Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

ΛΕΝΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ



Η Λένα Φατούρου γεννήθηκε, και ζει στην Αθήνα, Η αγάπη της για τη Λογοτεχνία ξεκίνησε από τα μαθητικά της χρόνια . Την τελευταία πενταετία ασχολείται ενεργά και με πάθος με την ποίηση και την πεζογραφία. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές, με τους τίτλους: ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ και ΜΕΤΑΞΕΝΙΑ ΑΤΛΑΖΙΑ. και ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο: ΣΑΝΤΡΑ Η ράφτρα των Αγγέλων. 
Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ένωσης Κορινθίων Λογοτεχνών, του Λογοτεχνικού Ομίλου Ιλίου " ΞΑΣΤΕΡΟΝ" ειδική γραμματέας. Επίσης, είναι μέλος και του Λογοτεχνικού Ομίλου Πετρούπολης.

ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ Υπό έκδοση: " ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΚΑΙ ΝΕΦΕΛΗ —Το μυστικό της Ρώμης " Μυθιστόρημα. " ΜΠΑΛ ΜΑΣΚΕ " Μυθιστόρημα. 

Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στη μελέτη " Η εξέλιξη του στίχου από τον δέκατο αιώνα " της Παναγιώτας Χριστοπούλου Ζαλώνη. Επίσης Ποιήματά της δημοσιεύονται και στο περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ (τόσον το έντυπο όσον και το διαδικτυακό).
Εχει λάβει μέρος σε δύο ομαδικές Ποιητικές Συλλογές με τον τίτλο " INTELLIGENTSIA" του Ποιητικού Ομίλου Πετρούπολης , που κυκλοφορούν σαν INTELLIGENTSIA Ν0= 1 ΚΑΙ Ν0= 2.
Έχει βραβευθεί από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών για ποίημά της με τον τίτλο "ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ " και ένα διήγημα με τον τίτλο " ΕΛΣΑ ". Επίσης από τον Λογοτεχνικό Όμιλο "ΞΑΣΤΕΡΟΝ" και το περιοδικό "ΚΕΛΑΙΝΩ" για ποιήματά της , και για το μυθιστόρημα " ΣΑΝΤΡΑ Η ΡΑΦΤΡΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ". Το καφενείο ιδεών Σαλαμίνας, βράβευσε την πρώτη ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο, "ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ".


 Του έρωτα και της ζωής


Του έρωτα και της ζωής - Ποίηση
Συγγραφέας - Φατούρου Λένα
Εκδόσεις - Βεργίνα(2013)
ISBN - 960-9523-52-8
Σελίδες  - 104 
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ


Στου Πλάτωνος τις φτωχογειτονιές,
ψάχνω να σ' έβρω στα παλιά.
Τότε, χωρίς του καυσαέριου τις βρομιές,
με περισσή χαρά,και δίχως μοναξιά.
Μες του μυαλού την εταζέρα,
ακουμπισμένες αναμνήσεις μου σωρό.
Σαν το παλιό τσιγάρο μες την ταμπακιέρα,
σαν τον αλκοολικό που σέρνει θάνατο αργό.
Στης Λεβιδίου την οδό που σε γυρεύω,
σ' αυτό τον δρόμο παιχνιδιού και ξεγνοιασιάς,
σε άδεια πίστα νιώθω τώρα να χορεύω
μπροστά στην πόρτα,της γιαγιάς της Αθηνάς.
Πενήντα χρόνια τώρα είναι αφημένα,
της εφηβείας μου κρυμμένα μυστικά,
χρόνια φτωχά,με την ορφάνια εστεμμένα,
και την ελπίδα να φωλιάζει πιο βαθιά.
Σαν μιας ταινίας  τις σκηνές έχω μπροστά μου,
ρόλους που έπαιξα του πρωταγωνιστή.
Μία φωνή ακούω μέσα στην καρδιά μου
να λέει,στην αγκαλιά του ονείρου έχεις κοιμηθεί.

ΤΣΙΓΓΑΝΑ


Τσιγγάνας λόγια έχω να θυμάμαι,
του πεπρωμένου μου στο χέρι μαντεψιές.
Αλίμονο,μη βγουν αληθινά φοβάμαι
για της ζωής τις πόρτες τις κλειστές.
Της μοίρας τα χαστούκια λέει θα 'ναι
σαν τρικυμίας κύματα ψηλά,
πως οι χαρές στα δάκρυα κολυμπάνε
και αγκαθωτός σταυρός θα με τρυπά.
Τσιγγάνας λόγια θέλω να ξεχάσω,
να πυρπολήσω κάθε μαντεψιά,
με ανάθεμα και στάχτη να σκεπάσω
της φαντασίας της τερτίπια και ψευτιά.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ



Πέταξα όλα τα παλιά μου ρούχα,
πέταξα έπιπλα,ενθύμια παλιά,
φωτογραφίες σε κορνίζες που'χα,
τις αναμνήσεις,πώς να τις πετάξω ξαφνικά;
Της λήθης την αρρώστια ήθελα να 'χα
αυτή που λένε πως δεν έχει γιατρειά,
που μια γραμμή τραβάς κι όλα ξεχνιούνται τάχα,
και το μελάνι απ'το στυλό,το ρίχνεις στη φωτιά.
Έτσι νομίζεις ξεχασμένα τα'χεις όλα,
και μες της λήθης διαδρόμους περπατάς,
πως καταστράφηκαν σε μία καραμπόλα,
και όμως,πάλι σαν τα μάτια της ζητάς.
Όταν η δύναμη του έρωτα μιλάει,
ούτε αρρώστια,ούτε λήθη αποζητά.
Σε κάθε σκέψη θλιβερά χαμογελάει,
τις αναμνήσεις,πώς να τις πετάξεις ξαφνικά;

 Μεταξένια ατλάζια
                         
Μεταξένια ατλάζια- Ποίηση 
Συγγραφέας - Λένα Φατούρου
Εκδόσεις - Βεργίνα, 2014
Σελίδες - 80
ISBN 978-960-9523-75-2
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ
ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ

Μαγεμένη δύση,
μαγεμένο τοπίο,
πλανεμένη ματιά.
Χρυσοστόλιστο φέγγος
σκουλαρίκι της νύχτας,
η γνωστή αστροφεγγιά.
Καρφιτσωμένο φλουρί
στις δαντελένιες ακρογιαλιές,
φλογισμένο βλέμμα,ν' ακολουθεί
τη ρότα των πλοίων
και να κουρσεύει το νου των ναυτικών.
Αχ! Φεγγάρι μου,θρόνε του έρωτα
ψυχές που θρυμματίζεις,
σε ωκεανού το άπατο
τα πάθη τους βυθίζεις.

ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΕΣΥ


Σταγόνες απ'το δάκρυ Σου
της Θείας Κοινωνίας το νάμα.
Και του αίματός Σου οι ρανίδες,
κόκκινοι κόκκοι απ'τη ψίχα του ροδιού.
Από το παραθύρι του Παράδεισου,
Χριστέ μου ΕΣΥ, τι είδες
και σ'έναν κόσμο ήρθες
λυτρωτής να γίνεις του κακού;
Στο χλευασμό των άπιστων
κουρέλι και σκουπίδι έγινες,
που πτύελα στους δρόμους το σκεπάζαν.
Των λόγων Σου η γλύκα έκριναν
πως της ζωής τους τη γαλήνη εταράζαν.
Μέσα στης τρέλας που κατείχαν το παράλογο
στης τύφλωσής τους το σκοτάδι το πυκνό,
συγνώμη,Κύριε,που επέτρεψαν στο άδικο
να τους στερήσει ένα δρόμο φωτεινό.
Μοναδική Σου σκέψη η καλοσύνη,
τα λόγια Σου θυσία στο Σταυρό,
οι πόνοι Σου απ'τους ήλους έχουν γίνει
προσευχητάρι σ'έναν κόσμο αμαρτωλό.
Δε ξέρω πόσοι το διαβάσαν, πόσοι ξέρουν,
των λόγων Σου την έννοια να νιώσουν,
αυτό που ξέρω κι όλο πιο πολύ με θλίβει,
είναι τα δάκρυα της μετάνοιας  που δε στάζουν.

ΚΑΙ ΓΩ ΩΣ ΘΕΟΠΡΟΠΟΣ


Με την έκσταση της Πυθίας
και τα άναρθρα  λόγια του χρησμού,
προφήτευσες το θάνατο του έρωτά μας,
αφού πρώτα με τα δάκρυά μου,εξαγνίστηκες
που παίξανε τον ρόλο της Κασταλίας πηγής.
Και γω, ως Θεοπρόπος,
προσέφερα θυσία στους χρησμούς
ενός σκοτωμένου έρωτα την καρδιά
που σταμάτησε να κτυπά,
μαζί με τη δική μου φλέβα.

ΕΛΓΙΝΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ


Ουράνια σώματα με δάκρυα ραντίζουν
την πονεμένη της πατρίδος μου γη,
εκρήγνυται ο πόνος μέσα μου,
ηφαίστειο που βράζει
του παραλόγου βλέπω να με πιάνει η λογική΄.
Παρθενώνας, Ακρόπολη, Ολύμπιοι Θεοί,
αγαλμάτινα κορμιά σε μάρμαρα ζωγραφισμένα,
κρυσταλλένια πρόσωπα σαν πολύτιμοι λίθοι,
της Αθηνάς στήθια καλοσχηματισμένα.
Ικτίνος, Φειδίας,Καλλικράτης,
στο ύψος του Πεντελικού ραγισμένες καρδιές,
μάτια που κλαίνε για το βράχο της αγάπης
στον Αττικό χιτώνα,αιματοβαμμένες ψυχές.
Πάνω σ' άρματα ονειρεύομαι να φτάσουν
της ιστορίας οι κλεμμένοι θησαυροί,
σε σχήμα μαιάνδρου τις δάφνες θα ενώσω
με της Μελίνας την αξέχαστη φωνή.


ΣΜΥΡΝΗ

Για ποιους νεκρούς ήρθες να μου μιλήσεις;
Για ποιους θανάτους ήρθες να μου πεις;
Σαν τι τραγούδια να μου τραγουδήσεις
και για ποιους στίχους που 'χουν μέσα κι ένα ΑΜΑΝ!
Για ποιο Σεπτέμβρη κλαίει ακόμα η ψυχή σου,
για κείνον του φονιά ΚΕΜΑΛ;
Σε ποιο ασκέρι την κατάρα μου να δώσω,
σε ποιους εφέδρους να πατάξω τη στολή;
Και από τις στάχτες τι να πρωτοσώσω
με τόσα λάθη στη χαροκαμένη γη; 
Και ποιο συχώριο πρέπει τώρα να τους ψάλλω,
σε ποια εκκλησιά να μπω να κάνω προσευχή;
Τι να ξεχάσω και απ'το νου μου τι να βγάλω
που σαν της Σμύρνης δε γρικάς ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ;
Σε ποιο τζαμί να κρύψω μέσα την οργή μου,
ποιο πετραχήλι να μου δώσει ευλογιά
που μια συχώρεση δε θέλει η ψυχή μου
στου ΝΟΥΡΕΝΤΙΝ τη μαύρη απανθρωπιά;

Σάντρα, η ράφτρα των αγγέλων


Μια ιστορία σαν παραμύθι, με αληθινούς  ήρωες, και αληθινά γεγονότα.

