Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου

 ΚΕΙΜΕΝΟ  Α΄

Αλληλεγγύη και Κοινοτισμός

1.  Βέβαια πέρα από την κοινωνική αλληλεγγύη στα τρία παραπάνω επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, ψυχο-συναισθηματικό) υπάρχει και η ηθική παράμετρος που μας διαφοροποιεί από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και καταδεικνύει την ποιότητα του πολιτισμού μας. Η έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης αποκαλύπτει το ηθικό υπόβαθρο τόσο του ατόμου όσο και των σύγχρονων κοινωνιών.


2.  Αντίθετα, μια κοινωνία που αδιαφορεί και προσπερνά τη φτώχεια και τη δυστυχία των άλλων είναι μια κοινωνία ανάπηρη, μια μη-κοινωνία. Γιατί η κοινωνία προϋποθέτει και συνεπάγεται την κοινότητα και το κοινό. Ο κοινοτισμός, ως ιδέα, κίνημα και πολιτική επιλογή εξανθρωπίζει το άτομο και το μετατρέπει σε «πρόσωπο». Κι αυτό γιατί ο κοινοτισμός δίνει έμφαση στις διανθρώπινες σχέσεις και στον ψυχικό σύνδεσμο των ανθρώπων που ζουν στην κοινότητα.

3.  Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, συγκλίνουν και αλληλο-νοηματοδοτούνται η κοινωνική αλληλεγγύη και ο κοινοτισμός. Οι ηθικές προτεραιότητες και η αναγωγή του συν-ανήκειν και συν-κοινωνείν σε απόλυτες ατομικές και κοινωνικές αξίες συνιστούν τα βάθρα μιας υγιούς κοινωνίας.

4.  Η κοινωνική αλληλεγγύη, λοιπόν, απορρέει από τη φυσική ανάγκη να συνυπάρχουμε με άλλα ανθρώπινα όντα. Συνιστά μια από τις πολλές εκφράσεις της κατηγορικής προσταγής του Καντ που συμπληρώνει το χριστιανικό πρόσταγμα «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς. Ούτος γαρ έστιν ο νόμος και οι προφήται», (Ματθαίος, Ζ, 12).

5.  Και επειδή πολλοί θα αντιτείνουν πως η βοήθεια στον «πλησίον» συνιστά μια υπέρβαση του ναρκισσισμού μας και γι’ αυτό η αλληλεγγύη είναι δύσκολο έργο, τότε το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε ως άτομα και κοινωνία είναι αυτό που διακήρυξε ο Δαλάι Λάμα.

6.  «Αν μπορείς να βοηθάς τους άλλους. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, τουλάχιστον μην τους προκαλείς κακό».

(Ηλίας Γιαννακόπουλος,

Απόσπασμα από το κείμενο:

«Κοινωνική αλληλεγγύη: Κοινωνικός ανθρωπισμός»,

blog«ΙΔΕΟπολις»)

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  Β΄

Νέες επιλογές

1.  Η μετά την πανδημία περίοδος είναι σίγουρο πως θα συνεπιφέρει σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική και την πολιτική μας ζωή. Η εμπειρία της καραντίνας απέδειξε πως κάποια πράγματα της καθημερινότητας μπορούν να αλλάξουν και καινούργιες προτεραιότητες να κυριαρχήσουν στη ζωή μας.


2.  Βασικά νέα στοιχεία εισέβαλαν στη ζωή μας που σταθερά μπορούν να οδηγήσουν σε συναρπαστικές αλλαγές. Χαρακτηριστικότερα είναι η σφυρηλάτηση της ενότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής ανάμεσα στους ανθρώπους. Δίχως εγκατάλειψη της ελεύθερης αγοράς και των ατομικών ελευθεριών θα αρχίσει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε συλλογικότερες  προτεραιότητες, όπως η δημόσια υγεία και η φροντίδα ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Αναπόφευκτα θα υπάρξει αναπροσανατολισμός και των πολιτικών αξιών. Ο αχαλίνωτος και τυφλός εγωισμός για την προστασία και ικανοποίηση του απόλυτου «εγώ» θα δώσει τη θέση του σε περισσότερη κοινωνικότητα και σε πιο συλλογικές προσπάθειες. Είναι απαραίτητη η συνειδητοποίηση της ανάγκης εξισορρόπησης ανάμεσα στην πίστη μας για ελευθερία και περιορισμό των κρατικών αυθαιρεσιών και σε μια νέα κλίμακα ηθικών αξιών που τονίζει την ένταξη σε μια κοινότητα και την αύξηση του αισθήματος ατομικής ευθύνης. Η πανδημία μάς έδειξε τη δυνατότητα αναθεώρησης καθιερωμένων νοοτροπιών και την υιοθέτηση περισσότερο συντροφικών ηθικών αξιών. Χρειαζόμαστε να καθιερώσουμε πλέον μια πολιτική βαρύτερης ουσίας. Ένα ευρύτερο ήθος ατομικών ευθυνών και φροντίδας. Να καθορίσουμε ένα καινούργιο περίγραμμα κοινωνίας των πολιτών που θα οριοθετεί τον τρόπο που βλέπουμε τις δυνάμεις της αγοράς, από τη μια μεριά, και τη δυναμική του κράτους – και ιδιαίτερα του κοινωνικού κράτους – από την άλλη.

3.  Με άλλα λόγια, η έγνοια μας από τώρα και στο εξής θα πρέπει να είναι η οικοδόμηση μιας κοινωνίας που μας γεμίζει ικανοποίηση και που μας κάνει να αισθανόμαστε σαν μέρος ενός συνόλου μεγαλύτερου από τον εαυτό μας. Αυτό σηματοδοτεί μια απόκριση περισσότερο «προοδευτική» απέναντι σε κάποιες παραδοσιακές αδυναμίες του φιλελευθερισμού. Τα όποια ηθικά μειονεκτήματα της σημερινής κοινωνίας μπορούν να αντιστραφούν με στροφή στην κοινότητα, τη μεγαλύτερη αλληλεγγύη και την αίσθηση υπευθυνότητας. Σύμφωνα με τον Amitai Etzioni («Thespiritof Community»Fontana, 1995) οι νέες αντιλήψεις ομιλούν για διαφορετικές ηθικές ιεραρχήσεις που καταδικάζουν την υπερβολή στη διεκδίκηση ατομικών δικαιωμάτων και επιμέρους ταυτοτήτων αλλά και στην υποβάθμιση των ατομικών μας ευθυνών. Η άρνηση των παρεμβάσεων του κράτους δεν μπορεί να μεταφράζεται σε απουσία των ατομικών ηθικών υποχρεώσεων απέναντι στο κοινωνικό μας περιβάλλον.


4.  Το καινούργιο πολιτικό πλαίσιο θα μπορούσε να είναι η «εταιρική δημοκρατία» (σύμφωνα και με το έργο του Paul Hirst «Associative Democrasy»Polity, 1994), με την έννοια της σμίλευσης στενότερων διαδραστικών σχέσεων μεταξύ πολιτών και δημοσίων δραστηριοτήτων και αποφάσεων. Ο μεγαλύτερος δηλαδή εκδημοκρατισμός και η διαφάνεια με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της κοινωνίας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Γεφυρώνοντας έτσι και το χάσμα κοινωνικού κεφαλαίου που έχει δημιουργηθεί στη λειτουργία της δημοκρατίας (βλ. και τη σημαντική μελέτη του Robert DPutnam «Democraciesin Flux»Oxford, 2004).

5.  Μετά τον κορωνοϊό ένα νέο πλαίσιο φροντίδας και κοινωνικής συμπαράστασης ανατέλλει (Δημοσίευμα εφημερίδας)

ΚΕΙΜΕΝΟ  Γ΄

Λ  Ο  Γ  Ο  Τ  Ε  Χ  Ν  Ι  Α

1.     Δεν μπορώ να ακούω,

2.     δεν θέλω να βλέπω άλλα

3.     πνιγμένα ανθρώπινα κορμιά.

4.     Πώς έγινα εγώ έτσι;

5.     Να βλέπω χέρια απλωμένα

6.     και το χέρι μου να μην τεντώνεται;

7.     Να κρατώ στις παλάμες μου ένα χέρι

8.     κι αυτό να ξεγλιστρά σαν χέλι

9.     και να χάνεται κάτω από τα κύματα;

10.  Τι άνθρωπος είμαι εγώ που δεν σώζω κανέναν;

11.  Ποια αλληλεγγύη γεμίζει φέρετρα;

12.  Πέστε μου ποια αλληλεγγύη;

(«Αλληλεγγύη»: Σοφία Κιόρογλου)

 

Ε  Ρ  Ω  Τ  Η  Σ  Ε  Ι  Σ

Α.Δώστε την περίληψη του Κ.Α. σε 80 λέξεις.

/15

Β1. Βάλτε τη λέξη Σωστό ή Λάθος στο τέλος των προτάσεων με αναφορά στις αντίστοιχες § του Κ.Β.1. Η πανδημία κατέστησε αναγκαία την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους (…), 2. Η ανάγκη για ελευθερία θα συνοδευτεί κι από μείωση της ατομικής ευθύνης (…), 3. Η κοινωνία των πολιτών θα προσδιορίσει και τον τρόπο που βλέπουμε το κοινωνικό κράτος (…), 4. Η στροφή στην κοινότητα αδυνατεί να αναιρέσει τα ηθικά μειονεκτήματα της κοινωνίας (…), 5. Η «εταιρική δημοκρατία» προϋποθέτει την υποβάθμιση της κοινωνίας των πολιτών (…).

/10

Β2α. Να βρείτε και να αξιολογήσετε την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα του τίτλου του Κ.Β.λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση του με το θέμα και τη θέση που λαμβάνει – προβάλλει ο συγγραφέας. Δώστε δύο παραδείγματα που επικυρώνουν τα παραπάνω.

/8

β.«Χαρακτηριστικότερα…ανθρώπους» (§2, Κ.Β.). Με ποιον τρόπο και ποιες θέσεις θεμελιώνει και επεξηγεί την παραπάνω βασική του θέση ο συγγραφέας. Να σχολιάσετε το ρόλο δύο γλωσσικών επιλογών στην προβολή και στερέωση της θέσης αυτής.

/7

Β3α. Να βρείτε στα Κ.Α. και Κ.Β. μία κοινή αναφορά στην αξία και το ρόλο του «κοινοτισμού» στην μετά κορονοϊό εποχή και κοινωνίες.

/10

β. Να αντικαταστήσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις με άλλες συνώνυμες έτσι ώστε ο λόγος να καταστεί πιο άμεσος και οικείος: 1.Η υιοθέτηση συντροφικών ηθικών αξιών (§2, Κ.Β.), 2.Θα οριοθετεί τον τρόπο που βλέπουμε (§2, Κ.Β.), 3.Με την έννοια στης σμίλευσης στενότερων σχέσεων (§4, Κ.Β.), 4.Η σφυρηλάτηση της ενότητας ανάμεσα στους ανθρώπους (§2, Κ.Β.), 5.Η οικοδόμηση μιας κοινωνίας (§3, Κ.Β.).

/5

Γ.  Λ  Ο  Γ  Ο  Τ  Ε  Χ  Ν  Ι  Α

Δώστε σε γενικές γραμμές τα συναισθήματα του ποιητικού υποκειμένου και να επισημάνετε τέσσερις κειμενικούς δείκτες αναλύοντας δύο από αυτούς. Νιώσατε κάποτε κι εσείς όπως η ποιήτρια; (180 λέξεις)

/15

Δ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ  ΛΟΓΟΥ – ΈΚΘΕΣΗ

1.«Οι σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες προβάλλουν επιτακτικά το αίτημα της «αλληλεγγύης» ως συστατικού στοιχείου του πολιτισμού μας. Σε κείμενο των 500 λέξεων να αναπτύξετε: α. Τη μορφή (ες) και το περιεχόμενο της αλληλεγγύης και β. Τη θετική συνεισφορά αυτής τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνία» (Να έχει το κείμενο τη μορφή άρθρου).

