Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

ΛΙΝΑ ΒΑΤΑΝΤΖΗ " Πληρότητα "


Αν το χέρι μου πιάσεις
στην γη δεν θα περπατάμε πια
τα δάχτυλά μας τις λόγχες του γρασιδιού
θ΄ αγγίζουν-
χάδι ζωής.
Αν το χέρι μου πιάσεις
ο ουρανός δεν θα έχει όρια
τα σώματα σαν σύννεφα θα ταξιδεύουν
θα αιωρούνται-
ανάσα ζωής.
Αν το χέρι μου πιάσεις
η νύχτα δεν θα με φοβίζει
πάντα έναστρος θα φαίνεται ο ουρανός
θα λάμπει-
φως ζωής.
Αν το χέρι μου πιάσεις
τα όνειρα δεν θα υφίστανται
πραγματικότητα υπαρκτή
θα γίνουν-
τελείωση ζωής.


Η φωτογραφία είναι από :https://es.123rf.com/











ΜΙΜΗΣ ΚΟΥΡΤΗΣ " ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΠΑΘΟΣ."

Πίνακας : Τιτίνα Ροντογιάννη.

Ο Ποσειδώνας ο ερωτύλος δεν συγχώρεσε την άρνηση,
και χτύπησε με αδέσποτη γροθιά την τρίαινα του.
Προσκύνημα ήθελε,τυφλή υποταγή και αυταπάρνηση,
εύκολη λεία σε θεώρησε και βρήκε τελικά την ύαινά του.
Κάρφωσε αλλόφρονας με τ' όπλο του την καρδιοθάλασσα,
που ήταν κρυμμένη στου νερού το απύθμενο το βάθος.
Ξύπνησε ξέπλεκη κι αλλόφρονη  του έρωτα η Άνασσα,
κι αντί για κύμα ελευθέρωσε,βουνό ανάβατο,το πάθος.
Αγρίεψε και χόλιασε ο νερένιος ο θεός,και άφρισε,
μελάνιασε και θόλωσε το μπλε στο ξέσπασμά του.
Μα άχραντο χέρι έπιασε ψυχής πινέλα και ζωγράφισε,
το πάθος του αμόλευτου Έρωτα,μ' όλα τα χρώματά του.

Μίμης Κούρτης - Εγκλουβή,26 Αυγούστου 2 0 1 8.








Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ " Η Δυστυχία "


Κρυμμένη πίσω από τις γλάστρες
Απ' το απέναντι μπαλκόνι
σημειώσεις κρατά η Δυστυχία

Αγωνιά να μάθει με μάτι που γουρλώνει
ποιος μπαίνει και ποιος φεύγει
Και πως τον  λεν τον επισκέπτη
Που ρθε στο σπίτι μου εχτές

Τεντώνει το αυτί της
κι όταν μιλώ τα χείλη μου διαβάζει
Σπουδές θαρρώ πως έκανε στη Στάζι

Τι θα κερδίσει άραγε αν θα με δει γυμνό
από την κλειδαρότρυπα του μπάνιου

Αν φλέρταρα την κόρη του παπά
Αν συνευρέθηκα με πόρνη
Αν πίνω ακριβό κρασί
Η μπίρα με λεμόνι

Τι έχει να της δώσει
Τέτοια σπουδαία γνώση;;;;

Η Δυστυχία γρια και κουτσοδόντα
απ'τις ζωές των άλλων ζει
Κήνσορας που ελέγχει
στα πάντα κάνει κριτική


Μα συ κακία μην κρατάς 
Άσε να σε κοιτούνε 
Συμπάθεια να δείχνεις 
Σε όσους δυστυχούνε

Ηλίας Παραθύρας







Ασημάκης Πανσέληνος ( 1903 - 1 Σεπτεμβρίου 1984 )

Ο Ασημάκης Πανσέληνος (1903 - 1 Σεπτεμβρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, πεζογράφος, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος και πολιτικός. Αποτέλεσε έναν από τους εκπροσώπους και τους κορυφαίους διανοητές της γενιάς του ’30.
Ο Ασημάκης Πανσέληνος, γιος του εμπόρου υφασμάτων Ιωακείμ και της Μυρτώς το γένος Βελισσαρίου, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, όπου πέρασε τα παιδικά και γυμνασιακά του χρόνια. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1929 και εργάστηκε ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του προσκάλεσε στη Μυτιλήνη, από κοινού με το Βασίλη Αρχοντίδη, τον Γιάννη Ψυχάρη, γεγονός που χαιρετήθηκε από τους κατοίκους του νησιού ως πρωτοποριακή πνευματική κίνηση. Στη δικτατορία του Μεταξά συνελήφθη για αντικαθεστωτική δράση (από κοινού με τους Ν.Καρβούνη, Κ.Βάρναλη και Γ.Κορδάτο) και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου εντάχτηκε στην Αντίσταση και κλείστηκε από τους ιταλούς και τους άγγλους στις φυλακές Αβέρωφ και το Χασάνι αντίστοιχα. Μετά το τέλος του Εμφυλίου διετέλεσε βουλευτής Λέσβου (1950-1951) με το κόμμα της ΕΛΔ. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με τη βράβευση ενός πεζογραφήματός του σε διαγωνισμό του περιοδικού του Θεόδωρου Θεοδωρίδη (Ντορή Ντόρου) Μυτιληνιός, στο οποίο δημοσίευσε στη συνέχεια στίχους και πεζά, ενώ ακολούθησαν δημοσιεύσεις του, με διάφορα ψευδώνυμα, σε έντυπα όπως ο Ελεύθερος Λόγος (1921), η Καμπάνα (1923-1924), ο Ταχυδρόμος (1925), η Λεσβιακή Μούσα (1925-1927) και οι Λεσβιακές Σελίδες (1925). Συνεργάστηκε επίσης με τους Νέους Πρωτοπόρους (από το 1931), τα Νεοελληνικά Γράμματα (μετά το 1936), τη Μάχη (από το 1945) την Πολιτική, τα Ελεύθερα Γράμματα (1945-1947) κ.α., όπου δημοσίευε λογοτεχνικά κείμενα, άρθρα και κριτικά δοκίμια, ενώ το 1946 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μέρες οργής. Γνωστός ωστόσο έγινε κυρίως μέσα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα Τότε που ζούσαμε (1974), στο οποίο παρουσιάζεται η κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας από την προπολεμική περίοδο ως την εποχή του εμφυλίου. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και πεζογράφημά του με τίτλο Νερά και χώματα και άλλα πολλά.

Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Μέρες οργής. Αθήνα, Γλάρος, 1945.
• Ταξίδια με πολλούς ανέμους· Προλογικό ποίημα Θρασύβουλου Σταύρου. Αθήνα, Κέδρος, 1964.
• Το καφενείο του άλλου δρόμου· Σχέδια Γιάννη Καλαντίδη. Αθήνα, Ίκαρος, 1972.
ΙΙ.Πεζογραφία - Ταξιδιωτικά κείμενα
• Τότε που ζούσαμε· Επιμέλεια Γιώργου Βακιρτζή. Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Στη Μόσχα με τα νιάτα του κόσμου. Αθήνα, Δίφρος, 1962.
• Νερά και χώματα και άλλα πολλά· Επιμέλεια Γιώργου Βακιρτζή. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
• Η Κίνα η δική μου. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
ΙΙΙ.Δοκίμια – Αυτοβιογραφικά κείμενα 
• Μέρες από τη ζωή μας. Αθήνα, Κέδρος, 1957.
• Η παράξενη φιλία μας με τον Γιώργο Θεοτοκά. Αθήνα, ανάτυπο από το περιοδικό Η Συνέχεια, 1973.
• Άγγελος Σικελιανός ή τα πολιτικά πρόσωπα των θεών. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Συνέντευξη με τον εαυτό μου. 1984.
ΙV. Μεταθανάτια έκδοση
• Φύλλα ημερολογίου (1941-1943). Αθήνα, Κέδρος, 1993.



Ο Ασημάκης Πανσέληνος (δεξιά) με το φίλο του Αλέκο Α. στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 26 ετών . 
“Ναβάγια της ζωής” έχει γράψει αυτοσαρκαστικά στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, 
σε προκλητική «μαλλιαρή»
πηγή φωτογραφίας https://tsak-giorgis.blogspot.com/

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!

Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
το Καθεστώς!

«Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
«Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
«Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
«Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!

Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γιαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

«Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.


ΕΞΩΣΙΣ ΔΥΣΤΡΟΠΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Δεν είναι παγωνιά δεν είναι ζέστα,
είναι μονάχα της καρδιάς το ψύχος
κι οι δικαστές κι οι νόμοι και τα ρέστα
χωρίζονται απ’ τον άνθρωπο με τείχος

κι όπου ζωή σημαίνει απανθρωπία,
ο νόμος λέει τη φτώχεια «δυστροπία».

Παράτα τη ζωή και δες το νόμο·
ήρθε ο κλητήρας με ρυθμό γοργό
και της πετάει τα πράματα στο δρόμο
-χρωστούσε πέντε νοίκια η Μαριγώ-

τα φίδια έχουν φωλιές, τ’ αγρίμια, οι λύκοι
κι οι άνθρωποι έχουν σπίτια με το νοίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
κι ο κόσμος ζει σ’ αιώνια αποκριά
όσο που να ’ρθει ο μπόγιας να την πάρει
σ’ έν’ άσυλο, νετάρισε η γριά,

η γριά μέσα στο βιος που της ανήκει
μια χύτρα, μια στρωμνή κι ένα καθίκι.

Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
και σκα η ζωή και στο ξερό κλωνάρι,

σκέπει τα πάντα ελληνική πληρότης,
κοιμάται η γριά σε στρώμα μαλακό
κι η Άνοιξη κουνάει τον πισινό της
σαν παραστρατημένο θηλυκό.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΜΑΤΣ


Εικοσιδυό λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τ’ αστέρια!

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τ’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τ’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι
της νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι
και κλειουν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.

Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που ’ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.

Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους,
ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.

Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.

Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.
(1943)

Τα ποιήματα από https://sarantakos.wordpress.com/



ΒΙΒΛΙΑ 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ

Γραμμένο μες στη δικτατορία, το "Τότε που ζούσαμε" αποτελεί μια πράξη αντίστασης και μαζί μιαν απολογία της γενιάς του Ασημάκη Πανσέληνου (1903-1984). Ο Ασημάκης Πανσέληνος αναθυμάται τη ζωή του γνωρίζοντας πως ζει κανείς την εποχή που αγωνίζεται για κάτι καλύτερο, την εποχή που κάνει το χρέος του σαν πολίτης και σαν άνθρωπος προς τους συμπολίτες του και προς τους ανθρώπους του τόπου του και όλου του κόσμου. Οι αναμνήσεις του είναι η τελευταία του προσπάθεια να αγωνιστεί ξανά, η προσφορά του. Η μνήμη πρέπει να διατηρείται, να επιβιώνει, να ξαναγίνεται μαγιά για τις γενιές που ακολουθούν και που έχουν τους δικούς τους αγώνες να δώσουν.
Ένα μαγευτικό βιβλίο αναμνήσεων, ένα βιβλίο με συγκλονιστικές μαρτυρίες, με γοητευτική ατμόσφαιρα και με ιδέες τολμηρές και ανατρεπτικές, μας βοηθά σήμερα να θυμόμαστε πως τίποτα στη ζωή δεν μας χαρίζεται -ούτε στους ανθρώπους ούτε στους λαούς- αν δεν πολεμήσουμε και αν δεν αντισταθούμε. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Ένα μάθημα ευγλωττίας, χιούμορ, εκστατικής παρατήρησης, μνήμης, κριτικής αντιμετώπισης και ώριμης πολιτικής συνείδησης. Ένα βιβλίο που τα 'χει όλα» (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ)


ΦΥΛΛΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Μέσα στα χαρτιά του Ασημάκη Πανσέληνου βρέθηκε το χειρόγραφο αυτό που σήμερα έρχεται στη δημοσιότητα. Είναι ένα ημερολογιακό κείμενο που δεν προοριζόταν να εκδοθεί και ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της εποχής. Γραμμένο μέρα με τη μέρα, κάτω από την πίεση και την αγωνία των γεγονότων, αποτελεί μια προσπάθεια να βάλει ο συγγραφέας σε κάποια τάξη και προοπτική τα πρωτόγνωρα και φοβερά βιώματα ενός πολέμου και μιας κατοχής. Ένα τέτοιο ημερολόγιο, γραμμένο εν θερμώ, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τον σύγχρονο αναγνώστη. Δείχνει κατ' αρχήν την πραγματικότητα αμεταμφίεστη από την κατοπινή γνώση γύρω από το τι είχε και τι δεν είχε αληθινή βαρύτητα και σημασία. Δείχνει επίσης την ψυχολογική κατάσταση και τους προβληματισμούς μιας μερίδας, τουλάχιστον, αριστερών στα κρίσιμα εκείνα πρώτα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού έχει γραφεί, σχεδόν όπως είναι αυτούσιο, μες στη φυλακή κι ελάχιστες μόνο διορθώσεις, στο ύφος και στη διαρύθμιση τον κειμένου, έχουν γίνει.
Είταν γραμμένο, φυσικά, χωρίς σύστημα και χωρίς τάξη, σε λογής χαρτιά, περιθώρια εφημερίδων, στρατσόχαρτα, συνοπτικά και πολλές φορές συνθηματικά και γι' αυτό πολλά σημεία ξεχάστηκαν κι αναγκάστηκα να τα παραλείψω.
Τα πρόσωπα είναι όλα υπαρχτά, όπως εύκολα το καταλαβαίνει ο αναγνώστης. Πολλών τα ονόματα μπήκανε λίγο παραλλαγμένα γιατί δε μπόρεσα να συνεννοηθώ μαζί τους αν θέλανε, τώρα πια, να γίνει γνωστό πως είταν κάποτε φυλακή. Άλλων είναι εντελώς αλλαγμένα γιατί τα είχα σημειωμένα συνθηματικά και τα ξέχασα.
Το κείμενο είναι περισσότερο ένα ντοκουμέντο παρά ένα έργο φαντασίας. Το βιβλίο φαίνεται να βγαίνει κάπως αργά. Μερικές από τις ιδέες του δεν αντιπροσωπεύουν πια το συγγραφέα.
Και το θέμα του θα φαινόταν ξεπερασμένο, αν τα καθημερινά γεγονότα δεν αποδείχνανε πως ποτέ δεν είναι ανεπίκαιρο πράμα να μισείς τη φυλακή και τον πόλεμο και ν' αγαπάς απεριόριστα την ελευθερία. Αθήνα, Νοέμβρης 1956 (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

Το βιβλίο αυτό με τους ασύνδετους, σωστούς ή λαθεμένους διαλογισμούς του, δεν έχει πρόθεση να εκφράσει μια συστηματική πολιτικοκοινωνική ιδεολογία, και θα είταν λάθος να αναζητηθεί στις σελίδες του κάτι τέτοιο.
Πολλές από τις σκέψεις του είναι κιόλας διατυπωμένες σε άλλα μου έργα και άλλες όχι. Είναι όλες σκέψεις σχεδόν αυθόρμητες, λογικές ή παράλογες, συχνά αντιφατικές, που τις φτιάνει σε στιγμή ευφορίας ή απόγνωσης, πιθανόν και ερωτηματικά, το μυαλό του ανθρώπου και ο συγγραφέας τις σημείωνε γιατί το απαιτούσαν οι ίδιες.
Αν έχουν βέβαια κάποια αξία ουσιαστική, είναι ότι συνεφέρνουν και οριοθετούν τις κατεστημένες αντίθετες αντιλήψεις, περιορίζοντας στο σωστό μέτρο την αλήθεια που τυχόν τους απόμεινε, έτσι που να μην παραπλανούν τη συγχρονιζόμενη ανθρώπινη σκέψη.
Υπάρχει μέσα μου μια τάση, μια ανάγκη πνευματική, να αρνιέμαι προκαταβολικά ό,τι είναι παραδεγμένο για σωστό στην κοινωνία που ζούμε, και ένιωθα πάντα τις σημειώσεις μου αυτές σα μια εφεδρεία παρήγορη και λυτρωτική. Όταν μια σκέψη, για μια στιγμή γοητεύει, είναι στον ίδιο λόγο σωστή. Γιατί η ομορφιά έχει μέσα της αποκαλυπτικό στοιχείο. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)







Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Μαίρη Σέλλεϋ ( 30 Αυγούστου 1797 – 1 Φεβρουαρίου 1851 )


Η Μαίρη Γουόλστονκραφτ Σέλλεϋ (Mary Wollstonecraft Shelley, Λονδίνο, 30 Αυγούστου 1797 – 1 Φεβρουαρίου 1851) ήταν Αγγλίδα συγγραφέας και σύζυγος του ρομαντικού ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, γνωστή για το μυθιστόρημά της Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας.

Η Μαίρη Σέλλεϋ ήταν κόρη του φιλοσόφου Ουίλλιαμ Γκόντουϊν και της συγγραφέως Μαίρης Γουόλστονκραφτ. Ερωτεύτηκε τον ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, ο οποίος την απήγαγε το 1814 στην Ελβετία. Παντρεύτηκαν μετά τον θάνατο της γυναίκας του Σέλλεϋ, Χάρριετ Γουέστμπρουκ. Το 1816 κατά τη διάρκεια ταξιδιού με τον Σέλλεϋ, και ενώ φιλοξενούνταν στη βίλα του ποιητή Λόρδου Μπάυρον στην Ελβετία, ξεκίνησε να γράφει το πασίγνωστο μυθιστόρημα Φρανκενστάιν. Τελείωσε το έργο το 1817 και εκδόθηκε το 1818. Μετά το θάνατο του συζύγου της αφοσιώθηκε στη συγγραφή.
Κυριότερα έργα
Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας (Frankenstein: or, The Modern Prometheus), (1818) ― ελλην.μετάφρ.Ροζίτα Σώκου ("Κάκτος")
Η Βαλπέργκα (Valperga), 1823
Ο τελευταίος άνθρωπος, (The Last Man), 1826
Φώκνερ (Falkner), 1837
Ημερολόγιο ενός ταξιδιού έξι εβδομάδων (Journal of a Six Weeks’ Tour), 1814 για ένα ταξίδι με τον Σέλλεϋ.

Η πρώτη σελίδα της έκδοσης του 1831.

Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας 

Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας (Frankenstein; or, The Modern Prometheus) είναι ο τίτλος της γοτθικής και ρομαντικήςνουβέλας από την Αγγλίδα συγγραφέα Μαίρη Σέλεϊ, που γράφτηκε στα μέσα του 1816 και εκδόθηκε το 1818 στην Αγγλία. Η νουβέλα λέει την ιστορία του νεαρού φοιτητή ανατομίας και χειρουργικής, που ανακαλύπτει το μυστικό του πώς να δίνει ζωή σε άψυχα πράγματα μέσω αλχημείας, αλλά και τους κινδύνους της γνώσης.

Περίληψη

Η ιστορία αρχίζει με τον καπετάνιο Ρόμπερτ Γουάλτον, που ταξιδεύει με καράβι στον Αρκτικό Κύκλο. Σ' ένα παγόβουνο βλέπει έναν τεράστιο άνθρωπο πάνω σε έλκυθρο που σέρνουν σκυλιά, και αργότερα έναν άλλο άρρωστο άντρα. Ο καπετάνιος τον φιλοξενεί στο καράβι του, και ο ξένος του αποκαλύπτει το όνομά του: Βίκτορ Φρανκενστάιν, και κυνηγάει έναν μεγαλόσωμο και τεράστιο άνθρωπο.
Ο Φρανκενστάιν, ακούγοντας τον σκοπό του ταξιδιού Γουάλτον -να αποκτήσει περισσότερη γνώση- εκνευρίζεται και τον πληροφορεί πως η υπερβολική γνώση μπορεί να καταστρέψει τον άνθρωπο. Για να τον πείσει, του λέει την ιστορία του.
Ο Φρανκενστάιν, γεννήθηκε στην Γενεύη της Ελβετίας από πλούσια και σημαντική οικογένεια. Ο καλύτερός του φίλος ήταν ο Χένρι Κλέρβαλ, και περνούσαν το περισσότερο χρόνο μαζί. Στα τέσσερά του, η θεία του πέθανε και η κόρη της, η Ελίζαμπεθ Λαβένζα, ήρθε να κατοικήσει με την οικογένεια του Φρανκενστάιν. Μετά από μερικά χρόνια, ο Φρανκενστάιν αποκτάει ακόμα δύο αδέρφια - τον Έρνεστ και τον Γουίλιαμ. Μετά το θάνατο της μητέρας του, Καρολάιν Μπόφωρτ - Φρανκενστάιν, ο Φρανκενστάιν αφήνει την οικογένειά του για να σπουδάσει στο εξωτερικό.
Στις έρευνές του, ανακαλύπτει πώς να δώσει ζωή σε άψυχη ύλη. Οι καθηγητές του, χωρίς να γνωρίζουν την ανακάλυψή του, του δίνουν ένα εργαστήριο για να εργάζεται. Ο Φρανκενστάιν συλλέγει μέρη πτωμάτων, αγοράζοντας ή κλέβοντας, με σκοπό να "χτίσει" ένα σώμα ανθρώπινου όντος. Μέσα σ' ένα χρόνο, το σώμα ολοκληρώνεται, και το μόνο που μένει είναι να ζωντανέψει. Ένα βροχερό βράδυ, το φέρνει στη ζωή (με άγνωστο τρόπο). Το πλάσμα αποκαλύπτεται να είναι ένα απαίσιο, μεγαλόσωμο τέρας με γαλάζια μάτια και κίτρινο δέρμα.
Ο Φρανκενστάιν αποφασίζει να το καταστρέψει, αλλά το τέρας εξαφανίζεται. Ο Φρανκενστάιν μαθαίνει πως ο Γουίλιαμ έχει δολοφονηθεί, και αποφασίζει να επιστρέψει στην Γενεύη. Φτάνοντας εκεί, βλέπει το τέρας αλλά και πάλι εξαφανίζεται. Ο Φρανκενστάιν μαθαίνει πως ο δολοφόνος είναι η Τζάστιν Μόριτζ, υπηρέτρια των Φρανκενστάιν. Ο Φρανκενστάιν είναι σίγουρος πως ο δολοφόνος είναι το τέρας και όχι η Τζάστιν. Όμως η Τζάστιν καταδικάζεται σε θάνατο.
Ο Φρανκενστάιν, σε μια βόλτα συλλογισμού του στα βουνά, βρίσκει το τέρας, (που, μυστηριωδώς, έμαθε να μιλά) που του λεει την ιστορία του. Το τέρας, μετά την εγκατάλειψή του από τον δημιουργό του περιφέρεται στα βουνά, μέχρι που βρίσκει μια οικογένεια. Κρυμμένος από εκείνους, μαθαίνει να μιλά. Επισκέπτεται τον τυφλό γέροντα της οικογένειας όταν είναι μόνος του για να του μιλήσει. Δεν προλαβαίνει όμως, και η υπόλοιπη οικογένεια εμφανίζεται και τον κυνηγούν. Το τέρας ταξιδεύει στη Γενεύη, όπου βρίσκει τον νεαρό Γουίλιαμ. Ο Γουίλιαμ, τρομαγμένος από το τέρας, αρχίζει να τον βρίζει, και λέει πως ο πατέρας του θα τον τιμωρήσει. Το τέρας, μαθαίνοντας πως ο Γουίλιαμ είναι ένας Φρανκενστάιν, τον σκοτώνει για να εκδικηθεί τον δημιουργό του. Παίρνει το μενταγιόν του Γουίλαμ από το λαιμό του και βρίσκει την Τζάστιν να κοιμάται. Έτσι τοποθετεί το μενταγιόν στο λαιμό της, ώστε να κατηγορηθεί εκείνη ως δολοφόνος.
Το τέρας παρακαλεί τον Φρανκενστάιν να του φτιάξει ένα ταίρι για συντροφιά, και του υπόσχεται πως δεν θα ξαναφανεί. Ο Φρανκενστάιν δέχεται. Απομονώνεται σ' ένα μικρό νησί, και χρησιμοποιεί μια καλύβα ως εργαστήριο. Αφού συλλέγει γυναικεία ανθρώπινα μέλη, μέσα σε δύο μήνες, "χτίζει" ένα θηλυκό, ανθρώπινο σώμα. Όμως, πριν τη φέρει στη ζωή, μετανιώνει και καταστρέφει το σώμα. Το τέρας, που τον παρακολουθούσε, του ορκίζεται εκδίκηση.
Ο Φρανκενστάιν επιστρέφει στη Γενεύη και παντρεύεται την Ελίζαμπεθ. Στον μήνα του μέλιτός τους σε μια καλύβα, ενώ ο Φρανκενστάιν προσέχει για το τέρας, η Ελίζαμπεθ είναι μόνη της. Το τέρας εμφανίζεται και την στραγγαλίζει. Ο Φρανκενστάιν, οδηγημένος από εκδίκηση, κυνηγάει το τέρας.
Λίγο αργότερα, μετά το τέλος της ιστορίας του, ο Φρανκενστάιν πεθαίνει. Ο καπετάνιος βρίσκει το τέρας στην καμπίνα του Βίκτορ, και καταλαβαίνει πως το τέρας έχει μετανιώσει για όλα αυτά που έκανε. Μόνο στον κόσμο, το τέρας φεύγει από το πλοίο από το παράθυρο σ' ένα παγόβουνο, και δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά.