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ 
Ένας χείμαρρος αναμνήσεων κατακλύζει τη Νέλλη, την ώρα ακριβώς που λέει το στερνό αντίο στη μητέρα της. Μια θάλασσα από δάκρυα την παίρνει και την ταξιδεύει σε περασμένους χρόνους, τότε που η γλυκιά της μάνα η Σάντρα, κρατώντας τα δυο της χέρια σφικτά, της μιλούσε για την ιστορία της ζωής της από τον καιρό ακόμη που ήταν παιδάκι. Τίποτα δεν είχε ξεχάσει η Νέλλη, και πάντα θυμόταν με πικρία όσα της είχε εξομολογηθεί η μητέρα της. Καθισμένη στο στασίδι της εκκλησίας, σαν παλιά ταινία περνούν από το μυαλό της ότι έζησε η ίδια, αλλά και αυτά που μπορεί να μην είχε προσωπικές μνήμες, όμως ήταν τόσο ζωντανά μέσα της, μόνο από τις αφηγήσεις. Μια ιστορία ορφάνιας, φτώχειας, έρωτα, αξιοπρέπειας. Μια ιστορία που άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της έναν αιώνα πριν, για να καταλήξει να κοπεί το νήμα στο τέλος της δεκαετίας του 2000. Μια ιστορία σαν παραμύθι, με αληθινούς  ήρωες, και αληθινά γεγονότα.
      
 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 
   
ΠΟΙΟ ΣΥΝΝΕΦΟ ΝΑ ΚΡΥΒΕΙ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ
ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΠΟΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΑΠΝΟΗ
ΣΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΠΟΥΠΟΥΛΑ ΚΟΙΜΗΣΟΥ
ΤΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ ΜΟΥ ΓΙΝΕ Η ΖΩΗ.
ΝΕΛΛΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Σάντρα ήταν μια αγωνίστρια της ζωής. Αυτής της σκληρής ζωής της που είχε πάντα περίσσευμα πόνου για κείνη. Λίγες φορές γέλασαν αληθινά τα χείλη της, πολλές φορές έκλαψαν τα μάτια και η ψυχή της. Πάλεψε με όλο της το είναι να προσφέρει το καλύτερο στα παιδιά της, - ίσως να μην τα κατάφερε πάντα τόσο άριστα.- 'Ήρθαν στιγμές που έγειρε αλλά δεν λύγισε. Υψώθηκαν άπειρες φορές βουνά οι δυσκολίες εμπρός της, που ήθελαν ηρωική δύναμη για να τις ξεπεράσεις. Μία γυναίκα που δεν της άρεσαν τα μεγάλα λόγια παρά μόνο τα έργα. Μόνο με αυτά έδειχνε αγάπη και αφοσίωση στους αγαπημένους της .Χτυπήθηκε από την ορφάνια όταν ακόμα ήταν παιδούλα, ματώθηκε η καρδιά της όταν ερωτεύτηκε και προδόθηκε. Έφτασε πολλές φορές να γίνει παρανάλωμα σ 'ένα παιχνίδι μιας καυτής λάβας που ενώ έδειχνε κάποτε-κάποτε να απομακρύνεται, σε λίγο επέστρεφε πιο πυρακτωμένη για να κάνει στάχτη ότι άλλο είχε απομείνει. Κι' όμως, η πέρδικα - όπως την αποκαλούσε πολλές φορές τη μητέρα της η Νέλλη- εκεί που γινόταν στάχτη, εκεί αναδυόταν μέσα από αυτήν για να σταθεί όρθια πιο δυνατή ,έτοιμη να παλέψει και πάλι .Οι δύσβατοι δρόμοι που κλήθηκε να βαδίσει της έβαψαν τα πόδια με αίμα, που οι σταγόνες κύλησαν στο χώμα κ' έγραψαν ανεξίτηλα στο πέρασμά τους τη ζωή της. .Η ιστορία της Σάντρας, ή καλύτερα της δικής μου Σάντρας, με ταξίδεψε βαθιά στη ψυχή της, με συνεπήρε, και αποτυπώθηκε σε τούτες τις σελίδες σχεδόν χωρίς να το καταλάβω. Με έβαλε στη διαδικασία της ευαισθησίας. 'Άλλοτε έκλαψα, και άλλοτε ανατρίχιασα. Γαργάλισε τις πιο απόκρυφες σκέψεις μου. Αυτές τις σκέψεις που τις κάνεις μια φορά και τις αποδιώχνεις σαν τη χειρότερη κατάρα. 'Έτσι, πήρα τη Σάντρα από το βάθρο της εκδίκησης, και την τοποθέτησα στον θρόνο που της άξιζε. Τα λάθη της τα είδα σαν υποταγή εμπρός σ' ένα φόβο που δεν μπόρεσε ποτέ να προσδιορίσει γιατί τον ένιωθε, και την αυστηρότητά της την είδα σαν ασπίδα που την χρησιμοποιούσε προκειμένου να καλύψει τις ευαισθησίες της. Νομίζω ότι τελικά αυτό της πρέπει της Σάντρας. Αυτής της γυναίκας που προσπέρναγε κάθε τόσο τα τερτίπια της Κλωθώς και της Λάχεσις, και στεκόταν όρθια όπως ο ακλόνητος βράχος .

Γιώργης και Αλεξάνδρα. 

'Ήταν Άνοιξη του 1903 και το μεγάλο αρχοντικό του Γιώργη και της Αλεξάνδρας, που βρισκόταν στο χωριό Κελεβή Ηλείας -σημερινή ονομασία Κόριβος- έσφυζε από χαρά. Εκείνη τη μέρα η Αλεξάνδρα, σφράγισε την ευτυχία της με αυτό που ονομάζεται μητρότητα, φέρνοντας στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Στην κάμαρα η μαμή έπλενε το νεογέννητο κοριτσάκι, όταν τραγούδια και κλαρίνα άπλωναν την ηχώ τους στο μεγάλο του αρχοντικού κτήμα με τα οπωροφόρα δέντρα. Ο Γιώργης καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι, κερνώντας απ' το δικό του μπρούσκο οργανοπαίχτες και γείτονες. Η στεντόρεια φωνή του έφτανε ως την άλλη άκρη του χωριού εκείνο το απόγευμα στο τραγούδι που αφιέρωνε για τη νεοφερμένη αρχοντοπούλα του. Η Αλεξάνδρα ταλαιπωρημένη αλλά με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της κράταγε τον μικρό της άγγελο σαν μαγεμένη. Ροζ οργαντίνες από τους πλούσιους του χωριού, πλεκτά ζιπουνάκια από τους πιο φτωχούς, έκαναν παρέλαση για αρκετές ημέρες στο αρχοντικό που καλοδεχόταν όποιον πέρναγε την πόρτα του.Είχαν περάσει πέντε μήνες από τη γέννηση της μικρούλας, κι' ένα πρωινό Κυριακής βαπτίστηκε στην εκκλησία της Παναγίας που βρισκόταν σ' ένα ύψωμα του χωριού. Το όνομα αυτής Αθηνά. Αυτό το όνομα δεν ακούστηκε ποτέ ξανά καθώς η διαταγή του Γιώργη ήταν να την φωνάζουν Νανά.-( 'Έτσι) είπε σε όλους (φώναζαν τη μάνα μου, έτσι θα φωνάζουμε και την κόρη μου).- Η μικρή Νανά μεγάλωνε σ 'έναν παράδεισο. Στον ίδιο παράδεισο που έκανε δικά του άλλα εφτά παιδιά.- Μεγάλη φαμίλια.-

Γινόταν μια πολύ όμορφη κοπέλα. Πληθωρική, με κρυστάλλινο δέρμα, σεβαστική, άξια .Μόνο που δεν έπαιρνε τα γράμματα.(Δεν πειράζει) της είπε μια μέρα η μάνα της (ο προορισμός κάθε κοπέλας είναι άλλος. Αυτές είναι δουλειές των αντρώνε Αθηνιά μου). Η Νανά πήρε θάρρος από τις κουβέντες της μάνας της, και η πέμπτη δημοτικού δεν τη βρήκε στο σχολείο. 'Άρχισε να βοηθάει περισσότερο στο σπίτι, να προσέχει τα μικρότερα αδέρφια της, και να πηγαίνει που και που στα χωράφια. Αυτό το τελευταίο το έβλεπε περισσότερο σαν διασκέδαση, παρά σαν δουλειά αφού ο πατέρας της είχε στη δούλεψή του ένα σωρό εργάτες. Ο Γιώργης ήταν ένας από τους μεγαλοκτηματίες του Νομού, και η μητέρα της , κόρη ενός άρχοντα της περιοχής. Την εκλεκτή της καταγωγή άλλωστε την φανέρωναν το ήθος και οι τρόποι της. Η υποταγή που είχε στον σύζυγό της θεωρείτο μεγάλο προνόμιο εκείνη την εποχή. Τα κεντίδια και η πάστρα της ήταν η καθημερινή συζήτηση της γειτονιάς. Ο πατέρας της Νανάς είχε λίγα λόγια , και μια αυστηρότητα στο βλέμμα που σε καθήλωνε. Αυτή την αυστηρότητα και την κάθετη στάση του, έμελλε να πληρώσει η Νανά στα δεκαοχτώ της χρόνια ακριβά. Τότε που την επισκέφθηκε ο έρωτας. Τότε που σκίρτησε η καρδιά της για έναν από τούς εργάτες του Γιώργη. Για τον όμορφο αλλά πάμπτωχο Γιάννη. Ένας έρωτας που την έκανε να χάσει τα πάντα. Αυτή η μικρή Νεράιδα, αδυνατούσε να δει τη φτώχεια του ιππότη της και τα αγνά αισθήματα που έτρεφε γι αυτόν, έγιναν όπλα του Γιώργη που στράφηκαν εναντίον τους. Και όπως η Νανά κένταγε στον καμβά τη σταυροβελονιά της προίκας της, κένταγε μαζί δίχως να το γνωρίζει και το ανάθεμα της μοίρας . Αυτής της μοίρας που την ήθελε μόνη στα σαράντα της χρόνια στερώντας της έναν πολύτιμο σύντροφο, και τον πατέρα των παιδιών της.Την παιδική της ηλικία, όπως και την εφηβεία της επίσης, στιγμάτισαν οι συνεχείς πόλεμοι, και οι πολιτικές αναταραχές που έζωναν την Ελλάδα. Το κίνημα της κυβέρνησης του Ράλλη το έτος 1909,με εκατοντάδες συλλήψεις, Ο Α’ βαλκανικός πόλεμος το 1912 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που τελικά έληξε ένα χρόνο μετά με την υπογραφή της, μεταξύ των νικητών συμμάχων (Ελλάδας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου, και Σερβίας.) Και όλο αυτό μπορεί να εκτυλίχθητε κατά κύριο λόγο στην Μακεδονία, όμως δεν άφησε ανέπαφη από την καταστροφή και την υπόλοιπη χώρα. Ακολούθησαν κι άλλοι πόλεμοι . Μέχρι και το 1917, η Ελλάδα δεν έλεγε να ησυχάσει, και να γαληνέψει, για να έρθει εικοσιπέντε περίπου χρόνια μετά ο πόλεμος του 1940, και να της ξανά κουρελιάσει την ψυχή.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ < ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ>


