Ηρθαμε στον κόσμο αυτό γυμνοί και μόνοι δίχως ένα μικρό κομμάτι ουρανού για σκέπασμα το πρώτο ρίγος του ερχομού μας στην ζωή να απαλύνει από την θανατερή του χρόνου απειλή. Συνοδοιπόρος της ζωής ο φόβος του θανάτου στην θλίψη των νεκρών στιγμών της μοναξιάς μας μέχρι το τέλος που η σκιά του θα πυρποληθεί σε χρώματα αιμάτινα φλογάτου δειλινού Όπως το δείλι αυτό που σμίξαμε γυμνοί από το εγώ μας σε αυτό το φωτεινό της μοναξιάς μας τέλος Σε ένα φιλί που έκρυβε εντός του την αποσιωπημένη προσμονή του έρωτα εκείνη την θριαμβική στιγμή του απογαλακτισμού μας από τον φόβο της ζωής.
Μαζεύονταν,
όταν τελείωνε η δουλειά
κι έπιαναν την κουβέντα,
ώρα πολλή,
για τα αθλητικά
και την πολιτική
και την οικονομία!...
Και όλο,
αναλύσεις, βαθυστόχαστες
και όλο,
θεωρίες συνωμοσίας!...
Κι όλο, συμπεράσματα,
στενάχωρα!...
Κουβέντιαζαν
κι ύψωναν την φωνή
και ύστερα,
πειράζονταν
και γέλαγαν
κι έκαναν,
πως κινούσαν
για να φύγουν
κι όλο γύρναγαν,
απρόθυμοι ολότελα,
στα σπίτια τους να πάνε!...
Παράξενα καράβια,
μεσοπέλαγα,
που δίσταζαν να μπούνε
στο λιμάνι τους!...
Ποιός ξέρει
εκεί,
τί δήμιες μοναξιές!...
Άραγε,
τί βοριάδες,
στα σπίτια τους,
αλύχταγαν!...
Τάσος Σ.Μάντζιος
H Πιπίνα Βονασέρα (Pipina Vonasera) ήταν ηθοποιός του 19ου αιώνα, ιταλικής καταγωγής που μεσουράνησε στο ελληνικό θέατρο.
Η Βονασέρα, πρωτοεμφανίστηκε στο ελληνικό θέατρο το 1862 παίζοντας τη Λουκρητία Βοργία στο ομώνυμο δράμα του Βίκτωρος Ουγκό. Από τότε και για τα επόμενα 20 χρόνια ήταν η πιο διάσημη ηθοποιός της εποχής της, ερμηνεύοντας πάμπολλα έργα τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και σε περιοδείες στον ελληνισμό του εξωτερικού. Ήταν η βασική πρωταγωνίστρια των δραμάτων του Δημήτριου Βερναρδάκη,ερμηνεύοντας τους κύριους ρόλους στα έργα του, Μαρία Δοξαπατρή (1865), Μερόπη (1866) και Ευφροσύνη (1876). Αναδεικνύεται έτσι, ως η καλύτερη τραγική ηθοποιός του καιρού της.
Υπήρξε επίσης η πρώτη ηθοποιός που έπαιξε την Αντιγόνη του Σοφοκλή, στο νεοελληνικό θέατρο.
Συνεργάστηκε με τον επίσης διάσημο ηθοποιό της εποχής Δημοσθένη Αλεξιάδη, δημιουργώντας δικό τους θίασο με τον οποίο περιοδεύσαν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και μετέφρασαν αρκετά ιταλικά θεατρικά έργα, εμπλουτίζοντας έτσι το ελληνικό δραματολόγιο.
Για ένα διάστημα δύο περίπου ετών, δημιούργησε το δικό της θίασο, και έγινε η πρώτη γυναίκα θιασάρχης του νεοελληνικού θεάτρου.
Ήταν μητέρα τριών επίσης άξιων ηθοποιών, της Φιλομήλας και των Ιωάννη και Ευτύχιου Βονασέρα.
Η Πιπίνα (Ιωσηφίνα) Βονασέρα, το γένος Λίτολφ, γεννήθηκε στη Σικελία το 1838. Στην Ελλάδα ήρθε το 1848, ακολουθώντας τον μουσικό πατέρα της. Παντρεύτηκε τον, επίσης Ιταλό, Φραγκίσκο Βονασέρα (Bonasera), λεπτουργό (ειδικότητα της ξυλουργικής) στο επάγγελμα και ερασιτέχνη ηθοποιό και απόκτησαν μαζί οκτώ παιδιά.
Η καριέρα της αρχίζει το 1862 όταν έγινε μέλος του πρώτου επαγγελματικού ελληνικού θιάσου.
Ο θίασος, απαρτιζόμενος επίσης από τους Παντελή Σούτσα, Αθανάσιο Σίσυφο, Σωτήριο Καρτέσιο και Δημοσθένη Αλεξιάδη, θα εμφανιστεί στο Θέατρο Μπούκουρα τον Σεπτέμβριο του 1862, και εκεί θα εμφανιστεί και η Βονασέρα στο έργο «Λουκρητία Βοργία» του Βίκτωρος Ουγκώ. Το ταλέντο της γίνεται αμέσως φανερό και θα πάρει μέρος και στις επόμενες -λίγες – παραστάσεις του θιάσου. Όμως ο θίασος θα διαλυθεί γρήγορα καθώς το θέατρο διέκοψε τις παραστάσεις του λόγω των γεγονότων που οδήγησαν στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.
