Άνοιξε απόψε τα σύνορά σου να γεφυρώσουμε τα κορμιά για να διαβούν στρατιές ασύνορου πόθου. Έξαψης φλόγες να φανερώσουν των ψυχών τις κρύφιες πύλες πίσω απ' την σκόνη της φυγής των λέξεων.
Φιλοξενούμενοι ανέκδοτων παλμών και ρυθμικών συσπάσεων παραδομένοι στο προαιώνιο ρίγος του ΜΑΖΙ της μέθεξης του ΕΔΩ της σμίξης του ΤΩΡΑ της θέλξης.
Έρωτας στρατηλάτης να μας ταξιδέψει σε άγνωρη Γη. Με δύναμη πιο παλιά κι απ' τo Σύμπαν να στροβιλίσει Πλανήτες να υποτάξει περιγιγνόμενα επιρρήματα στο ΚΟΚΚΙΝΟ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ του ενεστώτα της ηδονής...
Βαδίζω στην έρημη χώρα.
Στις παγωμένες πλαγιές
του αποτρόπαιου πάλλευκου.
Παγιδευμένη στην κοιλάδα του παγετού,
παλεύω ενάντια στην κρυστάλλωσή μου.
Οπές εμβόλιμες βύθισης του κορμιού μου
αποτυπώνω στο πέρασμά μου,
ανάσες βάθους στου χιονιού τους πόρους.
Εκβυθίσεις επάλληλες πάλι στο κρύο φως
αποκοτώ.
Δίκην ελάσματος χορεύω
τον σπασμωδικό χορό των ταλαντώσεων
εντός εκτός της ψυχρής μάζας.
Εμμένω να θερμαίνω το χιόνι
και επικυρώνω πως είμαι.
Διαπερνώ τη εύπλαστή του διαπερατότητα
και υπάρχω.
Την παγίωση του προσωπικού μου παγώματος
στη θερμοκρασία ναδίρ παλεύω.
Στον κατατονικό μου εκφυλισμό
προς την ανυπαρξία αντιστέκομαι.
Την ψύξη αποσοβώ
με το αντίδοτό της,
την πύρινη κίνηση.
Κατάδυση στης γης τα κατάβαθα επιχειρώ,
να βρω θερμή πνοή
και στις αρχαίες ρίζες φθάνω.
Ρέει ακόμη γάργαρο το νερό εκεί
και με τον ήλιο του πυρήνα
θρέφουν ζωή.
Βλασταίνω και θάλλω,
δεντράκι μοναχικό
και παράταιρο στο σύμπαν.
Ασύμβατο στους χρόνους.
Μέσα στην ψύχρα της απόλυτης κόλασης,
μια κυκλωτική αγκωνή ζεστασιάς γίνομαι.
Με κατακόρυφη κορφή προς των αιθέρων
τον Έρωτα Ήλιο.
Να ευχαριστήσουμε θερμά όλους εσάς που με τα έργα σας
στολίσατε τις σελίδες του όπως και όλους εσάς που με τις «επισκέψεις» σας τιμήσατε και εξυψώσατε το Μπλογκ!!! .
2 Χρόνια – 2360 Αναρτήσεις - 170 οι φίλοι έργα των οποίων έχουν κατά καιρούς φιλοξενηθεί στις σελίδες μας..(
Ποιήματα .Διηγήματα . Πίνακες Ζωγραφικής. Κοσμήματα. Χειροτεχνίες, Κατασκευές
διάφορες , Γλυπτά, Φωτογραφίες ..)
Στόχος μας είναι να φιλοξενήσουμε όσο περισσότερους φίλους
μπορούμε .
Δεν κάνουμε επιλογές γιατί θεωρούμε ότι στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, για μας προέχει να αναδειχθεί κυρίως το καλλιτεχνικό και αγωνιστικό πνεύμα του ανθρώπου που δεν
πτοείται από τις δυσκολίες και «κάνει
τον πόνο του τραγούδι»
Στόχος μας είναι να προβάλουμε ότι ο άνθρωπος μέσα σε αυτήν την δύσκολη και ζοφερή πραγματικότητα συνεχίζει να δημιουργεί, να προβληματίζεται, να ελπίζει, να αγωνίζεται και να ονειρεύεται.
Τελειώνοντας θα ήθελα να πω ότι όποιος
επιθυμεί να δημοσιευτούν έργα του στο Μπλογκ ας στείλει email στη διεύθυνση georgia.kotsov1@gmail.comμε χαρά θα περιμένω .
