Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ "Το τραγούδι των Ινουίτ" Διηγήματα


Συγγραφέας : Λίλια Τσούβα
Εκδόσεις : βακχικόν
Χρονολογία : Μάιος 2021
Είδος  : Διηγήματα
Σελίδες : 72
Εξώφυλλο : Paul Gauguin (Harbour Scene, Dieppe, 1883)
ISBN : 978-960-638-248-2

Οπισθόφυλλο

Σ’ αυτό το βιβλίο οι αυλητές παίζουν μαγικούς σκοπούς και οι Σειρήνες πετάγονται από πίνακες ζωγραφικής. Εμφανίζεται ένα κορίτσι πάνω σ’ ένα μαύρο άλογο, ένα πέπλο θερινής ομίχλης σκεπάζει το Ενσινίτας. Στη φεγγαρόλουστη βεράντα του κόσμου ακούγεται το τραγούδι των Ινουίτ. Πεταλούδες από μακρινές περιοχές καθρεφτίζονται πάνω σε άνθη λωτού. Παραπονιάρικα φάντο ηχούν στην Κουίμπρα.

Ένα βιβλίο που υμνεί την ομορφιά της γης. Μικρές ιστορίες-ταξίδια στους πολιτισμούς των λαών. Συσχετισμοί στον τόπο και στον χρόνο. Η Λίλια Τσούβα ανεβαίνει σ’ έναν φτερωτό τροχό που κυλά. Περιπλανιέται σε πόλεις και χώρες του κόσμου. Επισκέπτεται ατόλες, συνομιλεί με κουλτούρες, αγωνιά για τον άνθρωπο και τη φύση. Το κολλάζ λέξεων και εικόνων μεταδίδει τη μαγεία της γεωγραφίας, στην εποχή που ο κόσμος τείνει να ομογενοποιηθεί. Η σκηνογραφία αναπαριστά τρόπους ζωής, επιχειρώντας να τους δώσει διάρκεια και αναδεικνύοντας τις νηματοειδείς συνδέσεις του κόσμου.

Βιβλίο γραμμένο με αγάπη για τη διαφορετικότητα των πολιτισμών και των ανθρώπων, για τα ζώα, τα πουλιά και τα φυτά του πλανήτη.


Διήγημα - Ματίλντα

Το ρολόι στον παλιό καθεδρικό ναό της Άουντε Κερκ χτύπησε πέντε. Η Ματίλντα γύρισε προς το μέρος της εκκλησίας. Στα αυτιά της έφτανε μια γλυκιά μελωδία από εκκλησιαστικό όργανο και στα μάτια της η λάμψη από τα βιτρό, καθώς το σκοτάδι αντικαθρέφτιζε το φως.

Δίπλα στο παράθυρο, στο μικρό τραπεζάκι, είχε αφήσει την κεραμική κούπα από μπλε φαγιάνς. Έπινε γάλα με καραμέλα, όπως κάθε απόγευμα. Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα. Το μαύρο σύννεφο, που είχε απλωθεί από νωρίς στον ουρανό, είχε σκεπάσει ολόκληρη την πόλη. Οι φανοστάτες δεν είχαν ανάψει απόψε.

-Παράξενο, σκέφτηκε. Θα χάλασαν.

Οι λιγοστοί διαβάτες στο μικρό δρομάκι της πόλης Ντελφτ έτρεχαν να προλάβουν τη βροχή. Ο Μπέϊκερ, που είχε το στενό μανάβικο απέναντι από το σπίτι της, μόλις είχε κλειδώσει το μαγαζί του. Τον είδε με το ποδήλατο να ξεμακραίνει στο σκοτάδι.

Ο πάντα ήρεμος ποταμός Σχίι, απόψε έδειχνε ταραγμένος. Η Ματίλντα άφησε το σατέν ύφασμα που μεταποιούσε και έριξε μια ματιά στην πόρτα. Στο πρόσωπό της διαγράφηκε μια γκριμάτσα, σαν να ήθελε κάτι να αποφύγει. Κοίταξε προς την πλευρά του τοίχου όπου κρεμόταν η Δαντελού, μια ρωπογραφία του συντοπίτη της Βερμέερ.

Κούνησε το κεφάλι. Αγαπούσε την ολλανδική ηθογραφική ζωγραφική, με τις καθημερινές σκηνές. Από το παράθυρο είδε το ζεύγος Μάριτζ να ανοίγει την ομπρέλα και να χάνεται στο μισοσκόταδο.
-Βρέχει, μονολόγησε.