Η Βονασέρα τότε, μαζί με τον Παντελή Σούτσα, θα ακολουθήσει του Κωνσταντινουπολίτες θεατρικούς επιχειρηματίες Κοσμά και Οδυσσέα Δημητράκο, στην επιτυχημένη περιοδεία που διοργάνωσαν στην Κωνσταντινούπολη, και που κράτησε περίπου ένα χρόνο. Στην Πόλη θα ερμηνεύσει την Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε μετάφραση του Α. Ραγκαβή, στις 7 Οκτώβριου του 1863, στην πρεμιέρα του θιάσου. Μαζί της θα παίξουν ο Παναγιώτης Σούτσας τον Κρέοντα και η Σοφία Πανά – μετέπειτα Ταβουλάρη την Ισμήνη.
Μεγάλη προσωπική επιτυχία της Βονασέρα εκείνης της περιόδου, ήταν ο ρόλος της Μιραντολίνας στο έργο «Η Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι.
Το 1865 επιστρέφει στην Ελλάδα και παίρνει μέρος στην δεύτερη προσπάθεια που γίνεται προς σύσταση μόνιμου ελληνικού θιάσου. Τότε θα ερμηνεύσει τις μεγάλες της επιτυχίες, την Μαρία Δοξαπατρή (1865) και τη Μερόπη (1866) του Δημήτριου Βερναρδάκη, καθώς και την Κόρη του παντοπώλου (1866), την κωμωδία του Άγγελου Βλάχου.
Το 1867 και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο, πρωταγωνιστεί και πάλι στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε εκείνη την παράσταση στο Ηρώδειο, που διοργανώθηκε προς τιμήν του γάμου του βασιλιά Γεώργιου A', και που έμεινε στη θεατρική ιστορία, λόγω των συνεχόμενων αναβολών τους εξαίτιας της συνεχόμενης βροχής. Η παράσταση δεν είχε επιτυχία, αλλά η Βονασέρα και ο Αλεξιάδης κατόρθωσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.«...ουκ ολίγον διεκρίθησαν οι υποκρινόμενοι την Αντιγόνην και τον Τειρεσίαν, κατά δεύτερον λόγον επιτυχόντων των λοιπών».
Τα επόμενα χρόνια μαζί με τον Δημοσθένη Αλεξιάδη θα συστήσουν επαγγελματικό θίασο αφού για όλους τους ηθοποιούς της εποχής άλλος δρόμος βιοπορισμού δεν υπήρχε παρά η περιοδεία στον ελληνισμό του εξωτερικού ή τουλάχιστον σε πόλεις εκτός της πρωτευούσας. Στην Αθήνα η εμμονή της βασιλικής αυλής και των ανωτέρων τάξεων στο ιταλικό μελόδραμα, δεν άφηνε χώρο για ελληνικό θέατρο από έλληνες ηθοποιούς. Ο θίασος αυτός που φέρνει κατά καιρούς διάφορα ονόματα θα περιοδεύσει σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι και τη Ρωσία και την Αζοφική θάλασσα.
Η εφημερίδα Νεολόγος της Κωνσταντινούπολης σε άρθρο της, στις 19 Νοεμβρίου του 1871 γράφει, εξαίροντας την παρουσία του θιάσου αλλά και της πρωταγωνίστριάς του ιδιαιτέρως:
....εν τη παραστάσει της Μηδείας (στη διασκευή του Ιω. Ζαμπέλιου) το πρωτεύον και συγκεντρούν άπασαν την προσοχήν πρόσωπον είναι αναντιρρήτως η Μήδεια. Το πρόσωπον τούτο, όπερ απαιτεί τοσαύτην τέχνην ώστε μόνον τούτο απετέλεσε την μεγάλην φήμην της κ. Ριστόρι, υπεκρίνατο η κ. Πιπίνα Βονασέρα. Οφείλομεν να είμεθα επιφυλακτικοί εις τας κρίσεις ημών ίνα μη υποληφθώμεν δεκαζόμενοι. και όμως είμεθα αναγκασμένοι να ομολογήσωμεν ότι ουδέποτε είδομεν ελληνίδα ηθοποιόν σπανίως δε ξένη, ισάμιλλον της κ. Πιπίνας εν τη Μηδεία..
Στα έργα του Βερναρδάκη
Η Βονασέρα πρωταγωνίστησε σε όλα τα έργα του Δημήτριου Βερναρδάκη της εποχής:
Η αρχή έγινε το 1865, στις 9 Δεκεμβρίου, όταν ο θίασος του Παντελή Σούτσα παρουσίασε την πρώτη τραγωδία του Βερναρδάκη, Μαρία Δοξαπατρή, που ο συγγραφέας είχε γράψει το 1858. Το έργο γίνεται μεγάλη επιτυχία και ξαναπαίζεται ακόμα 16 φορές, πράγμα πρωτόγνωρο για παραστάσεις της εποχής. Ο αρθρογράφος της εφημερίδας Αλήθεια γράφει ότι ...η συρροή του κοινού υπήρξε μεγάλη κατά την πρώτην και έτι μεγαλυτέρα κατά την δευτέραν παράστασιν, ότε και το ωραίο φύλο εκόσμησε τα θεωρεία...Η επιτυχία της παραστάσεως ταύτης εθεωρήθη κοινώς ως μοναδική μέχρι τούδε...Δι'αυτής το εθνικόν θέατρον έκαμεν εν μέγα βήμα προς τα εμπρός, και οι ηθοποιοί δε εφάνησαν κατά τας δύο ταύτας εσπέρας ανώτεροι εαυτών..