Το ταξίδι στη γνώση συνεχίζεται ..αντίδοτο στην οικονομική - ηθική κρίση των καιρών μας είναι ο Πολιτισμός .
Είναι τόσα πολλά, είναι τόσο ωραία όλα τα
αξιοθέατα στο Ναύπλιο, που δεν μπορεί κανείς παρά να ξαναγυρίσει για να
συνεχίσει να ζει το γοητευτικό όνειρο που το Ανάπλι του προσφέρει, μέσα από
τους στενούς και φαρδείς του δρόμους, τις μεγάλες-παλιές και μικρές-καινούργιες
πλατείες, τις Οθωμανικές Κρήνες που στολίζουν τα ενετικά, τα νεοκλασικά και τα
καινούργια του κτίρια, όλα γοητευτικά αρχιτεκτονικά κοσμήματα.Ετσι λοιπόν και
το Σωματείο μας των Ινεπολιτών και Κασταμονιτών προγραμμάτισε πάλι μετά από δύο
χρόνια εκδρομή στο Ναύπλιο και στο Κεφαλάρι του Άργους.Ο καιρός βοήθησε και το
κέφι άναψε από νωρίς το πρωί που επιβιβαστήκαμε στο πούλμαν με πειράγματα
τραγούδι και χορό από την Αγγέλα την Δήμητρα κ.α Με μια στάση για καφέ στον
Ισθμό της Κορίνθου αντικρίσαμε μετά από μια ώρα την ομορφότερη πόλη της χώρας
μας.
Το Ναύπλιο είναι γνωστό για το Μπούρτζι, μικρό φρούριο χτισμένο σε νησίδα
μέσα στο λιμάνι, για το Παλαμήδι, ενετικό φρούριο που δεσπόζει στην πόλη, για
την Ακροναυπλία , έτερο φρούριο ενετικό, επί της ομώνυμης χερσονησίδας, καθώς
και ως τόπος δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια.Το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο και
άλλοι έκαναν βόλτα στα στενά του Ναυπλίου άλλοι επισκέφθηκαν το Παλαμήδι άλλοι
την Αρβανιτιά μέσα σε μια ηλιόλουστη μέρα Γεμάτοι από Ιστορικές γνώσεις το μεσημέρι
ξεκινήσαμε για το Κεφαλάρι του Αργους όπου το Δ.Σ του Σωματείου είχε
<κλείσει> εστιατόριο για φαγητό.
Ολοι μαζί μετά από ένα πλούσιο γεύμα ποτό
και διασκέδαση και κυρίως χορό επισκεφτήκαμε την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής
στην περιοχή και το σπήλαιο που βρέθηκε η εικόνα.Κατά το σούρουπο γεμάτοι από
μυρωδιές εικόνες και θάλασσα ξεκινήσαμε για την επιστροφή στην Νέα Ιωνία
ενθουσιασμένοι από την εκδρομή ζητώντας από το Δ.Σ που μας συνόδευε, παρόμοιες
εξορμήσεις.
H Μαρία Αννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Ν. Υόρκη - την ίδια χρονιά που οι γονείς της μετανάστευσαν στις Η.Π.Α. Από νωρίς εκδηλώνει το μεγάλο ταλέντο της στη μουσική και το 1931 ξεκινά μαθήματα πιάνου και σολφέζ. Την πρώτη της επαφή με τη μουσική την αποδεικνύει μια μαγνητοταινία από το 1935, στην οποία η Κάλλας με το ψευδώνυμο Νίνα Φορέστι μιλάει και κατόπιν τραγουδάει την άρια "un bel di vedremo" από τη Μαντάμ Μπάτερφλάϊ.
Το 1937 η Μαρία Κάλλας επιστρέφει με τη μητέρα της στην Ελλάδα και έχοντας ήδη εκδηλώσει τα φωνητικά της χαρίσματα γίνεται δεκτή δωρεάν από το Εθνικό Ωδείο και φοιτά στην τάξη της Μαρίας Τριβέλλα. Η πρώτη καθοριστική επιρροή της όμως προήλθε στο διάστημα 1939-1943 όταν φοιτούσε στο Ωδείο Αθηνών από την καθηγήτρια της Elvira de Hidalgo. Η διδασκαλία της - η οποία συχνά κρατούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ - θεωρείται ότι έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής της προσωπικότητας. Για τη χρυσή φωνή ο κριτικός Ζακ Μπουρζουά σημείωσε πως "είναι σαν την Ακρόπολη: όλο και πιο ωραία όσο φθείρεται". Ακόμη και μετά το θάνατό της, το 1977, ζει στις μνήμες όλων ως μια ανεπανάληπτη υψίφωνος αλλά και ως μια μεγάλη ηθοποιός που διέγραψε εκθαμβωτική τροχιά στον κόσμο της όπερα.
Το 1939 ερμηνεύει τη Santuzza στην "Cavalleria Rusticana" σε μαθητική παράσταση του Ωδείου Αθηνών.
Ως Tosca
Το 1940 εμφανίζεται με το Ωδείο ως Αμέλια στο "Un Ballo in Maschera" και ως Aida στην ομώνυμη όπερα του Verdi. Στις 27 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου πραγματοποιεί την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση με τη Λυρική Σκηνή όπου γίνεται η Βεατρίκη στο "Boccaccio" του Suppe. Για τα επόμενα πέντε χρόνια (1940 - 1945) συνεργάζεται με τη Λυρική Σκηνή. Τραγουδά Tosca, Cavalleria, τη Σμαράγδα στον "Πρωτομάστορα" του Μ.Καλομοίρη, τη Μάρθα στο "Tiefland" του d' Albert και τη Leonora στο "Fidelio". Στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη εντυπωσιακή της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με την "La Gioconda" του Ponchielli. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη στη Βενετία.
Η Μαρία με τον σύζυγό της Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι
Το 1948 θριαμβεύει με το Turandot. Ο ένας θρίαμβος διαδέχεται τον άλλο. Το 1949 εμφανίζεται στο Buenos Aires με τη Norma στο Theatro Collon. Το 1950 στο Μεξικό γίνεται Leonora στο "Il Trovatore", Fiorila στο "Il Turco in Italia" στη Ρώμη, Traviata στο Communale της Φλωρεντίας. Τον ίδιο χρόνο πάλι στο Communale της Φλωρεντίας ερμηνεύει την Ελένη στο "I Vespri Siciliani" και την Ευρυδίκη στο "Ορφέας και Ευρυδίκη". Στις 2 Απριλίου 1952 πρωτοεμφανίζεται στη Σκάλα του Μιλάνου ως Κοστάντζα στο "Die Entfuhrung aus dem Serail" του Mozart. Τραγουδάει Armida στη Φλωρεντία, Lucia και Jilda στο "Rigoletto" στο Μεξικό, και Lady Macbeth στο "Macbeth" στη Σκάλα. Το 1953 στο Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας ερμηνεύει εκπληκτικά τη Μήδεια στην ομώνυμη όπερα του Cherubini. Οι τίτλοι, φυσικά, δεν σταματούν εδώ. Η εκπληκτική της πορεία συνεχίζεται....
Για έξι χρόνια (1954-1960) κυριαρχεί στη Σκάλα του Μιλάνου. Η καριέρα της απογειώνεται. Γίνεται Αλκηστη, Ελισάβετ στο "Don Carlos", Julia στο "La Vestale", Madalena στο "Andrea Chenier", Rozina στο "Il Barbiere di Siviglia", Fedora, Anna Bolena, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Amelia στο "Un Ballo in Maschera", Ιμογένη στο "Il Pirata" και Paulina στο "Poliuto". Η παράσταση της "Traviata" το 1955 σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι υπήρξε θριαμβευτική. Το 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Αθηνών. Το 1960-61 τραγουδάει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου Νόρμα και Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1962 αποθεώνεται σαν Μήδεια με σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Το 1964 σημειώνει νέο καλλιτεχνικό θρίαμβο στην Όπερα του Παρισιού με τη Νόρμα. Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας. Είναι στο Covent Garden του Λονδίνου με την "Tosca" σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Το 1970 γυρίζει σε ταινία τη "Μήδεια" σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Το 1973 κλείνει την καριέρα της με το Giuseppe di Stefano να σκηνοθετεί το "I Vespri Siciliani" του Verdi. Η 8η Δεκεμβρίου 1973 θεωρείται η τελευταία της δημόσια εμφάνιση όπου η Μαρία Κάλλας τραγούδησε άριες στην όπερα του Παρισίου. Εκείνη την ημέρα το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές. Η κραυγή "Viva Maria" συγκλόνιζε την αίθουσα όσο οι ανθοδέσμες έπεφταν στη σκηνή. Πρόκειται πραγματικά για μια ανεπανάληπτη, εξαιρετική καλλιτεχνική σταδιοδρομία από την οποία δεν είναι δυνατό να παραλειφθεί τίποτα. Οι επιτυχίες της Κάλλας δημιουργούν ως ψηφίδες το ψηφιδωτό της μοναδικότητάς της. Υπήρξε μοναδική προσωπικότητα.