Βάδισε προς το άλλο άκρο του δωματίου. Η σόμπα ήταν κρύα και μαύρη. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη μικρή φλογίτσα που θέριευε, καθώς πέταξε το στουπί με το πετρέλαιο και τα ξύλα άναψαν. Περίεργη ηδονή να παρακολουθεί τη φωτιά, όπως σκορπούσε το φως στο σκοτεινό δωμάτιο.

Κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα. Άκουσε έναν ψίθυρο και κοίταξε προς το παράθυρο. Στο λιγοστό φως διέκρινε ένα κοράκι.

Ο σιγανός θόρυβος την έκανε να στρέψει το κεφάλι.

-Μαργκρίτ;

Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα κορίτσι. Στην αρχή το είδε να παίζει κουτσό. Τα αδύνατα ποδαράκια του πηγαινοέρχονταν με ευελιξία ανάμεσα στα μικρά τετράγωνα κουτάκια. Σιγοτραγουδούσε ένα παιδικό τραγούδι. Η φωνούλα του απλώθηκε λεπτή, μονότονη στο δωμάτιο.

Η Ματίλντα, χωρίς να το θέλει, τσίμπησε το δάχτυλο με τη βελόνα και έβγαλε μια κραυγή πόνου.

Δίπλα στο πιάνο είδε τον ζωγράφο να έχει στήσει το καβαλέτο και να ανακατεύει τα χρώματα.

Είχε νυχτώσει για τα καλά.

-Μαργκρίτ, μην γκρινιάζεις. Έλα να παίξουμε με τα ονόματα!» τον άκουσε να λέει. Ξέρεις τι σημαίνει το Ματίλντα, το όνομα της μητέρας σου; Πού να το φανταστείς πως σημαίνει ισχυρή μάχη!

- Το δικό σου, Μαργκρίτ, ξέρεις ότι σημαίνει μαργαριτάρι;

Όμως η Μαργκρίτ δεν απάντησε. Στα μάτια της η Ματίλντα διέκρινε το βλέμμα σφαγμένου ζώου. Ήταν ντυμένη στα λευκά. Με το ένα της χεράκι ακουμπούσε στο τραπέζι. Το άλλο έπεφτε στον γοφό. Τα μαγουλάκια της ήταν ρόδινα και τα μαλλάκια της χτενισμένα όμορφες μπούκλες.

-Μαμά, κρυώνω, την άκουσε να λέει.

Είχε χιόνι εκείνη τη βραδιά και οι άνεμοι σφύριζαν.

Άφησε το σατέν να πέσει στο πάτωμα. Γύρισε αργά το κεφάλι και κοίταξε το πορτρέτο στην άλλη πλευρά του τοίχου. Ήταν όμορφα φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο. Η αγαπημένη της Μαργκρίτ, λίγες μέρες πριν πεθάνει από πνευμονία. Το αγκάλιασε με το βλέμμα της.

Το διήγημα είναι δημοσιευμένο στο  https://frear.gr/


Βιογραφικά στοιχεία 


Η Λίλια Τσούβα σπούδασε Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Δημιουργικής Γραφής από το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (MASTER). Διήγημά της απέσπασε βραβείο (Α' Πανελλήνιος Διαγωνισμός «Το Κοράλλι»), όπως και ποιήματά της (Η' Παγκόσμιος Διαγωνισμός της UNESCO και 1ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποιήματος «Το Κοράλλι»). Δοκίμια, ποιήματα και διηγήματά της φιλοξενούνται σε έντυπα περιοδικά και ηλεκτρονικές σελίδες. Έχει γράψει το βιβλίο Ο εξπρεσιονισμός στην ποίηση του Κ.Θ. Ριζάκη, Οκτώ προσδόκιμες θεάσεις (Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2020) και έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα: 26 Βραβευμένα διηγήματα (Κοράλλι, 2019), Ανθολογία Η' Παγκόσμιου Διαγωνισμού της UNESCO (2019), Κι αν τα κτίρια μιλούσαν (Εκδόσεις Κέδρος, 2019), Φλέβες γραφής (επιμέλεια, Εκδόσεις Ρώμη, 2019), 150 Βραβευμένα ποιήματα (Κοράλλι, 2020).

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου