Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - Ο χρόνος (Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)

Duy Huynh painting 


Ο χρόνος
(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)

Ι.


“Ο χρόνος είναι αληθινός”, είπε και σιώπασε

μ`αυτό το τελευταίο σίγμα μες στα δόντια

μ`αυτή την έγνοια στα σμιγμένα φρύδια του

μ`αυτά τα μάτια τα σκοτεινιασμένα.

Κι ήτανε τόσο αλλόκοτο κι απίστευτο

κι ήτανε τραγικά φαιδρό, μα την αλήθεια,

πως μου`φερνε λιγάκι στη μορφή

και πως μιλούσε με την ίδια τη φωνή μου

ο λυπημένος ξένος στον καθρέφτη μου.


ΙΙ.

Με παγωμένη τη φωνή, με μάτια διάπλατα

βρήκα ξανά τα γνώριμα σημάδια

αυλάκια να κυλά ο καιρός να σιγοσώνεται

κι άλλα που κέρδισα μικρούλης στο παιχνίδι

στον πετροπόλεμο σα νύχτωνε κι η μάνα μου

έβγαινε σαν τρελή να με γυρέψει

κι όλο με ψευτομάλωνε χαϊδεύοντας,

κι όλο με σκούπιζε απαλά με την ποδιά της.

Ο χρόνος είναι αληθινός, είπα και σιώπασα.


ΙΙΙ.
Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα

τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,

γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι

την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας

και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι

μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.

Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά

που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει

και διόλου δε μ`αγγίζει ο καιρός.

Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.


IV.


Σαν λα μινόρε στη σιωπή,

σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της

απ`τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε

στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,

η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.

Κι ήταν μετά απ`την αρχή λόφοι, βουνά,

άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια

λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,

απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.

(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)


V.


Σ`άκουγα πίσω μου με βήματα βαριά

να`ρχεσαι κι έλεγα θα κάνουμε το δρόμο

μαζί μέχρι το τέλος, μα πού χάθηκες,

στα σταυροδρόμια όταν λάθεψες, αχ να μη νιώσω,

κι απελπισμένος τώρα κοντοστέκομαι

ν`ακούω τη σιωπή και την ανάσα μου

ν`ακούω την καρδιά μου που ραγίζει.

Μα το θεό, θα`ρχόμουν να σε βρω, όμως δε γίνεται

κανείς να στρέψει στην αρχή, μα είναι ανάγκη

πάντα το δρόμο να τραβά μπροστά κι ασθμαίνοντας,

με τι καρδιά, με τι καρδιά να προχωρήσω;

Μα τόσο βιάστηκες κι εσύ, μπορούσες άραγε

λίγο καιρό να κρατηθείς, λίγα χρονάκια

κάμποσους μήνες, έστω, να`βρισκες τη δύναμη

μα βιάστηκες πολύ να ξεμακρύνεις

βιάστηκες, μάνα, στο σκοτάδι να χαθείς

προτού να μάθω μοναχός να περπατάω,

πριν να προλάβω καληνύχτα να σου πω

πριν να προλάβω να σου πω πως σ`αγαπάω.

(Ο χρόνος στέρεψε μεμιάς, είπα και δάκρυσα).


VI.

Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού

της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση

κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα

απ`την ανάσα του Θεού που με τα χέρια

πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά

γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.

“Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά

αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα

έξω απ`του χρόνου τη φθορά”, είπα και σήκωσα

ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.











ΜΙΜΗΣ ΚΟΥΡΤΗΣ - ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ !!!


Γυαλιά κι άλλα γυαλιά,
βαλμένα το ένα πάνω στ΄άλλο.
Γυαλιά με δίκοπη μιλιά,
θρύψαλα στης καρδιάς το σάλο.
Κομμάτια όνειρα,σπασμένα τζάμια,
κολήσαν και μαζί και χωριστά,
με βάση δυνατή της γης τα χράμια.
Το πρώτο σπίτι σου στην όμορφη πλατεία,
το γκρέμισαν του τρένου οι συρμοί,
κι από τη γειτονιά σου,στα Χαυτεία,
εβρέθηκες στου πλούτου την ορμή.
Δεν τα ΄θελες αυτά τα μεγαλεία,
μα να γυρίσεις πίσω δεν μπορείς.
Η μόνη σου ελπίδα και φιλία,
το Καλλιμάρμαρο μπροστά σου που θωρείς.
Στέκει ψηλά πολύ το πέταγμά σου,
δεν φαίνεται το δάκρυ των ματιών,
μα σε χαιδεύει ,νοιώθω στ΄άγγιγμά σου,
το αίμα των σπασμένων των γυαλιών.
Και αν θα βρεις βουνό ή προκυμαία,
θα τρέχεις πάντοτε χωρίς σταματημό.
Κι όλοι θα λένε για το γυάλινο δρομέα,
που ορθώνει ανάστημα στης πόλης το χαμό.
Μίμης Κούρτης - 30 Γενάρη,2 0 1 7







ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΓΡΙΒΕΑΣ "Ανελκύστε τη Σελήνη " - Α΄ Βραβείο Λογοτεχνικού Διαγωνισμού «Λογοτεχνικές Πένες 2016»

"Ανελκύστε τη Σελήνη "
- Α΄ Βραβείο Λογοτεχνικού Διαγωνισμού «Λογοτεχνικές Πένες 2016»