/30

Εναλλακτικό

2. Στα κείμενα διαπιστώνονται ως αναγκαιότητα οι αλλαγές που επέφερε ή θα επιφέρει η πανδημία για την επιβίωση των κοινωνιών και την εξασφάλιση συνθηκών για μια άλλη ποιότητα ζωής. Να βρείτε και να αναπτύξετε τρία (3) θετικά στοιχεία για την επίτευξη των παραπάνω στόχων (υποχρεωτικά από το κείμενο ή δύο από τα κείμενα κι ένα της δικής σας πρότασης – επιλογής) και τον τρόπο με τον οποίο το σχολείο μπορεί να καλλιεργήσει στους νέους τον κοινοτισμό και η οικογένεια την αξία της κοινωνικής αλληλεγγύης. (370 λέξεις)

 

Α  Π  Α  Ν  Τ  Η  Σ  Ε  Ι  Σ

Α.Στο κείμενο καταγράφεται η σχέση της κοινωνικής αλληλεγγύης με τον κοινοτισμό. Αρχικά τονίζεται η παράλληλη πορεία της κοινωνικής αλληλεγγύης με την ηθική. Επισημαίνεται, επίσης, η αλληλονοηματοδότηση μεταξύ της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινοτισμού που ενισχύει τον ψυχικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό η ανθρώπινη συνύπαρξη λογίζεται ως αξία. Προς επίρρωση του περιεχομένου της κοινωνικής αλληλεγγύης προβάλλεται η κατηγορική προσταγή του Καντ και η σχετική προτροπή του Χριστιανισμού. Επιλογικά και ενάντια στις ενστάσεις που διατυπώνονται για το εφικτό της κοινωνικής αλληλεγγύης παρατίθεται σχετική γνώμη του Δαλάι Λάμα.

Β1.1Σ («Χαρακτηριστικότερα…ανθρώπου»§2),  («Είναι απαραίτητο…ευθύνης»§2),  («Να καθορίσουμε…άλλη»§2),  («Τα όποια…υπευθυνότητας»§3), (§4).

Β2α.Ο τίτλος προοικονομεί και προϊδεάζει τον αναγνώστη για τις «προβλέψεις» του σχετικά με την μετα-κορονοϊό εποχή. Έτσι ο αναγνώστης διερωτάται και αναζητά το είδος και το περιεχόμενο των επιλογών. Έτσι προκαλείται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και εστιάζει την προσοχή του στις συγκεκριμένες επιλογές. Ο συγγραφέας προβαίνει στην καταγραφή αλλά και στην προτροπή για τις αλλαγές – επιλογές που είναι αναγκαίες. Ενδεικτικά τέτοιες επιλογές μπορεί να είναι: α. Η κοινωνία της αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής (§1), β. Η ένταξη στην κοινότητα με την αρωγή ενός επαναπροσδιορισμού των ηθικών αξιών. Με την ανάλυση των δύο αυτών επιλογών ο συγγραφέας δίνει το περιεχόμενο του τίτλου και επεξηγεί την επιλογή του όρου «Επιλογές» ως τίτλο. Έτσι αυτός λειτουργεί με σωστό επικοινωνιακό τρόπο και βοηθά στην κατανόηση του κειμένου. 

β. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί το πλαίσιο της αυριανής κοινωνίας, ως μίας αναγκαιότητας μετά την επέλαση της πανδημίας. Θεμέλιοι λίθοι αυτής της κοινωνίας η Ενότητα, η Αλληλεγγύη και η Κοινωνική συνοχή. Την πρότασή του αυτή τη θεμελιώνει και την επεξηγεί με τα ακόλουθα επί μέρους στοιχεία, ακολουθώντας υπόρρητα μία παραγωγική συλλογιστική πορεία (Γενικό ® Ειδικό). Ειδικότερα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη βασική του θέση – πρόταση είναι: α. Η στροφή – έμφαση σε «συλλογικότερες  προτεραιότητες»β. Η άρνηση – υπέρβαση του εγωκεντρικού πνεύματος και η καλλιέργεια της κοινωνικότηταςγ. Η ένταξη σε κοινότητες και η αύξηση της ατομικής ευθύνηςδ. Η αποδοχή ενός νέου Ηθικού κώδικα. Τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν την πρόταση – όραμα του συγγραφέα.

Την παραπάνω θέση με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα την υποστηρίζει και με τις ανάλογες γλωσσικές επιλογές. Εκτός από το γ’ Ενικό πρόσωπο που υποδηλώνει το ουδέτερο ύφος και την αντικειμενικότητα ο συγγραφέας στην §2 χρησιμοποιεί και το α’ Πληθυντικό πρόσωπο με σκοπό να καταδείξει την καθολικότητα της απαίτησης και συμμετοχής σε αυτήν την επιλογή. Η αλλαγή της κοινωνίας προς μία θετική εκδοχή προϋποθέτει την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση όλων. Υφολογικά το πρόσωπο αυτό προσδίδει αμεσότηταζωντάνια και οικειότητα. Σημαντικός, επίσης, είναι και ο ρόλος της Προτρεπτικής Υποτακτικής (να καθιερώσουμε, να καθορίσουμε). Με τη συγκεκριμένη έγκλιση υποδηλώνεται η ευχή – συμβουλή – προτροπή για το χρέος και την ευθύνη όλων μας με στόχο τη δόμηση μιας άλλης κοινωνίας.

Β3α.Και στα δύο κείμενα γίνεται ευρεία αναφορά στην έννοια και την αναγκαιότητα – ρόλο του κοινοτισμού. Ειδικότερα στο Κ.Α. (§2) καταγράφεται η συμβολή του στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου και στην ενίσχυση των διαπροσωπικών σχέσεων. Επιπλέον τονίζεται ο ρόλος του κοινοτισμού στη βίωση του αισθήματος της συγ-κοινωνίας των ανθρώπων (§3). Ανάλογες αναφορές υπάρχουν και στο Κ.Β., όπως η προτεραιτότητα στην ένταξη σε μια κοινωνία (§1) που συνοδεύεται από θετικά στοιχεία και βιώματα, όπως την ηθικοποίηση και συντροφικότητα. Επίσης ο κοινοτισμός ενισχύει την αλληλεγγύη και καλλιεργεί την υπευθυνότητα (§3). Γενικότερα ο κοινοτισμός ως θεσμός και κοινωνική συμπεριφορά – πρακτική προβιβάζει σε αξία την ατομική ευθύνη και το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης μέσα από την σφυρηλάτηση της συντροφικότητας και της ηθικής συμπεριφοράς.

β.1.Υιοθέτηση - Αποδοχή2.Οριοθετεί – Καθορίζει - Προσδιορίζει3.Σμίλευσης – Χάραξης  λάξευμα  σκάλισμα  καλλιέργεια4.Σφυρηλάτηση - Διαμόρφωση5.Οικοδόμηση - Χτίσιμο.

Γ.  Λ  Ο  Γ  Ο  Τ  Ε  Χ  Ν  Ι  Α

Στο ποίημα το ποιητικό υποκείμενο με έναν απολογητικό και εξομολογητικό τρόπο εκφράζει τη θλίψη του για την αδυναμία να προσφέρει βοήθεια – ίσως και ζωή – σε συνανθρώπους πάσχοντες ή που ζητούν βοήθεια. Σε κάποιους στίχους τα συναισθήματα λαμβάνουν τη μορφή ενοχικών συναισθημάτων μέσα από μία έντονη αυτοκριτική (4, 10). Αυτή η ηθική αυτομαστίγωση υποδηλώνει κάποιες ενοχής για ό,τι μπορούσε να πράξει και δεν το έπραξε ή για κάποια αδιαφορία (5-6). Είναι μία καταγγελία για έναν υφέρποντα μιθριδατισμό (ατομικό και κοινωνικό). Η έκφραση των συναισθημάτων του ποιητικού υποκειμένου φανερώνει μία προσπάθεια αυτογνωσίας (4…) για να αιτιολογήσει και όχι να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του. Πολλές φορές τα συναισθήματα λαμβάνουν τη μορφή ενός επικριτικού λόγου ή ακόμη και καταγγελτικού για την αδυναμία ή απροθυμία προσφοράς αλληλεγγύης (11-12).

Στο ποίημα πλεονάζουν τα εκφραστικά μέσα που συνδράμουν στην εξωτερίκευση και αποτύπωση των συναισθημάτων της ποιήτριας. Τέτοια είναι: Το α’ Ενικό πρόσωπο, Τα Ερωτηματικά, Οι Εικόνες, Οι Επαναλήψεις και ο Συγκινησιακός λόγος. Ειδικότερα το α΄ Ενικό πρόσωπο υποδηλώνει την έκφραση μιας προσωπικής εξομολόγησης της ποιήτριας αλλά και μιας έντονης αυτοκριτικής για την αδυναμία της να προσφέρει βοήθεια. Ο υποκειμενικός χαρακτήρας του προσώπου αναδεικνύει και το μέγεθος της ευθύνης που βαραίνει ηθικά την ποιήτρια. Τα πολλαπλά ερωτηματικά του ποιήματος αναδεικνύουν την αγωνία της ποιήτριας να οριοθετήσει το πλαίσιο ευθύνης της. Όσο, όμως, κι αν το ερώτημα απευθύνεται στο Εγώ της, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως αυτό έχει αποδέκτη και το Εμείς. Έτσι οι εκφραστικοί τρόποι βοηθούν στην ανάδειξη και καταγγελία της κοινωνικής υποκρισίας και της ψευδούς αλληλεγγύης. 

Σε μία παρόμοια περίπτωση αδυναμίας – απροθυμίας επίδειξης αλληλεγγύης βρέθηκα κι εγώ, όταν προσπέρασα έναν άστεγο χωρίς την εκδήλωση ενδιαφέροντος ή κάποιας πρακτικής βοήθειας και υλικής αλληλεγγύης. Ο άστεγος δεν ζητιάνευε, αλλά τα μάτια, το βλέμμα και η όλη παρουσία του αποτύπωναν μία «ικεσία» για βοήθεια. Ένιωσα πολύ αμήχανος όταν άρχισα να συνειδητοποιώ πως η αδιαφορία μου ίσως να απογοήτευε τον άστεγο και να διόγκωνε το πρόβλημά του. Μία αδιαφορία αναιτιολόγητη που με οδήγησε σε μία σκληρή αυτοκριτική γι’ αυτόν τον μιθριδατισμό που κυριαρχεί στην εποχή μας.

 

Δ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ  ΚΕΙΜΕΝΟΥ – ΈΚΘΕΣΗ

­Η ανάλυση του θέματος 1 βρίσκεται στο blog του συγγραφέα ΙΔΕΟπολις, iliasgiannakopoulos.blogspot.comκαι ειδικότερα στα άρθρα:α.«Κοινωνική Αλληλεγγύη – Κοινωνικός ανθρωπισμός»και β.«Κοινωνική Αλληλεγγύη: Θετική ενέργεια».


https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/







ΕΛΕΝΗ ΛΥΤΡΑ - ΧΑΡΑΡΑ "ΦΑΥΛΟΣ Ο ΚΥΚΛΟΣ " - Μυθιστόρημα

 


Ελένη Λύτρα-Χαραρά : ΦΑΥΛΟΣ Ο ΚΥΚΛΟΣ
Εκδότης : ΔΑΡΔΑΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
Χρονολογία Έκδοσης : Μάιος 2021
Αριθμός σελίδων :136
Διαστάσεις : 21x14
ISBN : 13 9789603802501

Οπισθόφυλλο 

"Μια δεινή αναγνώστρια μυθιστορημάτων μέσα από την πλάνη του κύκλου της σκέψης της , επηρεασμένη απ' την ανάγνωση του βιβλίου που διαβάζει, ταυτίζεται με την ηρωϊδα του και αποφασίζει να παρέμβει στην εξέλιξη της υπόθεσής του, επιβάλλοντας τις απόψεις της στον συγγραφέα. Η επίδρασή της στην διαφοροποίηση του μυθιστορήματος γίνεται πρόκληση και για άλλους αναγνώστες. Κι έτσι όλοι περιπλέκονται μέσα σ' έναν Κύκλο. Κι όπως λέει κι ο Ιονέσκο.. " Λίγο να χαϊδέψεις έναν Κύκλο, γίνεται Φαύλος"

Αποσπάσματα

1).".......Πρέπει να σταθείς στο ύψος σου, ψιθυρίζει η φωνή μέσα μου και ανοίγω το επόμενο γράμμα.
Ο φάκελος απ’ έξω αναφέρει τον τίτλο του εκδοτικού οίκου «ελληνικά θαύματα», που πολύ πιο συχνά από τους άλλους μου στέλνει ενημερωτικά για τις νέες εκδόσεις. Τον ανοίγω. Είναι μια πρόσκληση για την παρουσίαση του νέου βιβλίου του γνωστού συγγραφέα Τάκη Βαλμά, με τίτλο «Αν, πατρίδα της ανάγκης …ένας μετανάστης....»
Ο τίτλος του βιβλίου έκανε κάτι να σαλέψει μέσα μου. Ένα ξύπνημα από το μακρινό παρελθόν μου ήταν για μένα.. Μήπως θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της λήθης, μια και καλή, και για το πριν και για το τώρα; Σηκώνομαι όρθια προσπαθώντας να πατήσω γερά τα πόδια μου στο έδαφος που έχει αρχίσει και μετακινείται, ενώ συγχρόνως τυλίγομαι πιο σφιχτά στο σάλι μου. Χαμογέλασα… πρόκληση ο τίτλος είναι, σιγομουρμουρίζω, συνειρμικά κάποιος άλλος τίτλος μυθιστορήματος που είχα πρόσφατα διαβάσει μου ήρθε στο νου κι αποφασίζω χωρίς πολλή σκέψη να πάω στην παρουσίαση, να ξορκίσω τις στιγμές που ανασκάλισαν συναισθήματα και ανασφάλειες από το παρελθόν το μακρινό και το πρόσφατο και να γνωρίσω από κοντά και τον συγγραφέα..."