Μάλιστα ...Η ανωτέρα τάξις της κοινωνίας, ήτις μέχρι τούδε εφαίνετο ψυχρά προς το ελληνικόν Θέατρον, ήρχισεν ευτυχώς να συγκινήται και να φαίνεται προθυμοτέρα εις την συνδρομήν και υποστήριξιν του εθνικού τούτου αντικειμένου... Με αυτήν την παράσταση η Βονασέρα καθιερώνεται ως η απόλυτη πρωταγωνίστρια της εποχής.
Η διανομή της Μερόπης του 1866
Τον επόμενο χρόνο, 1866 ο Βερναρδάκης γράφει την Μερόπη. Το έργο το παρουσιάζει στις 12 Μαρτίου του 1866 και πάλι ο θίασος του Παντελή Σούτσα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον αναλαμβάνει και πάλι η Βονασέρα. Ακόμα μια μεγάλη επιτυχία για την ιταλίδα ηθοποιό. Ο Βερναρδάκης μάλιστα διαβεβαιώνει οτι ...ιδίως δε ό,τε χαρακτήρ της Μερόπης διεπλάσθη, και η εκλογή εν γένει του θέματος εγένετο κατ' αναφοράν προς την υποκριτικήν ιδιοφυίαν της πρωταγωνιστρίας του θιάσου τούτου, ήτις και τωόντι εν τη παραστάσει της Μερόπης ηυδοκίμησεν απαραμίλλως, αναδιχθείσα πολύ ανωτέρα εαυτής.
Ο Βερναρδάκης θα την αποθεώσει, μέσα από τις εφημερίδες της εποχής. Σε ένα γράμμα του, στην εφημερίδα Εθνοφύλαξ γράφει πως ... ότι κατώρθωσε να κρατήσει σήμερον επί της σκηνής δράμα περιοριζόμενον εις τους λιτούς τύπους της τραγωδίας, είναι η εν τοις κυρίοις έξοχος και απαράμιλλος υπόκρισις της πρωταγωνιστρίας. Όσοι είδον ευρωπαϊκά θέατρα και εσπούδασαν εγγύθεν τους εξοχωτέρους καλλιτέχνας της σκηνής, ούτοι πάντες ομολογούσιν, ότι η κ. Π. Βονασέρα, (κατά τας δύο μάλιστα πρώτας παραστάσεις της “Μερόπης” και ιδίως την πρώτην) κατόρθωσεν ότι ολίγαι μόνο υποκρίτριαι σήμερον εν Ευρώπη κατορθώνουσι, και χαίρουσι μεγάλως, ότι η κατά μυρίων δυσχερειών και προσκομμάτων παλαίουσα ελληνική σκηνή απέκτησε τραγικήν υποκρίτριαν πρώτης τάξεως.
Το 1876 είναι η τρίτη φορά που η Βονασέρα θα συνεργαστεί με τον Βερναρδάκη, παίζοντας στην Ευφροσύνη. Το έργο ανεβαίνει από τον θίασο, Δημ. Αλεξιάδη – Πιπ. Βονασέρα στις 25 Μάρτη του 1876 στην Αθήνα. Στο έργο αυτό δεν κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά έναν δεύτερο, αυτόν της τροφού Νάσως της Χορμοβίτισσας. Η παράσταση ανέβηκε για δυο συνεχόμενα βράδυα και η εφημερίδα Μέλλον, της 27ης Μαρτίου 1876 εξαίρει ιδιαιτέρως την απόδοση της Βονασέρα και των άλλων γυναικών του θιάσου. Γράφει: ...οι ηθοποιοί επέτυχον άπαντες, ιδίως δε διεκρίθησαν η κυρία Πιπίνα Βονασέρα υποκριθείσαν το πρόσωπο της Χορμοβιτίσσης Νάσω, τροφού της Ευφροσύνης, η δεσποινίς Φιλομήλα Βονασέρα, υποκριθείσα το πρόσωπον της οθωμανίδος Χανιφέ, συζύγου του Μουκτάρ Πασά, και η κυρία Ελένη Χέλμη το της Ζωϊτσας..
Η υποκριτική της τέχνη
Πολύ μακριά από τη δική μας εποχή, οι ηθοποιοί τότε ερμήνευαν τους ρόλους τους με ένα τρόπο που σήμερα μας ξενίζει. Ωστόσο για τους θεατρόφιλους της εποχής, θεωρούνταν ο ιδανικός. Επηρεασμένη η Βονασέρα ιδιαίτερα λόγω καταγωγής, από την ιταλική ερμηνευτική σχολή, κατόρθωνε να έχει μια αρμονική κίνηση του σώματος, καλή άρθρωση για τις απαγγελίες και αργυρόηχη φωνή όπως αναφέρει το 1872, ένα άρθρο της εφημερίδας Πρόοδος Σμύρνης.
Είχε αξιόλογες τραγουδιστικές ικανότητες και πολύ συχνά τραγουδούσε λυρικά άσματα πάνω στη σκηνή, αν και η ξενική προφορά της, -στην αρχή τουλάχιστον της καριέρας της - συνέβαινε να ενοχλεί κάποτε, κάποιους κριτικούς.