Ανελκύστε τη Σελήνη! - ανελκύστε τη Σελήνη! κραύγαζαν αλαλάζοντας τα πλήθη. Μυριάδες εκατομμύρια άνθρωποι, τρομοκρατημένοι, είχαν μαζευτεί στις ακτές κάνοντας λιτανείες και παρακλήσεις στους θεούς να σηκώσουν το φεγγάρι από το βυθό της θάλασσας και να το επαναφέρουν στον ουρανό. Ορθόδοξοι παπάδες, μουσουλμάνοι ιμάμηδες, καθολικοί αββάδες, βουδιστές ιερείς, εβραίοι ραβίνοι και προτεστάντες πάστορες, παραμερίζοντας τις μέχρι πρότινος θανάσιμες έχθρες των θρησκειών τους, έψαλλαν και λιβάνιζαν όλοι μαζί ικετεύοντας τον Παντοκράτορα να σώσει τη γη από την συντέλεια που την απειλούσε. Ο κόσμος λουσμένος στον ιδρώτα, άλλοτε ζεματιστό από τον καύσωνα και άλλοτε παγωμένο από το φόβο, στριμωχνόταν στις παραλίες και τους κάβους περικυκλώνοντας το μεγάλο πέλαγος το οποίο βάσταγε στα σπλάχνα του το δορυφόρο του πλανήτη μας. Γυναίκες γονυπετείς, παιδάκια κλαμένα και λιποψυχισμένοι άντρες, χτυπώντας απελπισμένα το στήθος τους, κοίταγαν κάθε νύχτα τον ουρανό διαπιστώνοντας με δέος την απουσία της Σελήνης.
Το φοβερό φαινόμενο άρχισε πριν ένα μήνα περίπου. Η ολόλαμπρη πανσέληνος δέσποζε στο ξάστερο στερέωμα μέχρι τη μέση της βραδιάς. Ξάφνου, εντελώς απρόσμενα, εξαφανίστηκε. Στην αρχή όλοι νόμιζαν ότι επρόκειτο για μια Σεληνιακή έκλειψη συνηθισμένη να συμβαίνει, σε πολλούς τόπους, κατά τη γιόμα του φεγγαριού. Η σκιά της γης όμως δεν αποσύρθηκε ποτέ από την ορατή πλευρά του μοναδικού της δορυφόρου και η φωτεινή επιφάνειά του δεν ξαναφάνηκε, όπως συνέβαινε σε όλες τις προηγούμενες εκλείψεις, μέχρι να ξημερώσει. Οι ξενύχτηδες που είδαν το φαινόμενο, γυναίκες σε οίστρο, άντρες πιωμένοι, ερωτευμένα ζευγαράκια, άστεγοι, δουλευτές της νύχτας, τρελοί ποιητές, θαλασσοπόροι, παράνομοι μετανάστες, δοξολογούντες καλόγεροι, και παθιασμένοι τζογαδόροι, μόλις αντίκρισαν το λυκαυγές παρέδωσαν – ανυποψίαστοι - τα κουρασμένα τους κορμιά στις αγκάλες του Μορφέα χωρίς να πάρουν τίποτε χαμπάρι. Μονάχα οι αστρονόμοι δεν μπόρεσαν να κλείσουν μάτι, παρότι τα βλέφαρά τους πονούσαν από την αϋπνία, γιατί αυτοί ήξεραν… Γνώριζαν, με μαθηματική βεβαιότητα, πως καμία έλλειψη δεν έλαβε χώρα σε τούτη την πανσέληνο αλλά κάτι άλλο, εφιαλτικό, συνέβη αυτή τη νύχτα!
Το επόμενο βράδυ ο ουρανός ήταν ανέφελος και όλοι περίμεναν την ουράνια Αστάρτη ν’ ανατείλει ολοστρόγγυλη. Ανέμεναν να τους γελάσει προβάλλοντας και πάλι το πασίγνωστο πρόσωπο που σχημάτιζαν οι σκιές των σεληνιακών κοιλάδων πέφτοντας πάνω στην ολόχρυση επιφάνειά της. Τη γυναικεία όψη με μάτια, μύτη και το μεγάλο χαμόγελο που θαύμαζαν ν’ αποτυπώνεται στη δίδυμη αδερφή της γης. Μάταια όμως! Εκείνο πεισματικά κρυβόταν πίσω από τις βουνοκορφές αρνούμενο να τους χαρίσει την οικεία του μορφή. Η σκυταλοδρομία του ανεξήγητου είχε πλέον αρχίσει! Ο πυρετός των επαϊόντων χτύπησε πάνω από σαράντα όταν πλάι στους αστρονόμους προστέθηκε τώρα και μια ολάκερη στρατιά από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. 
Τα καλώδια των κομπιούτερς άρπαξαν φωτιά και τα πανεπιστημιακά κιτάπια τσαλακώθηκαν από το βεβιασμένο ξεφύλλισμα των σελίδων τους. Έπρεπε πάση θυσία να δοθεί μια εξήγηση για την, πέραν κάθε φυσικού Νευτώνειου - κβαντικού ή Αϊνστάνειου νόμου, εξαφάνιση της Σελήνης…
Ο σαματάς από την εξωφρενική φυσική καταστροφή πήρε σύντομα καταιγιστικές διαστάσεις. Οι εφημερίδες, το internet, η τηλεόραση, ακόμα και τα τηλέφωνα βομβάρδιζαν και την έσχατη ακρούλα της οικουμένης με την εφιαλτική είδηση: Το πλανητικό σύστημα κατέρρεε! Η προαιώνια ισορροπία του θρυμματίστηκε με την απρόσμενη και ανερμήνευτη απόσυρση του φεγγαριού. Άνευ έκρηξης, δίχως λάμψη, χωρίς πάταγο, έσβησε ακαριαία από τον ουράνιο θόλο. Η πανάρχαιη θεά των υδάτων: η Ιστάρ των Ασσυρίων - η Σιν των Βαβυλωνίων - η Νάνα των Χαλδαίων - η Ίσιδα των Αιγυπτίων - η Λίλιθ των Ιουδαίων - η Κεριντγουέιν των Δρυίδων - η Λούνα των Ρωμαίων, ή η Εκάτη των αρχαίων Ελλήνων, έμοιαζε να έχει εγκαταλείψει τους λαούς που την λάτρεψαν. Η θεά των θαλασσοπόρων, των ταξιδευτών, της μετακίνησης, της ανταλλαγής, της μετανάστευσης, έδινε την εντύπωση πως - αγανακτισμένη με τις ιεροσυλίες κάποιων ανθρώπων πάνω στους προστατευόμενούς της - αποσύρθηκε από την σκέπη του κόσμου. Όλο το πράγμα έμοιαζε περισσότερο με μαγεία παρά με φυσικό φαινόμενο, με μαζική υστερία παρά με πραγματικότητα, με μαγγανεία παρά με υπερφυσική ενόραση.
Τις πρώτες μέρες δεν ήταν αντιληπτά συμπτώματα ή επιπτώσεις από το παράξενο γεγονός. Οι πάντες, ο καθένας από το μετερίζι του, είχαν πέσει με τα μούτρα για να εξηγήσουν τ’ ανερμήνευτα. Πολλοί θεολόγοι μίλαγαν για την δευτέρα παρουσία. Αρκετοί επιστήμονες πίστευαν στο πέρασμα κάποιας αόρατης μαύρης τρύπας η οποία κατάπιε το δορυφόρο. Συνομοσιολόγοι πλάσαραν σενάρια μυστικών πειραμάτων από την ΝΑΣΑ. Φανατικοί καλόγεροι ισχυρίζονταν πως ο Σατανάς, λόγω των ανθρώπινων αμαρτιών, είχε νικήσει τον αρχάγγελο Μιχαήλ και πήρε σαν λάφυρο την πριγκίπισσα της νύχτας. Κάμποσοι αστροφυσικοί θεωρούσαν ότι ένα παράλληλο σύμπαν πέρασε κοντά μας ρουφώντας τη Σελήνη στην σκουληκότρυπα που ενώνει το δικό του χωροχρόνο με τον δικό μας. Αυτά και άπειρα άλλα σενάρια έδιναν κι έπαιρναν. Ο λαός δεν ήξερε τι να πρωτοπιστέψει. Ότι έφτασε η συντέλεια του κόσμου; Μήπως ήταν μια οφθαλμαπάτη; Μπας και σκοτεινές δυνάμεις κατασκοπείας και κρυφών επιστημονικών δοκιμών έπαιζαν παιχνίδια στην πλάτη της ανθρωπότητας; Οι κοινοί θνητοί είχαν χάσει τα λογικά τους και αλαφιασμένοι απαιτούσαν, εδώ και τώρα, εξήγηση και λήψη μέτρων για τη σωτηρία της ζωής στη γη.
Τα πρώτα συμπτώματα, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Το χρώμα της θάλασσας από γαλάζιο μετέπιπτε σε ερυθρό. Ταυτόχρονα η θερμοκρασία των υδάτων αυξανόταν ραγδαία. Πέντε περίπου βαθμούς μέσα σε μια μόνο βδομάδα! Κάτω από την παγκόσμια κατακραυγή ανταγωνιστικές εταιρείες, διαφορετικοί επιστημονικοί φορείς, εχθρικά κράτη, μυστικές υπηρεσίες, ιερατεία αντικρουόμενων θρησκειών, στρατιωτικοί μηχανισμοί και όλοι όσοι μπορούσαν να συνεισφέρουν στην έρευνα αναγκάστηκαν να συνεργαστούν και να συντονίσουν τις ενέργειές τους. Μέσα σ’ ελάχιστα εικοσιτετράωρα σμήνη τεχνιτών δορυφόρων σάρωναν και την τελευταία γωνίτσα της φύσης. Κορυφαίοι επιστήμονες απ’ όλες τις φυλές ένωσαν τις γνώσεις τους σε μια γιγαντιαία επιχείρηση αναζήτησης του χαμένου φεγγαριού. Η πρωτοφανής στην ιστορία του κόσμου οικουμενική συνεργασία καρποφόρησε τάχιστα.