🍁

2)"...Συνεπαρμένη από την αίσθηση που μου προκάλεσαν όλα, ανταλλάσσω δυο-τρία λόγια με τον συγγραφέα την ώρα που μου το υπογράφει, ζητώ τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του και φεύγω ευτυχισμένη.
Τώρα το κενό στο μέρος της καρδιάς μου απ’ τα βέλη του ερωτιδέα, αρχίζει να υποχωρεί και με την ανάγνωση του μυθιστορήματος να εξαφανίζεται. Λες κι ολόκληρο το βιβλίο χώθηκε μέσα σ’ αυτό το κενό. Κι εκεί ρίζωσε κι άρχισε να βγάζει φύλλα και κάνα δυο ανθάκια. Απ’ τις πρώτες ακόμα σελίδες του. Απ’ τη χρονική αναφορά. Απ’ τη φιγούρα της Μαρίνας. «Απ’ τις προοπτικές που λοξοδρόμησαν», καθώς ανέφερε στην εισαγωγή του ο συγγραφέας.

🍁

3)".....".........Ο συγγραφέας μου, φαίνεται τώρα να έχει μελαγχολική διάθεση. Προσπαθεί να την κρύψει όμως. «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά.» μου λέει κι απρόσμενα καρφώνει ίσια τα μάτια του στα δικά μου, χωρίς να κρύψει τη συγκίνησή του, παραβλέποντας προφανώς την σχετικά ανατρεπτική μου διάθεση.
- Αγάπησα, συνεχίζει, το έχει η μοίρα μου κάθε φορά...που... περιπλέκομαι με ένα μυθιστόρημα. Δέθηκα εδώ μ’ ανθρώπους, τόπους κι εκείνην, που μου είπε, «θέλω να σε νιώθω λεύτερο χωρίς εμπόδια στη γραφή σου..» Και τώρα λοιπόν φεύγω. Με γεμάτες τις αποσκευές, βέβαια, παρ’ όλα αυτά όμως.. «ο χωρισμός ματώνει». Κι ύστερα να ξέρεις σαν αγαπάς κάτι πολύ, κλείνεσαι σ’ ένα χρυσό κλουβί. Το ήξερε καλά εκείνη, μα έρχεται η στιγμή που το συνειδητοποιείς και τότε απεγνωσμένα αναζητάς την έξοδο.. όμως σαν βγεις, σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι και πάλι υπάρχει πάντα γύρω σου ένα κλουβί μεγαλύτερο, από έλλειψη, μοναξιά, ανία, θλίψη κι ελπίδες μηδαμινές. Nιώθεις άδειος. Ένα τίποτα. Κι αναζητάς τότε το άλλο κλουβί, μα δεν υπάρχει πια...."

🍁

4)...."...Έβαλες κι από λέξεις όμορφο περιτύλιγμα, φανταχτερό, κομψό, περίτεχνο, να σκεπάσει τις απουσίες να κρύψει τα παραμύθια αυτά που λίγα χρόνια τώρα μες τη φαντασία μας φτιάξαμε.. μόνο η φαντασία τα ομόρφυνε κι αυτά προβλήθηκαν στο γυιαλί μοναχικά, έγιναν θρύλος έγιναν καημός κι άφησαν το δάκρυ να χαρακώνει μάγουλα, κύκλους μαύρους να χαράζει και τα όνειρα, τόσα όνειρα, καρφιτσωμένα στο χαρταετό που θα αφήσουμε την Καθαροδευτέρα να πετάξει από πάνω μας μακριά – μακριά σ’ άλλους ουρανούς, σ’ άλλο πλανητικό σύστημα.. εκεί στ’ αστέρια, αυτά που ξεκρεμάσανε και μας τα φόρεσαν στα μαλλιά, και μ’ αυτά πορευτήκαμε νεραιδοχτυπημένες και ζήσαμε για ν’ αγναντέψουμε τον ήλιο ν’ ανατέλει και τώρα.. στο βασίλεμά του, σε μια πάχνη από χρώματα που αχνοσβήνουν, μενεξελιές αποχρώσεις που σιγά-σιγά μεταμορφώνονται σε γκρι ανοιχτό, μετά πιο σκούρο στο χρώμα της νύχτας που πλησιάζει γέρνουμε στο προσκέφαλο για τον αιώνιο ύπνο, εμείς που γευτήκαμε την ομορφιά του ανέλπιστου στου αδοκίμαστου τον πόθο..."


Η Ελένη Λύτρα-Χαραρά, γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στις Κονίστρες της Εύβοιας. Μετά την αποφοίτησή της από το Λύκειο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα σπουδάζοντας παράλληλα Διοίκηση επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο αρχικά και κατόπιν φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το γάμο της με τον Αντώνη Λύτρα απέκτησε μια κόρη κι ένα γιο. Όμως πάντα η Τέχνη του Λόγου την προκαλούσε, ώσπου την κέρδισε ολοκληρωτικά. Γράφει. διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα και ποίηση

Έχουν εκδοθεί βιβλία της. 
1.ΣΑ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΡΟΔΙ ( μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις Κυπροέπεια, 2003)
2. ΠΕΤΑΞΑ Μ' ΕΝΑ ΚΟΠΑΔΙ ΓΛΆΡΟΥΣ (Επτά Νουβέλες εκδ. ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2013)
3. ΖΩΗ... ΡΟΔΙ ΠΟΥ ΕΣΠΑΣΕ (Μυθιστόρημα εκδ ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2014)
4. ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ...ΣΑ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (μυθιστόρημα εκδ. ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2016)
5. ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ( 25 διηγήματα εκδ. ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2018)
6. ΦΑΥΛΟΣ Ο ΚΥΚΛΟΣ (Μυθιστόρημα, εκδ. ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2021 )

Έργα της, συμπεριλαμβάνονται στην τοπική εφημερίδα ΤΑ ΔΙΡΡΕΥΜΑΤΑ καθώς και σε συλλογικές εκδόσεις.
Στην εγκυκλοπαίδεια ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ, κείμενά της. . Στις εκδόσεις ΚΗΦΙΣΙΑ με τίτλο "Μενεξέδες εφήμερη ομορφιά", διήγημά της.
Με ποιήματά της συμμετέχει. Στη συλλογική έκδοση της UNESCO , καθώς και στις συλλογικές εκδόσεις: Intelligentia I, Intelligentia II και Intelligentia III - Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ- από τις εκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ.

Κι άλλα έργα της, μυθιστόρημα, ποιήματά της και θεατρικοί μονόλογοι, πρόκειται σύντομα να εκδοθούν.






Έρευνα: Η συστηματική άσκηση σε παιδιά υπέρβαρα ή παχύσαρκα βελτιώνει τους δείκτες καρδιομεταβολικού κινδύνου




Είναι γνωστό ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες η παιδική παχυσαρκία έχει οκταπλασιαστεί παγκοσμίως. Επιπλέον, οι καρδιαγγειακές παθήσεις έχοντας τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία, δημιουργούν πολλά προβλήματα κατά την μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Αν και οι παρεμβάσεις για τον περιορισμό των παραγόντων κινδύνου που οδηγούν σε καρδιαγγειακές παθήσεις στην ενήλικη ζωή είναι πολλές, αυτό δεν σημαίνει ότι μια δυσμενής κατάσταση που αναπτύσσεται στην παιδική ηλικία είναι πλήρως αναστρέψιμη.


Επιπρόσθετα, υπάρχει έλλειψη ερευνητικών δεδομένων αναφορικά με παρεμβατικά προγράμματα φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ελαστικότητα των παιδιών.

Μελέτη

Η Catherine Davis και οι συνεργάτες της από το Medicine College of Georgia και την Medical school of South Carolina των ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τις επιδράσεις της φυσικής δραστηριότητας στην αρτηριακή ανελαστικότητα παιδιών, αξιολόγησαν την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος (Arterial Pulse Wave Velocity, PWV) πριν και μετά την εφαρμογή ενός 8-μηνου παρεμβατικού προγράμματος εξωσχολικής φυσικής δραστηριότητας σε 175 υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά 8-11 ετών.

Παράλληλα αξιολογήθηκαν και άλλοι δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως τα επίπεδα φυσικής κατάστασης και σωματικού λίπους, η αρτηριακή πίεση (ΒΡ), η γλυκόζη, η αντίσταση στην ινσουλίνη, τα λιπίδια και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη. Tα επίπεδα φυσικής κατάστασης, σωματικού λίπους και η αρτηριακή πίεση μετρήθηκαν ξανά στους 12 μήνες. Το σύνολο των παιδιών χωρίστηκε σε δύο ομάδες, την πειραματική και την ελέγχου. Η πειραματική ομάδα ακολούθησε πρόγραμμα καρδιοαναπνευστικών δραστηριοτήτων υπό την καθοδήγηση γυμναστή για 40 λεπτά την ημέρα.

Η ομάδα ελέγχου συμμετείχε σε καθιστικές δραστηριότητες όπως τα επιτραπέζια παιχνίδια. Και οι δύο ομάδες φορούσαν καρδιοσυχνόμετρα ενώ συμμετείχαν σε πρόγραμμα εβδομαδιαίας επιβράβευσης επιθυμητών συμπεριφορών. Ειδικά, η πειραματική ομάδα για να κερδίσει πόντους θα έπρεπε η μέση ημερήσια καρδιακή συχνότητα να ξεπερνούσε τους 140 παλμούς/λεπτό.

Τι έδειξε η μελέτη


Η μελέτη είχε 89% διατηρησιμότητα με ένα επίπεδο συμμετοχής στις προπονήσεις της τάξης του 59% στην πειραματική ομάδα και 64% στην ομάδα ελέγχου. Η μέση καρδιακή συχνότητα κατά την άσκηση έφτασε στους 161 ± 7 παλμούς/λεπτό. Σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, η πειραματική ομάδα σημείωσε σημαντική βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής απόδοσης (αύξηση της VȮ2 peak κατά 2.7 mL/kg/min), μείωση του ποσοστού λίπους κατά περίπου 2% και μία σημαντική αύξηση της χοληστερόλης HDL (κατά 0.13 mmol/L).

Η μεταβολή δε της ελαστικότητας των αγγείων στους 8 μήνες παρουσίασε σημαντική συσχέτιση με τις μεταβολές στις τιμές ινσουλίνης, ινσουλινοαντίστασης, διαστολικής αρτηριακής πίεσης, δείκτη μάζας σώματος (BMI) και ποσοστού σωματικού λίπους.

Συμπέρασμα

Αν και το 8μηνο παρεμβατικό πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας δεν μείωσε την ταχύτητα του σφυγμικού κύματος, βελτίωσε τα επίπεδα σωματικού λίπους, φυσικής κατάστασης και την καλή χοληστερόλη σε υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά.

Οι ερευνητές με βάση τα παραπάνω, προτείνουν την εφαρμογή προγραμμάτων συνδυάζοντας παρεμβάσεις διατροφής και άσκησης, τα οποία να είναι ευρέως προσβάσιμα και να χαρακτηρίζονται από διατηρησιμότητα των θετικών τους αποτελεσμάτων.

Τέλος προτείνεται η υιοθέτηση μέτρων που να προωθούν την «συνταγογράφηση» παρεμβατικών προγραμμάτων υγείας ακόμα και από την παιδική ηλικία.

Smart Lab – ΤΕΦΑΑ Τρικάλων – Παναγιώτης Τσιμέας










Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Two poems of SharmilaPoudel - Poet from Nepal




MOTHER


What a lovely word mother
Nor can it be compared with anyone
Cannot be exchanged with anyone
What a sweet word mother

Mother to be the symbol of the goddess
Endure all your sorrows
Always worried about the family
A mother who forgets in the love of her child
A mother who blooms like a flowers
What a sacred word mother

A mother lives for her children
Mother keeps the pain in her heart
To make children happy
Mother smiles in front of everyone
What a warm word mother.

Mother is the pupil of the eye
Even though we are far from mother
Don’t forget your mother wherever you go
How fair is the word, mother

This earth is empty without a mother
Who gives advice without a mother?
Always take refuge in the mother
Lets always respect mother
What a respectful word mother

POET – SHARMILA POUDEL

❤ ❤

STRUGGLE

From the womb of the mother, it starts
To the last breathe one takes
Struggles to be good and successful
Persons never ends
One chapter closes, the other
one begins

Beginning to the end of life
Into uncountable struggles, one has to dive
Either young or old, poor or rich, animals or trees
All have to face it

Passing through struggles are difficult and painful
Worth it is those morals we get to be patience
and hopeful
Struggles, the part of everyone's life
Teaches us the meaning of real delight.

POET – SHARMILA POUDEL

❤ ❤

INTRODUCTION

Born 5 May 1989 is an Entrepreneur, Poet, Social Activist

Early Life and Education

SharmilaPoudel was born in Pokhara Nepal.
She started her schooling in Pokhara Nepal then higher study in India. she is a social worker, Educational person and she loves to help society, needy people who are in pain and doing struggle to achieve the goal. She is a psychology researcher too. Sharmila is a member of the International Relation Council. She loves to write a poem and she says that poetry is the mirror of society from where many readers and people can know the depth of life.

‘’let's change the world but start from yourself ’









Κωνσταντίνος Λίχνος "Η συνέντευξη" Διήγημα




Να που καλούμαι και πάλι, να πράξω κάτι που το αποφεύγω μετά βδελυγμίας. Μα θα το κάνω αδιαμαρτύρητα τη φορά ετούτη, γιατί, καθώς βλέπετε, το απαιτεί η περίσταση. «Γράψτε μία σύντομη περιγραφή του χαρακτήρα σας, επισημάνετε τα δυνατά σας σημεία και όσα θεωρείτε σημαντικά μειονεκτήματά σας», αυτό λέγει το χαρτί τούτο που τώρα κρατώ και μουτζουρώνω· κι αφού δεν μπορώ παρά να υπακούσω στις προσταγές του, θα πρέπει να μιλήσω για μένα.

Παρά την σαφήνεια της απαίτησης που πραγματοποιήθηκε, δελεάζομαι να γράψω κάτι ελαφρώς διαφορετικό από ότι μου ζητείτε. Μα μην δίνετε και σημασία πολύ στην λέξη “δελεάζομαι” που χρησιμοποίησα μόλις, γιατί η αλήθεια είναι πως το έχω αποφασίσει ήδη. Δεν θα εκπλαγώ καθόλου, λοιπόν, αν αυτός που θα καλεστεί να αξιολογήσει τα όσα γράφω - εκ μέρους της εταιρείας που πραγματοποιεί αυτή τη συνέντευξη εργασίας - αποστρέψει το βλέμμα του ευθύς, μόλις διαπιστώσει πως βγαίνω εκτός θέματος. Να τον αναγκάσω να τα διαβάσει δεν είναι στο χέρι μου, μα κι αν μπορούσα δεν είμαι σίγουρος ότι όσα γράφω αξίζουν να διαβαστούν. Ούτε εμένα τιμούν, ούτε το χαρτί τούτο που πλημμύρισε ήδη από λόγια ρευστά και ταραγμένα.

Σαν λεπίδες που τις ακονίζεις μέχρι να σου ματώσουν τα χέρια, έτσι πρέπει να ξεδιαλέγονται οι λέξεις κι ύστερα να ηχούν αιχμηρές για να γδέρνουν το νου, καθώς στυλώνονται με πυγμή στο δέοντα τόπο· Όχι σε τούτο το ευτελές χαρτί που μόλις μου δόθηκε να συμπληρώσω! Εγκαταλείπω την κενόδοξη επιθυμία να σας εντυπωσιάσω, όμως, καθώς δεν έχει τίποτα να μου προσφέρει και θα μιλήσω με τον ανεπαρκή εκείνο τρόπο που έχω μάθει από παλιά να μιλώ. Πότε κατάφερα να εκφραστώ χωρίς περιστροφές άλλωστε, πότε έδειξα πως μπορώ να αντέξω την πίεση; Ποια πίεση, θα ρωτούσατε ίσως. Αυτή την γενικευμένη που υφιστάμεθα όλοι μας, την προερχόμενη από παντού, μα από τα έσω εκπορεύουσα. Αυτήν που εξωθεί τον καθένα μας να διαμορφώνεται εύπλαστος, επιλήσμονας και ευπειθής.

Ξεχάστηκα όμως, δε μιλώ για εσάς, δε μιλώ για την πίεση, μιλάω για μένα. Για μένα λοιπόν! Βρίσκομαι τώρα στα γραφεία μιας εταιρίας που ανακοίνωσε προσλήψεις και έχω ώρες ολάκερες που με περνούν από κόσκινο. Γραπτή εξέταση, ομαδική εργασία, συνέντευξη και ύστερα κι άλλη συνέντευξη! Σε κάθε βήμα της διαδικασίας ετούτης, αποχωρούν και καμιά δεκαριά υποψήφιοι, μα ακόμη και τώρα, στο τέλος κοντά, έχουμε απομείνει πιότεροι από πολλοί.

Μόλις απομείναμε μονάχα μια δράκα, μας δόθηκε τούτο το ερωτηματολόγιο να το συμπληρώσουμε και στο τέλος, στις κενές του σελίδες, να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας με τρόπο θελκτικό. Να απαριθμήσουμε τα δυνατά μας σημεία και να αναδείξουμε τα προσόντα μας. Κι αφού έχω περάσει ώρες ολάκερες να συνομιλώ στα διαλείμματα των συνεντεύξεων με επίδοξους εργαζόμενους και ανταγωνιστές μου, δύο και τρεις φορές πιο καταρτισμένους από μένα για τη θέση που προσφέρεται, αποφάσισα να εγκαταλείψω την μάταιη προσπάθεια να περιαυτολογήσω και να μιλήσω για κάτι που με τρώει περισσότερο.

Ας τα πάρω τα πράγματα με τη σειρά όμως, γιατί το δίχως άλλο θα σας έχω μπερδέψει. Δούλευα για μερικά χρόνια σε μία βιοτεχνία όπου κουβαλούσα κιβώτια. Χαμαλοδουλειά δηλαδή. Σχέση καμία δεν είχε με αυτό που σπούδασα, αλλά ήταν κάτι το σίγουρο και σταθερό. Όλα έβαιναν καλώς, όπως είθισται να λέμε ακόμη κι όταν βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική καταστροφή, μέχρι ότου μου παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα υγείας που αδυνατούσα να αγνοήσω. Δισκοπάθεια ήταν και διαγνώστηκε ύστερα από ένα μικρό ατύχημά που είχα στο χώρο δουλειάς. Όπως αποφάνθηκαν οι αρμόδιοι, υπεύθυνος ήμουν εγώ που δεν τηρούσα τους κανόνες ασφαλείας, αυτούς που είχα ο ίδιος υπογράψει κατά την πρόσληψή μου. Υπήρχαν, βλέπετε, ειδικά καροτσάκια για τη μεταφορά των κιβωτίων, μόνο που δεν τα χρησιμοποιούσε κανείς. Τρέχαμε όλοι να εξοικονομήσουμε χρόνο, ώστε να πιάσουμε τον εταιρικό στόχο και να αποδειχθούμε άξιοι της θέση μας. Ο φταίχτης λοιπόν ήμουν εγώ και λίγο έλειψε να απειληθώ με αγωγή για αθέτηση των συμπεφωνημένων, κάτι που απέφυγα εφόσον συμφώνησα να οδηγηθώ σε παραίτηση. Εγκαταλείφθηκα, έτσι, άνεργος, αδέκαρος και τραυματίας. Σε μία περίοδο που διήρκεσε μήνες δέκα και απαίτησε να αξιοποιήσω μέχρι και την τελευταία εφεδρεία της αντοχής μου για να τη διανύσω.

Νομίζω, όμως, είναι πρέπον να διηγηθώ την ιστορία μου αρχίζοντας από λιγάκι πρωτύτερα. Να σας παρουσιάσω δηλαδή κάποιες πληροφορίες για μένα, όχι βέβαια επειδή προσάγουν απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτω, αλλά επειδή έτσι το κρίνω καλύτερο. Την εξήγηση ωστόσο, την πιο σωστή που μπορώ, για τούτο το αίνιγμα που αποτελεί η τελευταία περίοδος της ζωής μου δε θα τη δώσω αμέσως, γιατί στο κάτω κάτω μερικώς μου διαφεύγει και με ξεπερνά. Να με συγχωρείτε μονάχα, γιατί όπως θα αποδειχθεί, έχω πια ξεμείνει από επιτηδευμένη ευγένεια και προφασισμούς. Μα θα απέμενα, υπό κάθε έννοια, υπόλογος αν παρέλειπα να συμπληρώσω στα παραπάνω πως, παρά την αγένειά μου, δεν έχω μάθει ακόμη να μιλώ δίχως περιστροφές ή να αποφεύγω την μακρολογία.

Ο εφησυχασμός, τέκνο της βολής και της υλικής αφθονίας, είχε εγκαταλείψει το τόπο τούτο προ πολλοῦ. Η εξασφάλιση ενός καλού εισοδήματος που θα οδηγούσε σε μια ευδαιμονιστική ζωή, συνιστούσε ήδη πλάνη μεγίστη. Το μόνο ζητούμενο ήταν η επιβίωση και για το λόγο αυτό είχα εγκαταλείψει το πατρικό μου και είχα εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα. Ζούσα, και δεν υπερβάλλω, σε μία σύγχρονη τρώγλη και είχα αποδυθεί σε εκστρατεία εξεύρεσης εργασίας, μα δίχως επιτυχία μεγάλη. Οι μήνες περνούσαν, η θέση μου δυσχέραινε και το απευκταίο ενδεχόμενο να επιστρέψω στη βάση μου, άρχισε σταδιακά να παρουσιάζεται ολοένα και πιο πιθανό. Ένιωθα να βυθίζομαι σε ένα χαίνον κενό, σε ένα βυθό αβλέμονα και πως θα παρέμενα για πάντα εγκαταλελειμμένος στης αβύσσου το ζόφος. Κι όταν τελικά αναδύθηκα στην επιφάνεια, παρόλο που ανάσανα, δεν κατόρθωσα να απολαύσω όσα είχα στερηθεί. Ίσως επειδή καλλιεργούσα την πλάνη πως θα ήμουν πλέον ικανός να επιπλέω εσαεί.

Παρόλα αυτά αναδύθηκα και δεν πρέπει να λυπάται κανείς τους κόπους που ξόδεψε όταν δίνουν αποτελέσματα τέτοια. Βρήκα εργασία για να το πω πιο ξεκάθαρα και κόντεψα, μάλιστα, να φτάσω στο σημείο του να πιστεύω πως το μέλλον μου προδιαγράφεται λαμπρό. Η οποιαδήποτε δουλειά φάνταζε τότε πραγματική ευλογία, τα σχεδόν 500 ευρώ ακούγονταν θησαυρός και όλα έβαιναν καλώς, για λιγάκι.

Ο άνθρωπος, βέβαια, δεν ευχαριστιέται με τίποτα θα πουν μερικοί και κάποιοι άλλοι θα υποστηρίξουν πως καλά κάνει και δεν ικανοποιείται στα λίγα. Μα δεν είναι θέμα ποσότητας νομίζω εγώ. Θα ήθελε ο καθένας μας, φαντάζομαι, να έρχονται νύχτες που θα πλαγιάζει ανέμελος, να ξημερώνουνε μέρες που δεν θα ξυπνά χολωμένος, να αφουγκράζεται αλλαγές γύρω του που θα σταλάζουν μια δόση γαληνής στο νου. Να νιώθει πως το βιοπάλεμα του ανοίγει προοπτικές για καλύτερες μέρες, ώστε να πάψει να τρέμει του καιρού τα γυρίσματα και να αισθάνεται διαρκώς γελασμένος. Μα τέτοιες χαρές η ζωή δεν μας δίνει.

Οι λογαριασμοί είχαν συσσωρευτεί από το προηγούμενο διάστημα, οι ανάγκες μου έτρεχαν και ο μισθός εξανεμιζόταν δίχως κόπο μεγάλο. Είχα μετατραπεί σ' έναν άπορο εργαζόμενο, που ήταν μετά βιας ικανός να συντηρηθεί. Η απόγνωση και η αγωνία της ανεργίας, είχαν τώρα δώσει τη θέση τους στην βαρυθυμία και την κόπωση. Μονάχα οι έγνοιες μου ανήκαν σε πλησμονή, όλα τα υπόλοιπα τα χαιρόμουν με το σταγονόμετρο. Το άγχος είχε αντικαταστήσει τον εσωτερικό μου ρυθμό και πια δεν το αναγνώριζα διόλου. Είχα μάθει να το αξιοποιώ, μάλιστα, να το βλέπω ως ελατήριο, ως κινητήρια δύναμη· απουσία της οποίας θα καταποντιζόμουν από τις καθηλωτικές δυνάμεις της δυσανασχέτησης. Κι αυτό έκανα, αγχωνόμουν και δούλευα, μέχρι που είχα εκείνο το μικρό ατύχημα που σας ανέφερα κι έχασα τη δουλειά μου, τόσο εύκολα όσο έχανα ύστερα και τον ύπνο μου από την ανησυχία.

