμένη αυτή πόλη δεν ήταν πάντοτε μόνο δική μου, αλλά και δική σας, για πολλές αιτίες. Εσείς μας βοηθήσατε πολλές φορές πρόθυμα, και με τη δική σας συνδρομή σώθηκε από τους Αγαρηνούς εχθρούς.

Και γενικά, αφού στράφηκε προς όλους, είπε: «Δεν έχω καιρό να πω περισσότερα· μοναχά το ταπεινωμένο σκήπτρο μου το αναθέτω στα χέρια σας, για να το διαφυλάξετε με προθυμία. Σας παρακαλώ ακόμα, και ζητώ την αγάπη σας, να είστε πειθαρχικοί στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκατόνταρχους, ο καθένας κατά την τάξη του, τη θέση του και την υπηρεσία του. Να ξέρετε τούτο: αν από μέσα από την καρδιά σας φυλάξετε τις εντολές μου, ελπίζω στο Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Δεύτερον, σας περιμένει στον ουρανό το αδαμάντινο στεφάνι, και η μνήμη σας θα είναι αιώνια και άξια στον κόσμο».

Με αυτά τελείωσε τη δημηγορία του, ευχαριστώντας με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό, ενώ όλοι, με ένα στόμα, του αποκρίνονταν με δάκρυα λέγοντας: «θα πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα μας». Τα άκουσε ο αυτοκράτωρ και, αφού τους ευχαρίστησε θερμά, υποσχόμενος πολλές δωρεές, τους είπε τέλος: «Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, να είσαστε έτοιμοι το πρωί. Με τη χάρη και την αρετή που μας δώρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία αναθέτουμε “την πάσαν ελπίδα μας”. θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει κακήν κακώς και ντροπιασμένος από εδώ».

Εκείνο το βράδυ 28 προς 29 Μαΐου 1453 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων από τα χέρια του Πατριάρχη και στη συνέχεια μετέβη στον στίβο του καθήκοντος, στη μάχη της υπεράσπισης της Ρωμιοσύνης. Αφού πολέμησε γενναία και την ώρα που ο τούρκος πολεμιστής ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι αναφωνεί Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι.

Έπεσε στο πεδίο ης μάχης και του καθήκοντος και πέρασε στην Ιστορία με χρυσά γράμματα το όνομά του γραμμένο και στη συνείδηση της ρωμιοσύνης ως ο μαρμαρωμένος βασιλιάς που θα ξυπνήσει από άγγελο και θα εισέλθει τροπαιούχος και νικητής.


Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός






ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΥΡΓΙΩΤΗΣ "Ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης"

 

«Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ο αυτοκράτωρ των Ελληνορωμαίων εξέρχεται άτρομος εις την μάχην το 1453 Μαΐου 29». Έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. ( πηγή)

Ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου           λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἱὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερα τινὰ ὀφείλεται κοινῶς ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ πατρίδος, τρίτον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσται ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὃ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὄλον κερδίσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τὲ καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκὼν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πάσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθῶς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἣ τὴν ρομφαίαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροὶ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὢ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέα ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῶα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἠμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθῶν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατά, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μύθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὢ ἀνόητα ζῶα, καὶ τὰ ἑξῆς.

Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὓρη καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένω Μαρία ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πάσι τοῖς ὦσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πάσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τὲ καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῶ ὑποβαλεῖν καὶ δουλεία καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.

 

Έκρινα σκόπιμο να υπενθυμίσω στους  απανταχού της γης πατριώτες συνέλληνες, και όχι μόνο, την ομιλία του Αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου πριν τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μετά από 568 χρόνια που εκφωνήθηκε, για να πάρουμε όλοι μας τα κατάλληλα μηνύματα πατριωτισμού και ορθοδόξου πίστεως. Πονηροί και ύποπτοι οι καιροί. Πολλά φαίνεται ότι κυοφορούνται στον κόσμο. Θα έχουν σχέση με την πατρίδα μας;; Εύλογο ερώτημα. Η μικρή σε έκταση (γεωγραφικά) Ελλάδα κατέχει σημαντική γεωπολιτική θέση. Οι προφητείες, οι μύθοι και οι παραδόσεις μιλούν για πολλά και φοβερά επερχόμενα γεγονότα. Είναι βέβαιο ότι οι προφητείες θα επαληθευτούν, θα γίνουν πραγματικότητα.

 Πότε;;. Ο Θεός μόνο γνωρίζει.

 Εμείς ας είμαστε έτοιμοι...