Η πρώτη διαπίστωση ήταν ότι η Σελήνη είχε πέσει μέσα στη θάλασσα!!!
Ασύλληπτο! Ολόκληρο ουράνιο σώμα να είναι μέσα στα νερά ενός γήινου αρχιπελάγους… 
Ο όγκος του συρρικνωνόταν, με αποτέλεσμα σε όλες τις φάσεις της πτώσης το φαινόμενο μέγεθος του φεγγαριού παρέμενε σταθερό! Τελικά όλη του η μάζα, όπως συμβαίνει στα άστρα νετρονίων, συμπυκνώθηκε στη διάμετρο μιας μπάλας ποδοσφαίρου! Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πως έγιναν όλα τούτα. Δεν ήταν ώρα όμως για θεωρητικές αναζητήσεις… Έπρεπε αμέσως να λυθεί το πρόβλημα, είτε το προκάλεσε η μια είτε η άλλη αιτία… Πράγματι το υπέρπυκνο φεγγάρι στον πάτο του αρχιπελάγους ήταν μια ωρολογιακή βόμβα. Η τρίτη διαπίστωση ήταν όντως ζοφερή. Λόγω της υπερσυμπιεσμένης ύλης εξέπεμπε φοβερές ποσότητες ακτινοβολίας ώστε πολύ σύντομα ολόκληρη η γη θα έβραζε σαν τη κόλαση του Δάντη.
Ανελκύστε τη Σελήνη! Ανελκύστε την αμέσως! Απαιτούσαν πανικόβλητα τα πλήθη.
Μια πανστρατιά από τεχνολογικά μέσα, οι τελευταίες λέξεις της επιστήμης, ότι πιο σύγχρονο διέθετε ο ανθρώπινος πολιτισμός είχε πέσει πάνω στο βυθισμένο φεγγάρι προσπαθώντας απεγνωσμένα να το ανελκύσει από τον πάτο της θάλασσας. Όμως – φευ – το εγχείρημα στεκόταν αδύνατο και όλες οι επιχειρήσεις μάταιες! Το φουνταρισμένο ουράνιο σώμα μπορεί να είχε το μέγεθος μιας μπάλας ποδοσφαίρου αλλά ζύγιζε πλήρως ολάκερο το βάρος του φυσικού δορυφόρου της γης όταν είχε τις κανονικές του διαστάσεις! Η ανέλκυση αποδεικνυόταν αδύνατη. Οι μάζες αγανακτισμένες ωρύονταν: «ανελκύστε τη Σελήνη!» και στρέφονταν συλλήβδην κατά δικαίων και αδίκων. Των επιστημόνων που τους πουλούσαν θεωρίες αλλά δεν προέβλεψαν τη φυσική καταστροφή. Των ιερωμένων με τα παραμύθια τους περί φιλεύσπλαχνων θεών οι οποίοι έριχναν τώρα αδιακρίτως κατάρα στα κεφάλια αμαρτωλών και αγίων. Των πολιτικών που τους αποπροσανατόλιζαν με κάθε λογής προβλήματα εκτός από το θεμελιώδες: την επιβίωση του είδους. Των μεγάλων εταιρειών οι οποίες ενδιαφέρονταν μόνο για τον πλουτισμό και αδιαφορούσαν για τη ζωή των ανθρώπων. Των στρατιωτικών που έσπερναν πολέμους στις αδύνατες χώρες και θέριζαν - σαν στάχυα – τους πρόσφυγες τους οποίους οι ίδιοι προκαλούσαν με ανάλγητες καταστροφές στους ρημαγμένους τόπους τους. Η οργή του πλήθους ήταν τόσο μεγάλη ώστε η ακτογραμμή άρχισε να βάφεται κόκκινη από το αίμα όσων εκπροσωπούσαν τις μισητές κατηγορίες. Εκτελέσεις, λιντσαρίσματα, λιθοβολισμοί και άλλες βαρβαρότητες ανέμεναν όποιον - μέχρι χθες – ισχυρό έπεφτε στα χέρια του μανιασμένου πλήθους. Η κόλαση ξεδιπλωνόταν σε όλο της το μεγαλείο τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία. Οι διοικούντες δεν είχαν άλλο περιθώριο, έριξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν πάνω στη θάλασσα. Πυρηνικά υποβρύχια, σούπερ γερανοί, σονάρ, υπερραντάρ, γεωτρύπανα από το μέλλον, βαθυσκάφη διαστημικής τεχνολογίας και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς σάρωναν και την τελευταία ίντσα στο βυθό του αρχιπελάγους. Δυστυχώς όμως οι πάντες έβλεπαν, με κομμένη την ανάσα, όλα τούτα τα εργαλεία να σηκώνονται άπρακτα στην επιφάνεια του νερού.