Γι αυτήν ο Antonio Gringielli, 24 χρόνια διευθυντής της Σκάλα του Μιλάνου, αυτός που γνώρισε και συμβούλευσε καλλιτεχνικά τη μεγάλη λυρική τραγωδό είπε πως "Η Μαρία Κάλλας δεν έχει δύσκολο χαρακτήρα, απλώς έχει χαρακτήρα με προσωπικότητα". Η προσωπική ζωή της Μαρίας Κάλλας έθρεψε ακόμη περισσότερο το μύθο της. Η εμμονή της με τη δίαιτα και κυρίως ο έρωτας της για τον Αριστοτέλη Ωνάση και η 9ετής σχέση τους, υπήρξαν συνεχής σχεδόν τροφή των κοσμικογράφων της εποχής - οι οποίοι ναι μεν συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου της αλλά παρακολουθούσαν με ασφυκτικό μερικές φορές τρόπο, την προσωπική της ζωή. Ο γάμος της με τον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της βιομήχανο Giovanni Battista Meneghini το 1949 αλλά και η θέση άλλων ανδρών στη ζωή της όπως ο Pier Paolo Pasolini και ο τενόρος Giuseppe di Stefano απασχόλησαν την κοινή γνώμη.
Ο θάνατος από καρδιακή προσβολή στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο διαμέρισμά της στο Παρίσι μοιάζει με γεγονός που δεν συνέβη ποτέ. Το σώμα της αποτεφρώθηκε και η τέφρα της ρίχθηκε στη θάλασσα του Αιγαίου. Τα καταγάλανα νερά έγιναν ο μόνιμος και αιώνιος τόπος κατοικίας της.
Με τον Αριστοτέλη Ωνάση
Η ίδια η Μαρία Κάλλας εκμυστηρεύεται στην τελευταία της συνέντευξη: "Ξέρεις, είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ζωντανός μύθος, ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου, αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου. Αν γινόταν αυτό θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα αντί να κάθομαι και να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες". Μέσα από τις συνεντεύξεις και τις βιογραφίες της, αποκαλύπτεται η ανθρώπινη ευαίσθητη πλευρά της Μαρία Κάλλας, της γυναίκας που αγαπήθηκε, θαυμάστηκε και αποθεώθηκε.
Η ζωή της Μαρίας Κάλλας υπήρξε ασύγκριτη, μοναδική και ανεπανάληπτη σαν κι αυτή την ίδια. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι έχουν ταυτίσει το όνομά της με την όπερα και το λυρικό θέατρο, ενώ ρόλοι όπως αυτός της Μήδεια για παράδειγμα, είναι δύσκολο να γίνουν πλέον αποδεκτοί με διαφορετική ερμηνεία. Η εικόνα της Μαρία Κάλλας ενσαρκώνει την "απόλυτη Ντίβα" - και κατ' αυτό τον τρόπο η μορφή της θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στις καλύτερες σελίδες της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας.
E la nave va, 1983(ελλ.: Και το πλοίο φεύγει), σε σκηνοθεσία του Φεντερίκο Φελίνι
Callas Forever,2002 (ελλ.: Κάλλας για πάντα), σε σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι και στο ρόλο της Κάλλας η Φανί Αρντάν
Με τη Marylin...
Υποτροφίες Μαρία Κάλλας
Το 1960 και το 1961, η Μαρία Κάλλας πρόσφερε τα έσοδά της από τις παραστάσεις της στην Επίδαυρο για την ίδρυση φορέα που θα πρόσφερε υποτροφίες σε νέους καλλιτέχνες. Ο φορέας για τις Υποτροφίες Μαρία Κάλλας ιδρύθηκε και έκανε τον πρώτο διαγωνισμό το 1963
Η Μαρία Κάλλας ως Ιφιγένεια
Γιώτα Αργυροπούλου - [ΚΙ ΑΝ ΖΗΛΕΨΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ] Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου που κατάγονταν από ένα άσημο Νιοχώρι στου Μελιγαλά τις παρυφές δεν είναι μόνο γιατί ενσάρκωσε το θεϊκό ταλέντο και έμεινε η Κάλλας, η ντίβα η απόλυτη σ’ όλες τις εποχές.