 


 Μυργιώτης  Παναγιώτης 

Μαθηματικός

 

Πηγή:  Ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Μεγάλου Λογοθέτη Γεωργίου Σφραντζῆ ἢ Φραντζῆ

                 Ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἐν ἔτει 1477

 

 

 

 



ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΥΡΓΙΩΤΗΣ "29η Μαΐου 1453. Εάλω η Πόλις...;;"

 

«Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ο αυτοκράτωρ των Ελληνορωμαίων εξέρχεται άτρομος εις την μάχην το 1453 Μαΐου 29». Έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. ( πηγή)

29η Μαΐου 1453. Εάλω η Πόλις...;;

 

Υπάρχουν ημερομηνίες στην παγκόσμιο ιστορία που  χαρακτηρίζονται σταθμοί. Σηματοδοτούν την αρχή μιας εποχής και το τέλος της προηγούμενης. Μια τέτοια είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, και η 29η Μαΐου 1453. Η ημέρα που η βασιλεύουσα των Πόλεων κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς και έπαψε να είναι η Πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας χιλίων και πλέον ετών. Η επτάλοφος Κωνσταντινούπολις, κέντρο παγκόσμιου ελληνορθόδοξου πολιτισμού, εάλω. Όμως, «Εάλω η Πόλις ή όχι»;; Είναι ερώτημα, όχι διαπίστωση.

Η χιλιόχρονη πρωτεύουσα της (ανατολικής) Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που οι Φράγκοι εκατό χρόνια μετά την πτώση την ονόμασαν Βυζαντινή, από τη μικρή πολιτεία Βυζάντιο για να την υποτιμήσουν, πρόσφερε πάρα πολλά στην παγκόσμια επιστήμη, στον Ελληνισμό και στην ορθοδοξία. Γεγονός που μας καθιστά ιδιαίτερα υπερήφανους. Είναι γνωστόν ότι ο Μ. Κωνσταντίνος δεν ίδρυσε μια καινούρια Αυτοκρατορία, αλλά απλώς μετέφερε την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας από την Ρώμη στην αρχαία πόλη Βυζάντιο, που την άλλαξε και την ονόμασε Νέα Ρώμη και αργότερα έλαβε την ονομασία Κωνσταντινούπολη λόγω του ιδρυτού της.

Την εποχή του Μωάμεθ, πολιορκείται για πρώτη φορά η Κωνσταντινούπολη (668-669) από τον Εγιούμπ ελ Ενσαρί (Eyub El-Ensari), πολιορκία που αποτυγχάνει και επαναλαμβάνεται το 717, για να αποτύχει και πάλι, έπειτα από αποκλεισμό που διήρκεσε 12 ολόκληρους μήνες. Το 1071 εμφανίζονται στην Ανατολία οι Τούρκοι. Η πρώτη πολιορκία της Πόλης από τους Οθωμανούς γίνεται το 1390, από τον σουλτάνο Ειλντιρίμ Μπαγιαζίτ, ο οποίος αναγκάζεται να λύσει την πολιορκία.

Επιθυμούν για αιώνες να κατακτήσουν την Πόλη. Καταστρώνουν σχέδια για να πορθήσουν την Βασιλεύουσα. Το καλοκαίρι του 1452, και αφού έχουν ολοκληρωθεί οι προετοιμασίες, ο Μωάμεθ ο Β' κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στις 28 Ιουνίου συγκεντρώνει στρατό 50.000 ανθρώπων στο άρτι αποπερατωθέν Κάστρο της Ρωμυλίας και στήνει τις σκηνές και τους καταυλισμούς του απέναντι από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το τέλος του 1452 η Πόλη είναι ήδη αποκλεισμένη.

Βρισκόμαστε στην άνοιξη τον 1453 και ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αδυνατεί να ενισχύσει την άμυνα της Πόλης, ο Μωάμεθ ο Β' ολοκληρώνει τις προετοιμασίες του και τις πρώτες μέρες του Απριλίου του 1453 στήνει το αντίσκηνό του μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι στρατιώτες του ξεπερνούν τους 300.000, αφού πολλοί μουσουλμάνοι - και όχι μόνον - κατετάγησαν στις τάξεις του οθωμανικού στρατού μετά την υπόσχεση που έδωσε ο Μωάμεθ ότι μετά την άλωση τα λάφυρα θα ανήκαν στους στρατιώτες του!

Η Κωνσταντινούπολη μετά την άλωσή της από τους Φράγκους το 1204 και τις λεηλασίες και καταστροφές που υπέστη από τους δυτικούς είναι εξασθενημένη. Έχασε ένα σημαντικό κομμάτι από την παλαιά αίγλη και δύναμη. Τμήματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανεξαρτητοποιήθηκαν. Ο κίνδυνος των τούρκων είναι ορατός και τους απασχολεί. Οι Οθωμανοί επεκτείνονται απειλητικά για την Κωνσταντινούπολη. Ο φόβος αυτός τους ωθεί να ζητήσουν την βοήθεια των παπικών. Το σχίσμα ήταν ένα αγκάθι στις σχέσεις ανατολικής και δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Παρά τις αποφάσεις της συνόδου της Φεράρα-Φλωρεντίας (1438-1439) η ένωση δεν επιτυγχάνεται στην πράξη λόγω της αντίδρασης του Μάρκου Ευγενικού. Η δύση πέτυχε τον στόχο της μόνο στα «χαρτιά» και δεν βοηθά τους ανατολικούς. Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραθέτει πλείστα παραδείγματα από τούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες της Δύσεως, στα οποία φαίνεται καθαρά ότι δεν είχαν τη δυνατότητα και τη βούληση να βοηθήσουν οικονομικά και στρατιωτικά. Εν τούτοις, μερικοί Ενετοί και Γενουάτες ήρθαν αυθόρμητα από την Ιταλία για να πολεμήσουν εναντίον των Οθωμανών. Και τελικά οι Ενετοί και οι Γενουάτες συμμετείχαν κατά την αντίσταση στην πολιορκία, αν και υπήρχαν μεταξύ τους πολλές διαφορές, και μάλιστα οι Γενουάτες απεχώρησαν την τελευταία στιγμή από τον αγώνα.

Γυναίκες και μοναχές «έσπευσαν στα τείχη να βοηθήσουν για τη μεταφορά υλικών για την ενίσχυση των οχυρωμάτων, και να μεταφέρουν στάμνες με νερό, για να ξεδιψάσουν οι αμυνόμενοι». Οι μαχητές δίνουν ηρωικό αγώνα και ο αυτοκράτορας δίνει εντολή να ανοίξουν οι εκκλησίες και να γίνονται παρακλήσεις και Θείες Λειτουργίες. Όλος ο λαός έψαλε το «Κύριε, ελέησον» κατά τις λιτανείες.

Στις 25 Μάιου ο Μωάμεθ Β' ζήτησε από τον αυτοκράτορα να παραδώσει την Πόλη με αντάλλαγμα τη σωτηρία του ίδιου και της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Άλωσης Γεώργιο Φραντζή, ο αυτοκράτορας απάντησε: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτε τ' εμόν εστίν οΰτ' άλλου των κατοικούντων εν αυτή. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών», που σημαίνει: «Ούτε εγώ ούτε άλλος κανείς από τους κατοίκους της πόλης έχουμε το δικαίωμα να σου την παραδώσουμε. Αντίθετα, όλοι μας έχουμε πάρει την απόφαση να πεθάνουμε με τη θέληση μας (για χάρη της) και να μην υπολογίσουμε τη ζωή μας». Απάντηση ελληνική, γενναία, πατριωτική, και ιστορική και διδακτική

Τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου 1453 άρχισε η μεγάλη έφοδος των Τούρκων. Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης αρχικά αμύνονταν με ηρωισμό. Αργότερα όμως επεκράτησε σύγχυση και πανικός μεταξύ των μισθοφόρων, οι οποίοι υπερασπίζονταν το μέσο τείχος, όταν τραυματίστηκε ο επικεφαλής τους φρούραρχος Ιουστινιάνης. Οι στρατιώτες του Μωάμεθ, στους οποίους ο σουλτάνος είχε δώσει το ελεύθερο για λεηλασία, όρμησαν ασυγκράτητοι στο εσωτερικό της πόλης.

Στο μεταξύ από μια μικρή πύλη, την Κερκόπορτα, εισέβαλαν και άλλοι Τούρκοι. Τότε ακούστηκε η κραυγή «η Πόλις εάλω», έπεσε η Πόλη. Ο αυτοκράτορας, όταν είδε πως δεν έμενε πια καμιά ελπίδα, μαζί με τρεις έμπιστους της φρουράς του, τον Δον Φραντσίσκο, τον ξάδερφο του Θεόφιλο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Δαλμάτη, όρμησε μέσα στο πλήθος των εχθρών και χάθηκε για πάντα. Ακολούθησε σφαγή και λεηλασία. Παραδίδεται μάλιστα πως μεγάλη σφαγή έγινε και μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας, όπου είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα. Η Άλωση της Πόλης σήμανε το οριστικό τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ σημάδεψε δραματικά και την πορεία του Ελληνισμού στην Ιστορία.