Κατόρθωνε με έντονες εκφράσεις προσώπου και σώματος, να ζωντανέψει την συναισθηματική κατάσταση των ηρωίδων της και να την υποβάλει μάλιστα στο κοινό, αλλά και να περνάει από το ένα συναίσθημα στο άλλο, με πειστικότητα αλλά και δραματικότητα. Πολύ σημαντική ήταν και η ικανότητά της, να δημιουργεί “παγωμένες σκηνές”, μια πρακτική που ήταν πολύ δημοφιλής. Δημιουργούσε ακίνητες- σαν φωτογραφημένες- σκηνές έκφρασης συναισθημάτων κατά τη διάρκεια της παράστασης ώστε να εντυπωσιαστεί ο θεατής και να εντυπωθεί στη μνήμη του ο ρόλος και το συναίσθημα που βγάζει, αφού τις περισσότερες φορές τα λόγια δεν τα πολυκαταλάβαιναν.
Η εφημερίδα Φορολογούμενος της Πάτρας γράφει για την τέχνη της: ...Η κ. Πιπίνα Μπονασέρα προ πολλού πρωταγωνιστούσα ηθοποιός του ελλην. θεάτρου είναι κάτοχος της σκηνής και βαθέως αισθανομένη δύναται να συγκινήση μέχρι δακρύων. Ακόπως δε μεταδίδει τους χαρακτήρας προσώπων εις υψηλήν ανηκόντων κοινωνικήν θέσιν, όπερ είναι λίαν δυσχερές δια τους ημετέρους ηθοποιούς, οίτινες δυσκόλως δύνανται να υποκριθώσι κόσμον τον οποίον αγνοούσι. Λαμβάνει επί της σκηνής στάσεις γραφικωτάτας και έχει χειρονομίαν λίαν φυσικήν και επιβλητικήν..
Περιμένοντας το λεωφορείο κάποιος ηλικιωμένος με πλησίασε
Με το θάρρος και την άνεση που έχουν οι μεγαλύτεροι στα χρόνια με ρώτησε:
Ποιος σου μάθε να τραγουδάς και
Να ζωγραφίζεις
Ούτε τραγουδάω ούτε ζωγραφίζω
κύριε θα με περάσατε για άλλον
Με κοίταξε γελώντας
Ξέχασες ότι όταν ήσουν παιδί
Αυτά τα δύο τα γνώριζες
Τραγούδαγες με την άνεση ενός επαγγελματία
Ζωγράφιζες όπως οι μοντέρνοι ζωγράφοι
Ήσουν έτοιμος καλλιτέχνης
Και μετά σου είπαν πως πρέπει να μάθεις
Αυτό που ήδη ξέρεις
και ξέχασες πως δίχως τις σκέψεις
Ελευθερώνεται από μέσα σου ή ουσία που λέγεται αρμονία διαμέσου της έμπνευσης
Γίνεσαι μέρος του όλου
Ποιος είσαι κύριε;;;;
Με ρωτάς και απαντάς μαζί;;;
είπε και χάθηκε αφήνοντας στα χέρια μου
Ένα άσπρο βότσαλο και ένα μικρό κοχύλι.
Ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος (Johannes Gutenberg, 1400 - 3 Φεβρουαρίου 1468) ήταν Γερμανός σιδηρουργός, χρυσοχόος, τυπογράφος και εκδότης, ο οποίος εισήγαγε την τυπογραφία στην Ευρώπη. Η δική του εφαρμογή της μηχανικής εκτύπωσης με κινητά στοιχεία θεωρείται ευρέως ως η πιο σημαντική εφεύρεση της δεύτερης χιλιετίας και το γεγονός που εγκαινίασε τη νεότερη Εποχή της ανθρώπινης ιστορίας. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αναγέννησης, τη Μεταρρύθμιση, τον Διαφωτισμό και την επιστημονική επανάσταση και έθεσε τη βάση για τη σύγχρονη -βασισμένη στη γνώση- οικονομία και τη διάδοση της μάθησης στις μάζες
Γεννήθηκε κατά την επικρατέστερη εκδοχή το 1400 και απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου του 1468 σε ηλικία 71 ετών. Τόπος γέννησής του είναι το Μάιντς (Mainz) της Γερμανίας και θεωρείται ο «πατέρας» της τυπογραφίας. Περίπου στα 1430 εγκαταστάθηκε στο Στρασβούργο. Τον Μάρτιο του 1434, ένα γράμμα του υποδεικνύει ότι εκείνη την εποχή διέμενε εκεί, όπου είχε κάποιους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας του. Στο Στρασβούργο άρχισε να πειραματίζεται στη μεταλλουργία και στα 1434 έκανε τα πρώτα του βήματα στην τυπογραφία.
Ο Γουτεμβέργιος θεωρείται ο «πατέρας» της μηχανικής εκτύπωσης μολονότι είχαν ήδη κατασκευαστεί κινητά τυπογραφικά στοιχεία από τον Ολλανδό Λαυρέντιο Κοστέρ στο Χάρλεμ, γιατί εκείνος συνέλαβε πρώτος την ιδέα της τυπογραφικής μεθόδου στο σύνολό της.
Ο εκπαιδευμένος χρυσοχόος, μέλος της αντίστοιχης συντεχνίας, πειραματίζεται από το 1434 με κινητούς ξύλινους χαρακτήρες. Τα πρώτα αποτελέσματα διαφαίνονται το 1436 οπότε εκτυπώνει λαϊκά, θρησκευτικά βιβλία.
Μετά από διάφορες προσπάθειες πετυχαίνει, το 1441, με τη βοήθεια ενός βελτιωμένου μελανιού, να αξιοποιήσει εκτυπωτικά και τις δύο όψεις μιας σελίδας χαρτιού.
Η τελική επιτυχία για την αξιοποίηση της εφεύρεσής του ήρθε με την εκτύπωση, το 1455, της Βίβλου των 42 γραμμών στα λατινικά, σε 180 αντίτυπα, τα περισσότερα σε κοινό χαρτί και μερικά σε χαρτί εξαιρετικής ποιότητας (vellum), μία αισθητικά άριστη τυπογραφική εργασία, αν και αποτελεί μόλις το πρώτο τυπογραφικό προϊόν του. Είναι ευρέως γνωστή ως η Βίβλος του Γουτεμβέργιου. Αποτελεί το πρώτο βιβλίο μαζικής παραγωγής, που για πολλούς είναι το καλύτερο και αρτιότερο τεχνικά βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ.
Το Project Gutenberg (εγχείρημα Γουτεμβέργιος) ονομάστηκε εις μνήμην του και είναι μια εθελοντική προσπάθεια ψηφιοποίησης, αρχειοθέτησης και διανομής πολιτισμικών έργων μέσω Διαδικτύου. Ξεκίνησε το 1971 και είναι, σήμερα, η αρχαιότερη ψηφιακή βιβλιοθήκη.
Εικαστικό που παρουσιάζει κάποιο εργαστήριο τυπογραφίας την εποχή του Γουτεμβέργιου
Στα μισά του 15ου αιώνα είχαν ήδη δημιουργηθεί όλες οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της τυπογραφίας. Καταρχήν, τα χαρτιά και οι μελάνες είχαν βελτιωθεί αισθητά. Έπειτα, η πρώτη εκτυπωτική μέθοδος, η ξυλογραφία, είχε προσφέρει μία τεχνογνωσία εβδομήντα, σχεδόν, χρόνων. Η εμπειρία αυτή βοήθησε στην κατανόηση όλων των τρωτών σημείων της μεθόδου και κατέδειξε τους τομείς στους οποίους έπρεπε να επικεντρωθεί η έρευνα. Το πρόβλημα της πίεσης κατά την εκτύπωση των αντιτύπων ήταν από τα πρώτα που έπρεπε να επιλυθούν. Η πίεση έπρεπε να σταματήσει να ασκείται με το χέρι και να αντικατασταθεί από κάποια μηχανική διάταξη. Μόνο έτσι θα επιτυγχάνονταν ομοιόμορφη μελάνωση των αντιτύπων και ποιοτικό αποτέλεσμα.
Ακόμη, η χάραξη των κειμένων στις ξυλογραφικές πλάκες προϋπέθετε εξειδικευμένους τεχνίτες και πολύωρη δουλειά. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να κατασκευαστούν γράμματα μεμονωμένα, τα οποία στη συνέχεια θα συνδυάζονταν για τη σύνθεση του κειμένου. Έτσι, δε θα υπήρχε ανάγκη να χαράσσεται κείμενο κάθε φορά από την αρχή. Τα ξύλινα γράμματα-στοιχεία, εφεύρεση του Κόστερ, όπως είδαμε, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις μιας ποιοτικής εκτύπωσης και δεν έδιναν μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Κάποιο άλλο υλικό έπρεπε να αντικαταστήσει το ξύλο.
Ο άνθρωπος που θεωρείται ότι εφεύρε την τυπογραφία –μια και δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι γνώριζε τα μεταλλικά στοιχεία που χρησιμοποιούσαν ήδη στην Ανατολή- είχε την υποδομή μιας τέχνης που αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη, αυτή της χρυσοχοΐας. Από την άλλη κατόρθωσε να εφεύρει το τυπογραφικό πιεστήριο. Έτσι έφτασε σε μια παραγωγική εκτυπωτική μέθοδο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο γερμανός Γιόχαν Γκούτενμπεργκ.
Τα τυπογραφικά στοιχεία
Μήτρες κατασκευής
τυπογραφικών στοιχείων
Για την κατασκευή ενός καλουπιού απαιτούνταν, καταρχήν, μία ξύλινη ράβδος σε μορφή παραλληλεπίπεδου. Επάνω σε αυτή χαράζονταν ανάγλυφο και αντίστροφο (με καθρεπτισμένη μορφή) ένα γράμμα του αλφαβήτου. Η ράβδος που έφερε το χάραγμα του γράμματος, πιέζονταν επάνω σε εύπλαστο και ανθεκτικό πηλό, δημιουργώντας ένα αποτύπωμα. Το αποτύπωμα αυτό χρησίμευε ως καλούπι για τη χύτευση (μεταφορά του μετάλλου σε υγρή μορφή μέσα στο καλούπι) σκληρού μετάλλου. Το αποτέλεσμα της χύτευσης ήταν ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, στη μία επιφάνεια του οποίου βρίσκονταν ανάγλυφο το αποτύπωμα του γράμματος. Αργότερα, ο Γουτεμβέργιος αντικατέστησε τις ξύλινες ράβδους με μεταλλικές και τα πήλινα καλούπια με μπρούτζινα ή ορειχάλκινα για τη χύτευση πιο μαλακών μετάλλων, όπως μολύβδου ή χαλκού.