«Ματίλντα»: το πιο τολμηρό έργο της Μαίρη Σέλεϊ

Η «Ματίλντα» της Μαίρη Σέλεϊ, έργο τολμηρό για την εποχή του, παρέμεινε για πολλά χρόνια στην αφάνεια και κυκλοφόρησε μόλις το 1959. Αν θέλετε να διαβάσετε τι έγραψε η ιέρεια του Ρομαντισμού, μετά τον «Φρανκεστάιν», μπορείτε να αναζητήσετε τη νουβέλα από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση της συγγραφέως Ισμήνης Καπάνταη.
Η περίληψη της έκδοσης έχει ως εξής:«Η Ματίλντα ήταν το δεύτερο, μετά τον Φρανκενστάιν, έργο της Μαίρη Σέλεϊ και γράφτηκε κι αυτό την εποχή που ζούσε ακόμα με τον άντρα της, τον ποιητή Πέρσι Σέλεϊ, στην Ιταλία. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, το 1820, το έστειλε με τη φίλη της Μαίρη Γκίσμπορν στον πατέρα της Γουίλιαμ Γκόντγουιν, για να εκδοθεί. Ο Γκόντγουιν ταράχθηκε από το θέμα του, που αφορούσε μια, έστω και φανταστική, αιμομιξία.
Σύμφωνα με τη Μαίρη Γκίσμπορν (Maria Gisborne and Edward Williams, Shelley’s Friends, Their Journals and Letters, ed. Frederick L. Jones, Norman, 1951, p. 44), ο Γκόντγουιν της δήλωσε πως το βιβλίο δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί παρά μόνον αν γραφόταν πρόλογος, όπου θα υπήρχε σαφής διευκρίνιση ότι δεν είχε στην πραγματικότητα συντελεστεί αιμομιξία.
Δεν έστειλε ωστόσο το έργο για να εκδοθεί (αν και δεν είχε καθόλου διστάσει να στείλει προς έκδοση το έργο της γυναίκας του και μητέρας της Σέλεϊ, Μαίρη Γουόλστονκραφτ, «Maria», εξίσου προκλητικό για τα ήθη της εποχής, μια και το θέμα του ήταν η μοιχεία) και δεν επέστρεψε το χειρόγραφο στην κόρη του παρά τις επανειλημμένες περί αυτού οχλήσεις της. Το έργο εκδόθηκε τελικά το 1959».
Απόσπασμα του βιβλίου: «Τη μοίρα μου τη διαμόρφωσε η ανάγκη, μια εφιαλτική, αδήριτος ανάγκη. Χρειάζονταν χέρια πιο δυνατά από τα δικά μου• πιστεύω μάλιστα πως καμία ανθρώπινη δύναμη δεν θα μπορούσε να σπάσει την άθραυστη αλυσίδα που μ’ έδεσε –εμένα που κάποτε η έννοια της ζωής ισοδυναμούσε με τη χαρά και τα μόνα αισθήματα που με διακατείχαν ήταν αγάπη και καλοσύνη– στη δυστυχία που θα τελείωνε, και τώρα πρόκειται να τελειώσει, στον θάνατο».





Αττίκ - Κλέων Τριανταφύλλου ( 19 Μαρτίου 1885 - 29 Αυγούστου 1944 )


Ο Αττίκ (πραγματικό όνομα: Κλέων Τριανταφύλλου, 19 Μαρτίου 1885 - 29 Αυγούστου 1944) ήταν Έλληνας συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής των τραγουδιών του. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού στις αρχές του 20ού αιώνα.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος της Εριθέλγης Ραπτάκη. Από την μητέρα του ήταν εγγονός του Δημητρίου Ραπτάκη, ιατρού και βουλευτή Κυθήρων στην Ιόνιο Βουλή, και της Κλεπάτρας Κορωναίου, αδελφής του στρατιωτικού Πάνου Κορωναίου. Μεγάλωσε στην Αίγυπτο, όπου παρακολούθησε μαθήματα μουσικής. Το 1907 φτάνει στο Παρίσι, για να σπουδάσει πολιτικές και οικονομικές επιστήμες -ως συνέχεια των σπουδών του στη Νομική σχολή Αθηνών- όμως αποφασίζει να τις εγκαταλείψει γρήγορα για να γραφτεί στο Conservatoire de Paris, όπου θα έχει καθηγητές τον Gabriel Fauré, τον Camille Saint-Saëns και τον Émile Pessard. Στο Παρίσι θα εκδόσει περίπου 300 συνθέσεις, τραγούδια, μουσική για πιάνο, για οπερέτα, για μπαλέτο κ.α. και θα γίνει ιδιαίτερα γνωστός. Συνεργάστηκε ως ηθοποιός με διάφορους θιάσους και συμμετείχε σε περιοδείες σε διάφορες χώρες ως το 1930, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και δημιούργησε την περίφημη «Μάντρα του Αττίκ».
Λίγο πριν από τον θάνατό του πρωταγωνίστησε στην ταινία Χειροκροτήματα του Γιώργου Τζαβέλλα που είχε κάποια σχεδόν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στην ταινία αυτή ο Αττίκ, κουρασμένος από τις κακουχίες της κατοχής και υπερβολικά μελοδραματικός, σε λίγα θύμιζε τη γεμάτη δυναμισμό και ευφυΐα προσωπικότητα του δημιουργού της «Μάντρας».Τραγούδια του συνθέτη στην ταινία απέδωσε η ηθοποιός Ζινέτ Λακάζ.

Λίγους μήνες μετά αυτοκτόνησε παίρνοντας υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών. Ένα επεισόδιο με ένα Γερμανό στρατιώτη που τον χτύπησε καθώς οδηγούσε το ποδήλατό του, φαίνεται πως στάθηκε όχι η αιτία αλλά η αφορμή μάλλον για μια προαναγγελθείσα αυτοκτονία, αποτέλεσμα κατάθλιψης στην οποία είχε περιπέσει.

Ορισμένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι τα:
Παπαρούνα (1936), ερμ. Δανάη
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά (1939).Το τραγούδι αυτό γεννήθηκε από μια σύντομη απιστία της Σούρα, Ρωσίδας χορεύτριας την οποία νυμφεύθηκε σε τρίτο γάμο το 1919.
Είδα μάτια (1909)
Ζητάτε να σας πω (1930) ερμ. Δανάη. Σύμφωνα με θρύλο της εποχής, ο Αττίκ (γνωστός για την αυτοσχεδιαστική του ικανότητα) αυτοσχεδίασε το τραγούδι στη «Μάντρα» του (καλλιτεχνική ομάδα της οποίας ήταν και ο δημιουργός). Ο δεύτερος γάμος του Αττίκ με την καλλονή της εποχής, την ηθοποιό Μαρίκα Φιλιππίδου (η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον πολιτικό Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της της Μελίνας Μερκούρη), είχε ατυχή κατάληξη. Κάποιο βράδυ η Φιλιππίδου με τον νέο σύζυγό της, τον ίλαρχο Σταμάτη Μερκούρη, εμφανίστηκε στη Μάντρα και το κοινό, περιπαιχτικά, άρχισε να ζητά το Είδα Μάτια, που ήταν γραμμένο για εκείνην. Ο Αττίκ αποσύρθηκε πικραμένος, και μετά από 10 λεπτά, αφού αυτοσχεδίασε, επέστρεψε και έπαιξε το Ζητάτε να σας πω ως απάντηση.
Μαραμένα τα γιούλια (1935), ερμ. Δανάη
Άδικα πήγαν τα νιάτα μου (1936) ερμ. Αττίκ
Αν βγουν αλήθεια (1920)
Τα καημένα τα νιάτα (1918)

"ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑΤΑ"-1944


Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΑΣ ΣΥΝΘΕΤΗ ΑΤΤΙΚ ΣΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΑΒΕΛΛΑ "ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑΤΑ"- ΠΑΙΖΟΥΝ.- ΑΤΤΙΚ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ. ΖΙΝΕΤ ΛΑΚΑΖ κα Το φιλμ όχι μόνο γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και νύχτα για την εξοικονόμηση ρεύματος. Η μουσική και τα τραγούδια που ακούγονται στη ταινία είναι του Αττίκ, ενώ ο Δημήτρης Χορν κάνει εδώ την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Τα πρώτα τους κινηματογραφικά βήματα σε αυτή τη ταινία κάνουν επίσης ο Γιώργος Φούντας, ο Γιάννης Φέρμης και ο Αλέκος Αλεξανδράκης ως κομπάρσος. Τα πλάνα με το κοινό που συμμετείχε με καλοπροαίρετους προσκεκλημένους γυρίστηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1943 στον κινηματογράφο ΡΕΞ. Λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας ο Αττίκ πέθανε. Στις 29 Αυγούστου του 1944, ενώ ο Αττίκ βάδιζε στο πεζοδρόμιο, σκόνταψε κατά λάθος σ' ένα Γερμανό στρατιώτη. Εκείνος ο αχρείος, έγινε θηρίο ανήμερο κι άρχισε να χτυπάει ανελέητα το μικρόσωμο Αττίκ. Αυτό ήταν το τελευταίο άχυρο για την καταπονεμένη καρδιά του Αττίκ. Κάθε βράδυ έπαιρνε για να κοιμηθεί μια μικρή δόση ηρεμιστικού Βερονάλ. Εκείνο το βράδυ αύξησε τη δόση του...και δεν ξύπνησε ποτέ πια  https://www.youtube.com/


Μάνδρα του Αττίκ

Η Μάνδρα ή Μάντρα του Αττίκ, ήταν ένας καλλιτεχνικός όμιλος που περιελάμβανε τραγουδιστές και άλλους αυτοσχέδιους παρουσιαστές, μίμους κλπ με διάφορες και πολλές δημόσιες εμφανίσεις και εκδηλώσεις στην Αθήνα, του οποίου την καλλιτεχνική διεύθυνση είχε ο Κλέων Τριανταφύλλου γνωστότερος ως Αττίκ, ο οποίος εκτελούσε και χρέη κομπέρ.
Την πρωτοβουλία της ίδρυσης αυτής της καλλιτεχνικής ομάδας με τον τίτλο Μάνδρα είχε ο Αττίκ το καλοκαίρι του 1931 σε συνεργασία με τους Δ. Ευαγγελίδη, και τον Βώττη οπότε και πρωτοπαρουσιάσθηκε αυτή σε υπαίθριο θέατρο, της οδού Μηθύμνης στην τότε Πλατεία Αγάμων (σημερινή πλατεία Αμερικής). Από τότε η Μάνδρα του Αττίκ κάθε καλοκαίρι εμφανίζονταν στην Αθήνα και το χειμώνα περιόδευε στις επαρχίες μέχρι το 1938 οπότε και εγκαταστάθηκε μόνιμα σε μια αθηναϊκή ταβέρνα, την Μονμάρτη, στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου, η λειτουργία της οποίας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Επί σειρά ετών, τα καλοκαίρια, το πρόγραμμα της Μάνδρας του Αττίκ παρουσιαζόταν στο υπαίθριο θέατρο Δελφοί επί της οδού Αχαρνών. Πολλοί καλλιτέχνες όφειλαν την ανάδειξή τους στη Μάνδρα του Αττίκ. Μεταξύ αυτών: οι τραγουδίστριες Λουίζα Ποζέλι, Ζωή Νάχη, Καλή Καλό, Δανάη, Κάκια Μένδρη, Ντιριντάουα, της οποίας το πραγματικό όνομα ήταν Καίτη Οικονόμου, Λέλα Μιτσούκο, η τελευταία αποκάλυψη του Αττίκ, επίσης ο ντιζέρ Τώνης Ράις, ο Κ. Μπέζος, ο πολυθρύλητος και πανύψηλος μίμος Ανδρέας Ζουλάς, που ο Αττίκ τον παρουσίασε με το ονομα Ζαζάς, ο Σπαθόπουλος, και οι πρώτοι κομφερασιέ (παρουσιαστές) Ορέστης Λάσκος, Χρήστος Πύρπασος, Μίμης Τραϊφόρος, Φίλωνας Αρίας και πολλοί άλλοι.