Δέκα μήνες έκατσα άνεργος μετά από αυτό, μα εξέτισα την ποινή μου στο έπακρο κι έμαθα το μάθημά μου καλά. Με το μεροκάματό μας δεν παίζουμε! Γιατί αν όταν εργάζεσαι είσαι σαν άπορος, όταν είσαι άνεργος, απομένεις δίχως αξιοπρέπεια. Μην με ρωτήσετε να σας πω ποιος είναι σήμερα ο ορισμός της αξιοπρεπής διαβίωσης, όμως, θαρρώ έχει να κάνει με τις ειδικές ανάγκες του καθενός. Αυτό που ξέρω, και το λέγω δίχως καμία ντροπή, είναι πως στους δέκα μήνες που εγώ έκατσα άνεργος, μονάχα αξιοπρεπής δεν ένιωθα. Τρόπος του λέγειν έκατσα δηλαδή, γιατί ούτε να καθίσω δεν μπορούσα από τους πόνους στη μέση μου. Άντε τώρα να σηκώσεις ξανά κεφάλι Μενέλαε, σκεφτόμουν, άντε να βρεις άκρη στον άνυδρο και στείρο από προσδοκίες τούτο ορίζοντα που αντικρίζεις. Άντε να απαλλαγείς από τις τροχοπέδες του φόβου και του δισταγμού, ώστε να ακούσεις τις σκέψεις σου καθώς καταπλακώνονται από τον αδιάλειπτο σάλαγο των ενοχών και της αγωνίας.

Καταδύθηκα ξανά στο βυθό μου λοιπόν, εγκάθειρκτος και μονήρης. Παραδομένος στη διαβρωτική μανία του νερού και ανίκανος να αναφλογίσω την νοτισμένη θρυαλλίδα της προσδοκίας. Αφέθηκα εκεί, όχι γιατί μου έλειπε η πυγμή, αυτή ούτε λόγος πως μου έλειπε τότε, αλλά επειδή δεν έβλεπα προοπτική. Θα πιστεύατε ίσως πως ο χρόνος που κάποιος περνά σ' απομόνωση, είναι χρόνος ωφέλιμος, χρόνος που τον διαμορφώνει πιο ώριμο, πιο ευθύ, πιο σοφό. Χρόνος που σου δίνει τη δυνατότητα να κατασιγάσεις τον απόηχο των απόρρητων σκέψεων και να βάλεις το μυαλό σου σε τάξη. Μα για μένα τέτοιος δε στάθηκε. Ο ταπεινός σας αφηγητής ένιωθε χαμένος, ανίκανος να τακτοποιήσει τις ανάερες σκέψεις του και να σταθμίσει τα όσα συνέβησαν. Να γυρέψω τις αφορμές και τις αιτίες που με κατακρημνίσαν έμοιαζε αδύνατο, κατέληξα οπότε να τα χρεώσω όλα σε μένα. Θεώρησα πως τίποτα δεν είχα καταφέρει στη ζωή μου, ότι απλώς σφετερίστηκα για λίγο την άνωση και αναδύθηκα πρόσκαιρα, μα κάθε προσπάθεια επιπόλαιη έχει μονάχα οφέλη βραχύβια.

Παρόλο που με καταδίκασα έτσι αμείλικτα, όμως, αναδύθηκα ξανά, βρήκα πάλι δουλειά και ανάσανα. Μα κατάφερα να ανανήψω πριν καν βρω εργασία, μία βροχερή μέρα που βάδιζα στα χαμένα με το κεφάλι γειρτό, κοιτώντας ανώφελα το υγρό πεζοδρόμιο. Απρόσμενα συνέβη, χωρίς τυμπανοκρουσίες και ηρωικές αναμετρήσεις κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα αναίτια το βάρος που με καταπλάκωνε να αφανίζεται κι εμένα ικανό να αρθώ στο ύψος των περιστάσεων. Είχα κάνει άλλωστε όλα όσα μπορούσα να κάνω. Είχα ρωτήσει όλους τους φίλους και γνωστούς, είχα απευθυνθεί σε συγγενείς και είχα τρέξει σε κάθε αγγελία. Δεν ευθυνόμουν εγώ για την κατάστασή μου, λοιπόν, είχε γίνει ξάφνου ξεκάθαρο τούτο σε μένα και κάπως έτσι αλάφρωσα. Μπορεί να άγγιξα τις παρυφές της απελπισίας, μα δεν εκμηδενίστηκα. Γνώρισα, μπορώ πλέον να καυχιέμαι, τις αμέτρητες ανείδωτες πράξεις που πρέπει να κάνει ο κάθε κοινός άνθρωπος για να τα φέρει βόλτα στη ζωή, πράξεις που δίχως άλλο ξεπερνούν τη μπόρεσή του· και τούτο με γιομίζει περηφάνια ακόμη.

Καθώς βάδιζα, για πρώτη φορά ανάλαφρος μετά από καιρό, ένιωσα πως επιτέλους έπαιρνα το δρόμο κάπου να πάω, βαδίζοντας όπως ήθελα εγώ. Τότε ήταν που συνάντησα έναν παλιό μου συνάδελφο, είχε αλλάξει δουλειά με ενημέρωσε και δήλωσε πως θα μπορούσε να με βολέψει κι εμένα. Κι έτσι ακριβώς έγινε! Αρχή της επομένης εβδομάδας, άρχισα να δουλεύω και πάλι. Περιττό να σας πω πως εκτινάχθηκα σαν πιεσμένο ελατήριο που ξαφνικά λευτερώθηκε, κινούμουν σαν να είχα αστείρευτη συσσωρευμένη ενέργεια ή σα να ξυπνούσα από κάποιο τρομαχτικό εφιάλτη και παραπατούσα με κεκτημένη ταχύτητα έως ότου να ξανά βρω την ισορροπία μου. Βέβαια, ο ενθουσιασμός αυτός και η ευφορία που ένιωσα, ξεθυμάναν απότομα στο τέλος του μήνα, όταν με επισκέφτηκε η κούραση και ο πρώτος μισθός. Τουλάχιστον είχα σταματήσει να νιώθω ανάξιος όμως και μπορούσα πια να πληρώνω τους λογαριασμούς μου. Ήμουν αδιαμφισβήτητα σε καλύτερη μοίρα κι ας ένιωθα πως ανήκα εξολοκλήρου σε μένα μονάχα όταν γυρνούσα στο σπίτι μου. Τις ώρες εκείνες και μόνο, ένιωθα πως πως ήμουν ο εαυτός μου ατόφιος, ότι είχε απομείνει από κείνον τουλάχιστον.

Η δουλειά που έκανα στο εργοστάσιο ήταν χειρωνακτική και απαιτητική. Η κούραση ήταν μεγάλη, μα δεν ήταν το πρόβλημά μου αυτό. Ήταν κάτι που η λέξη κούραση δεν αρκεί για να το αποδώσει, γιατί σαν λέξη υποβάλλει κάτι το παθητικό, κάτι το στερημένο από αιτία και βούληση. Δεν ήταν ο φυσικός μόχθος που με επιβάρυνε, αλλά όλα τα υπόλοιπα. Αυτά που πρέπει κανείς να υποστεί, για να μην καταλήξει άνεργος και πάλι. Τις μικροπροσβολές από τους ανωτέρους, τους μικροεκβιασμούς, τις υποχωρήσεις, την αίσθηση πως δεν είσαι κύριος του εαυτού σου όσο εργάζεσαι μα ένα εργαλείο αναλώσιμο. Το αίσθημα αδικίας που σε κατακλύζει όταν εισπράττεις στο τέλος του μήνα το μισθό, που σε διαμορφώνει εργαζόμενο άπορο. Αυτόν που σε καταδικάζει να πασχίζεις ύστερα να αποσπάσεις οικονομικές μικροαπολαύσεις και συγκινήσεις φευγαλέες, που δήθεν θα γιομίσουν το αδηφάγο κενό που στεγάζεται μέσα σου· εκεί που στοιβάζονται τα ερείπια όλων των ειδών, στην εσχατιά της δυσελπιστίας. Εκεί που συσσωρεύονται άτακτα τα όνειρα, συμπιεσμένα από το βάρος των αποσυρμένων προσδοκιών και της αναθεματισμένης απροσδιόριστης πίεσης.

Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να θεωρεί κάποιος πως μπορεί να ξεπεράσει τέτοιο τέλμα με υπεκφυγές και τεχνάσματα. Ακόμη και με αυτά τα αποτελεσματικότερα φάρμακα κατά της απόγνωσης, που προσφέρονται αφειδώς σε όσους μεθοδικά οδηγούνται στο περιθώριο. Τα ναρκωτικά και το τζόγο δηλαδή, αυτές τις ελκυστικές ανθρώπινες επινοήσεις που προορίζονται για καταφύγια των απελπισμένων. Έχεις ανάγκη επειγόντως από χρήματα; Μπορείς να αγοράσεις ένα Λαϊκό λαχείο, την ελπίδα του χρήματος δηλαδή και να περιμένεις εναγωνίως την κλήρωση και ύστερα την επόμενη. Να περάσεις έτσι μια ζωή παραδομένη στη τύρβη της καθημερινότητας, που σταδιακά μαραίνεται στης φθοράς τα απόνερα. Μια ζήση που εισπνέει επανάληψη και εκπνέει μαρασμό. Αρτιμελής, μα γεμάτος θρεμμένες λαβωματιές, να γιομίσεις φρούδες ελπίδες και φόβους που θεριεύουν με του χρόνου το πέρασμα· μέχρις ότου να κατακυριεύσουν το νου.

Που αλλού θα μπορούσες αλήθεια να εναποθέσεις τις ελπίδες σου; Στο συνδικαλισμό μήπως; Αυτή η έννοια έχασε παντελώς το ανάστημα της εφόσον την έζεψαν στης χρησιμοθηρίας το άρμα, τούτο δα είναι τόπος κοινός. Στην εργατικότητα, την τιμιότητα και την επιμονή σου ίσως; Θα γελούσα μέχρι να τρίξουν τα δόντια μου αν υποστηρίζατε στα σοβαρά κάτι τέτοιο. Γιατί, όπως μπορείτε εύκολα να κατανοήσετε, κάποιος με το δικό μου πόστο, ένας απλός εργάτης δηλαδή σε κάποιο εργοστάσιο, δεν δύναται να τρέφει ελπίδες αύξησης, προαγωγής και ανέλιξης. Το ύπατο και οριστικό διακύβευμα, ήταν μονάχα το να κρατήσω τη θέση μου. Να κρατηθώ όρθιος, γιατί ανά πάσα στιγμή τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν και χειρότερα. Να ξυπνώ κάθε πρωί ρωμαλέος, επικεφαλής των ματαιώσεων και των φόβων μου και να τραβώ για δουλειά. Να κινητοποιούμαι, δηλαδή, από μια ώση μιαρή, να αντλώ για τη ζωή ζήλο, μόνο και μόνο από τον τρόμο του ολοκληρωτικού ξεπεσμού της.

Όπως ήδη σας είπα όμως, είχα μάθει το μάθημά μου καλά ύστερα απ' την προηγούμενη μου παραίτηση κι εκτός από αυτό είχα διαρκώς και τα λόγια του παππού μου να με συντροφεύουν. «Η ζωή είναι ένας αγώνας Μενέλαε», μου έλεγε, κι από τότε τούτη τη φράση την ακούω συχνά, μα φαίνεται πως βγαίνει συνήθως από τα χείλη εκείνων που δεν αγωνιστήκαν ποτέ. Μπορεί να υπομείναν τα πάνδεινα και σχεδόν να μαρτύρησαν, για να ζήσουν τις οικογένειές τους, μα δεν αγωνιστήκαν και συνεπώς ούτε έζησαν, με βάση τον ορισμό τον δικό τους. Για αυτούς αγώνας και συμμόρφωση καταλήγουν δυο όροι μη αντινομικοί, δυο συστατικά αναγκαία για να παράξουν το απαραίτητο για την παραγωγική διαδικασία ανθρώπινο κράμα, εθελοδουλίας και ἐθελουργίας, τον σημερινό εργαζόμενο. Παρ' όλ' αυτά, έχουν και κάποιο δίκιο μέσα στην πλάνη τους, η ζωή είναι πράγματι αγώνας, δεν το αρνούμαι αυτό. Μα δεν είναι αγώνας για να υπομείνεις τη ζωή κι ούτε προβάλλει η πάλη για μιά ζήση καλύτερη σαν πράξη ηρωική, αλλά σαν στυγνή αναγκαιότητα. Κι αυτό είναι ένα μάθημα που το έμαθα εξίσου καλά και θα σας το αποδείξω σε λίγο.