Η απελπισία είχε πάρει βιβλικές διαστάσεις όταν επιτέλους κάτι ανελκύστηκε από τον πάτο του αρχιπελάγους. Η ελπίδα όμως δυστυχώς απαγχονίστηκε πάραυτα όταν το σκοινί της τεράστιας γερανογέφυρας πρόβαλε στη επιφάνεια του νερού. Στο γάτζο κρεμόταν, αντί για το φεγγάρι, ένα στραπατσαρισμένο καΐκι! Ήταν κάποιο από τα πλοιάρια που κουβαλούσαν, στοιβαγμένους σαν σαρδέλες, μετανάστες τα οποία βυθίζονταν - συχνά – πυκνά - αύτανδρα μπροστά στα παγερά μάτια των ανεπτυγμένων χωρών. Το αρχιπέλαγος έβριθε από τα πτώματα μυριάδων προσφύγων. Ανθρώπινα κουρέλια τα οποία εγκαταλείποντας τις πάμπτωχες χώρες τους αναζητούσαν μια μικρή αχτίδα επιβίωσης στις απέναντι, προνομιούχες, ακτές του πελάγους… Άλλοι τόσοι πάλι, τραυματίες – κυνηγημένοι – τρομαγμένοι – χαροκαμένοι, σωριάζονταν στον υγρό τάφο τρέχοντας να κρυφτούν από τις βόμβες και τις σφαίρες με τις οποίες ορισμένες αναπτυγμένες χώρες ισοπέδωναν τις πατρίδες τους…
Τούτο το πλοιάριο όμως ήταν ξεχωριστό, είχε ναυαγήσει την νυχτιά της τελευταίας πανσελήνου, ακριβώς την ώρα όπου εξαφανίστηκε η σελήνη. Μέσα του έκρυβε ένα συγκλονιστικό μυστικό: από τα σπλάχνα του ανασύρθηκε το πτώμα ενός αγγέλου! Το εκπάγλου καλλονής άψυχο πρόσωπο του πνιγμένου μωρού συντάραξε τους πάντες. Έκπληκτοι οι άνθρωποι, ως τα πέρατα της οικουμένης, αντίκριζαν – στο πρόσωπο αυτού του προσφυγόπουλου – σμιλεμένη την ομορφιά του είδους τους να κείτεται νεκρή από τα ίδια τους τα χέρια… Τότε οι άνθρωποι συνειδητοποιώντας ότι - αιώνες πριν την αυτοκαταστροφή του φεγγαριού – με το να σκοτώνουν ο ένας τα παιδιά του άλλου έθαβαν οι ίδιοι το μέλλον τους, παραιτήθηκαν από κάθε προσπάθεια σωτηρίας και περίμεναν στωικά την συντέλεια του κόσμου! Μοναχά, σαν μια ύστατη λύτρωση των ψυχών τους, έθαψαν με τιμή το άτυχο μωράκι παραδίδοντάς το - ως όφειλαν - στη αγκαλιά της μάνας γης.
Την ίδια μέρα μετά την ταφή του πνιγμένου παιδιού, μόλις η νύχτα άπλωσε το μαύρο πέπλο της, η φύση ζάρωσε παράξενα. Το τσόφλι του σύμπαντος γέμισε ρωγμές και μέσα από μια χαραματιά του γέννησε μια καινούρια παραδοξότητα.
Θαύμα – θαύμα! έσκουζε όλος ο ντουνιάς.
Χριστιανοί επίσκοποι ξυπόλυτοι σταυροκοπιόντουσαν ματώνοντας τα βράχια με τις σκισμένες πατούσες τους. Μουσουλμάνοι μουφτήδες αυτομαστιγώνονταν αυλακώνοντας με αιχμηρά φραγγέλια τις πλάτες τους. Γιαπωνέζοι σαμουράι έκαναν χαρακίρι σφάζοντας τα σπλάχνα τους. Οι απλοί άνθρωποι αποσβολωμένοι προσεύχονταν, καθένας στον δικό του θεό, δοξολογώντας την φιλευσπλαχνία του. Η πανσέληνος, εικοσιοκτώ μέρες μετά την εξαφάνισή της, έλαμπε πάλι στον ουρανό! Το φεγγάρι είχε ανελκυθεί μονάχο του από τα βάθη του πελάγους και ξανανέτειλε στο στερέωμα. Δισεκατομμύρια μάτια, απολιθωμένα από την έκπληξη και διεσταλμένα από τη χαρά, το παρακολουθούσαν να σκαρφαλώνει, όπως παλιά, αργά αλλά σταθερά στον ορίζοντα. Κατέγραφαν στους οπτικούς τους νευρώνες κάθε του λεπτομέρεια. Το μύριζαν – το έβλεπαν – το άκουγαν – το γεύονταν – το ακουμπούσαν με τα δάχτυλα της ψυχής τους. Ρουφούσαν με απληστία το θαύμα που τους χάρισε, ποιος ξέρει ποια υπέρτερη δύναμη, με την ανέλκυσή του αγαπημένου τους δορυφόρου από το βυθό της θάλασσας.
Η πανσέληνος, ώ του θαύματος, βρισκόταν πάλι κρεμασμένη στον ουράνιο θόλο. Δεν ήταν όμως η ίδια! Εμβρόντητοι οι άνθρωποι αντίκριζαν το νέο της πρόσωπο. Η γνωστή γυναικεία φιγούρα με το χαμόγελο είχε εξαφανιστεί. Τη θέση της είχε πάρει το προσωπάκι ενός παιδιού. Το φεγγάρι τώρα ήταν όμοιο με τον αδικοπνιγμένο αγγελούδι! Μαρμαρωμένα τα πλήθη διαπίστωναν ότι η ανελκυσθείσα πανσέληνος ήταν ολόιδια, σαν εικόνα ενός μαγικού καθρέφτη, με το πρόσωπο του νεκρού βρέφους των μεταναστών. Όμως οι άνθρωποι παρακολουθούσαν ενεοί να έχει αλλάξει και το χρώμα της Σελήνης. Το συνηθισμένο χρυσό είχε σβήσει και τη θέση του είχε πάρει ένα πεθαμένο άσπρο, ένα πένθιμο λευκό. Εκείνη κάτωχρη, με τη χλομάδα του νεκρού, με μια νέα ρυτίδα θλίψης ν’ αυλακώνει το μέτωπό της ανέβαινε σιωπηλά ξανά στον ουρανό…