Η Μάνδρα του Αττίκ διαλύθηκε μετά τον θάνατο του Αττίκ το 1944. Πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν ανεπιτυχώς να δημιουργήσουν παρόμοια συγκροτήματα. Στη δεκαετία όμως του 1950 άρχισαν να δημιουργούνται αναψυκτήρια με έντονο το ύφος της συνέχειας αυτού του είδους καλλιτεχνικής παρουσίας, κυριότεροι δημιουργοί των οποίων ήταν ως παρουσιαστές οι Γιώργος Οικονομίδης, στο Πεδίο του Άρεως ο Όμηρος Αθηναίος, στο Γκρην Παρκ, ο Ζαχαρίας Τσίχλας στην Αίγλη του Ζαππείου, κ.ά.
Σύμφωνα με αρχεία της Ελληνικής Χωροφυλακής, στις 25 Ιουλίου του 1935 υπό την αναμόχλευση πολιτικών παθών ομάδα πολιτών ροπαλοφόρων και κάποιων σμηνιτών εισέβαλαν στο χώρο που εμφανιζόταν η Μάνδρα του Αττίκ μεταβάλλοντας τα πάντα σε ερείπια τραυματίζοντας καλλιτέχνες και θαμώνες μεταξύ των οποίων και τον δημοφιλή καλλιτέχνη Αττίκ στο κεφάλι, πολλοί εκ των οποίων στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία. Αφορμή του γεγονότος ήταν μια σατιρική κωμωδία κατά του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη. Λίγες ημέρες μετά ακολούθησαν παρόμοιες επιδρομές και σε γραφεία εφημερίδων. https://el.wikipedia.org/


Φωτογραφία του καλλιτέχνη μετά τα επεισόδια της 25ης Ιούλη 1935












ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗ " ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ " - ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ



ΙSBN - 13 9786185104580
Εκδότης -ΩΚΕΑΝΟΣ
Σειρά - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Χρονολογία Έκδοσης - Απρίλιος 2016
Αριθμός σελίδων 624
Διαστάσεις - 21x14

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Από τη γέννησή της ακόμη η Ευρυδίκη βιώνει την πατρική απόρριψη… 
Σε ηλικία πέντε ετών παραχωρείται, ως «ανιψιά», στον υποψήφιο βουλευτή Θεοδόση Σπηλιόπουλο και στη σύζυγό του Ευγενία, που είναι άτεκνοι. Καθώς μεγαλώνει, η αυστηρή Ευγενία την αντιμετωπίζει ως απειλή για την καριέρα του συζύγου της και την κοινωνική τους θέση. 
Ακολουθεί ο γάμος, από συνοικέσιο και με τη θερμή συναίνεση του πατέρα της, με τον πολύ μεγαλύτερό της Χαράλαμπο, ο οποίος την οδηγεί σε μια τρίτη οικογένεια. 
Αποκτά δύο κόρες. Η Ευρυδίκη βιώνει τη λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία μέσα στον γάμο. Αντιλαμβάνεται όχι μόνο ότι καμιά από τις τρεις οικογένειές της δεν μπορεί να τη στηρίξει, αλλά επιπλέον καθεμιά τους κρύβει και ένα «στοιχειό» για κείνην, το οποίο καλείται να βρει το θάρρος να αντιμετωπίσει. 
Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ξυπνά, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται και ο έρωτας στο πρόσωπο ενός συνομηλίκου της. 
Η ώρα να κάνει γενναία βήματα για να κερδίσει, επιτέλους, τη ζωή της, έχει έρθει... 


Αφιέρωση 
Αφιερώνεται στο Γρηγόρη 
και στις κόρες μας 
Σταυρούλα, Ναταλία, Δήμητρα 











ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


Σελ. 13-23 (Γέννηση και πρώτα πέντε χρόνια της Ευρυδίκης)



Ξεφυλλίστε το βιβλίο ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ και διαβάστε ολόκληρο το Πρώτο Κεφάλαιο του μυθιστορήματος στον παρακάτω σύνδεσμο με το δωρεάν pdf:

ΣΕΛ. 61-68 (Η Ευρυδίκη με τους θείους Θεοδόση και Ευγενία)

«Όλα πήγαν μια χαρά», συμπέρανε ωστόσο με δυνατή φωνή [η Ευγενία], κλείνοντας για την ώρα τον κύκλο αυτών των σκέψεων, και κοίταξε το σοβαρό και ανέκφραστο πρόσωπο του Θεοδόση που οδηγούσε σιωπηλός.
Ο Θεοδόσης συμφώνησε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. Είχε το νου του στην οδήγηση. Άναβε συχνά τους προβολείς για να δει μέσα στο πηχτό σκοτάδι, οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν ταχύτατα και ρυθμικά, και το αυτοκίνητο έτρεχε στην άσφαλτο, αφήνοντας πίσω του βουβές γειτονιές ή σκοτεινά και παντέρημα κομμάτια της πόλης. 
Ένιωθε κουρασμένος και δεν είχε διάθεση για συζήτηση. Εξάλλου, οι εκτιμήσεις της Ευγενίας, ο γνώμονας του συμφέροντος και οι κινήσεις από υπολογισμό, με την πάροδο του χρόνου τον κούραζαν ολοένα και περισσότερο και του προκαλούσαν ένα όλο και μεγαλύτερο αίσθημα αποστροφής. Ζώντας μαζί της τόσα χρόνια, μερικές φορές, όπως κι απόψε, είχε νιώσει ένα δυσάρεστο και αδικαιολόγητο συναίσθημα πως κάποιον ακαθόριστο κίνδυνο διατρέχει, πως βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κι εκείνη μοιάζει μ’ ένα φορτίο από το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαγεί, για να μπορέσει να σωθεί. 
Τελευταία, ό,τι έδινε χρώμα και ζωντάνια σε παρόμοιες χοροεσπερίδες, ήταν μονάχα η παρουσία της δεκαεξάχρονης Ευρυδίκης στο πλάι τους. Αν και ήταν σοβαρή και συνεσταλμένη, ωστόσο, χόρευε όλους τους ευρωπαϊκούς χορούς με άνεση και χάρη, γιατί πάντα είχε μια ευκολία να μαθαίνει, η έφηβη νιότη της ξεχείλιζε ομορφιά και θηλυκότητα, και καθώς κοίταζε γύρω της μ’ αυτά τα μάτια τα παράξενα σαν θαμπωμένη, τους θάμπωνε όλους, όπως αιχμαλώτισε κι αυτόν τον ίδιο, από την πρώτη κιόλας στιγμή που την είδε, τότε που ήταν ακόμα η άγουρη υπόσχεση ενός πανέμορφου λουλουδιού, ενός φρούτου ευωδιαστού. 
Ξαφνιάστηκε απόψε όταν την είδε με το πρώτο της μικρό, μαύρο, βραδινό φόρεμα! Όχι ακριβώς μαύρο, είχε και μπλε αποχρώσεις στην ύφανση, ούτε ακριβώς μικρό, το μήκος του έφτανε το γόνατο, κι ας ήταν στη μόδα τα υπερβολικά κοντά φορέματα για τις περισσότερες κοπέλες, μα σίγουρα η Ευγενία που είχε τον κύριο λόγο πάνω στο θέμα ‘αμφίεση’, ήξερε τι ταίριαζε για την ηλικία της και για την περίσταση. Παρόλα αυτά, χωρίς μανίκια, με τις μικρές πολύχρωμες αστραφτερές χάντρες να στολίζουν το ψηλό στρογγυλό ντεκολτέ του, και με τη στενή γραμμή του να αγκαλιάζει το σώμα της, ήταν πραγματικά κομψό και εντυπωσιακό. 
Πόσο γυναίκα του φάνηκε! Και σαν να είχε γίνει αυτή η θεαματική αλλαγή μέσα σε λίγες ώρες μόνο! Κι ας προετοιμαζόταν γι’ αυτή την αναπόφευκτη μεταμόρφωση εδώ και τρία χρόνια, όταν άρχισαν οι σταδιακές αλλαγές στο σώμα και στην εμφάνισή της, κι ας τις έχει παρακολουθήσει όλες. Αρκετές φορές σταμάτησε την κουβέντα του άθελά του για να την καμαρώσει και να ξεκλέψει φευγαλέες όψεις της, προφίλ-χείλη-γέλιο, χέρι-δάχτυλα-γάμπα, κίνηση-χάρη-ομορφιά. 
«Είσαι πολύ όμορφη, απόψε!» της είπε κάποια στιγμή, μα δεν την ευχαρίστησε ο θαυμασμός του. Άγνωστο για ποιο λόγο, το βλέμμα της σκοτείνιασε και τον απόφυγε, χάθηκε στο βάθος, τα χείλη της δεν χαμογέλασαν, μα κατηφόρισαν οι άκρες τους θλιμμένα. Παραξενεύτηκε, γιατί ακόμα κι αν αυτό δεν ήταν το καλύτερο κομπλιμέντο για μια γυναίκα, σίγουρα δεν θα δυσαρεστούσε καμιά. Και τότε μελαγχόλησε για λίγο και νοστάλγησε εκείνο το κοριτσάκι που της αγόραζε παραμύθια και τη μάθαινε να διαβάζει, της έφερνε τις κασετίνες με τα χρωματιστά μολύβια και τις γόμες και τις ξύστρες, και εκείνη ζωγράφιζε δίπλα του ήσυχη, όταν ο ίδιος μελετούσε ή ετοίμαζε τις αγορεύσεις του. Αναρωτήθηκε πώς μεγάλωσε έτσι απότομα, πώς πέρασε με τέτοια άσπλαχνη γρηγοράδα ο καιρός. 
Μα λίγο αργότερα, καθώς χόρευε μαζί της, συνέβη κάτι που τον συντάραξε και τον τρόμαξε. Θυμήθηκε ξαφνικά πως υπάρχουν κάποιοι που ζουν το υπέροχο, το συγκλονιστικό συναίσθημα μιας εξαιρετικά παρακινδυνευμένης ευτυχίας. Και επιθύμησε να ήταν ένας απ’ αυτούς. «Εσύ έχεις εξασφαλισμένο το εισιτήριο για τον Παράδεισο, με τη ζωή που κάνεις», τον ειρωνευόταν συχνά ο αδερφός του, ο Νικήτας. Ωστόσο, κάποια βράδια σαν και το αποψινό, που η ευθυμία του ποτού γυμνώνει τον παραμέσα εαυτό του κι αλλάζει τα πέπλα της λογικής με άλλα παράτολμα, ο Θεοδόσης, αυτός που με τον καιρό συνήθισε στην αδυναμία και βούλιαξε στη συνήθεια, ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά πως βγάζει κι ο ίδιος τα φτερά που έχει διπλωμένα και κρατημένα τόσα χρόνια και πετάει με βιάση και ορμή κατευθείαν προς τη φωτιά της Κόλασης κι εκεί λιώνει και καίγεται μαζί με πάθη του μικρά, μεγάλα και κρυφά.
Για την ώρα, του αρκεί και τον παρηγορεί που νιώθει την Ευρυδίκη μαζί τους, στο πίσω κάθισμα, με γερμένο το κεφάλι, κουρασμένη και νυσταγμένη, και τον τυλίγει ένα γλυκό συναίσθημα τρυφερότητας. Πιστεύει ότι μόνο κοντά τους είναι ευχαριστημένη και ασφαλής, και όταν βρίσκεται αλλού, ανησυχεί μήπως κάποιος τη βλάψει ή μήπως την πάρει και φύγει μακριά. Και τότε δεν ξέρει αν θα μπορέσει να ζήσει χωρίς αυτή την παράδοξη γοητεία των ματιών της, που τώρα νομίζει πως ξέρει πού οφείλεται. Στη λάμψη που εκπέμπουν και τη μυστικοπάθεια που κρύβουν, αλλά και κατά ένα μεγάλο μέρος στο παράταιρο χρώμα τους. Πράσινο χρυσαφί το ένα, γαλαζοπράσινο το άλλο.
Προς το παρόν ξεχνάει ότι για όλους έρχεται η στιγμή να δοκιμαστούν, αν μπορούν να σηκώσουν το βάρος μιας απόφασης και να πουν το ‘ναι’ τους ή το ‘όχι’ τους, κι απλά αναρωτιέται αν υπάρχει τρόπος να κρατήσει αυτή τη χρυσαφένια λάμψη μέσα στη ζωή του. Όμως, έχει καιρό, σκέφτεται. Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να φύγει η Ευρυδίκη!
Πάει τέλειωσε κι αυτή η ωραία βραδιά, σκεφτόταν η Ευρυδίκη. Σώπασε η μουσική, έπαψαν τα γέλια και τ’ αστεία, σταμάτησε ο χορός και οι φιλοφρονήσεις. Άρχισε να περνάει η ευχάριστη μέθη τους κι αύριο κιόλας όλα θα είναι θαμπά και μακρινά, και θα μείνει μονάχα η προσδοκία για μια άλλη γιορτή, για μια άλλη βραδιά που να μοιάζει σ’ αυτή που πέρασε και να ανοίγει κλεφτά ένα παραθυράκι σε μια διαφορετική όψη της ζωής, ασυνήθιστη, εύθυμη και λαμπερή, σε μια υποψία ονείρου κι αμυδρής ελπίδας. Τα φώτα έσβησαν, λοιπόν. Έπεσε η αυλαία. Πόσο γρήγορα τελειώνουν τα ευχάριστα, πόσο βιαστικά! ‘Ακόμα και στ’ όνειρο η χαρά βιαστική’, είχε γράψει στο περιθώριο του τετραδίου των ελληνικών, όταν είχε θυμηθεί με νοσταλγία κάποιο χρωματιστό, χαρούμενο όνειρό της. 
«Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε ο Θεοδόσης.
Η Ευρυδίκη τινάχτηκε, πως γι’ αυτήν προοριζόταν η ερώτηση. 
«Νυστάζω», απάντησε η Ευγενία, και η Ευρυδίκη ξαναβούλιαξε στη μοναξιά του πίσω καθίσματος.
Το ζευγάρι, ο καθένας ξεχωριστά, σκέφτονταν την Ευρυδίκη. Εκείνη, πάλι, σκεφτόταν τους δυο τους μαζί, πώς σώπαιναν μόλις τέλειωναν οι κουβέντες γύρω από τις κοινωνικές υποχρεώσεις και τα πολιτικά! Πώς στέρευαν ξαφνικά οι λόγοι που είχε ο καθένας τους για να απευθύνει μια κουβέντα στον άλλον! Σαν να πνίγονταν στη θάλασσα της σχέσης τους και να αρπάζονταν από τα σωσίβια των άχρηστων πληροφοριών και των αδιάφορων φράσεων γι’ αδιάφορους ανθρώπους! Πόσο μακριά ήταν ο ένας απ’ τον άλλον, όπως τους έβλεπε με τα δικά της μάτια, τίποτα ζεστό κι αληθινό να μην τους ενώνει, κι όμως εκεί σε μια ανούσια ζωή δεμένοι με άλυτα δεσμά! 
Σκεφτόταν αυτό που εκείνη θεωρούσε δυστυχία τους και αναρωτιόταν αν οι ίδιοι την είχαν συνειδητοποιήσει, και δυσκολευόταν να αποφασίσει αν μια τέτοιου είδους ‘δυστυχία’ ήταν περισσότερο ή λιγότερο επιθυμητή μπροστά σε άλλες πρακτικές δυστυχίες που επιφυλάσσει η ζωή σε κάποιους, σαν τη φτώχεια και την πείνα. 
Και έπεσε πάλι εκείνη η σιωπή μέσα στ’ αμάξι που έπεφτε συχνά ανάμεσά τους, τόσο οικεία, αφού και η ίδια αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της. ‘Τσιγκούνα στα λόγια’, έχει ακούσει πολλές φορές. Έτσι αναφέρονται οι άλλοι στη σιωπή της, σαν σ’ ένα αφάνταστα σοβαρό και λυπηρό μειονέκτημα, εξισώνοντας αυθαίρετα τη σιωπή με τη φιλοχρηματία ή την έλλειψη γενναιοδωρίας. 
Είναι αλήθεια. Τσιγκουνεύεται το λόγο, όσο οι άλλοι τσιγκουνεύονται το δόσιμο. Όσο οι άλλοι μετράνε την ειλικρινή αγάπη, τόσο αυτή μετράει τα λόγια της. Κι έπειτα μ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγει τις πολλές ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις την πανικοβάλλουν, την κάνουν να νιώθει αναγκασμένη να φτιάξει μια ιστορία για απάντηση. 
Μιλάει λίγο, σκέφτεται πολύ. Συνήθως σκέφτεται ότι ο οίκτος και η υποχρέωση να πράττεις το καλό απέχουν πολύ απ’ την αληθινή αγάπη. Παρατηρεί τους θείους και τους γύρω της και βλέπει πως τα λόγια τους, ‘αγαπώ τους γονείς, τ’ αδέρφια, τους φίλους’, δεν συμβαδίζουν με τις υπόλοιπες εκφράσεις τους. Πάντα κάτι λείπει, στη φωνή, στο βλέμμα, στην κίνηση, στην πράξη. Η αγάπη είναι λειψή. Τελικά, αυτό που φαίνεται είναι όντως αγάπη;
Δεν είναι αγνώμων, αλλά πολλές φορές νοσταλγεί μιαν αγάπη που δεν γνώρισε ποτέ στην ουσία, που πιστεύει ότι μοιάζει μ’ αυτήν που υπάρχει στις ελληνικές ταινίες, αγάπη λιγόλογη, κρυμμένη και σκόρπια στη φτώχεια.

❀    ❀    ❀    ❀

Σελ. 438-441 (Η Ευρυδίκη παντρεμένη με το Μπάμπη)

Ποιος οπλίζει τα χέρια των αντρών που κακομεταχειρίζονται τις γυναίκες τους; Χωρίς αμφιβολία, πολλοί. Τα χέρια του Μπάμπη, πέρα από τις προσταγές της Υβόνης, υπάκουαν πρώτα στα δικά του ένστικτα και απωθημένα, στις δικές του καταβολές. Ωστόσο, ο φόβος ήταν κυρίως δικό της θέμα, της Ευρυδίκης, όμως η ίδια δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Γιατί, αλήθεια, ποιο ήταν αυτό το φοβερό που γνώριζε ο Μπάμπης; Τι μπορούσε να αποκαλύψει; Τίποτα απολύτως. 
Η Ευρυδίκη ήταν που φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί το μυστικό της. Μόνη της έτρεφε τις ενοχές και τιμωρούσε τον εαυτό της για κάτι που ‘άφησε’ τους άλλους να της κάνουν. 
Αυτή ήταν που κατά βάθος πίστευε ότι έπρεπε να υποστεί κάθε κακή μεταχείριση από το Μπάμπη για να εξιλεωθεί και να κρατήσει το απειλητικό στόμα των μυστικών κλειστό. 
Εκείνη ήταν που φοβόταν μια ακόμα απόρριψη από την πατρική φιγούρα, τη μεγαλύτερη, την πιο ταπεινωτική. 
Εκείνη ήταν που έτρεμε μήπως ο εφιάλτης στη χώρα των τεράτων της παιδικής της ηλικίας τη θυμηθεί και μιλήσει και καταστρέψει τη ζωή της. Μια ζωή σακατεμένη ήδη, που όμως η ίδια δεν μπορούσε να αποτιμήσει, γιατί τη ζούσε μεν ως ενήλικη, αλλά κρίνοντας με τη ματιά ενός παιδιού.
Η Ευρυδίκη ανακάθισε στο κρεβάτι και στύλωσε το βλέμμα στο κενό, μέσα σ’ ένα ανατριχιαστικά ήσυχο σκοτάδι. Ήθελε να σηκωθεί και να καταφύγει στο μπάνιο, προσφιλή τόπο απομόνωσης, εξομολόγησης και στοιχειώδους ανασυγκρότησης, όμως το σώμα της ήταν βαρύ και πονεμένο, και η ψυχή της θρύψαλα. 
Θυμήθηκε τις ατέλειωτες νύχτες, που είχε ξαπλώσει δίπλα σ’ έναν Μπάμπη που είχε έρθει στο σπίτι τρεκλίζοντας και βρωμοκοπώντας καπνό και αλκοόλ, που την είχε περιλούσει με κάθε είδους βρισιά που μπορεί να ακούσει μια γυναίκα στα καλά καθούμενα, και που αν δεν ήταν τόσο πολύ μεθυσμένος, σίγουρα δεν θα είχε αρκεστεί μονάχα στις σπρωξιές, προτού πέσει αναίσθητος στο κρεβάτι. 
Και κάθε φορά, μέσα στο σκοτάδι, ρίχνοντας ματιές γεμάτες απέχθεια στο κοιμισμένο σώμα δίπλα της, ένιωθε να πνίγεται και ήθελε να φύγει, έστω και λίγα μέτρα μακριά για να αναπνεύσει, ήθελε να σηκωθεί και να πάει να κοιμηθεί στον καναπέ ή στην πολυθρόνα, ακόμα και στο πάτωμα θα μπορούσε να κοιμηθεί, αρκεί να ήταν σ’ ένα άλλο δωμάτιο, να μην τον βλέπει, να μην τον νιώθει κοντά της. Μα δεν της δινόταν αυτή η χάρη. 
Και όπως όλες εκείνες τις φορές, έτσι και τώρα το παλιό και παγερό συναίσθημα της απέχθειας σκέπασε γι’ άλλη μια φορά την άβυσσο της ανημπόριας της και αστραπιαία μεταλλάχθηκε σε μίσος. Και τον καταράστηκε εκ βαθέων, μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της.
Όμως, σαν κόπασε κάπως έπειτα από ώρα η αντάρα της ψυχής της, της πέρασε απ’ το νου μια σκέψη που την τρόμαξε και την αναστάτωσε, ότι μπορούσε δηλαδή η κατάρα της να πιάσει και να γίνει αυτή υπαίτια κακού, ή θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ και το κακό να επιστρέψει πάνω της, όχι τόσο για να χτυπήσει την ίδια, μα χειρότερα, κάποιον που αγαπάει, κι εκείνη αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά της. Ανατρίχιασε στην ιδέα αυτή, και αναρωτήθηκε αν είχε κάποιο στοιχειώδες νόημα, αν είχε την ελάχιστη ηθική υπόσταση, να μένει μια οποιαδήποτε γυναίκα μ’ έναν άντρα για τον οποίο νιώθει τόσο φριχτά συναισθήματα, έστω κι αν αυτό γίνεται για το καλό των παιδιών της. 
Γιατί, ποιο καλό, για χάρη του οποίου βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, θα μπορούσε να ισορροπήσει το κακό το οποίο ευχόταν;
«Αχ, δεν ξέρω πια τι λέω και τι κάνω», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της μετανιωμένη. Σκέφτηκε ότι το μίσος είναι ένα δηλητήριο που δηλητηριάζει πρώτα απ’ όλα την ίδια την ψυχή αυτού που το νιώθει, κι ύστερα φαρμακώνει τη ζωή του και την καταστρέφει. Κι ακόμα ότι όλα είναι για όσο είναι. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Δεν υπάρχει πάντα. 
Κι ενώ βρισκόταν στο χείλος της απελπισίας, πως δεν εισακουγόταν ούτε από άγιο φιλεύσπλαχνο ούτε από άγγελο φύλακα, προστάτη στοργικό, πως δεν υπήρχε γι’ αυτήν καταφυγή και σκέπη, άκουσε τον ήχο του κουδουνιού της εισόδου. Όχι, δεν θα άνοιγε. Όποιος κι αν ήταν, ας ερχόταν ξανά, αύριο, μεθαύριο, ποτέ.