Η τύχη της πόλης είχε πλέον κριθεί, οι μαχητές εξαθλιωμένοι, κατακουρασμένοι, αλλά με ψηλό το φρόνημα, μάχονται και μόνοι και μετά των λιγοστών εναπομεινάντων και πέφτει ο ένας μετά τον άλλον. Ο Κωνσταντίνος μάχεται σαν απλός στρατιώτης. Κατάκοπος αλλά αποφασισμένος κατέβηκε από το άλογο του, αφαίρεσε την αυτοκρατορική του στολή και όλα τα σύμβολα του ψηλού αξιώματός του. Διατήρησε μόνο τα ερυθρά πέδιλα (καμπάγια), με τους χρυσούς δικέφαλους αετούς, και αφού ξεγύμνωσε το σπαθί του, καλυπτόμενος προ της ασπίδας του, όρμησε στο κρισιμότερο σημείο το πλήθος των επιδρομών και ο Σφραντζής αφηγείται «Εμάχετο ο Άνθρωπος και Βασιλεύς επί ώραν πολλή, βρυχώμενος ως λέων και την ρομφαίαν (σπαθί) εσπασμένη έχων εν τη δεξιά, πολλούς των πολεμίων κατέσφαξε και το αίμα ποταμηδόν εκ των χειρών και των ποδών αυτού έρρεε». Σε τέτοια στιγμή, στην ορμή της μάχης, μεγαλείου – αυτοθυσίας και υπερβάσεως από τα γήινα, έπεσεν μαχόμενος ο τελευταίος των Παλαιολόγων και μαζί του έπεσεν και η Αυτοκρατορία και ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, κραυγή, που σε λίγες μόνον στιγμές ακούστηκε σ’ όλη την πόλιν. Την υστάτην στιγμή προ της θυσίας του, ιστορικοί καταμαρτυρούν ότι ο Παλαιολόγος ανεφώνησεν: «Ουκ εστί τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν απ’ εμού». Φράση που καταδεικνύει την αγωνία του Χριστιανού Εθνομάρτυρα να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Αγαρηνών. Οι κατακτητές αναζητούν το νεκρό σώμα του Αυτοκράτορα: «πλείστας κεφαλάς των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχοι και την Βασιλική γνωρίσωσι και ουκ ηδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν, ει μη, το τεθνεός πτώμα του βασιλέως ευρόντες, ο εγνώρισαν εκ του Βασιλικών περικνημίδων ή και πεδίλων ένθα χρυσοί δικέφαλοι αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις Βασιλεύσι».

Ο χρονογράφος και φίλος του Κωνσταντίνου, Σφραντζής διηγείται: «Την Αυγήν της 29ης Μαΐου 1453 περί την 4ην πρωινή ημέρας Τρίτης, συμπληρών της ηλικίας αυτού έτη 49 μήνας 3 και ημέρας 20, έπεσεν ο ηγεμών Κωνσταντίνος ο 11ος Παλαιολόγος κατά την 55ην ημέραν της πολιορκίας της Βασιλεύουσας, ομού μετ’ αυτής». Κατά τον Φραντζή, ο Μωάμεθ αφού αναγνώρισε τη Βασιλική υπόσταση του Κωνσταντίνου, το θάρρος, την τιμή και το μεγαλείον του, με προσταγή του ετάφη το πτώμα του Βασιλέως μετά Βασιλικών τιμών, παρέλειψε όμως επιμελώς ν’ αναφέρει που ετάφη. Είναι γεγονός ότι ελλείψει σύγχρονης μαρτυρίας, ή έστω παράδοσης, δεν έχει πληροφορηθεί κανένας ποτέ, που ετάφη ο ήρωας Βασιληάς. Μεταγενέστερες δημιουργηθείσες παραδόσεις οφείλονται σε διηγήσεις και ευσεβείς απηχήσεις. Η φαντασία του Ελληνικού Έθνους και ο θρύλος, θέλει τον Κωνσταντίνο Μαρμαρωμένο, όπου Άγγελος Κυρίου, προτού κτυπηθεί από το σπαθί του αράπη, τον άρπαξε και τον πήρε σε μια σπηλιά βαθιά κάτω στη γη, κοντά στην Χρυσόπορτα. Εκεί μένει «Μαρμαρωμένος» και καρτερεί την ώρα να ’ρθεί πάλιν ο Άγγελος, να τον σηκώσει, να του δώσει και πάλι στο χέρι το σπαθί του και να μπει στην πόλη από την Χρυσόπορτα και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, να τους διώξει μέχρι την Κόκκινη Μηλιά… την Μέκκα. Είναι όμως και η λαϊκή ρήση πολύ χαρακτηριστική της παράδοσης και του πόθου των Ελλήνων «Κωνσταντίνος την έκτισε, Κωνσταντίνος την έχασε, Κωνσταντίνος θα την πάρει».

 

Μυργιώτης  Παναγιώτης

Μαθηματικός

  

Υ.Γ. Κάποιος φορέας θα έπρεπε να ασχοληθεί και να αναδείξει αυτή την τεράστια προσφορά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Βυζαντινής).








ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "ΖΗΤΕΙΤΑΙ Πολίτης: Πόλις,Πολίτης,Πολιτική."

 

Πίνακας Philipp von Foltz


ΖΗΤΕΙΤΑΙ Πολίτης: Πόλις,Πολίτης,Πολιτική.