Στο εργοστάσιο που είχα προσληφθεί, με προσέγγισε από την πρώτη κιόλας βδομάδα, ο Κυριάκος. Αυτός ήταν αυτό που λέμε άνθρωπος του συνδικαλισμού και πίεζε τους πάντες να γραφτούν στο σωματείο, μα δεν ήταν γραφτό να στεριώσει και πολύ στη δουλειά. Δύο ή τρεις μήνες τον ανεχτήκαν μέχρι να τον μεταφέρουν σε άλλη μονάδα κι ύστερα να συνειδητοποιήσουμε πως απολύθηκε. Όταν μου είχε πιάσει την κουβέντα εμένα, είχε αναφερθεί στην εντατικοποίηση της δουλειάς και την κούραση που συσσωρεύαν οι εργάτες, στα ελλιπή μέτρα ασφαλείας, το μειωμένο προσωπικό στις βάρδιες, την ανακύκλωση εργολαβικών εργατών και άλλα πολλά που όμως δε μου έλεγαν τίποτα τότε, αφού ως καινούριος το μόνο που με ένοιαζε ήταν πως είχα και πάλι δουλειά. Όποτε μας πλησίαζε συνωμοτικά για να συζητήσει μαζί μας, κρατώντας φυλλάδια που προειδοποιούσαν για τα ακατάστατα ωράρια και την επακόλουθη έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης των οδηγών των βαρέων οχημάτων, τον αποφεύγαμε. Νιώθαμε κάτι το απειλητικό στην προσέγγισή του, σαν να γύρευε από μας κάτι που δε ήμασταν ικανοί να προσφέρουμε. Αυτός βέβαια επέμενε και μας πρότεινε να συνδικαλιστούμε, να ενισχύσουμε το σωματείο και να δράσουμε για να αποτρέψουμε την καταστρατήγηση των εργασιακών μας δικαιωμάτων. Μα όλα τούτα ηχούσαν στα αυτιά μας μακρινά κι αδιάφορα και δεν ήταν λίγες οι φορές που πραγματικά ενοχλούμασταν απ' το πείσμα του.

Λίγο μετά την απόλυσή του, τον πέτυχα τυχαία στο δρόμο ενώ είχα σχολάσει από τη δουλειά και γύριζα σπίτι μου μαζί με τον Γιώργο, έναν συνάδελφο με τον οποίο ζούσαμε στην ίδια γειτονία. «Τι έγινε ρε Κυριάκο; Μπορείς χωρίς αφεντικά τελικά;» του φώναξε ο Γιώργος περιπαιχτικά μόλις τον είδε στο πεζοδρόμιο απέναντι. «Να δούμε αν θα μπορείς εσύ χωρίς μεροκάματο Γιώργη. Γιατί όσες θυσίες κι αν κάνεις, τη δουλειά σου δεν την εξασφαλίζεις ποτέ», αποκρίθηκε ο Κυριάκος και επιτάχυνε με τσαντίλα το βήμα του. Αυτό που υποστήριξε ο Κυριάκος, αποδείχθηκε μια αλήθεια ακαταγώνιστη, μα τότε δεν είχε ακόμη μεστώσει στο νου μου. Πήρε χρόνο για να κατανοήσω, πως όσο οι γνώσεις μου για το κόσμο γίνονται όλο και πιο ακριβείς, τόσο οι διάφορες κοινές αλήθειες και προγονικές διδαχές αποδεικνύονται ολοένα και πιότερο αστήριχτες.

Ακόμη δεν με αγγίζαν οι προτροπές εναντίωσης στο καθεστώς της εργοδοσίας, όμως, για τον απλούστατο λόγο πως θυμόμουν αυτό που μου είχε πει ο πατέρας μου όταν ήμουν νεότερος, τότε που ως φοιτητής είχα επιπόλαια ασχοληθεί με τον συνδικαλισμό. «Μενέλαε να είσαι προσγειωμένος. Δεν είναι αυτός ο κόσμος πλασμένος στα μέτρα μας, εμείς είμαστε φτιαγμένοι στα δικά του». Άλλο ένα αυταπόδεικτο αξίωμα, μια αλήθεια αυτόχρημα βγαλμένη από τη ζωή. Μία δήλωση που εμπεριέχει έναν καθηλωτικό υπαινιγμό μοιρολατρίας και μια ανεκδήλωτη παραίτηση που τόσο περίτρανα φανερώνεται ύστερα στη ζωή μας. Γιατί το να προφυλαχτείς σήμερα από κάθε επιβουλή κρίνεται αδύνατο. Όσο κι αν υποκύψεις στην εργοδοσία και τα μίσθαρνα όργανά της, πειθήνια σα φαντάρος νεοσύλλεκτος, παραμένεις διαρκώς αναλώσιμος. Αποτελεί κι αυτό ένα μάθημα που το έχω μάθει καλά, γιατί απλούστατα έφερα τούμπα την συμβουλή του πάτερα μου και κατανόησα πως όσο δεν φέρνουμε εμείς τον κόσμο στα μέτρα μας, θα συνεχίζει να μας πλάθει αυτός στα δικά του. Όντως ζωή σημαίνει αγώνας λοιπόν, μα δεν κάνει ο αγώνας τη ζήση δυσβάσταχτη όπως κάποιοι διατείνονται, κάνει αντίθετα τον αγώνα απαραίτητο ένας βίος που καθίσταται αβίωτος.

Τούτο το αναποδογύρισμα των προγονικών νουθεσιών, των συμβουλών που μου έδωσαν ο παππούς κι ο πατέρας μου, έκλωθε εντός μου από καιρό. Τα νέα αξιώματα που προέκυψαν, αρχικά αναδεύονταν μέσα μου ασύνταχτα, στυλώνονταν στο μυαλό μου αγύμναστα έως ότου αναπόφευκτα να αναμετρηθούν με τη ζωή και να χαλυβδωθούν. Όταν συνέβη αυτό ανασκαλευτήκαν τα πιο βαθιά μου θεμέλια και κλονιστήκαν παμπάλαιες εσωτερικές βεβαιότητες. Πώς έγινε αυτό; Απρόσμενα, όπως και κάθε αλλαγή στη ζωή.

Βρισκόμουν στη δουλειά, ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα, όταν ένα κλαρκ παρέσυρε μία συνάδελφο που κατευθυνόταν στο κυλικείο. Βρισκόταν σε διάλειμμα βλέπετε, και το θλιβερό τούτο συμβάν, δεν ήταν δυνατό να χαρακτηριστεί ατύχημα εργατικό. Αυτό μας το ανακοίνωσε, μερικά μόλις λεπτά μετά το περιστατικό, η εργοδότρια εταιρία, διά στόματος του προϊσταμένου μας που δεν παρέλειψε να εκφράσει τη συμπάθεια και τη θλίψη του. Μη φανταστείτε πως έφερα και τον τόπο ανάποδα τότε. Δυο, τρεις αυτονόητες ερωτήσεις κατόρθωσα να κάνω και την πρόταση να πραγματοποιήσουμε στάση εργασίας ως διαμαρτυρία, μα ήταν αρκετά για να στιγματιστώ. Η προθυμοποίηση των συναδέλφων μου ήταν μηδαμινή. Η ερώτηση της γηραιάς επιστάτριας μας ήταν αφοπλιστική “γιατί να θέσουμε χωρίς λόγο σε κίνδυνο το ψωμί των παιδιών μας;”. Άλλωστε, τι στάση εργασίας θα ήταν αυτή; Διαμαρτυρία απέναντι σε τι; Απέναντι στην κακιά στιγμή και την ατυχία; Όλοι δήλωναν συντετριμμένοι από το τραγικό γεγονός και αλληλέγγυοι με την οικογένεια της αδικοχαμένης, μα κανείς δε φαινόταν διατεθειμένος να ριψοκινδυνεύσει τον πολύτιμο μισθό απορίας που παίρναμε. Εν τέλει, με πρωτοβουλία της ίδιας της εταιρίας, οι μηχανές σίγασαν μονάχα για μερικές ώρες την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια που κηδευόταν η τέως συνάδελφός μας. Μια κίνηση ολοκληρωτικά τυπική, που μας έδινε απλώς το περιθώριο να συλλυπηθούμε την οικογένεια της εκλιπούσας και να επιστρέψουμε αλαφρωμένοι στις δουλειές μας.

Τις επόμενες μέρες, η εργοδοσία απέτρεψε, με χονδροειδέστατους χειρισμούς, την επιθεώρηση του χώρου ώστε να μην εξακριβωθούνε ποτέ οι συνθήκες του ατυχήματος. Ο οδηγός του κλαρκ, εκτός του ότι δε διέθετε την κατάλληλη άδεια οδήγησης βαρέου οχήματος, δεν ανήκε καν στο προσωπικό της επιχείρησης αλλά είχε προσληφθεί με εργολαβία. Η συγκάλυψη του ατυχήματος δε με εξέπληξε και τόσο, ο ιδιοκτήτης της εταιρίας έπραξε το αναμενόμενο και προστάτεψε τα συμφέροντά του. Ο οδηγός του κλαρκ ήρθε, καθώς φαίνεται, αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του και έπραξε και εκείνος κατά συνείδηση. Μερικές μέρες αργότερα ενημερωθήκαμε πως βρισκόταν στο νοσοκομείο ύστερα από διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Εμείς οι υπόλοιποι πράξαμε επίσης το αναμενόμενο και συνεχίσαμε τις δουλειές μας ακάθεκτοι.

Δε χρειάστηκε παρά να περάσουν μερικές ημέρες μονάχα και η ομαλότητα αποκαταστάθηκε. Μόνη αλλαγή στάθηκε μια μικρή παρέκκλιση από το συνηθισμένο δρομολόγιο μας κατά το διάλειμμα. Κανείς δεν ήθελε, βλέπετε, να περνά από το χώρο του ατυχήματος και να έρχεται αντιμέτωπος με το ισχνό αποτύπωμα του θανάτου. Κανείς δεν ήθελε πλέον ούτε καν να θυμάται τη Κατερίνα γενικώς κι αυτή η παγερή αποφυγή με επιβάρυνε περισσότερο κι από το τραγικό γεγονός αυτό καθαυτό. Όλα πλέον είχαν τυλιχτεί με το παγερό γνόφο της απάθειας και είχαν διαμορφωθεί απρόσωπα και ξένα. Η λέξη συνάδελφος είχε δεχτεί πλήγμα τεράστιο και έχανε το ανάστημα της ταχύτατα. Μα εγώ αναρωτιόμουν συνέχεια το τι θα είχε πράξει ο Κυριάκος αν δούλευε ακόμη εδώ. Το όλο μέρος έμοιαζε αποθηριωμένο χωρίς την ενοχλητική παρουσία του κι εμείς απροστάτευτοι ολότελα, μην έχοντας πια πουθενά να στραφούμε. Γιατί η συναδελφοσύνη, όπως κι εσείς θα γνωρίζετε, δεν είναι παρά μια ιδέα κι όταν ο άνθρωπος χρειάζεται στήριγμα εστιάζει στα πρόσωπα κι όχι στις έννοιες. Αν κι αυτό ίσως να αποτελεί μονάχα μια πλάνη, γιατί οι ιδέες ενσαρκώνονται στ' άτομα.

Τον αναζητούσα απεγνωσμένα τον Κυριάκο εκείνες τις κρίσιμες ώρες και δεν με απογοήτευσε. Μας περίμενε όταν σχολάσαμε, την επομένη του ατυχήματος, στην έξοδο του εργοστασίου μαζί με μια αντιπροσωπία αδελφών σωματείων. Τα νέα είχαν διαδοθεί, βλέπετε, και αποδείχθηκε εκ του πρακτέου πως δεν ήμασταν ολότελα μόνοι. Αυτό που επακολούθησε, όμως, ήταν από κάθε άποψη αποκαρδιωτικό. Το προσωπικό του εργοστασίου απέφευγε τους συνδικαλιστές, επιτάχυνε το βήμα, διέρχονταν αγχωμένα το δρόμο και εξαφανίζονταν. Κάποιοι καταφέραν να ψελλίσουν δυο λόγια μόνο και μονό για να πουν: “Ένα ατύχημα ήταν! Μην προσπαθείτε να επωφεληθείτε πολιτικά”.

Ο Κυριάκος με είδε που αποχωρούσα μαζί με το Γιώργο και ζύγωσε να μας μιλήσει.“Στο είχα πει Γιώργη, πως δύσκολα θα κρατούσες τη δουλειά σου, όσες θυσίες κι αν έκανες. Μα πλέον διακυβεύονται οι ζωές σας οι ίδιες κι ακόμη μυαλά δεν αλλάζεις”. Είπε ο Κυριάκος, κι αφού έβγαλε τα γυαλιά του βάλθηκε να τα τρίβει με την άκρη της μπλούζας του, μα ο Γιώργος δεν απάντησε τίποτα, συνέχισε να περπατάει μονάχα και μπήκε βιαστικά στ' αυτοκίνητό του. Εγώ, που είχα για λίγο σαστίσει, έτρεξα να τον προλάβω πριν φύγει, για να με πετάξει στο σπίτι μου.