❀    ❀    ❀    ❀

Σελ. 461-466 (Ευρυδίκη-Μάξιμος)

«Άκουσέ με λίγο. Βλέπεις; Είμαι εδώ. Πλάι σου. Μαζί σου. Θες να μου μιλήσεις; Θες να βγάλεις το θυμό σου, την πίκρα σου; Θες να με χτυπήσεις, να ξεσπάσεις; Κάντο, αρκεί να μην χτυπάς τον εαυτό σου. Το ξέρω πως χρειάζεται μεγάλο κουράγιο για να αφήσεις μια κατάσταση οικεία, αλλά δεν είσαι ασφαλής σε μια κατάσταση που δεν επιθυμείς και που σου κάνει κακό. Πίστεψέ με, μπορούμε να προχωρήσουμε μαζί σε μια ζωή όπως τη θέλουμε, που θα την έχουμε εμείς οι δυο διαλέξει σε κάθε λεπτομέρεια».
«Σταμάτα!» τον έκοψε αναστατωμένη. «Δυσκολεύομαι να πιστέψω αυτά που ακούω, δεν μπορεί να είναι αληθινά, δεν υπάρχουν άνθρωποι σαν κι αυτόν που θέλεις να μου πεις πως είσαι. Όχι, όχι, άφησέ με!» είπε και τραβήχτηκε από το αγκάλιασμά του. Με χέρια νευρικά έσυρε το παλτό της προς το μέρος της και άρχισε να ψάχνει για τα γάντια και το σκούφο της, να ταχτοποιεί τα πράγματα στην τσάντα της. «Καλύτερα να μην ακούσω τίποτα άλλο, δεν θέλω υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, δεν θέλω έρωτες και τα λόγια τα μεγάλα. Θέλω μονάχα να πατήσω στα πόδια μου, να κρατηθώ όρθια, καταλαβαίνεις, ζω-ντα-νή, να μην χάσω τα παιδιά μου». Κατάπιε ένα λυγμό.
Την αγκάλιασε. «Κανείς δεν μπορεί να σου πάρει τα παιδιά σου. Είσαι πάντα η μητέρα τους, όμως είναι ενήλικα και δεν σου ανήκουν. Σε κανέναν δεν ανήκουν τα παιδιά του. Θέλω να πω, έχουν κιόλας ανοίξει τα δικά τους φτερά κι εσύ πρέπει να φροντίσεις τον εαυτό σου».
«Μπορεί. Μα, αν οι κόρες μου θεωρήσουν ότι τις ντρόπιασα και απομακρυνθούν, τις έχασα. Είναι το ίδιο. Και για μένα, δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές, θέλω να με καταλάβεις, τους χρωστάω κυριολεκτικά τη ζωή μου. Δεν πέθανα, επειδή, η σκέψη να τις αφήσω μόνες στα χέρια κάποιων ανάλγητων, η προοπτική να καταλήξουν σαν εμένα, μου προκαλούσε τέτοιο τρόμο και πόνο, που μου έδινε ταυτόχρονα το θάρρος να ζήσω, τη δύναμη να αγωνιστώ, να αντιμετωπίσω το Μπάμπη και τους άλλους, να παραβλέπω τα φαντάσματα που με κυνηγούσαν.
»Έλεγα στον εαυτό μου: Τι είδους μητέρα είσαι, αν εγκαταλείψεις τα κορίτσια σου; Σε τι διαφέρεις από εκείνες που το κάνουν για τον ένα ή τον άλλο λόγο;» 
Συγκινήθηκε ως τα κατάβαθα της ψυχής του από την αγωνία και το πάθος της, θαύμασε την αξιοπρέπεια και το κουράγιο της, όμως στενοχωρήθηκε που έβαζε τον εαυτό της στο τέλος του καταλόγου και στην άκρη του σεβασμού, ωστόσο αυτό μπορούσε να διορθωθεί, ήδη είχε κιόλας ξεκινήσει να αλλάζει. Αντιλήφθηκε πως ο ίδιος αγνοούσε τη ζωή της που είχε ζήσει πριν από το αναπάντεχο σμίξιμό τους σ’ εκείνο το φιλί παρηγοριάς και απελπισίας, παρόλα αυτά σιγουρεύτηκε εκ νέου ότι ήταν αυτή η ύπαρξη που περίμενε και επιζητούσε για συντροφιά στις αναπόφευκτες περιπέτειες στο ταξίδι της ζωής του. 
«Είμαι σίγουρος», είπε μόνο αργά και χαμηλόφωνα, «ότι αν γνώριζαν οι κόρες σου την αλήθεια, δεν θα την ήθελαν ποτέ τέτοια θυσία από σένα, ειδικά τώρα, αυτή τη στιγμή». 
Τον κοίταξε σαν να ήταν μια άποψη που πρώτη φορά της περνούσε απ’ το μυαλό μα και σαν να δυσπιστούσε. Υπήρχε μια ένταση στον αέρα, και σώπασαν για λίγο, μέχρι να καταλαγιάσει. 
Ύστερα ο Μάξιμος τη ρώτησε γλυκά και σοβαρά. «Εμένα, δεν θα με ήθελες μέσα στα θέλω σου; Πλάι σου;»
Τον κοίταξε σοβαρή. Η αγάπη, που πάντα μυστικά λαχταρούσε και ονειρευόταν, αυτή η αγάπη είχε έρθει να τη βρει, βρισκόταν πλάι της, τη ζέσταινε με την ανάσα της, μα εκείνη έτρεμε αυτόν τον ερχομό και λιποψυχούσε.
«Ναι. Δεν ξέρω. Δεν έχω περιθώρια. Δεν πρέπει να κάνω όνειρα, δεν ξέρω αν πρέπει να ελπίζω, αν μπορώ να ελπίζω, η ζωή πάντα μας εκπλήσσει, έχει τον τρόπο της να ανατρέπει τα πάντα. Φοβάμαι τόσο πολύ!»
«Εμένα μη με φοβάσαι, ούτε τη ζωή. Θα είμαι δίπλα σου καθημερινά και θα σε προκαλώ να με διαψεύσεις».
«Όχι! Όχι! Πάλι τα ίδια. Αυτό κι αν είναι υπόσχεση και μεγάλος λόγος!» Και απομακρύνθηκε ξανά από δίπλα του.
Την ξανατράβηξε προς το μέρος του.
«Σε θέλω και είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου και τα αισθήματά μου, είναι κακό αυτό; Δοκίμασέ με! Αυτό θέλω να σου πω. Θα είμαι εδώ και θα με δοκιμάζεις κάθε μέρα».
«Μα δεν καταλαβαίνεις; Εσύ θα γυρίσεις σ’ ένα σπίτι δικό σου, ελεύθερος, ήρεμος και ασφαλής. Εγώ δεν ξέρω ποτέ τι με περιμένει κι αν θα μπορώ να κυκλοφορήσω την επόμενη μέρα. Και ζω την κάθε μου στιγμή με αγωνία για το τι θα μου συμβεί και σαν να παρακολουθεί την κάθε μου κίνηση ένα μάτι πανίσχυρο. Τι λες, λοιπόν; Μοιάζουμε;»
«Πιστεύω, ταιριάζουμε, και είναι στο χέρι μας να δοκιμάσουμε».
«Όχι, ούτε να το συζητώ δεν πρέπει. Ούτε να φύγω μπορώ απ’ τη ζωή που κάνω, ούτε να είμαι παράλληλα μαζί σου». 
Η όψη του Μάξιμου σκυθρώπιασε, καθώς κάποια ασαφή συναισθήματα, μπορεί ζήλειας ή και θυμού, σκοτείνιαζαν τις σκέψεις του και τον έσπρωχναν να πει λόγια που ήξερε ότι δεν έπρεπε να πει. Πώς μπορούσε μια νέα και ευαίσθητη γυναίκα σαν την Ευρυδίκη, έξυπνη και καλλιεργημένη, να δέχεται να συμβιώνει μ’ ένα βάναυσο κτήνος; Για ποιο λόγο να εξακολουθεί τη ζωή αυτή; Μήπως την έδενε με τον άντρα της κάποιο είδος έρωτα, διεστραμμένης αγάπης; Την κοίταξε προσεχτικά και είδε πάλι το καθαρό πρόσωπο αλλά και το φευγαλέα φοβισμένο βλέμμα ενός παιδιού που είχε και άλλοτε δει. Άλλωστε ήταν εδραιωμένη μέσα του η πεποίθηση πως η Ευρυδίκη ήταν ένα πλάσμα ξεχωριστό και γι’ αυτόν ιδιαίτερα ελκυστικό που δεν έμοιαζε στο ελάχιστο με τις άλλες γυναίκες γύρω του. Έβρισκε ακόμα ότι διατηρούσε μια εκπληκτική νεανικότητα, μιαν αφοπλιστική παιδικότητα, στην κίνηση, στο βλέμμα, στο λόγο. Σαν να αρνιόταν να μπει εξ ολοκλήρου στον κόσμο των μεγάλων, σαν κάτι, κάποιος να την εμπόδιζε να μεγαλώσει. Ποιος ή τι την κρατούσε πίσω; Ποιον, ή τι περίμενε;
«Γιατί μένεις, αγάπη μου;» ρώτησε τελικά, όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Δεν θέλεις να κερδίσεις τη ζωή σου;»
«Δε βλέπεις; Αυτό ακριβώς προσπαθώ να κάνω», είπε και χάθηκε στις σκέψεις της.