*Στις φετινές εκλογές, όπως σε όλες τις εκλογές, όλοι επικαλούνται την ωριμότητα του Πολίτη και υπενθυμίζουν την υποχρέωσή του να ασκήσει το μέγιστο και αυτονόητο Πολιτικό του δικαίωμα. Το δικαίωμα της Ψ ή φ ο υ. Κι αυτό γιατί σε μία δημοκρατική Πολιτεία ο Πολίτης θεωρείται το κύτταρο του Πολιτεύματος, αφού οι Πόλεις είναι οργανωμένες πάνω στις ανάγκες και στην ελεύθερη βούληση των Πολιτών, κατά το « Άνδρες γαρ Πόλις..». Εξάλλου αυτό επιτάσσει και ο Πολιτικός Πολιτισμός.

**Πόλις, Πολίτης, Πολιτεία, Πολίτευμα, Πολιτική, Πολιτισμός: Μία οικογένεια λέξεων που αλληλονοηματοδοτούνται, αλληλοτροφοδοτούνται και συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο επωάζεται και ανθοφορεί η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.

 

“Ταύτα μεν δη ωμολόγηται, ω Γλαύκων, τη μελλούση άκρως οικείν πόλει…βασιλέας δε αυτών είναι τους εν φιλοσοφία τε και προς τον πόλεμον γεγονότας αρίστους(Πλάτων, “Αθηναίων Πολιτεία”).

       Ο Πλάτων  περιγράφοντας το τέλειο πολίτευμα συναρτά αυτό με την “αριστεία” τόσο στην φιλοσοφία όσο και στον πόλεμο.

“ Χρώμεθα  γαρ πολιτεία ου ζηλούση τους των πέλας νόμους”(Θουκυδίδης,“Περικλέους Επιτάφιος”).

Ο Περικλής στον “Επιτάφιό”του υπερηφανεύεται πως το πολίτευμα της Αθήνας δεν ζηλεύει τους νόμους των άλλων(αυτονομία).Ένα άλλο στοιχείο για το οποίο επαίρεται ο Περικλής είναι και η βάση του πολιτεύματος.

 

“Και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται”.

Ο περίφημος ορισμός της δημοκρατίας προβάλλει εμφαντικά τον κυρίαρχο ρόλο των πολλών-πλειοψηφίας έναντι των ολίγων-μειοψηφίας. Ένα άλλο στοιχείο της εξιδανικευμένης δημοκρατίας κατά τον Περικλή είναι και αυτό της ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς που διέπει τις σχέσεις του πολίτη με την πολιτεία –κοινά.

 “Ελευθέρως δε τα τε προς το κοινόν πολιτεύομεν και ες την προς αλλήλους των καθ ημέραν επιτηδευμάτων υποψίαν” (Περικλέους Επιτάφιος)..

 Οι Αθηναίοι μπορούσαν ταυτόχρονα μέσα σε κλίμα ελευθερίας να ασχολούνται τόσο με τα κοινά όσο και με τις καθημερινές-ιδιωτικές τους υποθέσεις. Άμεσα ή έμμεσα ο Θουκυδίδης δίνει μία απάντηση για την ταυτότητα του ιδανικού πολίτη αλλά και του πλαισίου μέσα στο οποίο μπορεί να ζήσει και να λειτουργήσει ως ενεργό υποκείμενο ο πολίτης.

        “δήλον ότιπρότερον ο πολίτης ζητητέος. Η γαρ πόλις πολιτών τι πλήθος εστιν “ (Aριστοτέλης, “Πολιτικά”).

Στον παραπάνω προβληματισμό του Αριστοτέλη αλλά και στο παρακάτω ερώτημά του “ώστε τίνα χρη καλείν  πολίτην και τις ο πολίτης”ίσως ο Θουκυδίδης να δίνει την καλύτερη απάντηση με την εμβληματική θέση:

“ Ένι τε τοις αυτοίς οικείων άμα και πολιτικών επιμέλεια, και ετέροις έτερα προς έργα τετραμμένοις τα πολιτικά μη ενδεώς γνώναι. Μόνοι γαρ τον τε μηδέν τωνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ αχρείον νομίζομεν”( Περικλέους Επιτάφιος).

Για τον Περικλή, λοιπόν, ο ιδανικός πολίτης σε μία δημοκρατία είναι αυτός που γνωρίζει και φροντίζει τόσο τα ιδιωτικά του θέματα όσο και τα δημόσια-κοινά. Για τον αθηναίο πολιτικό ο “απράγμων” –φιλήσυχος είναι “άχρηστος”.

 

To ιδανικό πρότυπο του πολίτη το καταγράφει και ο Πρωταγόραςπροβάλλοντας το αρνητικό πρότυπο, τον άνθρωπο -ι δ ι ώ τ η.  Στον HomoPoliticus αντιπαραθέτει ως αρνητικό πρότυπο τον Homoidiot.