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://www.goodbooksweb.com/







ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΙΝΑΚΟΥ " Στα πλαϊνά της ύπαρξης "

G. Klimt "The Beethoven Frieze" (detail), 1902

Τα χέρια ακόμα κι αναποφάσιστα της θέσης κι άβολα
Ξέρουν καλύτερα τα πλαϊνά της ύπαρξης
Έτσι ακρομετρούν τη διάφανη εγγύτητα
Κάνουν το χρόνο θαύμα
Χωρίς να ζητούν την πίστη των ματιών
Έχουν τόσο χρώμα τ' αγγιγμένα
Τόσο αποκορύφωμα
Δεν σπαταλιέται όσο κι αν τα σιγανεύουμε
Στην διαπερατότητα της μικρότερης διαδρομής
Στα πλαϊνά της ύπαρξης
Δέρμα με δέρμα δένεται το ατόφιο
Γίνεται να΄χουμε το ίδιο καρδιογράφημα στο πέταγμα;
Πόσα ψίχουλα στο σακούλι φτιάχνουν ένα γυρισμό;
Τα χέρια ξέρουν
Πως κάθε δρόμος είναι ένα καλωσόρισμα
Ακόμα κι όταν κρατούν με πυγμή την απώλεια
Πιο μεγάλη τότε η ευχή
Μαρία Μαρινάκου,
Γενάρης 2017




Carpe " Ακροβατώ "


Ακροβατώ μεταξύ παλιού και νέου,
ανάμεσα από τις συμπληγάδες περνώ, ξανά και ξανά,
παρακαλώ νάναι η Σκύλα ή η Χάρυβδη που θα με πάρει
για να γλυτώσω απ'τα δεινά που ήρθαν
κι ακόμα έρχονται...
Φουρτουνιασμένη θάλασσα η ζωή μου,
χτυπά στα βράχια...
υπομένω την αλμύρα της χρόνια τώρα.
Στα βράχια θέλω να βγω κι ελπίζω.
Απ'αυτά με μύτες μαχαίρια που ματώνουν τα πληγωμένα
μου χέρια ...
με αίμα ελπίδας τη δίψα μου να σβήσω.
Απόμακρη,απρόσιτη ελπίδας γη βρίσκεται κοντά μου
και προσπαθώ να φτάσω κύμα ,κύμα,
χτύπο, χτύπο την καρδιά μου!
Carpe