 ❀    ❀    ❀    ❀

Σελ. 469-474 (Ελισαίος, ο πατέρας της Ευρυδίκης)

Oι θυγατέρες δε λογίζονται, γεννιούνται για να φύγουν. Η Βασιλική και η Μαριάνθη, παντρεμένες σε διπλανά χωριά, σ’ άλλον κύρη ανήκαν, σε άλλη οικογένεια, αλλού είχαν χρέος να προσφέρουν, όσο για την τρίτη… ‘Χρωστάς κάτι σ’ αυτό το παιδί’, του είχε πει η γερόντισσα Αντιόπη κάποτε, κι αυτός την είχε αποπάρει θυμωμένος. ‘Δεν χρωστάω τίποτα και σε κανέναν! Έχω χέρια καθαρά και ήσυχη συνείδηση. Μ’ όλο το σεβασμό που σου ’χω, μη με κάνεις να θυμώσω!’
Μα η Αντιόπη δεν έπαιρνε από φοβέρες. Αυτό τον σεβασμό για τον οποίο μιλούσε ο Ελισαίος, δεν τον είχε κερδίσει από καθαρή εύνοια της τύχης. Ήταν γνωστή για το θάρρος της έκφρασης, όπως επίσης ήταν γνωστό ότι δεν μιλούσε για πράγματα που ο νους της δεν είχε μελετήσει με τον τρόπο του. Γι’ αυτό και συνέχισε σαν να μην τον είχε ακούσει. ‘Αν δεν μπορείς να ξεχρεώσεις μπροστά σε όλους, τουλάχιστον εξομολογήσου!’
Δεν του ξανάκανε κουβέντα, πέρασε κάμποσος καιρός και ύστερα ο θάνατος την άρπαξε στην αγκαλιά του. Όποτε έρχονταν τα λόγια της στη σκέψη του, τον ενοχλούσαν και τα έδιωχνε με βιάση, παρόμοια με το άλογο που το τσιμπούν και το ζαλίζουν οι αλογόμυγες και προσπαθεί να τις απομακρύνει με τα γρήγορα κι απανωτά χτυπήματα της ουράς του.
Η επιτυχία, η περηφάνια του άντρα, είναι οι γιοί του, η συνέχεια της γενιάς και του ονόματός του. Κι αυτός στην ουσία τίποτα απ’ αυτά δεν είχε, τίποτα δεν κατάφερε, δεν ήταν παρά μια αποτυχία. Δυο γιους έκανε, μα δυστυχώς, κανένας δεν του έμεινε.
Ο μικρότερος, ο Μάρκος, από παιδί ταξίδια ονειρευόταν, έφυγε για σπουδές στην Αμερική και ξέμεινε εκεί. Τους εγκατέλειψε, στο τέλος ξέχασε ότι είναι Έλληνας και έγινε Αμερικάνος, δεν πήρε καν ‘παπούτσι από τον τόπο του’, αλλά πήγε και παντρεύτηκε μια ξένη, που δεν ήξερε έστω ‘καλημέρα’ να πει στα ελληνικά. Ούτε γάμος ελληνικός και ορθόδοξος, ούτε τίποτα, πολιτικός, με μια υπογραφή, σα συμβόλαιο δηλαδή, χωρίς ευχή πατέρων, χωρίς τραγούδι και χορό, ούτε συνέχεια της γενιάς του ακόμα, αλλά κι αυτό να γινόταν στο μέλλον, πάλι δεν το λογάριαζε, σπόροι αμερικάνικοι σ’ αμερικάνικο χώμα. 
Κι ο άλλος, ο μεγάλος, ο Αντρέας, άχρηστος! Ριγμένος στη φτηνή καλοπέραση, με το ποτό και τα στριφτά τσιγάρα όλη την ώρα, να τον κοιτάζει αυτόν το γιο τον χαϊδεμένο, που πάνω του είχε εναποθέσει ευλαβικά προσδοκίες, όνειρα, δικαίωση, και να βλέπει στη θέση του μόνο ένα κουρέλι, ένα σκουπίδι που το παίρνει ο αέρας, έναν τελείως ασήμαντο που καμιά διαφορά δεν κάνει με το πέρασμά του απ’ τη ζωή. 
Σε τέτοιους λογισμούς λυπητερούς βυθιζόταν ολοένα ο Ελισαίος καιρό πριν αρρωστήσει, κι ένιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά, σαν να είχε πεθάνει πρόσωπο πολύ κοντινό και προσφιλέστατο.
Και μια μέρα, σούρουπο ήτανε, αφού έκλεισε την πόρτα της αποθήκης όπου φύλαγε γεωργικά και άλλα εργαλεία, στάθηκε για λίγο ακίνητος μπροστά απ’ την παράγκα, και κοίταξε με βλέμμα στοχαστικό τη γη του, απλωμένη μπροστά του, πρασινισμένη από το χαμηλό γρασίδι, κλεισμένη ολόγυρα και προστατευμένη από τους λόφους, την κοίταξε σαν να ’τανε να ταξιδέψει και δεν ήξερε σε ποιον ν’ αφήσει τη φροντίδα της. Αφουγκράστηκε τα μακρινά αλυχτίσματα κάποιων σκυλιών και τους προειδοποιητικούς ήχους εντόμων και ερπετών για τη νυχτιά που πλησίαζε, και συνειδητοποίησε τη μοναξιά του, μα αντί να σπεύσει, βράδυνε πολύ το βάδισμά του. Και τού φάνηκε στα ξαφνικά πως εκεί ακριβώς, σ’ αυτό το σημείο του τόπου και του χρόνου, τέλειωνε γι’ αυτόν η μέρα και η όποια προσμονή, ότι στο εξής δεν θα υπήρχε φως, μονάχα το σκοτάδι, η ζωή του είχε πετάξει μακριά. Δεν υπήρχε επιστροφή. Κανένα νόημα ζωής. Κανένας λόγος ύπαρξης. 
Δεν πέρασαν πολλές μέρες και σταμάτησε απότομα να βγαίνει έξω. Καθόταν με τις ώρες πλάι στο τζάκι και από το διπλανό παράθυρο χάζευε την πέρα απ’ αυτόν ζωή. Κι ένα πρωινό δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Ούτε το επόμενο, ούτε το μεθεπόμενο.
Η Ευρυδίκη ήταν η μόνη που το ένιωσε, αμέσως μόλις τον αντίκρισε κατάκοιτο στο κρεβάτι. Διαισθάνθηκε το είδος της αρρώστιας του πατέρα της, πως ναι, μαχότανε το χάρο, μα όχι για να κερδίσει, αλλά να χάσει, πως ήτανε, δηλαδή, απόφασή του να πεθάνει. 
Από την προηγούμενη μέρα ο Ελισαίος είχε αρχίσει να βλέπει οράματα. Συνομιλούσε με τις σκιές του άλλου κόσμου που του έγνεφαν και τον καλούσαν να περάσει στην απέναντι όχθη, του έδειχναν το δρόμο και τον περίμεναν με την ίδια νοσταλγία που ένιωθε κι αυτός, καθώς η ξαφνική εμφάνισή τους ανέσυρε στην επιφάνεια ξεχασμένα συναισθήματα πρωτόγνωρης αγάπης και συγκίνησης. Με βλέμμα απροσδόκητης τρυφεράδας κοίταξε και την Ευρυδίκη μόλις δρασκέλισε την πόρτα του δωματίου του και ήρθε να καθίσει στην καρέκλα πλάι του. Της χαμογέλασε αχνά, πήρε το χέρι της στη χούφτα του και το έσφιξε αδύναμα, κι ύστερα έκλεισε ξανά τα βλέφαρα, κρατώντας το χέρι της στη χούφτα του.
Τον παράστεκαν όλοι με τη σειρά. Μα πιο πολύ η Βασιλική, που αν και έβλεπε το τέλος, αρνιόταν να το δεχτεί σαν μια φυσιολογική εξέλιξη, αλλά το αντιμετώπιζε σαν μια αβάσταχτη συμφορά, κι εξακολουθούσε να ελπίζει σ’ ένα θαύμα. Κι όταν κάποια στιγμή ο Ελισαίος είδε ένα όραμα διαφορετικό κι άρχισε με μια απρόσμενη καθαρότητα να το περιγράφει - μια νέα γλυκιά γυναίκα μ’ ένα αγοράκι στην αγκαλιά της στεκόταν στα πόδια του κρεβατιού του και του χαμογελούσε - και ρωτούσε τη Βασιλική, «Ποια είναι;» εκείνη φώναξε αγχωμένη και εκνευρισμένη, «Ησύχασε πατέρα, δεν υπάρχει τίποτα, δεν βλέπεις τίποτα!» ανατριχιάζοντας στη σκέψη πως ίσως, όπως είχε ακούσει από τις γηραιότερες, έβλεπε τη Μαρία με το βρέφος που τον καλούσε στους ουρανούς. 
«Είμαι κουρασμένος, θέλω να ξεκουραστώ», μουρμούρισε τότε εκείνος σαν πεισμωμένος, σαν αποθαρρυμένος, και σταμάτησε να μιλάει για όσα εξακολουθούσε να βλέπει, όπως φανέρωναν οι μορφασμοί και οι εκφράσεις του προσώπου του, και ύστερα άρχισε να δίνει την ευχή του σε όποιον έμπαινε στο δωμάτιο. Αργότερα έπεσε σε ύπνο βαθύ κι αδιατάρακτο για ώρες. Ξύπνησε για λίγο σαν πήγε κοντά του ο Αντρέας και του μίλησε, και αμέσως μετά βυθίστηκε ξανά σε λήθαργο.
Περασμένα μεσάνυχτα, η φωνή του ακούστηκε καθαρή και βροντερή, με δύναμη ασυνήθιστη για ετοιμοθάνατο. «Ευρυδίκη!» Πετάχτηκαν όλοι όρθιοι, και η Βασιλική που λαγοκοιμόταν στην καρέκλα πλάι του και οι άλλοι που ξενυχτούσαν στο διπλανό δωμάτιο. 
«Πήγαινε, κόρη μου», είπε η Χριστίνα στην Ευρυδίκη και την έσπρωξε μαλακά, κι εκείνη βημάτισε σαν υπνωτισμένη. Στην πόρτα συναντήθηκε με τη Βασιλική. «Σε θέλει, μόνη σου», είπε η αδερφή της και βγήκε τραβώντας πίσω της την πόρτα.
Κάθισε δίπλα του. Ο Ελισαίος έβαλε πάλι το χέρι του στις χούφτες της, ήταν ήσυχος, δεν παραμιλούσε, κι είχε τα μάτια κλειστά.
Κοιτούσε τον πατέρα της παραξενεμένη. Πόσο ήρεμη ήταν η όψη του, τι μικρό χώρο έπιανε στο κρεβάτι, πόσο κοντός κι αδύνατος της φαινόταν! Μέχρι τότε, κι ας περνούσαν τα χρόνια, στο νου της πάντα ερχόταν ψηλός και δυνατός, μια σοβαρή μορφή με βροντερή φωνή και βλέμμα αυστηρό που καθήλωναν. Καθηλωμένη είχε μείνει κι εκείνη από φόβο και αγωνία όταν συνέβη εκείνο το γεγονός, την τελευταία άνοιξη μαζί του, λίγο προτού ακολουθήσει την Ευγενία και το Θεοδόση…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Αγγελική Μπούλιαρη είναι πτυχιούχος Ελληνικής και Αγγλικής Φιλολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διπλωματούχος Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Βρετανικού Συμβουλίου. Σπούδασε, επίσης, Μετάφραση Παιδικής Λογοτεχνίας, Δημιουργική Γραφή, Ψυχολογία και την Ιταλική Γλώσσα. Εργάστηκε ως ιδ. υπάλληλος και ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση, ενώ από το 2001 ασχολείται αποκλειστικά με το βιβλίο. Αγαπά τα βιβλία και τη μάθηση, τη μουσική, τα ταξίδια και τη φωτογραφία. Είναι παντρεμένη και έχει αποκτήσει τρεις κόρες και δύο εγγόνια.