 “Ει μέλλει πόλεις είναι ουδένα δει ιδιωτεύειν”.

Ανάλογη είναι και η θέση του Ανδοκίδη για τις ευθύνες και το πρότυπο του ιδανικού πολίτη ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την πρόοδο και εξέλιξη των πόλεων.

“Διά μεν γαρ των ιδίων επιμελουμένους ουδέν οι πόλεις μείζους καθίστανται, δια δε τους των κοινών μεγάλαι γίγνονται”.

 Ο Αριστοτέλης διερωτάται για τις αναγκαίες  προϋποθέσεις για να θεωρηθεί κάποιος πολίτης“ ο δε πολίτης ου τω οικείν που πολίτης εστίν”(Πολιτικά).Ως αναγκαία προϋπόθεση λαμβάνει την συμμετοχή του πολίτη στηνβουλευτική και δικαστική εξουσία.

Tις μεν ουν ο πολίτης, εκ τούτων φανερόν,ω γαρ εξουσία κοινωνείν αρχής βουλευτικής και κριτικής”(Πολιτικά)

Οι πόλεις προοδεύουν όταν οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στις υποθέσεις της πόλης,ενώ αντίθετα οι πόλεις μένουν “στάσιμες” όταν οι πολίτες απέχουν από τα κοινά και “ησυχίαν άγουν” για πολλούς λόγους. Την απραγμοσύνη και την ησυχία του πλήθους-πολιτών την καταδικάζει φανερά ο Θουκυδίδης τόσο στον Επιτάφιο του Περικλή όσο και στις διαδικασίες της απόφασης για την Σικελική εκστρατεία.

“Ει τω άρα και μη ήρεσκε, δεδιώς μη αντιχειροτονών κακόνους δόξειεν είναι τη πόλει ησυχίαν ήγεν”.

Ο Θουκυδίδης,δηλαδή,είδε καθαρά πως η απραξία-ησυχία του λαού λόγω του φόβου να μην φανεί “κακόνους” (κακός πατριώτης)οδήγησε σε λανθασμένη απόφαση που ήταν και η αρχή του τέλους της αθηναϊκής ηγεμονίας.Ένα άλλο γνώρισμα των πολιτών-λαού είναι και η ευκολία με την οποία βρίσκουν το “φταίξιμο” στους ταγούς της εξουσίας, όπως εύστοχα επισημαίνει στις “ Ικέτιδες”ο Αισχύλος (στίχος 474).

“Κατ αρχής γαρ φιλαίτιος λεώς”.

Hπόλις,λοιπόν, και τασυνδηλούμενα-παράγωγά της,πολίτης και πολιτεία,συνιστούν όχι μόνον μία οικογένειαομόρριζων εννοιών αλλά κι ένα πλαίσιο θεσμών που ιστορικά φωτίζουν την πολιτική διαδρομή του ανθρώπου. Γι αυτό η πόλις με τα παράγωγά της απασχόλησε τόσο τους ιστορικούς όσο και τους ποιητές και φιλοσόφους. Κι αυτό γιατί η “πόλις” καθίσταται κατανοητή ως έννοια και θεσμός μόνον ως σχέση συνεργασίας-συνύπαρξης μεταξύ της αγοράς(δημόσιος χώρος)και του λαού-κατοίκων-πολιτών ,αλλά και όλων εκείνων που κατέχουν την αρχή-εξουσία.

 “Άνδρες γαρ πόλις και ου τείχη ,ουδέ νήες ανδρών κεναί”(Θουκυδίδης,Η-77).

Τα παραπάνω λόγια συνιστούν όχι απλά έναν ορισμό της πόλης αλλά και μία προτροπή του Νικία προς τους στρατιώτες του για επίδειξη δύναμης και γενναιότητας. Γιατί η πόλη ανήκει στους πολίτες και όχι στην εξουσία κάποιου ηγεμόνα βασιλιά, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Αίμων στον πατέρα του τον Κρέοντα.

“ Πόλις γαρ ουκ έσθ’, ήτις ανδρός εσθ’  ενός(Αντιγόνη).

Η παραπάνω θέση του Αίμονα προσδιορίζει και τα όρια της εξουσίας αλλά και τα καθήκοντα των πολιτικών προς την πόλη-λαό.Φυσικά το έργο-καθήκον των πολιτικών δεν εξαντλείται στο ελάχιστον,όπως αυτό περιγράφεται στα “Πολιτικά” του Αριστοτέλη.

“του δε πολιτικού και του νομοθέτου πάσαν ορώμεν  την πραγματείαν ούσαν περί πόλιν( Έργο του πολιτικού και του νομοθέτη είναι η φροντίδα της πόλης).

       Ο Θουκυδίδης ορίζει με σαφήνεια τους κινδύνους για την πόλη και τους πολίτες που πηγάζουν από τους άρχοντες.Ιδιαίτερημνεία γίνεται στον λαϊκισμό αυτών( η ηδονή των λόγων)

“ τρισίν τοις ξυμφορωτάτοις τη αρχή, οίκτω, και ηδονή λόγων και επιείκεια”.

Oοίκτοςηδονή λόγων και η επιείκειαείναι τα τρία επιβλαβή πράγματα για την πολιτεία. Γι αυτό οι Αθηναίοι θέσπισαν την υποχρεωτική λογοδοσία των αρχόντων πριν το στεφάνωμα-επευφημία.

«στεφανούν τον υπεύθυνον “επειδάν λόγον και ευθύνας της αρχής δω”».

  Συναφή με τα καθήκοντα του πολιτικού-άρχοντα είναι και τα λόγια του Αγάθωνα.

“ Τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι. Πρώτον ανθρώπων άρχει. Δεύτερον ότι κατά νόμους άρχει. Τρίτον ότι ουκ αεί άρχει”.

          Ο άρχοντας-πολιτική εξουσία, δηλαδή, πρέπει να έχει κατά νουν τρία πράγματα: Πρώτον ότι διοικεί ανθρώπους. Δεύτερον ότι διοικεί σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας και τρίτον ότι δεν  είναι αιώνιος άρχοντας Ο ίδιος ο Όμηρος αναφέρει δια στόματοςΓλαύκωνα, προς τον Έκτορα (Ιλιάδα,Ρ 144).

“Φράζεο  νυν,όπως και πόλιν και άστυ σαώσεις” .

Ωστόσο,, ο Ευριπίδης καταγγέλλει την επιθετικότητα και αρπακτικότητα κάποιων ηγεμόνων που στο όνομα της εξουσίας τους καταλαμβάνουν ξένες πόλεις.Αποτέλεσμα αυτής της αρπακτικότητάς τους η καταστροφή τους.

      “ μώρος δε θνητών όστις εκπορθεί πόλεις, / ναούς τε τύμβους θ’ ιερά των κεκμηκότων,/ ερημία δους αυτός ώλεθ ύστερον” ( Τρωάδες,95-97).

Την αλληλεπίδρασηΠόλης και Πολιτών την αποδίδει με ακρίβεια ο Θουκυδίδης (Β60), τονίζοντας την ανάγκη μιας ευημερούσας πόλης για την σωτηρία-ευδαιμονία των πολιτών.

 Εγώ γαρ ηγούμαι πόλιν ξύμπασαν ορθουμένην τους ιδιώτας ή καθέκαστον των πολιτών ευπραγούσαν,αθρόαν δε σφαλλομένην.Καλώς μεν φερόμενος ανήρ το καθ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται,κακοτυχών δε εν ευτυχούση πολλώ μάλλον διασώζεται”.

Μία πόλις ,δηλαδή, ωφελεί τα άτομα περισσότερο όταν αυτή ακμάζει στο σύνολό της, παρά όταν ευτυχεί ο κάθε ένας ατομικά, η δε πόλις δυστυχεί. Γιατί κάθε πολίτης που ευτυχεί ως άτομο, αν καταστραφεί η πατρίδα του, συμπαρασύρεται ασφαλώς στην καταστροφή, ενώ ο δυστυχών σε ευτυχούσα πατρίδα έχει μεγαλύτερη ελπίδα σωτηρίας.

          Στα ύστερα χρόνια και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο η πόλη ως έννοια και θεσμός ταυτίστηκε με την  Κωνσταντινούπολη που για 1000 χρόνια δέσποζε ως χώρος (πολιτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, οικονομικά..). Η κατάληψή της από τους Τούρκους συνοδεύτηκε από θρήνου αλλά και από την ιστορική απάντηση του Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β΄.

“ Το δε την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων ενταύθα” // “ Εάλω η Πόλις”

Η πόλη κατέστη σύμβολο και έτυχε ευρείας αναφοράς από πολλούς λογοτέχνες με κορυφαίο το ποίημα του Κ. Καβάφη “Η Πόλις”. Σε αυτό αποτυπώνεται η στενή σχέση Πολίτη και Πόλης  και υπόρρητα δηλώνεται το αίσθημα του εγκλωβισμού που βιώνει ένας άνθρωπος που θέλει να αλλάξει τόπο και ζωή. Γνωρίζει ,ωστόσο, πως αυτό είναι ανέφικτο αφού η πόλη θα τον ακολουθεί παντού. Στο ποίημα διατυπώνονται οι διαψεύσεις όλων των προσδοκιών του ανθρώπου αλλά και αδυναμία-αποτυχία του να απαλλαγεί από το παρελθόν και τα λάθη του.

« Είπες “ Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ άλλη / θάλασσα./ Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή./ Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι / γραφτή…../ Η πόλις θα σε ακολουθεί”».