Τυπογραφικά στοιχεία
του Γουτεμβέργιου
Ο Γουτεμβέργιος πειραματίστηκε πολύ με τα μέταλλα των στοιχείων και κατέληξε στην χρήση ενός κράματος από μόλυβδο, αντιμόνιο και κασσίτερο. Ο κασσίτερος χρησιμοποιήθηκε γιατί ο μόλυβδος από μόνος του οξειδώνεται (σκουριάζει) ταχύτατα και μετά την χύτευση κατέστρεφε τα μολύβδινα στοιχεία. Το αντιμόνιο προστέθηκε για να αυξήσει την αντοχή των στοιχείων στη φθορά της χρήσης.
Οι αναλογίες των μετάλλων δεν ήταν σταθερές και τα πειράματα συνεχίστηκαν και μετά την εποχή του, μέχρι το 18ο αιώνα, οπότε αυτές οριστικοποιήθηκαν. Τα στοιχεία του Γουτεμβέργιου ήταν κούφια, γεγονός που τα διαφοροποιεί από τα σημερινά, αλλά ως προς το ύψος, παρουσιάζουν ελάχιστες διαφορές.
Με τα στοιχεία αυτά, ο Γουτεμβέργιος συνέθετε λέξεις, με τις λέξεις αράδες (στίχους-γραμμές), με τις αράδες στήλες και με αυτές σελίδες. Η κάθε σελίδα προσαρμόζονταν σφιχτά σε ένα τετράγωνο τελάρο. Τα δύο μαζί αποτελούσαν την εκτυπωτική πλάκα, η οποία τοποθετούνταν στην κατάλληλη υποδοχή της μηχανικής διάταξης του πιεστηρίου.
Εκτύπωση τυπογραφικών στοιχείων του Γουτεμβέργιου
Η εφεύρεση του πιεστηρίου
Το πιεστήριο του Γουτεμβέργιου
Ο Γουτεμβέργιος αξιοποίησε κατασκευαστικά στοιχεία του πιεστηρίου των οινοποιών και της μηχανικής διάταξης των βιβλιοδετείων της εποχής, όπως τα πλαίσια και το στρόφαλο. Επέφερε αρκετές μετατροπές σ’ αυτά για την υποδοχή της εκτυπωτικής πλάκας και έδωσε οδηγίες για την κατασκευή της. Έτσι έφτασε στην εφεύρεση του τυπογραφικού πιεστηρίου, το οποίο έδωσε, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα εκτύπωσης του χαρτιού και από τις δύο όψεις (αμφίπλευρη εκτύπωση).
Το πιεστήριο του Γουτεμβέργιου
Στο πιεστήριο υπήρχε ένα σταθερό επίπεδο, πάνω στο οποίο εφαρμόζονταν η εκτυπωτική πλάκα-φόρμα. Αυτή δέχονταν μελάνη σε λεπτή και ομοιόμορφη στρώση, με ειδικά ταμπόν (χοντρό ύφασμα ή δέρμα εμποτισμένο με μελάνη) από δέρμα. Επάνω της τοποθετούνταν το φύλλο του χαρτιού ή της περγαμηνής που επρόκειτο να δεχθεί την μελάνη, και πάνω από αυτό μερικά ακόμη φύλλα, για τη σωστή κατανομή της πίεσης. Ένας άξονας που είχε τη μορφή βίδας (ελικοειδής κοχλίας) κατέληγε σε μια ξύλινη πλάκα, που ασκούσε πίεση στα βοηθητικά χαρτιά και το εκτυπωτικό υπόστρωμα, το οποίο μετατρέπονταν σε αντίτυπο. Η πίεση εφαρμόζονταν με την περιστροφή μιας ράβδου, η οποία προσαρμόζονταν στον κεντρικό άξονα του πιεστηρίου και ήταν εμπειρικά ελεγχόμενη. Αποτέλεσμα ήταν η ποιότητα της αποτύπωσης των στοιχείων να μην είναι πάντα η ίδια.
Χαρακτηριστικά του πιεστηρίου του Γουτεμβέργιου ήταν η δυνατότητα οριζόντιας κίνησης της τυπογραφικής φόρμας επάνω στη σταθερή επιφάνεια, στην οποία τοποθετούνταν. Η κίνηση επιτυγχάνονταν με τη χρήση δρομέων κάτω από τη φόρμα, επάνω στη σταθερή επιφάνεια του πιεστηρίου. Με το μηχανισμό αυτό, η φόρμα σπρώχνονταν κάτω από την πλάκα πίεσης, που κινούνταν σε κάθετη διεύθυνση και τραβιόταν έξω από αυτή για να μελανωθεί.
Οι μελάνες
Ο Γουτεμβέργιος πειραματίστηκε, επίσης, πολύ με τις μελάνες εκτύπωσης. Αρχικά, χρησιμοποίησε τις μελάνες των ξυλογραφικών εκτυπώσεων, που ήταν ένα μείγμα από λάδι λιναριού (λινέλαιο) και καπνιά. Αργότερα, όμως, δοκίμασε να παρασκευάσει μελάνη με ρετσίνι, τερεβινθέλαιο (νέφτι) και διάφορα χρωστικά. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία λιπαρής μελάνης ειδικά για την τυπογραφία. Η μελάνη αυτή, προσέφερε ομοιογενή στρώση επάνω στα στοιχεία της φόρμας και έδινε το πλεονέκτημα ομοιόμορφης μεταφοράς από τη φόρμα στο εκτυπωτικό υπόστρωμα. Ακόμη, στέγνωνε γρήγορα και είχε καλή πρόσφυση στο χαρτί και στην περγαμηνή.
ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟΥ
Μία σελίδα από την Αγία Γραφή
του Γουτεμβέργιου
Ένα από τα πρώτα δείγματα της δουλειάς του, που τυπώθηκε το 1454 στο τυπογραφείο της Μάιντς, θεωρείται το Τούρκικο Ημερολόγιο. Το έργο αυτό αποτελούσε προειδοποίηση για τον επικείμενο κίνδυνο από μία ενδεχόμενη τουρκική εισβολή στην Ευρώπη, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Στο Γουτεμβέργιο, επίσης, αποδίδονται ορισμένα συγχωροχάρτια και σχολικές γραμματικές.
Το αριστούργημα, όμως, του Γουτεμβέργιου είναι η Βίβλος. Η Βίβλος έμεινε στην ιστορία ως η Βίβλος των 42 στίχων, επειδή οι περισσότερες σελίδες της έχουν 42 στίχους. Αποτελείται από 1280 περίπου σελίδες, βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους. Τυπώθηκαν συνολικά 150 αντίτυπα, 120 σε χαρτί και 30 σε περγαμηνή, στο τυπογραφείο που ίδρυσε ο Γουτεμβέργιος στη Μάιντς, με τη χρηματοδότηση του Fust. Το όλο εγχείρημα χρειάστηκε πάνω από πέντε χρόνια για να πραγματοποιηθεί, και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία του εξαιρετικότερου δείγματος τυπογραφίας όλων των εποχών.
Τα 290 στοιχεία, γράμματα, σημεία στίξης και διάφορα σύμβολα, που κατασκευάστηκαν για την εκτύπωσή της, έχουν το χαρακτήρα των χειρόγραφων βιβλίων της εποχής. Τα διαστήματα μεταξύ των λέξεων είναι απόλυτα ίσα, καθώς και τα διαστήματα μεταξύ των στίχων (διάστιχα). Όλοι οι στίχοι έχουν το ίδιο μήκος και είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένοι μεταξύ τους, από την δεξιά και από την αριστερή μεριά της σελίδας (κείμενο στοιχισμένο). Οι σελίδες, εκτός από κείμενο, περιλαμβάνουν χρωματιστά διακοσμητικά πλαίσια και πρωτογράμματα. Αυτά τυπώθηκαν από ξυλογραφικές πλάκες με διαφορετικά χρώματα και επειδή δεν αποτυπώθηκαν καλά, σχεδιάστηκαν από πάνω με το χέρι. Τα ξυλογραφικά σχέδια μελανώνονταν ξεχωριστά, αλλά τυπώνονταν μαζί με τα κείμενα, με μία μόνο πίεση του πιεστηρίου.
Η Βίβλος του Γουτεμβέργιου
Ο Γουτεμβέργιος, αν και εξαίρετος μάστορας-τυπογράφος, αποδείχθηκε λιγότερο ικανός στις οικονομικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Το αποτέλεσμα ήταν ο χρηματοδότης του -και συνεταίρος αργότερα στην επιχείρηση- να τον σύρει στα δικαστήρια, να του αποσπάσει το «εργαστήριο των βιβλίων» με τα περισσότερα εργαλεία και υλικά και να καρπωθεί, τελικά, τα έσοδα από τις πωλήσεις της Βίβλου, η οποία ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε στο εμπόριο το 1456.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1457, κυκλοφόρησε και ένα μεγαλοπρεπές Ψαλτήριο. Η διακόσμηση του βιβλίου αυτού περιλάμβανε πολύχρωμα πρωτογράμματα και λεπτά διακοσμητικά σχέδια. Το Ψαλτήριο, όπως και η Βίβλος, απαίτησαν πολύχρονες προσπάθειες και τυπογραφικές δοκιμές έως ότου ολοκληρωθούν.
Ο Γουτεμβέργιος δεν έπαψε να ασχολείται με την τυπογραφία, αλλά δεν κατάφερε να ανακάμψει οικονομικά. Προς το τέλος της ζωής του, ένας ηγεμόνας από το Νασάου τον λυπήθηκε και τον έκανε μέλος της Αυλής του, προσφέροντάς του αφορολόγητη αργομισθία. Το 1468, ο μεγάλος δημιουργός και προικισμένος εφευρέτης, πέθανε φτωχός. Η αξία της προσφοράς του, όμως, τόσο σημαντική για την ανθρωπότητα, του χάρισε την αθανασία της υστεροφημίας.
Σελίδα από το Ψαλτήρι του Γουτεμβέργιου. Δίχρωμη εκτύπωση σ ένα πέρασμα
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟΥ
Σε λιγότερο από μία δεκαετία από τον θάνατο του Γουτεμβέργιου, λειτουργούσαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης τυπογραφικά εργαστήρια. Τα βιβλία αναπαράγονταν σε χιλιάδες αντίτυπα. Η αριστοκρατία έπαψε να είναι ο μοναδικός αποδέκτης της γνώσης. Το τυπωμένο βιβλίο έγινε προσιτό σε μεγαλύτερο αριθμό πολιτών.
Αλφαβητάρια, γραμματικές, έπη και μύθοι των λαών του κόσμου, θρησκευτικά και φιλοσοφικά κείμενα είναι τα βιβλία που χαρακτηρίζουν τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Πολύς κόσμος μάθαινε γραφή και ανάγνωση, γιατί το βιβλίο είχε γίνει φθηνό και προσιτό. Η τυπογραφία βοήθησε ενεργά στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης.