Συγγραφικό Έργο:

• Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ, μυθιστόρημα, Πλατύπους, 2005.Βραβείο Σύγχρονου Ελληνικού Μυθιστορήματος του Καφενείου των Ιδεών
• Η αγάπη φυλαχτό, μυθιστόρημα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2006
• Ερωτικά πορτρέτα, μετάφραση από τα αγγλικά, λεύκωμα για τον έρωτα στην τέχνη, Κεστός 2007
• Αφετηρίες Μνήμης, συμμετοχή στη συλλεκτική έκδοση της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών, 2008
• Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει, μία νουβέλα και πέντε διηγήματα, Άνεμος Εκδοτική, Ιούλιος 2012
• Η νοσταλγία του παλιού πόνου, ποίηση, Άνεμος Εκδοτική, Μάρτιος 2015

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της:
• www.the-yellow-buses.blogspot.com
• angelbouliari@gmail.com



ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΔΡΑΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ» 


Γράφει η Ελένη Κίτσου, στο Diavasame.gr 31-01-2018 

{...... Η Αγγελική Μπούλιαρη στο μυθιστόρημά της «Δραπέτες του ονείρου» καταπιάνεται με δύσκολα θέματα. Βία, κακοποίηση –λεκτική, συναισθηματική, σωματική–, απόρριψη, μοναξιά. Φόβος. Σε μια κοινωνία οπισθοδρομική και πουριτανή, όπου ο πατέρας και αργότερα ο σύζυγος είναι οι αποκλειστικοί Αφέντες και η γυναίκα το πειθήνιο όργανο. Ξεκινώντας από το 1956 και τη γέννηση της κεντρικής ηρωίδας της, αφηγείται ολόκληρη τη ζωή αυτής, καταλήγοντας στο σήμερα σχεδόν και επιλέγοντας να κλείσει το βιβλίο με μια ευτυχισμένη τελεία. Στο σήμερα που τα μυαλά των ανθρώπων δεν έχουν αλλάξει εντελώς, αλλά οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί αισθητά. ....}
Διαβάστε περισσότερα εδώ 
 ❀    ❀    ❀    ❀

 Γράφει η Μαρία Σπυροπούλου-Θεοδωρίδου, φιλόλογος και συγγραφέας: 

{ ....Η πλούσια και επιμελημένη γλώσσα του, η διεισδυτική, πειστική και λεπτομερειακή ψυχογραφία των ηρώων, καθώς και η εναγώνια πλοκή του καθηλώνουν τον αναγνώστη, κρατούν το ενδιαφέρον του αδιάπτωτο και ακοίμητο, σε όλη την έκταση της αφήγησης....}
Διαβάστε περισσότερα εδώ 
 ❀    ❀    ❀    ❀

 Γράφει ο Παντελής Απέργης, Κριτικός Λογοτεχνίας 

{ ... Τα πρόσωπα, γεννήματα μιας σφριγηλής εμπειρίας και εμποτισμένα από ένα βουβό πόνο, γυροφέρνουν γύρω από τη μοίρα τους, έωλα, με μια αφροντισιά που «ιντριγκάρει» τον αναγνώστη να νιώσει και να σκεφθεί....}
Διαβάστε περισσότερα εδώ
 ❀    ❀    ❀    ❀


Γράφει ο Άγγελος Χαριάτης-Ανάσα ζωής/Fractal, 01-02-2017

{...«Δραπέτες του Ονείρου» με δικής μου έμπνευσης εναλλακτικό τίτλο «Ανάσα ζωής». Εξακόσιες δεκαπέντε σελίδες τις οποίες διάβασα σε δύο ημέρες, χωρίς να πάρω ανάσα. Θα μπορούσα να διαβάσω κι άλλες τόσες, χωρίς καν να σκεφτώ να βαρυγκωμήσω για ένα δευτερόλεπτο. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Το κείμενο ρέει, οι λέξεις σε βάζουν στο ταξίδι, η δίνη της ανάγνωσης σε παρασύρει και εσύ αφήνεσαι. Αυτό είναι το σημαντικό...}
Διαβάστε περισσότερα εδώ 


 ❀    ❀    ❀    ❀

 Γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης στο tovivlio.net:

{...Η πένα της Αγγελικής Μπούλιαρη φροντίζει να προκαλέσει στον αναγνώστη του μυθιστορήματός της ποικίλα συναισθήματα. Θα συγκινηθεί, θα προβληματιστεί, θα αναρωτηθεί για πράγματα που θεωρεί αυτονόητα, θα απογοητευτεί από τις καταστάσεις που περιγράφονται, ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαν (μήπως άραγε υπάρχουν ακόμα;) εποχές που τέτοιες ιστορίες αποτελούσαν αληθινά βιώματα, μα και θα μαγευτεί συνάμα από την εξαιρετική γλώσσα της συγγραφέως κι από τις καλογραμμένες περιγραφές που θα συναντήσει μέσα στο βιβλίο. Οι δραπέτες του ονείρου είναι μια προσεγμένη έκδοση από τον ΩΚΕΑΝΟ, μια ιστορία που είναι έντονα ψυχογραφική και που μέσα από το μαύρο φόντο της μπορεί κανείς να διακρίνει τον άνθρωπο που δε σταματά να παλεύει, που δε χάνει την ελπίδα του, που καταφέρνει να αφήσει πίσω του όλες τις αντιξοότητες παρά τους αντίθετους οιωνούς που πλανώνται στην ατμόσφαιρα γύρω του. Είναι ένα πάρα πολύ καλό μυθιστόρημα που αξίζει να μελετήσει κανείς....}

Διαβάστε περισσότερα εδώ 
 ❀    ❀    ❀    ❀

Γράφει η Βασιλική Διαμάντη στο blog της, Βιβλιομανία - Βιβλιολατρεία 

{...Από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Τι να πω για αυτή την ηρωίδα; Δεν πιστεύω πως εγώ θα άντεχα όλα αυτά που βίωσε η Ευρυδίκη. Όμως σίγουρα μπόρεσα να την καταλάβω και δω τους φόβους της, να τους κατανοήσω και να την δικαιώσω σε αρκετά σημεία. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει χωρίς στοργή και αγάπη δεν ξέρει πως να την αναζητήσει και να την απαιτήσει, αλλά ούτε να σκεφτεί πως τη δικαιούται και της οφείλεται. Από τις πιο ενδιαφέρουσες σκιαγραφήσεις γυναικείων χαρακτήρων. Τα κοινωνικά θέματα που προκύπτουν πολλά και ποικίλα. Το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον της επαρχίας, η ενδοοικογενειακή βία σε όλες τις μορφές της, η απόρριψη, η ζήλια, η απιστία και το θύμα που γίνεται θύτης του ίδιου της του εαυτού... Σκληρό, ανελέητο με τα όριά της αρκετές φορές, συγκινητικό, αθεράπευτα ρομαντικό, συναισθηματικό, συγκλονιστικό... ένα βιβλίο, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία αληθινή ιστορία! Εμένα με μάγεψε, με συνεπήρε και με έκανε δικό της. Η γραφή λιτή, χωρίς φανφάρες και σάλτσες προσπαθεί να σε συγκινήσει και το καταφέρνει με εξαιρετικό τρόπο! Διαβάστε το και δεν θα χάσετε... ίσως απλώς να χαθείτε στη δίνη της ανάγνωσης και αυτό είναι ίσως το καλύτερο ταξίδι που χρειάζεται κάθε απαιτητικός αναγνώστης!...}
Διαβάστε περισσότερα εδώ 
 ❀    ❀    ❀    ❀


Γράφει η Λία Μίλτου στην Ομάδα Φίλοι της Λογοτεχνίας

Είναι η πρώτη φορά που κράτησα στα χέρια μου βιβλίο της Αγγελικής Μπούλιαρη.Δεν διστάζω να ομολογήσω ότι το άνοιξα με κάποια αμηχανία για το τί πρόκειται να αντιμετωπίσω .Από τις πρώτες όμως σελίδες αισθάνθηκα μια διαφορετική αύρα να με τυλίγει : ¨Ναί ,αυτό είναι λογοτεχνία !¨σιγομουρμούρισα αβίαστα με τον αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει .Γιατί πολλές φορές έπεσαν στα χέρια μου κείμενα βαρετά και ανούσια που γράφτηκαν μόνο για να γραφτούν. Να κυκλοφορούν στις παραλίες κάτω από μια ομπρέλλα και μισολαδωμένες σελίδες από το αντηλιακό !
Σε τούτο το βιβλίο μου άρεσε ο τρόπος έκφρασης της συγγραφέως ,με άγγιξε η πένα της που ξετύλιγε αριστοτεχνικά την πλοκή του μυθιστορήματος .Και πάνω απ΄όλα με συγκίνησε το ψυχογράφημα της Ευρυδίκης,αυτής της ύπαρξης που πολεμούσε να βρεί στήριγμα σε οικογένειες που ήταν στην ουσία ξένες γι αυτήν. Βίωνα με γλυκόπικρη γεύση την πορεία της από την εφηβεία στην ενηλικίωση ,το γάμο που της επέλεξαν οι άλλοι , την οικογένεια που ανέστησε ,τη ζωή της γενικά που δεν ανήκε σ΄αυτήν αλλά στον αντρα "αφέντη"!
Τα συνεχή φλάς-μπάκ σαν σε κινηματογραφική ταινία απο τις φάσεις της ζωής της με γοήτευσαν και αισθάνθηκα πολλές φορές αυτή την Ευρυδίκη να γίνεται δικό μου παιδί και αγωνιζόμουν μαζί της να της αλλάξω αυτή τη μίζερη ζωή που βίωνε κοντά σε έναν άντρα δυνάστη .
Αδυνατώ να περιγράψω όλα τα συναισθήματα που με κυρίευσαν διαβάζοντας αυτό το ρεαλιστικό μυθιστόρημα : Πόνος,θυμός,οργή,αγανάκτηση αλλά και αγάπη,έλεος,ελπίδα και προσδοκία....!
Δεν θα συνεχίσω , αφήνω στους αναγνώστες τη συνέχεια,για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα .
Θερμά συγχαρητήρια στην συγγραφέα και ειλικρινή εκτίμηση από μένα στην πένα της που υπόσχεται καλύτερες μέρες ,βάζοντας και το δικό της "λιθαράκι"στο οικοδόμημα της Ελληνικής Πεζογραφίας !! 



 ❀    ❀    ❀    ❀

Γράφει ο Αποστόλης Καλαντζής, εκπαιδευτικός, στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ 

{....Η συγγραφέας, μια εξαιρετική δημιουργός, από το 2005 ασχολείται με τη λογοτεχνία. Στο τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημά της, μας δίνει ένα κείμενο με ζωντανό λόγο, με γλώσσα στρωτή, κατανοητή, ρέουσα και προπαντός με σωστά ελληνικά, απόρροια των σπουδών της - είναι πτυχιούχος της Ελληνικής και Αγγλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών - και προπαντός της ενασχόλησής της σαν εκπαιδευτικός σε Γυμνάσιο και Λύκειο.

Το βιβλίο αυτό αξίζει να διαβαστεί από όλους μας. Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα...} 
Διαβάστε περισσότερα εδώ
 ❀    ❀    ❀    ❀

Γράφει η Λία Παπαϊωάννου, δημοσιογράφος 

{..Οι Δραπέτες του Ονείρου μπορεί σε πρώτο επίπεδο να μιλούν για μια γυναίκα, αλλά βαθύτερα μιλούν για την ιστορία του καθένα μας. Κανείς μας δεν γεννήθηκε με τη ζωή του στα χέρια του, είτε στη δεκαετία του 50, είτε σήμερα. Όλων μας οι ζωές βρίσκονται αρχικά σε χέρια άλλων, και άλλοι παίρνουν τις πρώτες κρίσιμες αποφάσεις για λογαριασμό μας. Όπως και της Ευρυδίκης, όμως, έτσι και η δική μας πορεία αυτοπραγμάτωσης μας περιμένει να την διανύσουμε αργά ή γρήγορα στη ζωή μας, με περισσότερα ή με λιγότερα εμπόδια ο καθένας. Μας περιμένει να πάρουμε στους ώμους μας την ευθύνη του εαυτού μας, να αποτινάξουμε τους φόβους του, να αγκαλιάσουμε το μικρό παιδί μέσα μας και να του επιτρέψουμε να κυνηγήσει τον θησαυρό του, που δεν είναι άλλος από την ευτυχία του. Γιατί όπως μας θυμίζει και η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τα λόγια του Αλμπέρ Καμύ: «Μα τι άλλο είναι η ευτυχία, παρά η απλή αρμονία, ανάμεσα στον άνθρωπο και στον τρόπο που ζει τη ζωή του;»..}
Διαβάστε περισσότερα εδώ 
❀ ❀ ❀ ❀



Γράφει η Δήμητρα Κωλέτη στις ΒιβλιοΑναφορές της
https://biblioanafores.blogspot.gr/2016/08/blog-post_10.html?m=0#more 

Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη, στο blog της, Φίλοι της Λογοτεχνίας
http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2016/12/blog-post.html


























{