Στη στήλη αυτή “ΓΛΩΣΣΟδρόμιον”θα ανιχνεύονται οι σημασίες των λέξεων και οι υπόγειες διαδρομές της γλώσσας μας.

    *ΠΗΓΗ:Blog“ΙΔΕΟπολις Ηλία  Γιαννακόπουλου





"THE FORMAL DECLARATION " Poem by Dr Jernail S Aanand translated in Polish by Zbigniew Roth


THE FORMAL DECLARATION 


The whole society had fallen to 
A fell disease 
Every cell was rotten
Winds wept passing through 
Measled leaves
Moments cursed themselves
After being exploited
To keep criminals alive.

Whenever a damsel was in distress
Or a child kidnapped, 
Or old parents 
In need of medicine
And the love of their wards
No good man arrived.
To keep faith and hope alive 

When the kings stripped their people
Of their essential rights 
And crushed all resistance
To unipolar rule,
There was none to stand up.
A few voices which rose
Were bribed, or otherwise silenced.

No poet, no scholar, no social reformer 
No moral philosopher
There was no Deus ex machina 
To unsettle evil 
And weave a way 
Out of contrived confusions

Evil, unchallenged in its sway, 
Most comfortably worked its way 
No fear of any resistance
No protest, 
People in the past were not so educated 
Who organized revolutions 
And brought Evil to its heels 

Now, things were clear 
People were well educated 
And trained in Personal Culture.
No feather was ruffled 
When all the agencies of the good 
Had been withdrawn 
And declared ultra vires.

People had become addicts to the 
Official non sense, 
They had stopped resisting,
And then acquiesced
When they were assured 
Gods had changed sides, 
And retired, 
Leaving the realms to the Neo Good 

In a corner of Heaven, 
People had gathered to mourn
The death of Goodness.
There are no Good People now.
All believe in wealth and power, 
And deal in contraband.
Hopes and Faith were hiding their face.

Satan and His deputies were seated 
In ceremonious chairs.
Gods were brought to the podium
And given a written script 
The arch God then declared,
We formally announce 
The fall of Goodness 
Henceforth, this world will be 
Governed by Satan. Unchallenged.

Dr  Jernail S Aanand 

............



FORMALNE OŚWIADCZENIE
( FORMAL STATEMENT )
Jernail S Aanand

Całe społeczeństwo upadło
Upadła choroba
Każda komórka była zgniła
Wiatry płakały przechodząc
Odra liście
Chwile przeklinały same siebie
Po wykorzystaniu
Aby utrzymać przestępców przy życiu.

Zawsze, gdy dama była w opałach
Albo porwane dziecko,
Albo starzy rodzice
Potrzebujący lekarstwa
I miłość ich podopiecznych
Nie przybył żaden dobry człowiek.

Aby wiara i nadzieja były żywe
Kiedy królowie ogołocili swoich ludzi
O ich podstawowych prawach
I zmiażdżył wszelki opór
Do rządów jednobiegunowych,
Nie było nikogo, kto mógłby wstać.

Kilka głosów, które się podniosły
Byli przekupywani lub w inny sposób uciszani.
Żaden poeta, żaden uczony, żaden reformator społeczny
Żaden filozof moralny
Nie było Deus ex machina
By niepokoić zła

I splotły sie drogi
Z wymyślonych nieporozumień
Zło, niekwestionowane w swym panowaniu,
Najwygodniej pracowało po swojemu
Bez strachu przed jakimkolwiek oporem
Bez protestu,

Ludzie w przeszłości nie byli tak wykształceni
Kto organizował rewolucje
I rzucił Zło na pięty
Teraz wszystko jest jasne
Ludzie byli dobrze wykształceni
I przeszkoleniy w zakresie kultury osobistej.

Żadne pióro nie było zmierzwione
Kiedy wszystkie agencje dobra
Zostały wycofane
I zadeklarował ultra vires.
Ludzie uzależnili się od tego
Oficjalny nonsens,
Przestali się opierać,

A potem się zgodzili
Kiedy byli pewni
Bogowie zmienili strony,
I na emeryturze,
Pozostawienie królestw Neo Goodowi
W kącie nieba,
Ludzie zebrali się, aby opłakiwać

Śmierć Dobroci.
Nie ma teraz dobrych ludzi.
Wszyscy wierzą w bogactwo i władzę,
I handlują kontrabandą.
Nadzieje i Wiara skryły twarz.
Szatan i Jego zastępcy siedzą
Na uroczystych krzesłach.

Bogowie zostali przyprowadzeni na podium
I dostali pisemny scenariusz
Arch Bóg następnie oświadczył,
Oficjalnie ogłaszamy
Upadek Dobra
Odtąd ten świat będzie
Rządzony przez szatana. 
Jako niekwestionowanego władcy.

Translated  by Zbigniew Roth