Το επόμενο πρωί, φτάσαμε στο εργοστάσιο και σχεδόν ανακουφιστήκαμε που δεν μας περίμενε κανείς, για να μας ζητήσει ευθύνες ή να απαιτήσει από εμάς πράγματα ανέφικτα. Πήγαμε στα πόστα μας δίχως προβλήματα και συνεχίσαμε τη δουλειά μας. Τίποτα δε φαινόταν να είχε αλλάξει, μα είχαν ήδη δρομολογηθεί αλλαγές. Τον επόμενο μήνα καλέστηκα να επισκεφτώ το γραφείο του προϊσταμένου, εγώ και μερικοί ακόμη που είχαμε εκφράσει κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες για το θάνατο της εργάτριας. Μεθοδεύονταν η συγκαλυμμένη απόλυσή μας, βλέπετε, και το σχέδιο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Μεταφερθήκαμε αθόρυβα σε μια παρακείμενη εργοστασιακή μονάδα, ένα τμήμα το οποίο έμελλε να κλείσει λίαν συντόμως, κι όταν έφτασε η ώρα εκείνη εισπράξαμε μια αποζημίωση απόλυσης, υπογράψαμε μια εμπιστευτική σύμβαση εχεμύθειας και γυρίσαμε σπίτια μας.

Πράξαμε όλοι μας το μόνο που μπορούσαμε, θα μου πείτε, και ίσως να θεωρείτε πως έχετε και δίκιο λέγοντάς το αυτό. Τι άλλες επιλογές είχαμε άλλωστε; Καμία, θα απαντούσε ο κάθε νομοταγής και σώφρων πολίτης, και είναι πραγματικά τεράστια ανακούφιση τούτη η σκέψη. Και πώς να μην είναι, αφού κάθε άλλη μου προκαλεί τρομαχτική δυσφορία; Μα ήταν τόσο συνειδητά διαδραστική η συνθηκολόγησή μας, τόσο σκόπιμος ο ενδοτισμός μας, που προκύπτει αδιαφιλονίκητα το συμπέρασμα πως φέρουμε πλήρη ευθύνη για τις επιλογές μας.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί δεν έχω πλέον διάθεση καμία να σας εντυπωσιάσω και το γεγονός πως έχω απομείνει πια τελευταίος στην αίθουσα ετούτη, να συμπληρώνω ευλαβικά αυτό το χαρτί, δεν πρέπει να θεωρήσετε πως συνηγορεί για τ' αντίθετο. Δε θα αρνηθώ πως τη δουλειά τη χρειάζομαι, μα πια έχω μάθει τα μαθήματά μου καλά. Το ενδεχόμενο της ανεργίας αποτελεί τελικά φόβητρο μικρότερο, από εκείνο του να προσληφθώ. Έχω κουραστεί να παραβλέπω αυτό που καθημερινά προβάλει όλο και πιο επιτακτικά αναγκαίο. Η ζωή είναι αγώνας, δεν θα το αμφισβητήσει κανένας αυτό, το τι είδους αγώνας θα γίνει, όμως, ας το επιλέξει ο καθένας. Μπορεί να γίνει αγώνας κατάδυσης, όπου πρέπει να κρατάς την αναπνοή σου μέχρι να σκάσεις ή πάλη για να αναδυθείς στην επιφάνεια και να ανασάνεις σαν άνθρωπος. Εμένα, καλώς ή κακώς, για το πρώτο είδος αγώνα δεν μου έχουν απομείνει πια αντοχές.

Όπως είδατε, αποδείχτηκα αληθής σε αυτό που είχα πει στην αρχή. Μήτε οργανωμένο χαρακτήρα είχαν τα όσα σας είπα, μήτε κρίνονται αρμοστά για να καταγραφούν στο φυλλάδιο ετούτο. Βέβαια, ποσώς με ενδιαφέρει το πως θα σας φανούν, γιατί ομολογώ πως μου είναι αδύνατον πλέον να περάσω την είσοδο ενός ακόμη εργοστασίου κάνοντας από το πρώτο μου βήμα υποχωρήσεις ντροπής. Κυρίως τρέμω, είναι η αλήθεια, να ενσωματωθώ σ' ένα χώρο εργασίας που δεν θα υπάρχει κάποιος Κυριάκος κι αν με προσλάβετε, ίσως αναγκαστώ εγώ αυτή τη φορά να παίξω το ρόλο του.

Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. (Αφιερωμένο στον άδικο χαμό της εργάτριας στις 30 Ιουλίου 2019)












Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ ( 6 Ιουνίου 1905 - 17 Δεκεμβρίου1932)



Ο Μίνως Ζώτος (1905–1932) ήταν Έλληνας ποιητής.

Γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1905 στο Νεοχώρι Μεσολογγίου, όπου και παρακολούθησε τα πρώτα του σχολικά μαθήματα. Στη συνέχεια, παρακολούθησε τα μαθήματα του Σχολαρχείου στο Αιτωλικό και του Γυμνασίου στο Μεσολόγγι. Το 1922 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ με τη συμβολή του Μιλτιάδη Μαλακάση διορίστηκε ταμίας του Δήμου Αθηναίων.

Οι σπουδές του δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ μιας και είχε αρχίσει να ασχολείται με τη συγγραφή ποιητικών έργων. Γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη, η οποία αποτέλεσε έρωτα της ζωής του, το 1928. Μετά τον θάνατό της το 1930, η υγεία του επιβαρύνθηκε. Για τον λόγο αυτό επέστρεψε στη γενέτειρά του το φθινόπωρο του 1932, ωστόσο πέθανε από φυματίωση στις 17 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

Εργογραφία

Η πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση έγινε το 1923 με τη δημοσίευση ποιημάτων στο περιοδικό Μούσα. Στη συνέχεια δημοσίευσε ποιήματα και σε άλλα περιοδικά, όπως τα Βίγλα (Μεσολόγγι), Νεοελληνική Τέχνη, Νέα Εστία και Ελληνική Επιθεώρησις μεταξύ άλλων. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, ενώ έγραψε και μερικά κριτικά άρθρα και μετέφρασε λογοτεχνικά έργα στα ελληνικά. Τοποθετείται στους νεώτερους εκπροσώπους της μεσοπολεμικής ποίησης επηρεασμένος από τα ρεύματα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού αλλά και το έργο των Μιλτιάδη Μαλακάση και Κώστα Καρυωτάκη. Στα έργα του χρησιμοποιεί κυρίως λυρική και ρομαντική γραφή. Τα έργα του ήταν τα εξής:
Βήματα, 1929
Αφιέρωμα, 1930
Άπαντα, επιμέλεια Κ. Σ. Κώνστας, 1972 (εκδόθηκε μετά τον θάνατό του)



Την πιο παραστατική εικόνα του Ζώτου εκείνα τα χρόνια, τη δίνει ο Γιώργος Κοτζιούλας στο άρθρο που αφιέρωσε στον ποιητή και που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ρυθμός ένα χρόνο μετά τον θάνατό του: «Κοντό ανάστημα, πρόσωπο μελαχρινό, ωραία μαλλιά. Το μάτι τού γλύκαινε πιο πολύ την ήμερη όψη, μα κι’ έκοβε μαζί, διαπεραστικό. Φοριόταν πάντα του καλά και συχνά γύριζε ξεσκούφωτος. Είχε κέφι σχεδόν αδιάκοπο, μιλούσε και χαριτολογούσε ολωσδιόλου αβίαστα, κι’ όσο γι’ απαγγελία ποτέ δεν κουραζόταν να λέει ποιήματα, κουβέντιαζε μ’ ευκολία και χάρη, σωστός τεχνίτης του λόγου, κι’ ήταν ευχαρίστηση να τον ακούς, καθώς μάλιστα σπάνια θα τον έβλεπες ερεθισμένο. Σύχναζε ταχτικά στα καφενεία. Μαγερειό δεν άλλαζε – ήταν ανοικονόμητος, και με όλο το μισθό που έπαιρνε έμενε ολοένα χρεωμένος. Δεν πήγαινε σε διαλέξεις, ούτε σ’ εκδρομές. Προτιμούσε τα φιλολογικά κέντρα των νέων –όταν υπήρχαν– και τις λέσχες των καλλιτεχνών, όπου βρίσκονται το περισσότερο κυρίες […]. Η ποίηση όμως τον είχε αφοσιωμένο της πιστό. Απ’ όλα τ’ αφηρημένα ονόματα που μοιράζουνται τη λόξα μας, μονάχα εκείνη κυβερνούσε την ψυχή του. Αυτό το τέρας που λέγεται φιλολογία αμφιβάλλω αν απομύζησε τόσο αίμα απ’ την καρδιά άλλων ομοτέχνων του. Άλλοι μπορεί να τύπωσαν περσότερα βιβλία, να δούλεψαν την τέχνη μ’ εφόδια μεγαλύτερα, να γέρασαν και ν’ άσπρισαν απάνου σε χειρόγραφα. Ο Ζώτος, αν δεν έχει να παρουσιάσει πολύχρονη εργασία και τίτλους πολυσήμαντους, δεν πέρασε όμως ούτε μέρα χωρίς να δώσει μια σκέψη του στην ποίηση. Την αγαπούσε με το πάθος των νεανικών του χρόνων, με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση, και ας μην είχε να περιμένει ανταπόδοση ικανή…».

https://www.catisart.gr/



Δύο άγνωστοι

Στην αίθουσα, που λίγο πριν το γέλιο αντιλαλούσε,
χώρια καθένας, έμειναν στερνοί μονάχα δύο·
εκείνη τάχα εδιάβαζε σκυμμένη ένα βιβλίο
κι αυτός βαριά στα χέρια του την κεφαλή ακουμπούσε.
Μίλημα δεν εξύπνησε τη σιγαλιά κανένα·
μα ενώ ήταν ξένοι και κοινό δεν είχαν τίποτε άλλο
παρά, ο καθένας άλλονε, τον πόνο τον μεγάλο
στραφήκαν και κοιτάχτηκαν βουβά κι απελπισμένα.
Ώρα πολλή κοιτάζονταν βουβά, κατάματα έως
που υψώσανε με απόγνωση τα χέρια ξάφνου αντάμα·
τότε κι οι δύο αναλύθηκαν στα δάκρυα και στο κλάμα·
Κι αυτή ήταν νέα κι ωραία κι αυτός επίσης νέος κι ωραίος.

(Μίνου Ζώτου Άπαντα, επιμέλεια Κ.Σ. Κώνστας, Αθήνα, Εκδ. Κοινότητος Νεοχωρίου
Παραχελωίτιδος, 1972)

https://www.catisart.gr/

ΗΔΥΠΑΘΕΙΑ


Είναι βαθιά μεσάνυχτα, γλυκιά
Σελήνη στα μεσούρανα εκαρφώθη.
Είναι η καρδιά μου, που άφησαν οι πόθοι,
Μια γλύκα θηλυκιά.


Είναι βαθιά σιωπή˙ ο ηδονικός
Κάματος αναπαύει πια τα γύρω
Χαϊδευτικά με αγγίζει όλο το μύρο
Κι η ζέστα της σαρκός.


Ψυχή μου, αλήθεια; κι όπως προχωρώ
Δε με βαραίνει φόβος, σκέψη ολίγη;
Ω! ας μη μιλούμε κι έχουμε διαφύγει
Τον άγρυπνο φρουρό.


Στην τρυφερότη που έπνευσε, ξανά
Κρυφαναθρώσκει ολόβαθα η ορμή μου,
Κι απ' τη θερμότη εθάρρεψε η ψυχή μου
Και μέλπει σιγανά:


«Γλυκιά που είν' όλα εκεί! σε μυστική
συνένωση, να λέμε και να λέμε,
με το χρυσό σου αγκίστρι ψάρεψέ με,
σελήνη ερωτική».


Είναι βαθιά μεσάνυχτα, γλυκιά
Η πλάση απ' την αγάπη αποκαρώθη.
Ζητά η καρδιά, που σίμωσαν οι πόθοι,
Μια ζέστα θηλυκιά.


Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΕΝΟΣ ΕΡΑΣΤΟΥ

Από παιδάκι αθόρυβα τη χάρη της δουλεύω·
στον έρωτά της τον κρυφό τη νιότη μου ασωτεύω,
μα κάποτε θα μου δοθεί το δώρο που γυρεύω.

Κι αν είναι και τα μάτια μου να ιδούν το ωραίο της σώμα
με κάνα Φαύνο ή Σάτυρο να κυλιστεί στο χώμα
θα πνίξω το παράπονο και θα προσμένω ακόμα.