Μέτοικοι – «Παραδοσιακό» - Ερμηνεύει η Αρετή Κετιμέ – νέα κυκλοφορία


Η Αρετή Κετιμέ και οι Μέτοικοι ενώνονται στο ¨Παραδοσιακό¨ με σημείο επαφής την αγάπη για ¨τα τραγούδια μας¨. Το 2016 οι Μέτοικοι αφιερώθηκαν με πάθος και μεράκι στην προετοιμασία και επεξεργασία του δικού τους υλικού και μια ευτυχής συνάντηση, αυτή με την Αρετή Κετιμέ, τους έδωσε μεγαλύτερη ώθηση και πίστη σε ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. 
Η Αρετή  Κετιμέ  λοιπόν ερμηνεύει  μοναδικά  το ‘’Παραδοσιακό’’ , σε μουσική και  ενορχήστρωση  του Κωνσταντίνου Πλακίδα και στίχους της Ευτυχίας Σκεύη, το οποίο αναφέρεται στην μουσική μας παράδοση. Το τραγούδι αποτελεί μέρος του έργου - δίσκου που θα παρουσιαστεί εν καιρώ από τους Μετοίκους.
Μουσική: Κωνσταντίνος Πλακίδας
Στίχοι: Ευτυχία Σκεύη
Ερμηνεία: Αρετή Κετιμέ

Ηλεκτρική κιθάρα: Γιώργος Μεταξάς
Ηλεκτροακουστική κιθάρα: Κωνσταντίνος Πλακίδας
Κρουστά: Γιώργος Καλόκληρος
Μπάσο: Γιώργος Κανούτας
Τζουράς: Γιώργος Μεταξάς
Νέϋ: Παναγιώτης Μήτσος
Βιολί: Παναγιώτης Καμζέλας
mixing/mastering: Sn'S Studio / Γιώργος μεταξάς
Παραγωγή/ενορχήστρωση: Κωνσταντίνος Πλακίδας

Το τραγούδι είναι στην διάθεση σας για μετάδοση σε μορφή wav και mp3 (download links).
 https://www.dropbox.com/s/zhn8gp3wnliq4if/%CE%9A%CE%95%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%95%20%CE%91%CE%A1%CE%95%CE%A4%CE%97%20-%20%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%99%20-%20%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%9A%CE%9F.mp3?dl=0                                           https://www.dropbox.com/s/mfc5zv1lhidzqxk/%CE%9A%CE%95%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%95%20%CE%91%CE%A1%CE%95%CE%A4%CE%97%20-%20%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%99%20-%20%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%9A%CE%9F.wav?dl=0

mp3 download link                 wav download link

Δείτε το βίντεο εδώ

(Οι συντελεστές ανήκουν:
Ερμηνεύτρια: Αρετή Κετιμέ – ΑΕΠΙ και ΕΡΑΤΩ
Συνθέτης: Κωνσταντίνος Πλακίδας – ΑΕΠΙ
Στιχουργός: Ευτυχία Σκεύη – ΑΕΠΙ)

Official links









CAMERES – «Μαύρος αέρας» από το cd «Οι αναμνήσεις πάντα καίνε».

«Μαύρος αέρας» από τον νέο δίσκο των CAMERES








Οι CAMERES σας παρουσιάζουν το τραγούδι «Μαύρος αέρας» από την νέα τους δισκογραφική δουλειά με τον τίτλο «Οι αναμνήσεις πάντα καίνε».
Ένα ατμοσφαιρικό τραγούδι με την συνοδεία πιάνου και ακουστικής κιθάρας, πάνω σε στίχους που ταλαντεύονται πότε στο μαύρο και πότε στο άσπρο των συναισθημάτων του απόλυτου και δυνατού έρωτα
Στίχοι & μουσική έχει γράψει ο Νίκος Γραμμάτος

Το τραγούδι είναι στην διάθεση σας για μετάδοση σε μορφή mp3 (downloadlink).


Ακούστε το εδώ



OFFICIAL LINKS




Τραγούδια που μιλάνε για έρωτα, αναμνήσεις, σκέψεις, αλλά και για το μαύρο σήμερα που όλοι ...