Bίντεο που αναπαριστά την εκτύπωση στην εποχή του Γουτεμβέργιου
Βγες απ ‘ το όνειρο , το σαράκι στο χει φάει. Πιάσε τη μηχανή του χρόνου και πάτα της το φρένο. Έξω ο ήλιος απλώνει τα υφάδια του στ αδράχτια, σήμερα, αύριο η λήθη σε νικάει. Πεισμώνω με τους ύπνους μου σαν με ξαποστέλλουν με όνειρα (κάτω απ ‘ τη μασχάλη ) σαν σηκωθώ στο στρόβιλο της ανίας , καφέ της ετοιμάζω κι αρχίζω να ξεϋφαίνω ένα ένα όνειρο πως τάχα στο σήμερα , με ανεμόμυλους τα βάζω. Θυσιάζω μόνο εμένα, εσένα και το αύριο. Δεν είναι ευρύχωρος ο βωμός , σου λέω. Καλύτερα ως εδώ κι ύστερα βλέπουμε.. Έχω το παρελθόν , μου φτάνει , εκεί μνέω … Μα ύστερα στον καθρέφτη , όταν κοιτάζομαι δεξιά κι αριστερά , χίλια πρόσωπα προβάλλουν , οι Ερινύες. Σκίζω την κουρτίνα τότε ανέλπιδη, είναι τα εμπόδια , στων ονειράτων μου τις αγρυπνίες Δρασκελισμούς, βηματισμούς τεράστιους έχω να διανύσω. Έμεινα πίσω αρκετά , το χρόνο πριν χαρίσω, σε ανίδεους θεομπαίχτες και Εφιάλτες κυνικούς που τα μανίκια μου απλόχερα, τα χάρισα να σκίσουν. Δαιμόνισσα, ξεδιάντροπη η κρίση πανικού , με στρίμωξε και μ’ έχει εκμαυλίσει , όχι χωρίς τη βολική συναίνεση κι εγώ.. Μα τώρα , χαμένη ή κερδισμένη, λέω πως έσκισα κι εγώ τα πέπλα μου όλα . Σαλώμη γίνομαι. Στον τελευταίο χορό θα λικνιστώ. Χορός ζωής ή και θανάτου δεν γνωρίζω αν είναι. Ξέρω πως το βάρος του εαυτού και της ζωής μου την τρέλα, έχω να ζυγιάσω . Έτσι, με τα ’’ θέλω’’ μου, θα περιγράψω το χώρο , που θα διαγράψω το χορό, παίζοντας το κεφάλι μου εγώ , όλα για όλα. Καις τα φτερά σου για μια λεύτερη ζωή ή δίνεις λάμψη , στο σκοτάδι που χεις κτίσει. . Φωτεινή Ψι.
Άνθισε η τριανταφυλλιά στον κήπο. Έρημο σπίτι το στολίζουν κόκκινα άνθη.
Ρόδινα τριαντάφυλλα, που θυμίζετε τη χαρά μιας άλλης εποχής! Τότε που τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και το βάζο γεμάτο… Τότε που οι φωνές των παιδιών βούιζαν και τα πρόσωπα ήταν χρυσά και χαμογελαστά.
Πόσα χρόνια πριν;
Όχι πολλά για να διαβούν κάποιοι το ύστατο μονοπάτι…
Όχι πολλά για ν’ αφήσουν έρημο το σπίτι
και να κλείσουν τα παραθυρόφυλλα…
Μόνο το αηδόνι κελαηδά το τραγούδι όσων έφυγαν.
Τους καλεί να ’ρθουν πίσω,
να κόψουν τα δροσερά άνθη,
να τα βάλουν στο στήθος τους.
Ν’ ανθίσουν πάλι τα πρόσωπα τους,
να καταργήσουν την άγρια θάλασσα της φθοράς...
Ειρηνικές ψυχές που φύγατε για πάντα,
κείτεστε στοργικά στα όνειρα μας.
Μιλάτε με λόγια όμορφα και μυστικά
και λέτε για όσα ζήσατε
και για όσα δεν προλάβατε.
Δίνετε συμβουλές για τη χαρά της ζωής,
να την αδράξουμε λέτε,
να μην την αφήσουμε να κυλήσει
σαν άμμος μες από τα δάχτυλά μας.
Έρχεστε στα όνειρα μας,
άραγε από πού;
Μήπως μείνατε για πάντα δίπλα στην κόκκινη τριανταφυλλιά;
Μήπως γνωρίζετε τις ομιλίες μας;
Μήπως στα όνειρα σας ανοίγετε το έρημο σπίτι,
το κατοικείτε ξανά,
βγαίνετε στα περβάζια και χαμογελάτε;
Μικρή τριανταφυλλιά,
που επιμένεις στη χαρά…
Γιατί ανθίζεις;
Γιατί θυμίζεις;
Γιατί δεν αφήνεις τους νεκρούς να ησυχάσουν;
Αρνείσαι τη φθορά,
αρνείσαι την ερημιά,
αρνείσαι το θάνατο.
Και φώλιασες στο στήθος μας για να μας πονάς…
Αγαπημένα άνθη στην άκρη του κήπου,
κάποιος ξέχασε να σας πάρει μαζί του...
Και μπήκατε μέσα μας στη θέση της καρδιάς…
Σκόρπια ροδοπέταλα ραίνουν το μονοπάτι της αυλής,
γίνονται κόκκινα δάκρυα στο πρόσωπο μας…
Αθώα τριανταφυλλιά,
γιατί δε μας αφήνεις επιτέλους να ξεχάσουμε;
Ιωάννα Αθανασιάδου, ποίημα απ' το βιβλίο ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.