Μα κάποτε, όταν έφηβος ωραίος κι εγώ θα γίνω,
το ερωτικό τραγούδι μου θ’ ακούσει και το θρήνο
και ξαφνιασμένη, τρυφερά θα με καλέσει: Μίνω…

Α! θ’ αγαπήσει κάποτες η δέσποινα κι εμένα
και μ’ ένα από τα χείλη της φιλί τ’ αγαπημένα
τη μυστικιά της ομορφιά θα εμπιστευτεί σ’ εμένα…


ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

‘‘Ποινή πως έοικε Ση χάρις, Κύριε’’

Αγίων ψαλμοί και Αγγέλων κίνησις πολλή.
Η ανάκλησίς μου εν ουρανοίς εορτή μεγάλη.
Εν νεφέλη αφαρπάζομαι. Άγγελοι εν στολή
προς το αναβήναι με κρατούν απ’ την μασχάλη.

Και ιδού πομπή μακρά με δάδας και πυρσούς
με δέχεται εν οργάνοις· δεν απουσιάζει
εκ των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς,
ολοέν και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει.

Μακαρίζω την τύχην μου. Ευτυχής εγώ
ότι ηξιώθην χάριτος. Εδόθη μοι όντως
λαμπρά δικαίωσις τον Θεόν να υμνολογώ
εκ δεξιών Αγίου Κλαυδίου του μειδιώντος.


ΤΟ ΝΤΕΛΙΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο αέρας βογγάει στις καστανιές,
σιμώνουν βαρυχειμωνιές.
Άγρια νυχτιά μέσα στο δάσο
ποτέ μου δεν θα σε ξεχάσω.

Δέντρα στου ανέμου την οργή
βαριά σωριάζονται στη γη
πέρα, μηνώντας κρύους θανάτους
σκούζουν τ’ αγρίμια στη μονιά τους.

Κι απάνω στη ραχούλα εκεί,
τραχιά του δάσου μουσική,
ουρλιάζουν θριαμβικά δυο λύκοι,
σα να γιορτάζουν άγρια νίκη.

Μέσα σ’ αυτή την ταραχή
μου αναταράζεται η ψυχή
κι έτσι από μένα να πηδήξει
και με τον άνεμο να σμίξει.

Ω! τι μεγάλα κυνηγώ

και τι μικρός οπού ’μαι εγώ…

https://anemourion.blogspot.com/


ΞΕΓΕΛΑΣΜΑ( Στην αληθινή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη)

Ήταν, θυμούμαι , κάποτε, που δίχως ναν το νιώθω
Κρυφά η ζωή μου εθέρμαινε τον τολμηρό μου πόθο,
Κι ανοίγοντας τα μάτια μου μπροστά της θαμπωμένα,
Έλεα και βρήκα τ΄ όνειρο που εταίριαζε για μένα.

Θυμούμαι, που υποσχετική κοντά της μ΄ εκαλούσε
Και μ΄ έκραζε μυριόστομη και μου χαμογελούσε
Τα θέλγητρά της που άφηνε μονάχα να μαντέψω
-έτσι κι αν δεν το πίστευα να ιδώ και να πιστέψω-

Μα απόμεινα σαν το πουλί στην ξόβεργα που επιάστη
Κι είδα η ψυχή να σταματά σαν άτι που εξαφνιάστη.
Μα ακόμα ωστόσο κι άπιαστη τον πόνο της να πνίγει,
Έτοιμη πάλι να πιαστεί και πάλι να ξεφύγει…

http://mafyx.blogspot.com/


Ενώ το πνεύμα μου…
 
Ενώ το πνεύμα μου ίμεροι γαλήνης ανυψώνουν,
μες στην καρδιά μου ο έρωτας στενάζει απελπισμένα∙
η γνώση με αντιμάχεται κι οι πόθοι με κυκλώνουν,
-όλα τα ενάντια σμίξανε για πόλεμο σ’εμένα.
 
Αλίμονο! Σηκώνομαι και πότε πέφτω πάλι∙
φαντάζω τάχα για ήρωας με τραγική ηρεμία,
κι όμως δεν είμαι πιότερο σ’αυτή την άγρια πάλη
παρά η σκηνή, όπου παίζεται μια ξένη τραγωδία.
 
Ποίημα: «ενώ το πνεύμα μου…», σελ. 32
 https://konstantiafagadaki.weebly.com/melody-of-soul/






Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ "Το τραγούδι των Ινουίτ" Διηγήματα


Συγγραφέας : Λίλια Τσούβα
Εκδόσεις : βακχικόν
Χρονολογία : Μάιος 2021
Είδος  : Διηγήματα
Σελίδες : 72
Εξώφυλλο : Paul Gauguin (Harbour Scene, Dieppe, 1883)
ISBN : 978-960-638-248-2

Οπισθόφυλλο

Σ’ αυτό το βιβλίο οι αυλητές παίζουν μαγικούς σκοπούς και οι Σειρήνες πετάγονται από πίνακες ζωγραφικής. Εμφανίζεται ένα κορίτσι πάνω σ’ ένα μαύρο άλογο, ένα πέπλο θερινής ομίχλης σκεπάζει το Ενσινίτας. Στη φεγγαρόλουστη βεράντα του κόσμου ακούγεται το τραγούδι των Ινουίτ. Πεταλούδες από μακρινές περιοχές καθρεφτίζονται πάνω σε άνθη λωτού. Παραπονιάρικα φάντο ηχούν στην Κουίμπρα.

Ένα βιβλίο που υμνεί την ομορφιά της γης. Μικρές ιστορίες-ταξίδια στους πολιτισμούς των λαών. Συσχετισμοί στον τόπο και στον χρόνο. Η Λίλια Τσούβα ανεβαίνει σ’ έναν φτερωτό τροχό που κυλά. Περιπλανιέται σε πόλεις και χώρες του κόσμου. Επισκέπτεται ατόλες, συνομιλεί με κουλτούρες, αγωνιά για τον άνθρωπο και τη φύση. Το κολλάζ λέξεων και εικόνων μεταδίδει τη μαγεία της γεωγραφίας, στην εποχή που ο κόσμος τείνει να ομογενοποιηθεί. Η σκηνογραφία αναπαριστά τρόπους ζωής, επιχειρώντας να τους δώσει διάρκεια και αναδεικνύοντας τις νηματοειδείς συνδέσεις του κόσμου.

Βιβλίο γραμμένο με αγάπη για τη διαφορετικότητα των πολιτισμών και των ανθρώπων, για τα ζώα, τα πουλιά και τα φυτά του πλανήτη.


Διήγημα - Ματίλντα

Το ρολόι στον παλιό καθεδρικό ναό της Άουντε Κερκ χτύπησε πέντε. Η Ματίλντα γύρισε προς το μέρος της εκκλησίας. Στα αυτιά της έφτανε μια γλυκιά μελωδία από εκκλησιαστικό όργανο και στα μάτια της η λάμψη από τα βιτρό, καθώς το σκοτάδι αντικαθρέφτιζε το φως.

Δίπλα στο παράθυρο, στο μικρό τραπεζάκι, είχε αφήσει την κεραμική κούπα από μπλε φαγιάνς. Έπινε γάλα με καραμέλα, όπως κάθε απόγευμα. Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα. Το μαύρο σύννεφο, που είχε απλωθεί από νωρίς στον ουρανό, είχε σκεπάσει ολόκληρη την πόλη. Οι φανοστάτες δεν είχαν ανάψει απόψε.

-Παράξενο, σκέφτηκε. Θα χάλασαν.

Οι λιγοστοί διαβάτες στο μικρό δρομάκι της πόλης Ντελφτ έτρεχαν να προλάβουν τη βροχή. Ο Μπέϊκερ, που είχε το στενό μανάβικο απέναντι από το σπίτι της, μόλις είχε κλειδώσει το μαγαζί του. Τον είδε με το ποδήλατο να ξεμακραίνει στο σκοτάδι.

Ο πάντα ήρεμος ποταμός Σχίι, απόψε έδειχνε ταραγμένος. Η Ματίλντα άφησε το σατέν ύφασμα που μεταποιούσε και έριξε μια ματιά στην πόρτα. Στο πρόσωπό της διαγράφηκε μια γκριμάτσα, σαν να ήθελε κάτι να αποφύγει. Κοίταξε προς την πλευρά του τοίχου όπου κρεμόταν η Δαντελού, μια ρωπογραφία του συντοπίτη της Βερμέερ.

Κούνησε το κεφάλι. Αγαπούσε την ολλανδική ηθογραφική ζωγραφική, με τις καθημερινές σκηνές. Από το παράθυρο είδε το ζεύγος Μάριτζ να ανοίγει την ομπρέλα και να χάνεται στο μισοσκόταδο.
-Βρέχει, μονολόγησε.

Βάδισε προς το άλλο άκρο του δωματίου. Η σόμπα ήταν κρύα και μαύρη. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη μικρή φλογίτσα που θέριευε, καθώς πέταξε το στουπί με το πετρέλαιο και τα ξύλα άναψαν. Περίεργη ηδονή να παρακολουθεί τη φωτιά, όπως σκορπούσε το φως στο σκοτεινό δωμάτιο.

Κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα. Άκουσε έναν ψίθυρο και κοίταξε προς το παράθυρο. Στο λιγοστό φως διέκρινε ένα κοράκι.

Ο σιγανός θόρυβος την έκανε να στρέψει το κεφάλι.

-Μαργκρίτ;

Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα κορίτσι. Στην αρχή το είδε να παίζει κουτσό. Τα αδύνατα ποδαράκια του πηγαινοέρχονταν με ευελιξία ανάμεσα στα μικρά τετράγωνα κουτάκια. Σιγοτραγουδούσε ένα παιδικό τραγούδι. Η φωνούλα του απλώθηκε λεπτή, μονότονη στο δωμάτιο.

Η Ματίλντα, χωρίς να το θέλει, τσίμπησε το δάχτυλο με τη βελόνα και έβγαλε μια κραυγή πόνου.

Δίπλα στο πιάνο είδε τον ζωγράφο να έχει στήσει το καβαλέτο και να ανακατεύει τα χρώματα.

Είχε νυχτώσει για τα καλά.

-Μαργκρίτ, μην γκρινιάζεις. Έλα να παίξουμε με τα ονόματα!» τον άκουσε να λέει. Ξέρεις τι σημαίνει το Ματίλντα, το όνομα της μητέρας σου; Πού να το φανταστείς πως σημαίνει ισχυρή μάχη!

- Το δικό σου, Μαργκρίτ, ξέρεις ότι σημαίνει μαργαριτάρι;

Όμως η Μαργκρίτ δεν απάντησε. Στα μάτια της η Ματίλντα διέκρινε το βλέμμα σφαγμένου ζώου. Ήταν ντυμένη στα λευκά. Με το ένα της χεράκι ακουμπούσε στο τραπέζι. Το άλλο έπεφτε στον γοφό. Τα μαγουλάκια της ήταν ρόδινα και τα μαλλάκια της χτενισμένα όμορφες μπούκλες.

-Μαμά, κρυώνω, την άκουσε να λέει.

Είχε χιόνι εκείνη τη βραδιά και οι άνεμοι σφύριζαν.

Άφησε το σατέν να πέσει στο πάτωμα. Γύρισε αργά το κεφάλι και κοίταξε το πορτρέτο στην άλλη πλευρά του τοίχου. Ήταν όμορφα φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο. Η αγαπημένη της Μαργκρίτ, λίγες μέρες πριν πεθάνει από πνευμονία. Το αγκάλιασε με το βλέμμα της.

Το διήγημα είναι δημοσιευμένο στο  https://frear.gr/


Βιογραφικά στοιχεία 


Η Λίλια Τσούβα σπούδασε Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Δημιουργικής Γραφής από το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (MASTER). Διήγημά της απέσπασε βραβείο (Α' Πανελλήνιος Διαγωνισμός «Το Κοράλλι»), όπως και ποιήματά της (Η' Παγκόσμιος Διαγωνισμός της UNESCO και 1ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποιήματος «Το Κοράλλι»). Δοκίμια, ποιήματα και διηγήματά της φιλοξενούνται σε έντυπα περιοδικά και ηλεκτρονικές σελίδες. Έχει γράψει το βιβλίο Ο εξπρεσιονισμός στην ποίηση του Κ.Θ. Ριζάκη, Οκτώ προσδόκιμες θεάσεις (Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2020) και έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα: 26 Βραβευμένα διηγήματα (Κοράλλι, 2019), Ανθολογία Η' Παγκόσμιου Διαγωνισμού της UNESCO (2019), Κι αν τα κτίρια μιλούσαν (Εκδόσεις Κέδρος, 2019), Φλέβες γραφής (επιμέλεια, Εκδόσεις Ρώμη, 2019), 150 Βραβευμένα ποιήματα (Κοράλλι, 2020).