Παρουσίαση Βιβλίου Σάντρα,η ράφτρα των αγγέλων

ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ 

 ΑΠΟ ΤΑ "ΑΝΩΝΥΜΑ "
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Στο σκοτεινό δωμάτιο το μοιρολόι
μιας χαμένης αγάπης που άργησε
να έρθει, σκορπάει το λυγμό του
στ' άσπρα σεντόνια.
Ο πυρετός ανεβαίνει.Η γύμνια της
ψυχής, γίνεται τροφή του.
Ανεβαίνει, ανεβαίνει,μέχρι που
το γκρι δηλητήριο,κυλάει στο κορμί.
Κανένα θερμόμετρο δεν είναι ικανό
να μετρήσει τη φλόγα αυτού του έρωτα.
Η ανάσα βαριά. Το σώμα ασάλευτο.
Ο υδράργυρος, έκανε τη δουλειά του.
Όλα θάφτηκαν στο σκοτεινό δωμάτιο.
Μαζί κι ΕΓΩ!!! 
****
Η χρονική πληρότητα ήρθε νωρίς.
Τα πρόσωπα άλλαξαν μορφή,και
η ασχήμια ενός ειρωνικού χαμόγελου
έριξε το σκούρο πέπλο του παντού.
Άσπρο μαύρο γύρω μας.Αντίθεση
τόσο όμορφη,όσο και παγερή.
Δεν σε αγγίζω,δεν σου μιλάω,
δεν σε ακούω. Με μαύρα γάντια
κυκλοφορείς.
Κανένα αποτύπωμα ΠΙΑ!

****
Ήθελα να σου παίξω μουσική.
Σαν κούκλα κουρντιστή να σου χορέψω...
Σ'ένα σονέτο η καρδιά να τυλιχτεί,
κι όλη τη γύρη των χειλιών σου να μαζέψω.
Μες'απ'τα πλήκτρα τη μορφή σου αναζητώ
στο άγγιγμα τους,πως μουδιάζουνε τα άκρα...
Το αναρίγισμα του πόθου μου ρουφώ,
σαν μελλοθάνατη που θέλει ελπίδα σάπια.



ΑΠΟ ΤΟ " ΑΝΩΝΥΜΟ ΑΛΜΠΟΥΜ"

Υπάρχει ατσαλάκωτη καρδιά
στο πέρασμα του χρόνου να μην κλάψει;
Το πάθος της για ρούχο να φορά
και σαν μια μάγισσα τη ρότα του ν'αλλάξει;
Υπάρχει δηλητήριο γλυκό,
που σε σκονάκια να'ναι μοιρασμένο;
Όταν το πίνεις να' χεις θάνατο αργό
σαν φυλαχτό από τη δέστρα σου δεμένο;
Με ποιας αγάπης άρα το κλειδί,
διάπλατα θ' ανοίξουνε οι πόρτες
και σαν δραπέτης,τρελαμένη η ηδονή,
θ' αρχίσει το χορό της δίχως νότες;
Μπροστά στην πόρτα έχεις δισταγμό
να μπεις, η να μην μπεις, αναρωτιέσαι.....
βρες το κουράγιο, άνοιξε λοιπόν!
Πόσο θ' αντέξεις στο κλειδί της να κρεμιέσαι;



 ΑΠΟ ΤΟ "ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ"

Ασάλευτη στοιχειώνω και θυμάμαι.
Αφόρητη του νόστου συντριβή.
Αλύπητες φωνές μου τραγουδάνε
αδάμαστες αισθήσεις τραντάζουν το κορμί.
Ανήμπορη βουλιάζω μες τον πάγο,
ασάλευτη πηγαίνω στον βυθό
απότιστο λουλούδι μες το βάζο
αθάνατο άρωμα,τριγύρω να σκορπώ.


 ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΙ.

Κουδούνα τα βραχιόλια σου,
λίκνισε το κορμί σου,
τσιφτετελιού δώσε ρυθμό
στο μπαμ του τακουνιού σου.
Πότε από δω,πότε από 'κει
κούνησε τους γοφούς σου,
του φουστανιού σου τις πτυχές
φτάσε στους ουρανούς σου.
Τα στήθια σου κυμάτισε
σαν μπαλκονιού τις φτέρες,
στα χείλη κράτα απαλά
του έρωτα φλογέρες.
Με το τσιγάρο σου άναψε
φωτιά στα σωθικά μου
και κάψε με ολάκερο
στα πόδια σου κυρά μου.

 ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ.

χαϊκού
Θα σου χαρίσω
της Βηθλεέμ τ'αστέρι
κοντά μου να ΄ρθεις.
---------------------------

Πως να βρω τέρμα
με μάτια δίχως λάμψη;
Σε ψάχνω πάλι.
---------------------------


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ  - "ΜΠΑΛ ΜΑΣΚΕ "


Το ίδιο σπινάρισμα,ο ίδιος γρήγορος ρυθμός,ο ίδιος φόβος για την Λουϊζα. Τα αστεία του άρχισαν να της φτιάχνουν τη διάθεση,και να της παίρνουν το φόβο.Αφέθηκε στην αγκαλιά του,και εκεί ταξίδεψε με τα φιλιά του. Η όμορφη λιμουζίνα έγινε εκείνο το απόγευμα,ο μάρτυρας των ερωτοτροπιών του Λάζαρου,και της κατακρεουργημένης ντροπής της Λουϊζας.Η γυαλιστερή κούρσα έμελλε να κρύψει το μυστικό της παρθενιάς της, και οι απαλές θωπευτικές του κινήσεις, έμελλε να μαγνητίσουν την άπειρη κοπέλα που άρχισε να ερωτεύεται τον κατά πολύ μεγαλύτερο εραστή της ,δίχως να γνωρίζει που θα την βγάλει αυτή η εμπειρία. Δεν την άφησε στιγμή από την αγκαλιά του.Της έπαιρνε τις συστολές της μ'ένα τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε.Την έπλαθε σιγά,σιγά και της έδινε το σχήμα της γυναίκας που εκείνος ήθελε. Της ψιθύριζε λόγια πρωτάκουστα γι'αυτήν,την ανέβασε στον έβδομο ουρανό,και είχε υπ'όψη του να την κρατήσει εκεί, ως τη στιγμή που θα την καμάρωνε στην ενσάρκωση ενός ρόλου,που ο ίδιος θα είχε βοηθήσει να παίξει.

Όταν μπήκε στο σπίτι της φίλης της ήταν κατάχλομη, αλλά κι ευτυχισμένη.Πέρασαν γρήγορα στο δωμάτιο της Τερέζας. Δίχως ανάσα η Λουϊζα, της διηγήθηκε τα πάντα.< Νομίζω βιάστηκες λίγο.> Ήταν τα λόγια της φίλης της.< Πίστεψέ με Τερέζα έκανα τα πάντα για να το αποφύγω,όμως στάθηκε αδύνατον.> <Και τι θα κάνεις; Πώς θα πας σπίτι σου σ'αυτά τα χάλια; Όχι-όχι πρέπει να μείνεις εδώ απόψε.> <Τρελάθηκες κορίτσι μου;>Πετάχτηκε πάνω η Λουϊζα.<Με ποια δικαιολογία θα μείνω σπίτι σου;> <Τη δικαιολογία μόλις τη γέννησε το μυαλό μου,>της απάντησε η Τερέζα,που στο μεταξύ κατευθυνόταν προς το μέρος του τηλεφώνου.
****
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΛΑ  - " ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ."

ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ.

<Καιρό έχουμε να τα πούμε.Τι έπαθες πάλι;> < Πως γίνεται να είσαι πάντα αδιάψευστος; Γεγονός είναι,πως κάτι με απασχολεί.> <Έλα μίλα μου,και γω μόνο αλήθειες θα σου πω,έτσι όπως κάνω πάντα. Δε γίνεται άλλο να βλέπω,κι άλλο να λέω.... Σ'ακούω, ορίστε σε κοιτώ κατάματα και περιμένω.>

< Παντού θέλω να με κοιτάς,όχι μόνο στα μάτια. Ακούς; Παντού!> <Εντάξει,παντού.Καλή είσαι βρε,πάλι ανασφάλειες έχεις;> <Τι βλέπεις σε μένα; Δε μιλώ για την εξωτερική εμφάνιση,εκτός από αυτό,τι άλλο μπορείς να δεις;>

< Α....κοίτα,μη σε πιάνουν τα τρελά σου,ότι βλέπω στο λέω.Τι φίλος θα ήμουν αν δεν στο έλεγα; Μη με ζαλίζεις περισσότερο όμως,δε φταίω εγώ αν δε μπορώ να τα δω όλα.Τι γυρεύεις να σου πω δηλαδή; Ότι τα χρόνια πέρασαν και άλλαξες;Και λοιπόν; Όλοι αλλάζουν.> <Ναι,πέρασαν αλλά.....> <Αλλά τι;>

<Μπορείς να μου εξηγήσεις,πως γίνεται στην τρίτη εικοσαετία της ζωής μου,κι ενώ κάποιες ελάχιστες ρυτίδες με έχουν βάλει στο μάτι,η καρδιά να μένει αρυτίδωτη;>

< Θα σου πω τη γνώμη μου, γιατί πράγματι την καρδιά δε μπορώ να τη δω,ίσως όμως να μπορώ να την αισθανθώ έτσι όπως αγκαλιάζω το είδωλο σου,που με τόση εμπιστοσύνη αφήνεται στην κρίση μου. Αρυτίδωτη καρδιά λοιπόν. Σίγουρα θα εννοείς,νεανική. Όπως μια νεανική καρδιά μπορεί να πάλλεται ατίθασα,όπως μια νεανική καρδιά μπορεί να παρασυρθεί χωρίς φραγμούς,όπως μια νεανική καρδιά,μπορεί να ερωτευτεί κάνοντας κάθε είδους τρέλα.>

<Εδώ,σταμάτα λίγο. Θέλω να το κουβεντιάσουμε.> < Μπα,μπα,......για πες....> < Θα σου πω,αν και λίγο αργά για συζητήσεις.> <Αργά;> <Ναι αργά,γιατί ξέρεις,τα έθαψα όλα.Μη ρωτήσεις τίποτε. Έτσι έπρεπε να γίνει.>

< Μ.....αρχίζω να μπαίνω στο νόημα.> <ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!> <Και τώρα,τι σκοπό έχεις; Θα κάθεσαι πάνω απ'το μνήμα,και θα κλαις; Για πόσο θα γίνεται αυτό; Πόσο θ'αντέξεις να το κάνεις;> <Αμάν βρε παιδί μου,ακόμα φρέσκο είναι το χώμα. Δε λειτουργώ με κουμπιά.Σε πένθος βρίσκομαι δε με βλέπεις;> <Εγώ αυτό που μπορώ να δω πια καθαρά είναι,μια γυναίκα που διανύει την τρίτη εικοσαετία της, και μια καρδιά να έχει μείνει πολύ πιο πίσω.Τουλάχιστον δυο εικοσαετίες πριν.Απορώ πως συνυπάρχουν,μέσα σ'αυτή τη φιγούρα που έχω απέναντί μου. Να σου πω μια συνταγή;> <Ακούω.> <Βγάλε το μαύρο πέπλο που σκεπάζει το μέσα σου,πίνε κάθε πρωί από το ελιξήριο της λογικής και της σοφίας των χρόνων σου,και αυτός ο θάνατος θα δεις που κάποτε για σένα,θα γίνει ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Να μου το θυμηθείς!>

<Σ'ευχαριστώ. Με βοήθησες πάλι. Φεύγω, θα τα ξαναπούμε σε Αναστάσιμη ατμόσφαιρα. Α... πάρε ένα φιλί,και μη σβήσεις το ίχνος του, μέχρι να επιστρέψω.
****
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ " ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΚΑΙ ΝΕΦΕΛΗ"  Το μυστικό της Ρώμης.
ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΑΝΑΜΠΕΛ.


<< ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΝΕΦΕΛΗ>>

<Παιδί μου,όταν γέννησα τον πατέρα σου έκανα μια ευχή. Να με αξιώσει ο Θεός να κρατήσω στην αγκαλιά μου και τα παιδιά του.Η μοίρα τα κανόνισε αλλιώς,και έπαιξε σε όλους μας ένα παιχνίδι,από εκείνα που μόνο σε μυθιστορήματα διαβάζεις. Οι άνθρωποι πολλές φορές ξεχνάμε τον καλό μας εαυτό, και γινόμαστε κακοί και άδικοι. μας παρασύρει το αυταρχικό εγώ μας σε μονοπάτια που σκοπό έχουν να σου κρύβουν το φως της αλήθειας,και όταν έστω και καθυστερημένα αυτή η αλήθεια βρεθεί μπροστά σου,τότε ντρέπεσαι που τα μονοπάτια αυτά τα περπάτησες. Σήμερα,είναι παραμονή Χριστουγέννων του έτους 2002. Είμαι πολύ γριά και ίσως τα επόμενα Χριστούγεννα να μην υπάρχω. Μη ξεχνάς παιδί μου,θυμήσου κάπου--κάπου αυτή την πονεμένη μάνα που τη χτύπησε ο θάνατος αλύπητα,και της στέρησε το σπλάχνο της. Δώσε μου τη συγγνώμη σου ανάβοντάς μου ένα κερί που θα φωτίζει το βαθύ μου σκοτάδι.


Η ευχή μου να σε συνοδεύει.--Η γιαγιά σου ΑΝΑΜΠΕΛ ΜΑΤΙΑΤΙ>.
--------------------------------------------
<< ΣΤΟΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΡΙΚΑΡΝΤΟ>>
<Δεν έχει σημασία ποιανού παιδί είσαι,δεν παίζει ρόλο το επίθετο που φέρεις,δεν είναι αυτό που με έκανε να σ'αγαπώ. Είναι οι βραδιές που ξενύχτισα στο προσκεφάλι σου,είναι τα χρόνια που ασχολήθηκα με το μεγάλωμά σου,είναι η τόση χαρά που μου έδινες,είναι η γλυκιά ηχώ της φωνούλας σου όταν με φώναζες γιαγιά. Πρόσεξε! Να φανείς αντάξιος των όσων σου έμαθα,να γίνεις ένας σωστός σύζυγος και πατέρας. Εγώ,όπου και νάμαι θα σε βλέπω και θα προστατεύω τα βήματά σου από κάθε κακό. Από δω και πέρα η Νεφέλη θα πρέπει μόνο να γελάει,και θέλω αυτό να οφείλεται στη λατρεία που θα της έχεις πάντα!

Με αγάπη από αυτήν που γνώρισες σαν γιαγιά σου,
κι έτσι θα παραμείνει μέχρι τον άλλο κόσμο.Σε φιλώ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΑΜΠΕΛ.>
****
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ  "  ΕΛΣΑ "
<Νομίζεις πως είμαι άκαρδος;>Ακούστηκε θυμωμένα η φωνή του.<Δεν με ενδιαφέρεις εσύ;Δεν αγαπώ το παιδί μου;Πως είναι δυνατόν;Μόνο εσάς έχω στον κόσμο>.<Τότε κάνε κάτι,> αντέτεινε εκείνη.
Το επόμενο πρωί ήταν σχετικά ηλιόλουστο, και οι κυρίες του σπιτιού έπαιρναν το πρωινό τους στο δωμάτιο με την τζαμαρία.Εμφανίστηκε φορώντας το σκούρο κοστούμι του.Πάντα ντυνόταν σοβαρά,σε αντίθεση με τους συνομηλίκ
ους του που τους άρεσαν τα πολύχρωμα ρούχα. Η Μιράντα και η μικρή Έλσα τον καλημέρισαν μ'ένα χαμόγελο.<Γειά σας> τους είπε ανταποδίδοντας.Τον κοίταζε κάπως περίεργα,της φαινόταν διαφορετικός σήμερα και εμφανισιακά,αλλά και ψυχολογικά.<Πώς είσαι Πωλ;>Τόλμησε να τον ρωτήσει ύστερα από λίγα λεπτά.<Να πάρω γρήγορα-γρήγορα το πρωινό και να φύγω για το γραφείο.Με περιμένει πολύ δουλειά> Είχε δίκιο λοιπόν η Μιράντα.Το γραφείο ήταν μία ξεχασμένη υπόθεση για εκείνον τα τελευταία χρόνια.<Λες αλήθεια;>Τον ρώτησε φανερά ικανοποιημένη.<Δείχνω να αστειεύομαι;>Απάντησε στην αδερφή του.<Σίγουρα κάτι έχει αλλάξει μέσα του>,σκέφτηκε εκείνη.<Πολύ ωραία,τι θέλεις να φας το μεσημέρι; Να ενημερώσω τη μαγείρισσα>.<Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη
προτίμηση> της απάντησε αδιάφορα.Σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα.
Φόρεσε το παλτό του,καθώς αντιλήφθηκε τα ματάκια της Έλσας να τον παρακολουθούν.Στράφηκε και την κοίταξε,ενώ συγχρόνως άνοιξε διάπλατα τα χέρια του.<Έλα εδώ μικρή μου αγαπημένη>της είπε.Το παιδί έτρεξε προς το μέρος του και με τρελή χαρά χώθηκε στην αγκαλιά του.<Σ' αγαπώ μπαμπά> ακούστηκε η φωνούλα της.<Κι εγώ σ' αγαπώ μωρό μου>,απάντησε εκείνος,φιλώντας την τρυφερά και χαμηλώνοντας το βλέμμα για να μην φανούν τα δάκρυά του.
Πριν φύγει κοίταξε τη Μιράντα που είχε χάσει τη μιλιά της από τη συγκίνηση.
<Σκέφτηκα πολύ απόψε>της είπε.<Και ναι. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω,γι αυτό αποφάσισα να γυρίσω εγώ πίσω τον Πωλ που ξέρατε όλοι.Θα με βοηθήσεις;>Η Μιράντα τον αγκάλιασε και τον έλουσε με φιλιά.Το βάρος των ευθυνών που είχε αναλάβει--μετά το θάνατο της νύφης της--άρχισε να την αφήνει.Το πιο σημαντικό όμως για κείνη ήταν η εμφανής αλλαγή του αγαπημένου της Πωλ.Κόρη και αδερφή,στέκονταν στην πόρτα χαιρετώντας τον,ενώ εκείνος τους χάριζε το πιο πλατύ χαμόγελό του.Έβαλε μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου και άνοιξε το ραδιόφωνο.Ένα παλιό κεφάλαιο έκλεινε και ένα καινούργιο του έταζε ελπίδες για καλύτερες μέρες,που αν εκείνος ήθελε θα πραγματοποιούνταν.Από ετούτη εδώ τη μέρα.Από αυτό το ηλιόλουστο πρωινό,που οι ηλιαχτίδες του ζέσταιναν την καρδιά και τον έκαναν να τρέχει στο δρόμο χαμογελαστός και αισιόδοξος,σιγοτραγουδώντας.


ΚΡΙΤΙΚΗ



Του Δημήτρη Βαρβαρήγου  για το βιβλίο  «Σάντρα, η Ράφτρα των Αγγέλων»













Πώς να μιλήσεις για τις ζωές των άλλων, να μπεις στη ψυχή τους και να κατανοήσεις αισθήματα, σκέψεις, πρακτικές τους για να τις αποδεχτείς ή να τις στηλιτεύσεις;

Η συγγραφέας Λένα Φατούρου τόλμησε και άγγιξε τις αλήθειες της ζωής να τις καταγράψει με επιτυχία στο βιβλίο της «Σάντρα, η Ράφτρα των Αγγέλων», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βεργίνα σε έναν καλαίσθητο τόμο.

Χωρίς βαρύγδουπες εκφράσεις και λογοτεχνίζουσες περιγραφές, αλλά με ύφος απλά αφηγηματικό, ουσιώδες γλαφυρό όσο και ρεαλιστικό, φανερώνει τα παθήματα των ηρώων της. Μέσα από τα βιώματα τους περνάει ο τρόπος ζωής, τα ήθη και τα πολιτικά γεγονότα και πόλεμοι, Βαλανικός, Α΄ Παγκόσμιος, έπεται η εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο, Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά -κι όλα ετούτα, ως απότοκο της εποχής του προηγούμενου αιώνα. 

Οι αληθινές ιστορίες με την χροιά της νοσταλγίας, κρύβουν μιαν υπέρμετρη γοητεία μιαν αίγλη καθώς δημιουργούν την επίφαση μιας πραγματικότητας. 

Μιλούν για ανθρώπους αληθινούς που έζησαν όλα στοιχεία της, άλλοτε όμορφα με αρετές αξιοπρέπειας και σεβασμού, με έρωτα και αγάπη κι άλλοτε συμβάντα πίκρας, συμφοράς και οδύνης, μοναξιάς και στέρησης. 

Άνθρωποι, της συμφοράς, της πίκρας, σε ένα περιβάλλον μιζέριας και ορφάνιας. Η Νανά, τι τραγική φιγούρα, μεγαλώνει μόνη της τα πέντε παιδιά της. Το καθένα και μια ιστορία. Ο Κωνσταντίνος πετυχαίνει στη ζωή του. Η Βίκυ έγκυος επιστρέφει στη μάνα της, ο άντρας πολιτικός κρατούμενος εξορίζεται. Η δεκαοχτάχρονη, όμορφη και δροσερή Σάντρα, το μοδιστράκι, μια χαρούμενη κοπέλα που την αποκαλούσαν «χαρά της γειτονιάς» ρίχτηκε στο αγώνα της ζωής για να συμβάλει στην οικογένεια της, με τα χαρισματικά χέρια της. 

Ο έρωτας, η αγάπη, τα μεγάλα κεφάλαια στη ζωή των ανθρώπων, δεν υπολογίζουν πολέμους και συμφορές. 

Νιάτα και το βέλος σε μια ματιά, χτύπησε την καρδιά της Σάντρας σε ανύποπτο χρόνο, εκεί που δεν τον περίμενε. Ένας χρόνος έρωτα, ονείρων και γλυκών υποσχέσεων. Όταν το ειδύλλιο φανερώθηκε, έφερε στο φως στοιχεία από τη ζωή του Μάρκου, καθώς όσα μάθαιναν ήταν απογοητευτικά, της απαγόρευαν να τον συναντάει, αλλά ετούτη η στέρηση δυνάμωνε την επιθυμία της να τον κερδίσει. 

Όμως καμία δύναμη, ούτε αυτή της λογικής, δεν αντέχει να νικήσει τον έρωτα; 

Η Σάντρα τον παντρεύεται κι από εκεί αρχίζει η προσωπική της ιστορία. 

Η βασική μονάδα πλοκής από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδας αποτελούνται από συγκρουσιακές δοκιμασίες που ακολουθούνται από μια διακριτή συναισθηματική ανταπόκριση των ηρωίδων και κατά κύριο λόγο της τραγικής φιγούρας της Σάντρας που μπροστά στα δύσκολα και ανυπέρβλητα εμπόδια, ορθώνει το ανάστημα της και γίνεται μάνα και πατέρας μαζί και αγωνίζεται με πείσμα και επιμονή να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο που προκύπτει στη ζωή της. 

Κάθε γεγονός στη ζωή της Σάντρας είναι και μια ανατροπή που αντιπροσωπεύει μια πιο σοβαρή απειλή από την προηγούμενη. 

Η συγγραφέας με τον λιτό τρόπο γραφής, χτίζει εικόνες που καταγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη. Καλύπτει όλες τις πλευρές του θέματος ώσπου το έργο αποκτά την επιθυμητή δράση και συναισθηματική ανταπόκριση αποκαλύπτοντας τα κύρια ψυχικά γνωρίσματα των ηρώων της. Για παράδειγμα η Σάντρα φτάνει πολλές φορές στο σημείο να θυσιάζει την ίδια τη ζωή για χατήρι των Άλλων.
Και φτάνοντας στην τελική κρίση, μας προσφέρει η συγγραφέας, με το εξαιρετικό ύφος και ρυθμό γραφής την υπέρτατη δοκιμασία… εκεί που δείχνει να στρώνουν οι ζωές των ηρωίδων της, οι ανατροπές πάλι διαδέχονται η μια την άλλη, με πικρά αποτελέσματα. Τον θάνατο ανελλιπώς παρόντα. 
Η Νέλλη ως κύρια αφηγήτρια αφήνει τα καυτά της δάκρυα στα στασίδια της εκκλησίας, συντροφιά στη λήθη που θα φέρει ο χρόνος. Μα απ’ την καρδιά της ποτέ δεν θα λείψει η Σάντρα, η Μάνα της. 
Η συγγραφέας κατάφερε να καταγράψει με άψογο τρόπο τα γεγονότα που αναδεικνύουν συναισθήματα, τρόπους, πράξεις, σκέψεις, ήθη, έθιμα προλήψεις, προκαταλήψεις και νοοτροπίες μέσα σε ένα συνονθύλευμα πολιτικής αστάθειας και φτώχιας στα λαϊκά κυρίως στρώματα. 
Ένα μυθιστόρημα όπου οι ήρωες μέσα από τους προσωπικούς τους βίους ακολουθούν τις εξελίξεις, τα γεγονότα που στο χρόνο διαμορφώνουν συνειδήσεις και συμπεριφορές. 
Με έμφαση και άψογο αφηγηματικό τρόπο συμπυκνώνει μέσα στις σελίδες του βιβλίου του το ανώτερο επίπεδο συνοχής, τις συνειδητές ή ασύνειδες και θολές ροπές των ηρώων της. 
Μέσα από αυτή τη δυνατότητα της συγγραφέως υπογραμμίζεται η γλωσσική και συγγραφική ταυτότητα της, η οποία παίρνει λειτουργικές διαστάσεις μέσω του θέματος, της δράσης και της πλοκής -κι αυτή η προοπτική της γραφής της, μπορεί να φωτίζει το σημασιολογικό πλουραλισμό ενός έργου. 
Δημήτρης Βαρβαρήγος Από  http://www.mcnews.gr/


 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΦΑΤΟΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ " ΑΝΑΔΕΙΞΕ ΤΟ "




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΦΑΤΟΥΡΟΥ ΣΤΟ http://aylogyros.blogspot.gr/


Τι σας έχει λείψει από τα παιδικά σας χρόνια; H αθωότητα.

Ο αγαπημένος ήρωας των παραμυθιών, ποιος ήταν; Η Κοκκινοσκουφίτσα.

Θα συγχωρούσατε κάποιον που σας έχει πικράνει; Το έχω κάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Νομίζω το ίδιο θα έκανα και τώρα, αλλά με μια διαφορά. <<Μακριά κι αγαπημένοι>>.
Ποιο θεωρείτε ως Θείο δώρο στο χαρακτήρα σας; Ότι, δύσκολα κρατάω κακία ίσως;
Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα; Δυστυχώς είμαι άνθρωπος με άποψη. Έτσι πολύ συχνά γίνομαι κόκκινο πανί για τους άλλους.
Πως εκδηλώνετε την αγάπη σας; Συνήθως με χάδια, και μια καλή κουβέντα. Σπάνια τους φωνάζω, όταν βλέπω πως κινδυνεύουν.
Η αισιοδοξία, υπάρχει στο λεξικό της ζωής σας; Αλίμονο αν δεν υπήρχε!
Με τι ασχολείστε αυτό τον καιρό; Με τη συγγραφή βιβλίων.
Τι δεν θα θέλατε να μη σας κλέψουν από το θησαυροφυλάκιο της ψυχή σας; Ο,τιδήποτε πολύτιμο υπάρχει μέσα εκεί. Προσπαθώ να κρατάω καλά κρυμμένο το κλειδί. Φοβάμαι το χάσιμο της ισορροπίας της. 
Ποια είναι η αγαπημένη σας ελληνική ταινία; «Λατέρνα, φτώχεια, και φιλότιμο». Την έχω δει άπειρες φορές, και θα την ξανά έβλεπα ευχαρίστως άλλες τόσες. 
Ποιο είναι το αγαπημένος σας αντικείμενο, το «γούρι» σας; Το γούρι μου είναι, το φιλί και το χαμόγελο των παιδιών μου. 
Ποια είναι η αγαπημένης σας ατάκα; Δε νομίζω πως έχω
Πως φαντάζεστε το μέλλον των ΜΜΕ μέσα από την κρίση που βιώνουμε; Μας έκλεψαν ακόμη και τη φαντασία. Τόσο φτωχοί μείναμε. 
Η εξουσία πιστεύετε, φιμώνει τις τέχνες από φόβο ή από ανικανότητα να τις στηρίξει; Και από τα δύο. Η τέχνη είναι δυνατό όπλο. 
Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο λόγος που ο Έλληνας αφήνει την τύχη του στα χέρια των άλλων; Την αφήνει; Ή μήπως του την παίρνουν; 
Αν σας όριζαν για λίγα λεπτά της ώρας «νομοθέτη», ποιο νόμο θα θέτατε σε εφαρμογή; Ίδιο μερτικό από το πιάτο της ζωής, στα όντα που ονομάζονται ΑΝΘΡΩΠΟΙ. 
Τι φοβάστε περισσότερο, από τους ανθρώπους; Την αχαριστία. 
Αν μια κακιά μάγισσα σαν έκανε με το ραβδί της ζώο, τι θα θέλατε να είστε; Ελάφι. 
Πιστεύετε στα όνειρα; Και ναι, και όχι
Αν σας ζητούσε ένα παιδί μια συμβουλή, τι θα του λέγατε; Να βάζει στόχους στη ζωή, και να είναι ο εαυτός του.
Διαβάστε περισσότερα εδώ


ΠΗΓΕΣ
http://www.biblionet.gr/
http://www.mcnews.gr/
http://www.verbooks.gr/
http://aylogyros.blogspot.gr/








ΣΟΦΙΑ ΝΙΝΙΟΥ: «Η αλήθεια είναι το μέσο για την αυτογνωσία»


Ως παιδί μαγευόταν από τη δύναμη των ηρώων τής ελληνικής μυθολογίας. Εύρισκε επίσης ενδιαφέρον στα παραμύθια της ελληνικής παράδοσης, διότι την έβαζαν σε σκέψεις. Μ’ αυτό τον τρόπο έμαθε να παρατηρεί και να συγκρίνει. Και για να φτάσεις στη γνώση πρέπει να έχεις παρατηρήσει.
Η Σοφία Νινιού έχει «ψάξει» τη ζωή, την τέχνη, τα γεγονότα, τις αξίες. Η συγγραφή αποτελεί για εκείνη μια πάλη με το είναι της και μια περιπλάνηση στον εσωτερικό της κόσμο. Έχει επιλέξει να εκφράζει το σήμερα, το οποίο θεωρεί ότι συντονισμένα κάποιοι προσπαθούν να το κακοποιούν, να το ντύνουν με αγριότητα και μετά όλη αυτή την εικόνα να την καταγράφουν.
Στη δική της περιπλάνηση γέμισε την καρδιά της με εικόνες, ήχους, αρώματα και καρπούς. Σίγουρα όλα αυτά επιτυγχάνονται μόνο μετά από πολλή και επίπονη δουλειά. Με όπλα τη φαντασία, την τρυφερότητα, αλλά κυρίως μία ειλικρίνεια που αφοπλίζει, αγωνίζεται για να κρατά ανοιχτούς τους ορίζοντές της…
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με την παιδική λογοτεχνία, κυρία Νινιού; Με ποιο κριτήριο την επιλέξατε από τη λογοτεχνία για ενηλίκους;

Δεν χρειάστηκε να επιλέξω. Ασχολούμαι εξίσου. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε το πρώτο μου βιβλίο να είναι παραμύθι. Όταν απέκτησα παιδί, συνειδητοποίησα ότι έχει μεγάλη σημασία το παιδικό βιβλίο, για να διδαχτεί σωστά η ελληνική γλώσσα. Και όταν συνάντησα στην εκπαίδευση παιδάκια μικρά, «γέννησα» το πρώτο μου παραμύθι.

Ποιά ήταν η σημαντικότερη σκέψη και επιδίωξή σας, όταν ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο «Γλαύκος και Ίρις»;

Να δείξω στον σύγχρονο άνθρωπο πόσο όμορφη και ποιητική μπορεί να είναι η ζωή μας στα απλά και καθημερινά, και να του γνωρίσω τη φύση μέσα στην πόλη αλλά και έξω από αυτήν.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, περνάτε πολλά μηνύματα στα παιδιά, όπως είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας, η σημασία της αγάπης και η φιλία. Ποιο άλλο μήνυμα προσπαθείτε να περάσετε;

Ότι πρέπει να ονειρευόμαστε, να κάνουμε σχέδια και ν’ αγωνιζόμαστε να τα πραγματοποιήσουμε, να έχουμε ανοιχτούς ορίζοντες, να φτιάχνουμε οικογένεια.

Είστε εκπαιδευτικός, που σημαίνει πως έχετε έρθει σε επαφή με πολλά παιδιά. Θεωρείτε πως είναι απαραίτητη η επαφή με αυτά για να γραφτεί ένα παιδικό βιβλίο;

Τίποτα δεν είναι απόλυτο, κυρία Δούλη. Όμως, η επαφή μαζί τους σε βάζει σε διαδικασία διαλόγου και επηρεάζει τόσο την ψυχοσύνθεσή σου, όσο και τη βιοθεωρία σου.

Η πρώτη σας εμπειρία στον χώρο τού βιβλίου έγινε με την «Άνεμος εκδοτική». Πώς θα χαρακτηρίζατε την μέχρι τώρα συνεργασία σας;

Αγαστή και μοιραία! Συναντηθήκαμε την ώρα που σχεδίαζαν να μπουν στο παιδικό βιβλίο κι έκαναν το όνειρό μου πραγματικότητα.

Τι σας εντυπωσιάζει, όταν συναντάτε παιδιά, στο πλαίσιο της προώθησης της φιλαναγνωσίας;

Το ξάφνιασμα στα μάτια τους κι ο ενθουσιασμός τους για τον κόσμο, που τους συστήνω.

Πώς μαθαίνουμε σ’ ένα παιδί ν’ αγαπά το διάβασμα;

Διαβάζοντάς του από πολύ μικρή ηλικία ιστορίες που το ταξιδεύουν. Ακολούθως, το ενθαρρύνουμε να αγκαλιάζει το βιβλίο, φροντίζοντας να διαπιστώνει ότι κι εμείς το αγαπάμε και το εντάσσουμε στη ζωή μας. Το παιδί μιμείται σε ένα πρώτο στάδιο. Έτσι μαθαίνει. Θα του γίνει συνήθεια και μετά τρόπος ζωής.

Νιώθετε μεγάλη ευθύνη, όταν γράφετε για παιδιά;

Απολύτως! Είναι αυτονόητο, λόγω της ιδιότητάς μου ως εκπαιδευτικού. Ευθύνη και χρέος!

Τι πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά, για να ψυχαγωγεί, να ακονίζει τη σκέψη και να εμπλουτίζει τις γνώσεις της τρυφερής αυτής ηλικίας; 

Πρέπει να στοχεύει στην πνευματική καλλιέργεια του παιδιού όντας όμως έργο τέχνης. Η τέχνη μπορεί αγγίζοντας τον ψυχικό του κόσμο να του δημιουργεί την επιθυμία για έρευνα και γνώση μέσα από τη χαρά της ανακάλυψης.

Ποια ήταν τα παραμύθια που σας μάγευαν όταν ήσασταν παιδί και με ποια κριτήρια επιλέγετε ως γονέας και εκπαιδευτικός παραμύθια και βιβλία για παιδιά;

Ως παιδί μαγευόμουν από τη δύναμη των ηρώων τής ελληνικής μυθολογίας. Με απωθούσαν τα λεγόμενα κλασικά παραμύθια. Εύρισκα ενδιαφέρον και στα παραμύθια της ελληνικής παράδοσης, διότι με έβαζαν σε σκέψεις: πώς και γιατί.
Ως γονέας κι εκπαιδευτικός επιλέγω παραμύθια και βιβλία, έχοντας ως κριτήριο τη σωστή γλώσσα, που υπηρετεί την τέχνη του λόγου με υψηλή αισθητική. Προσπαθώ βέβαια να βοηθήσω τα παιδιά να επιλέξουν το είδος που τους ταιριάζει.

Έχετε ήδη ξεκινήσει να ασχολείστε με τη συγγραφή των επόμενων βιβλίων που σκοπεύετε να εκδώσετε; 

Γράφω χρόνια κι έχω έτοιμα έργα, ενώ συνεχίζω τη συγγραφή νέων. Ταυτόχρονα, κι άλλες ιστορίες μέσα μου παίρνουν θέση για να γεννηθούν, όταν θα είναι ώριμες. Είναι κάτι που γίνεται αυτόματα. Ζωή και δημιουργία για μένα συμπορεύονται.

Πόσο δύσκολο είναι ν’ απευθύνεστε σε παιδιά που μόλις έχουν αρχίσει να μαθαίνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο; Ποιες είναι οι «κακοτοπιές» που πρέπει ν’ αποφύγετε;

Ως εκπαιδευτικός έχω μάθει να απευθύνομαι σε παιδιά. Είναι για μένα δεύτερη φύση μου. Δε δυσκολεύομαι. Και βέβαια, λέω την αλήθεια, την οποία δεν αποφεύγω ποτέ. Η αλήθεια δεν σε βγάζει σε «κακοτοπιές». Και είναι το μέσο για την αυτογνωσία, προϋπόθεση απαραίτητη για να γνωρίσουν τα παιδιά τον κόσμο.

Οι παιδικές ιστορίες ήταν ανέκαθεν ο πρώτος σύντροφος των παιδιών που τα οδηγούσε στον κόσμο των μεγάλων. Θέλετε να μας μιλήσετε ως συγγραφέας για το χθες, το σήμερα και το αύριο των παιδικών ιστοριών;

Σε κάθε εποχή υπάρχει η τάση να γράφονται ιστορίες, που απεικονίζουν το χθες, το σήμερα και το αύριο. Έχω επιλέξει να εκφράζω το σήμερα, το οποίο θεωρώ ότι συντονισμένα κάποιοι προσπαθούν να το κακοποιούν, να το ντύνουν με αγριότητα και μετά όλη αυτή την εικόνα να την καταγράφουν. Καλό είναι να θυμόμαστε τον Χατζιδάκι, ο οποίος είχε αποτυπώσει πολύ γλαφυρά αυτήν την προσπάθεια που γίνεται να συνηθίσουμε την εικόνα του τέρατος. Το τέρας, το κάθε είδους τέρας, μου είναι απεχθές και δεν αποτελούσε ποτέ τον κανόνα. Γι’ αυτό και αγωνίζομαι να προβάλλω το ωραίο, το αρμονικό, το οποίο αφθονεί και κυριαρχεί, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες παραμερίζεται και δίνεται έμφαση στο κακό, το ανήθικο, το απαράδεκτο, με τέτοια επαναληπτικότητα και επιμονή, που οι περισσότεροι έχουν πεισθεί για την ισχύ του. Έμαθαν να μη βλέπουν την απλότητα και την ομορφιά της ζωής. Κι αυτή είναι διαχρονική. Δεν κλείνεται σε χρονικά πλαίσια.
Στοιχεία του παρελθόντος πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στις παιδικές ιστορίες, διότι διευκολύνουν την ανάπτυξη της φαντασίας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την έννοια του μέλλοντος, διότι κι αυτή δίνει χώρο στον παιδικό νου, ενώ ταυτόχρονα του ανοίγει τα περιθώρια να πλάσει τον δικό του κόσμο, μέσα στον οποίο θα ζήσει ως ενήλικας και που θα έχει το δικαίωμα να τον κάνει καλύτερο. Ως παιδί θα τον σχεδιάσει, και όταν μεγαλώσει, θα του δώσει υπόσταση.
Αυτό ακριβώς επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά. Κάποιες ιστορίες κάποτε με έφτασαν κι εμένα εδώ. Και με τη σειρά μου, ως συγγραφέας πια, δίνω το υλικό, που φέρω από το παρελθόν, για να ονειρευτούν τα παιδιά τού σήμερα το δικό τους αύριο.

Τα σημερινά παιδικά βιβλία είναι πιο τρυφερά σε σχέση με το παρελθόν;

Πρέπει να περάσουν χρόνια, για να μπορούν να μελετηθούν, να αξιολογηθούν και να ορισθούν τα όποια χαρακτηριστικά τους. Σήμερα γίνεται υπερπαραγωγή παιδικού βιβλίου. Δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα.

Αν αναζητούσαμε τις πηγές τής έμπνευσής σας, πού θα έπρεπε να στραφούμε;

Στην ποίηση που έχω μάθει να συναντώ στον κόσμο, που μας περιβάλλει. Μου χαρίζει έμπνευση αλλά και δύναμη για να επιδιώκω την αρμονία εντός κι εκτός μου.

Πιστεύετε ότι ο κόσμος που ζούμε αλλάζει βαθμιαία;

«Τα πάντα ρει»! Είναι φυσικό. Με τις αλλαγές προχωρούμε. Είναι όμως υποχρέωσή μας να περιφρουρούμε τη φυσική ροή των πραγμάτων, χωρίς παρεμβάσεις βίαιες, διότι τότε ο κόσμος αλλάζει άσχημα• δυσαρμονικά.

ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Η Σοφία Νινιού γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958. Φοίτησε στο τμήμα Βυζαντινών Νεοελληνικών Σπουδών της φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ. Έως σήμερα μαθαίνει ξένες γλώσσες και μιλά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά.

Από το 1983 υπηρετεί ως φιλόλογος στα δημόσια σχολεία, ακολουθώντας το παιδικό της όνειρο. Από το 1996 είναι καθηγήτρια στο 2ο Λύκειο Αγ. Δημητρίου, και από τη θέση της υποδιευθύντριας πλέον συνεχίζει να είναι υπεύθυνη για το πολιτιστικό και το περιβαλλοντικό πρόγραμμα του σχολείου, τα οποία γνωρίζουν πρωτόγνωρη επιτυχία και συμμετοχή.

 • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

* Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Μετέωρα» στις 21/2/2014.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://www.tameteora.gr/





Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ " στο πλοίο για το νησί "



--------------------------------------

Όχι ρε πούστη μου
Γύρισα και κοίταξα. Δεν ήταν η βρισιά που μ’ έκανε να κοιτάξω.
Τι πιο συνηθισμένη βρισιά. 
Όλοι την λένε. Καμιά φορά κι’ εγώ στο σιγανό. 
Ήταν η φωνή. Βαριά αρρενωπή μ’ ένα τόνο χιούμορ.
Η φωνή ταίριαζε απόλυτα με τη φάτσα. 
Μελαχρινός με κοντοκουρεμένο γυαλιστερό μαλλί.
Ξανάριξε ζωηρά τα ζάρια. 
Πρέπει να έριξε κάτι πολύ καλό αυτή τη φορά, γιατί η γκόμενα που έπαιζε μαζί του τάβλι τον είπε κωλόφαρδο.
Καθόλου έξυπνο για γκόμενα.
Θα μου πείτε τώρα πως ξέρω ότι είναι γκόμενα;
Τον είχα δει μπαίνοντας στο πλοίο να τη βοηθάει να ανέβει τις σκάλες.
Την είχε πιάσει απ’ τον…. Από πίσω τέλος πάντων, και την έσπρωχνε.
Η γκόμενα δε λέει και πολλά. 
Ήταν μια εικοσάρα άχρωμη και άοσμη που τον κοιτούσε με βλέμμα σαν να ήταν μαζί του παντρεμένη πενήντα χρόνια.
Αν ήμουν φίλη της θα της έλεγα να μην είναι μαζί του και τόσο σίγουρη .
Θα της έλεγα να αλλάξει χτένισμα και να πετάξει από πάνω της αυτό το τίποτα μπλουζάκι.
Ο νέος άντρας σαν να κατάλαβε πως τον παρατηρούσα, 
Γύρισε και με κοίταξε. 
Δε γύρισα τα μάτια μου αλλού. 
Μου μισοέκλεισε το μάτι κι εγώ του χαμογέλασα.
Η γκόμενα στον κόσμο της. 
Έριξε τα ζάρια με μια κίνηση που θα την έλεγα αντρική απομίμηση. Δεν της ταίριαζε αυτή η αντρική κίνηση.
Δεν συνδυαζόταν με τίποτα το θηλυκό.
Καθόλου έξυπνη κίνηση για γκόμενα.
Αυτό το κορίτσι μου έβγαζε τον κακό μου 
εαυτό.
Έχεις κοπέλα μου τέτοιον κούκλο απέναντι σου, και πετάς τα ζάρια με αντρικό τρόπο;
Τι διάολο βούρλο είσαι;
Δεν τον βλέπεις που σε πάει στο νησί μόνο για πήδημα;
Και μάλιστα πήδημα κακής ποιότητας.
Τίποτα στην ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ευαισθησία.
Κάτι τέλος πάντων που να κάνει το πήδημα στο νησί υποφερτό.
Ο νέος άντρας ξαναγύρισε και με κοίταξε.
Όπως τον παρατηρούσα είχα πάρει νομίζω εκείνο το ύφος που η Φλέρυ μου λέει ότι καίει καρδιές.
Αυτή τη φορά δε μου χαμογέλασε. Ούτε κι’ εγώ. 
Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί στο πρόσωπό του για λίγο, και γύρισα πάλι στο βιβλίο μου.
Κάποιος μεγάλος είχε πει: 
‘’ Η πρώτη ματιά είναι σύμπτωση. Η δεύτερη, ποτέ!’’
Η γκόμενα έβγαλε μια τράπουλα.
Φώναξε τη φίλη της απ’ το διπλανό τραπεζάκι, να παίξουνε μπιρίμπα λέει!
Καθόλου έξυπνο για γκόμενα.
Έδειχνε την πλήξη της φανερά. 
Βαριόταν σ’ αυτό το μικρό σαπιοκάραβο που δεν μπορούσε κανένας μας να κουνηθεί, και προσπαθούσε να σκοτώσει την ώρα της.
Ο νέος άντρας με κοίταξε πάλι.
‘’ Έχει δύο μπαλαντέρ’’ του είπα με τα χείλια μου δείχνοντας το δύο με τα δάχτυλά μου.
Έτσι όπως καθόταν η γκόμενα, έβλεπα τα χαρτιά της καθαρά.
Αυτός μου χαμογέλασε.
Δεν ξέρω τι λέει για την Τρίτη ματιά αυτός ο μεγάλος.
Εγώ πάντως λέω ότι ο νέος άντρας με γουστάρει.
Ο συνοδός ο δικός μου, έχει πάει στο μπαρ.
Βλέπω από δω που κάθομαι τον μπουκλάκια το μπάρμαν, να του σερβίρει το δεύτερο η το τρίτο ουίσκι.
Όλοι στο μπαρ σπρώχνονται να πάρουν σάντουιτς πατατάκια τοστ, και ο συνοδός ο δικός μου πίνει στο μπαρ και συζητάει με τον μπουκλάκια το μπάρμαν.
Από την πρώτη στιγμή ζήλεψα τις μπούκλες αυτού του άντρα από τα πράσα μαλλιά τα δικά μου.
Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι δώδεκα νύχτα.
Έχουμε μπει σ’ αυτό το μικρό κωλόπλοιο απ’ τις οκτώ και ο συνοδός μου λείπει όλες αυτές τις ώρες.
Του αρέσουν τα πλοία οι καπετάνιοι και η θάλασσα και συζητάει μαζί τους με τις ώρες γι’ αυτά.
Για να πω και του στραβού το δίκιο ήρθε κοντά μου τρεις φορές να μου δηλώσει την παρουσία του. Κάθισε δίπλα μου μισοόρθιος έτοιμος να φύγει πάλι.
Τρεις φορές. Όσες με κοίταξε και ο νέος άντρας απέναντι μου στο τραπεζάκι.
Καιρός είναι να κουνηθώ κι εγώ λίγο. Σκέφτηκα και τεντώθηκα διακριτικά, επειδή είχα πιαστεί σ΄αυτό το άβολο κάθισμα.
Ήθελα να πάω στο κατάστρωμα. Δεν ξέρω αν το λέω και σωστά. Δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου τα πλοία ούτε οι φθηνές διακοπές. 
Μακάρι να πήγαινα με αεροπλάνο σ’ αυτό το κωλονήσι που ήθελε ο συνοδός μου.
Το πλοίο άρχισε να κουνάει και μ’ έπιασε μια ελαφριά ναυτία. 
Ο νέος άντρας με κοίταξε για τέταρτη φορά. Τον ρούμπωσε τον συνοδό μου στις φορές.
Σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι τις σκάλες με όση χάρη διαθέτω. 
Στο πρώτο σκαλοπάτι γύρισα και κοίταξα τον νέο άντρα που με κοιτούσε. Εκείνος μου χαμογέλασε και σηκώθηκε. Κάτι είπε στην γκόμενα, κι αυτή τουδωσε τόση σημασία, όση μου έδινε ο συνοδός μου όλες αυτές τις ώρες.
Γύρισε στη φίλη της και την ρώτησε αν θέλουν να παίξουν κι άλλη παρτίδα.
Ανέβηκα τη σκάλα και πήγα στο κατάστρωμα. Δεν ξέρω αν το λέω και σωστά. 
Ακούμπησα στα κάγκελα και ρούφηξα τον αέρα με βουλιμία. Ήθελα να ξεζαλιστώ. 
Κοίταξα μακριά τη θάλασσα. Αυτό το κόλπο με το ξεζάλισμα μου το έχει μάθει ο συνοδός μου που του αρέσουν η θάλασσα και τα πλοία. Δεν θυμάμαι αν σας το είπα! Είμαι στ’ αλήθεια ζαλισμένη.
Ο νέος άντρας ήρθε και ακούμπησε δίπλα μου. 
‘’Τι δουλειά έχεις εσύ σ’ αυτό το σαπιοκάραβο;’’ Με ρώτησε. Εσύ έπρεπε να ήσουν… σε μια θαλαμηγό ή… σε ένα αεροπλάνο να ταξιδεύεις σε μια χώρα ονειρεμένη. Όχι με όλους αυτούς που δεν ταιριάζεις καθόλου που κοιμούνται και ροχαλίζουν από τις εννιά!
‘’ Με έφερε ο συνοδός μου εδώ’’ του είπα, ‘’Εσύ γιατί είσαι εδώ τώρα; Γιατί άφησες την συνοδό σου κι εσύ όπως ο συνοδός μου εμένα;
‘’ Τη βαρέθηκα. Δε μου αρέσουν τα χαρτιά ούτε και το τάβλι, όμως δεν ξέρω και τι άλλο να κάνω ώσπου να 
‘’Μετά θα ξέρεις;’’ Τον ρώτησα γελώντας.
‘’Θα ξέρω. Αυτό δεν ξεχνιέται’’
‘’Είναι σαν το ποδήλατο ε;’’
‘’ Ναι είναι σαν το ποδήλατο. Όμως δε μου απάντησες γιατί είσαι εδώ; Φαίνεται πεντακάθαρα στο πρόσωπό σου η δυσφορία σου. Φαίνεται πόσο δεν θα ήθελες να ήσουν εδώ.’’
‘’ Δεν μου αρέσουν οι διακοπές’’ του είπα. ΄΄γι’ αυτό είμαι έτσι.’’
‘’Πως είναι δυνατόν να μη σου αρέσουν οι διακοπές; Πρώτη φορά ακούω τόσο τρελό πράγμα στη ζωή μου!’’
‘’ Μπορεί να είμαι και τρελή’’ του είπα. ‘’Όλοι μου το λένε αυτό όταν τους λέω πως δεν μ’ αρέσουν οι διακοπές. Όλοι με λένε τρελή όταν τους λέω πως δεν μπορώ τα πλοία με τους ανθρώπους που κοιμούνται στους διαδρόμους, στους καναπέδες και στα πατώματα, με τα στόματα ανοιχτά. Με πιάνει μεγαλύτερη ναυτία όταν το βλέπω ατό. Τους λέω πως δε μ’ αρέσουν οι ταβέρνες που δεν προλαβαίνουν να πλύνουν ούτε τα ποτήρια τους, οι μύγες που κυκλοφορούν και ο δυνατός ήλιος στις βόλτες. Και τότε με λένε τρελή. Τους λέω πως δεν μπορώ να κλείνομαι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου τρία επί τρία από το μεσημέρι που πάμε να κοιμηθούμε, μέχρι το βράδυ που θα πέσει ο ήλιος για να βγούμε. Ψυχοπλακώνομαι τόσες ώρες μέσα σε τέσσερις τοίχους, και όταν τους το λέω με λένε τρελή.
Ξέρεις αυτό το ανέκδοτο με τον οδηγό που πήγαινε αντίθετα από τους άλλους και τους έλεγε τρελούς; 
Έτσι αισθάνομαι. Νομίζω σε όσους αρέσουν οι διακοπές είναι αυτοί οι τρελοί και όχι εγώ.’’
‘’Νομίζω πως χρειάζεσαι ψυχίατρο Πάω τώρα κάτω γιατί αν θυμώσει με βλέπω να κάνω μόνος μου ποδήλατο’’ μου είπε ο νέος άντρας γελώντας. Κοντοστάθηκε και με ρώτησε: 
‘’Γιατί δεν διαλέγεις έναν άντρα που να μην του αρέσουν οι διακοπές και να ησυχάσεις;’’
‘’Μάλλον επειδή ξέρει κι αυτός καλό ποδήλατο’’ του είπα.
Ο νέος άντρας έφυγε κι εγώ ακούμπησα πάλι στα κάγκελα του πλοίου.
Το φεγγάρι έφεγγε και έκανε μια γραμμή στη θάλασσα που έφθανε μέχρις εμένα. Πόσοι ποιητές δεν τα έχουν υμνήσει όλα αυτά!
Όμως εγώ δεν θέλω να βλέπω το φεγγάρι από ένα πλοίο που με ζαλίζει. Θέλω να το βλέπω από τα κάγκελα του σπιτιού μου.
Αχ Θεούλη μου μακάρι να ήμουν τώρα ξαπλωμένη στα μυρωδάτα πεντακάθαρα σεντόνια του σπιτιού μου!
Όση προσπάθεια και να κάνω δεν μπορώ να ξεπεράσω την αντιπάθεια μου για τις διακοπές! Μήπως είναι καιρός να πάω σε ψυχίατρο, ή να σταματήσω καλύτερα το ΄΄ποδήλατο΄΄; 
ΤΕΛΟΣ















ΚΕΪΣΟΓΛΟΥ ΜΑΙΡΗ - ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ











Καταιγίδες

Καταιγίδες 
χαρακώνουν τα νερά της θάλασσας
και αλλάζουν το χρώμα της.
Τη μαστιγώνουν και την αλλάζουν.
Ας μπορούσε μια φορά
να μας δώσει μόνη της τη χαρά
των εκπληκτικών αλλαγών της
χωρίς να τις προκαλέσουν άνεμοι,
σύννεφα και καταιγίδες.
Ας μπορούσα κι΄εγώ να σ΄απαρνηθώ
για τα μάτια του κόσμου..!

Έλξη

Νεύρα τεντωμένα 
μυστικά ταλαντεύονται, 
τόξα καλοφτιαγμένα 
εσένα γυρεύουνε. 
Ήχους διαπερνώντας 
και σώματα κοιμισμένα. 
Κι' όταν σε βρίσκουνε 
ζωντανό σ' αφήνουνε. 
Μέσ' απ' το θάνατο 
σε κυνηγάνε 
και για τον έρωτα 
αθάνατα μένουνε. 
Φρουροί 
στην κίνηση σου.
 Φως. 
Σκιά σου κρυφή. 
Αγάπη..
Αστέρι λαμπερό

Ο κόσμος έγινε μικρός 
και γλίστρησα στον ουρανό, 
σαν πεταλούδα δίχως φως
 στριφογυρίζω στο κενό.

Ο κόσμος έγινε μικρός 
και γλίστρησα στον ουρανό, 
μία ψυχή στο άπειρο, 
σαν πεταλούδα δίχως φως 
φοβάμαι τόσο σκότος.

Ο κόσμος έγινε μικρός 
κι' εγώ αστέρι λαμπερό, 
που χάθηκε στη λησμονιά
 για να μην νιώθω μοναξιά.


Χαϊκού.
Ανυπότακτα όνειρα, σύννεφα που γίνονται βροχή.
Μπλε η θάλασσα, γαλάζια συνορεύει με τον ουρανό.
Μνήμη ζωντανή, αρχείο πολύτιμο, κόσμημα βαρύ.

Φώτα της νύχτας, 
ένας ήλιος θαρρείς που 
διασπάστηκε.

Σερφάρω ρέμβη
στ΄ανοιχτά και τ’ όνειρο
απογειώνω.

Kαμιά οθόνη
δεν αποτυπώνει τον
παλμό της ζωής

Λίγα πράγματα
σαν πολύτιμες πέτρες
βαθιά αγαπώ.


Στην ανταλλαγή
η εξισορρόπηση
της ενέργειας.

T΄ ἀστρα τ' ουρανού
αστερίες γίνονται
στο μακροβούτι.

Tριαντάφυλλα 
της Αφροδίτης, βροχής 
συναπάντημα.

Ποιήματα και φωτογραφίες -  Μαίρη Κεΐσογλου
Επικοινωνία - mary.keisoglou@gmail.com













ΒΕΛΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ - Απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα "ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΙΠΟΣΑΡΚΩΝ",



"Όπου και αν περνούσα έβλεπα απώλειες. Άνθρωποι που από παιδιά γυρίζαμε μαζί, σήμερα δεν υπήρχαν εκεί. Οι περισσότερες πόρτες κλειστές, κρατούσαν παγιδευμένο τον πόνο στα στενά παράθυρα που μετά βίας ο ήλιος πάλευε να περάσει λίγο από το φως του. Μανάδες, με παγωμένα πρόσωπα, μετά βίας χαιρετούσαν κάποιον πριν χαθούν πάλι στο ταξίδι τους στο κενό. Ίσως στο κενό να κλείνουν ευκολότερα οι πληγές. Οι εικόνες που επιστρέφουν είναι παγίδες. «Που τον έχετε; Που είναι ο γιος μου; Τι του κάνατε;» φώναξε, πίσω μου, μια νέα γυναίκα. Την είχα δει ξανά στην αγορά, να φωνάζει και να κλαίει. Είχε τρελαθεί όταν βρήκε το μωρό της νεκρό στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοικτά να την κοιτούν. Δεν άντεξε. Για δύο ημέρες με το παιδί στα χέρια είχε φύγει στην πλαγιά και του μιλούσε. Οι φωνές της έφτασαν μέχρι την άλλη πλευρά του λόφου, όταν της το στέρησαν για να μη κολλήσει και αυτή απ' την αρρώστια. Σαν το αγρίμι, έψαχνε το παιδί της. «Μου το κλέψανε. Ήταν καλά και μου το κλέψανε. Ο γιός μου θα γινόταν στρατηγός! Σε ξέρω εσένα. Ήσουν στο κάστρο. Θα είδες το παιδί μου». Την πήγα σε ένα ίσκιο. Δεν άντεχα να της πω την αλήθεια. Πώς να πεις την αλήθεια για ένα παιδί;…« Θα στο φέρουν, στο γιατρό είναι με άλλα παιδιά και παίζει, είναι καλά. Σύντομα θα στο φέρουν στο σπίτι». Μια αγωνία στο βλέμμα της, μου έσκισε την καρδιά. Έσκυψε και έφυγε. Δεν την ξαναείδα. Έμαθα ότι ανέβηκε στο ναό του Συμπαντικού Ήλιου και κρεμάστηκε με τη ζώνη που έφερε στη μέση της. Ίσως ξύπνησε από τον λήθαργο της τρέλας και είδε την πληγή της ζωής της… Κρίμα να χάνονται νέοι άνθρωποι, κρίμα. Έπρεπε να συνεχίσουμε. Άνοιξα τον δρόμο σε αυτή την κατάσταση θα έπρεπε να τον λειάνω, για να είναι βατός σε όλους. Είχα ευθύνη. Τα βιβλία μου έδωσαν το «φως», τη σοφία των προγόνων που είχε χαθεί στο βάθος των βιβλιοθηκών και στης σκόνης. Θα ήμουν ανάξιος συνεχιστής αν τα έθαβα μέσα μου στην πρώτη δύσκολη και επώδυνη κατάσταση. Παρά τον καυτό ήλιο η Λαμπρούπολη για όλο εκείνο το χρόνο έζησε με τις σκιές της. Χάσαμε πολύ κόσμο που δεν άντεξε. Τι αξία έχει η ζωή, αν χάσεις τους δικούς σου. Αν ζούσαμε μόνο για εμάς; Αλλά πώς να ζεις για τον εαυτό σου; Τι ζωή θα ήταν αυτή; Και τι αξία θα είχε; Αυτά σκεφτόμουν όσο καθάριζα τα αγριόχορτα από τον κήπο. Ξήλωνα με τα χέρια μου κάθε τι . Να δω το χώμα καθαρό. Τελικά σταμάτησα. Είχα νεύρα. Τα χέρια μου είχαν πληγωθεί από την αγριάδα και τα ξερά, που τραβούσα απρόσεκτα. Ποιος καθορίζει την τύχη μας; Γιατί να χάνονται παιδιά; Γιατί να ζω εγώ και όχι ένα παιδί; Η Ελπίδα με πλησίασε. Κατάλαβε την ψυχική μου βύθιση.

 [Απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα "ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΙΠΟΣΑΡΚΩΝ", Εκδόσεις "ΟΣΤΡΙΑ", Ιωάννης Β. Βέλλης], Φωτο: Γιάννης Βέλλης












ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ "Φευγάτα Ήρθες"




Φόρα...
την  καρδιά μου...
να σε ζήσει...
στο Χιονιά...
γλυκό...
χαμπέρι...
τα πορτόφυλλα...
ν' ανοίξει...
σαν φεύγεις...
κλώτσησε...
τη στάχτη...
απ' το πρώτο μας...
Φιλί...
στα ξένα...
χέρια...
που 'δωσες...
δυο χείλη...
δανεικά...
τ' ανείπωτα...
που γράψαν...
οι πνοές...
μη ξεπουλήσεις...

Δρόμο...
θα κρύψω...
μέσ' το ΔάSOS...
της σιωπής σου...
βουβά...
αγγίγματα...
θα ντύσω...
τις πληγές...

τυφλή...
πυξίδα...
Όνειρο...
π' ανδρώθηκε...
στα βάθη...
του κορμιού σου...
επαίτης...
θα γινώ...

κι' αν ξεχυθεί...
ποτάμι...
απ' τις φλέβες...
τ' αρωμά σου...
θα μπώ...
να βαπτισθώ..!!

Άγγελος Δημητρόπουλος
20/12/2014








ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ ''Χρωστάμε έναν Αύγουστο''



Θα ήθελα να ήταν αλλιώς και να μη χρωστάω στιγμές και αγκαλιές στους φίλους μου, όταν με είχαν ανάγκη. Να μη χρωστάω το ταξίδι εκείνο στη μάνα μου. Να μη μου είχαν μείνει αγκάθι τα κόκκινα λουστρίνια που έταξα στη Μαρία, μα δε μπορώ να της τα χαρίσω πια σ'αυτή τη ζωή. Μια ζωή ανοιχτούς λογαριασμούς και πάλη με υπερβάσεις, παρά τις μαγκιές που λέμε και κάνουμε, για να δείχνουμε ότι είμαστε ωραίοι και εντάξει.Θα ήθελα να μην μας κυνηγούν τη νύχτα οι τύψεις για όσα δε δώσαμε. Μιλάω για σένα, για μένα, για τους άλλους και για το ''Γιάννης και Νόρα = αγάπη για πάντα'' στο παλιό παγκάκι. Τι έγινε, ρε συ Γιάννη, εκείνο το ''Για πάντα;''. Η μόνη μας πατρίδα είναι τα ματωμένα γόνατα στα παιδικά μας καλοκαίρια και η αλήθεια μας είναι οι χυμοί από φέτα καρπουζιού στα χέρια μας. 

Μη συνηθίζεις και μην επιλέγεις τα εύκολα. Κοίταζε συχνά τον καθρέφτη, μη τυχόν και χάσεις το βλέμμα εκείνου του παιδιού, εκείνου του Αυγούστου...Αύγουστος ήδη και τα συναισθήματα μέσα μας αντιδρούν. Για ό,τι μας συμβεί φταίει η βόλτα μας στους ανθρώπους και το παιδί του Αυγούστου μέσα μας. Καλό μήνα!