Είναι διότι τό ’σκάσε από το σήμα και τον τάφο και δονείται στο Αιγαίο στων κυμάτων το βιμπράτο πάλι αντηχώντας
— στις σπηλιές!
Από το βιβλίο: Γιώτα Αργυροπούλου, «Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2017, σελ. 27.
Περιφέρομαι για πολλοστή φορά σαν χαμένος στους έρημους δρόμους της μεγαλούπολης. Είναι τρεις το πρωί και όμως δεν έχω σκοπό να γυρίσω σπίτι. Μα για ποιο σπίτι λέω; Εκεί που αισθανόμουν καλά, έπαψε πια να υπάρχει και τώρα ξανά από την αρχή, να αναζητώ το μέρος όπου ανήκω. Και όμως, για κάποιους αυτό είναι τόσο απλό…
Γκρεμίστηκαν όλα μέσα σε ένα λεπτό σαν να ήταν πύργος από τραπουλόχαρτα. Κάθισα στα σκαλοπάτια ενός εγκαταλελειμμένου κτηρίου. Δεν φοβόμουν το σκοτάδι, ούτε τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Τον θάνατο μόνο έτρεμα και δυστυχώς τον γνώρισα αυτοπροσώπως.
Ψαχουλεύω στην τσέπη μου και βγάζω ένα τσιγάρο χύμα που μου είχε δώσει ο Κώστας. «Για κάποια δύσκολη στιγμή και μόνο τότε» μου είχε τονίσει. «Η μαγκιά κρύβεται αλλού φίλε και εσύ την έχεις και με το παραπάνω». Δίπλα ακριβώς υπάρχει ένα κουτί σπίρτα. Η μόνη μου έννοια ήταν μην τυχόν και είχαν νοτίσει λόγω υγρασίας. Ανοίγω το κουτί και πειραματίζομαι. Με ικανοποίηση διαπιστώνω ότι το σπίρτο υπάκουσε στις προσταγές μου και η επιθυμητή σπίθα μας χάρισε την παρουσία της. Με μια γερή ρουφηξιά, ο πολυπόθητος καπνός κατέκλυσε με μιας τα πνευμόνια μου.
Πως έγινε έτσι η ζωή μου από τη μια στιγμή στην άλλη; Ο μοναδικός μου σκοπός ήταν να βγω στην επιφάνεια από την αφάνεια που με ακολουθούσε από την στιγμή της ύπαρξής μου. Όλοι με προσπερνούσαν, ακόμα και οι γονείς μου. Αισθανόμουν αόρατος και κανένας δεν με αντιμετώπιζε στα σοβαρά. Έπρεπε κάπως να αντιδράσω και να διεκδικήσω και εγώ την οντότητά μου με κάποιο τρόπο.
Και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου σαν νάμα εξ ουρανού ο Κώστας, το αλάνι, το απολωλός πρόβατο του σχολείου και όχι μόνο. Για την πλειοψηφία ήταν παράδειγμα προς αποφυγή για μένα όμως, τον ήσυχο και καθ’ όλα εντάξει νεαρό, τον αριστούχο και συνάμα ‘σπασικλάκι’ της τάξης, ήταν το είδωλό μου και ταυτόχρονα αυτός που θα’ θελα κάποτε να του μοιάσω.
Ήταν στην ίδια ηλικία με μένα αλλά αυτός και η παρέα του έδειχναν τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτεροι. Με λίγα λόγια, είχαν αποκτήσει την ταμπέλα των ‘καλών παιδιών’ και φυσικά πάντοτε με την κακή έννοια. Μηχανόβιοι όλοι τους που έρχονταν στο σχολείο κάθε πρωί κομβόι μόνο και μόνο για να προκαλέσουν απίστευτη φασαρία ώστε να γίνει ακόμα πιο αισθητή η παρουσία τους. Επικεφαλής της πομπής ποιος άλλος, ο Κώστας ο οποίος είχε αιωνίως κοντοκουρεμένο –σχεδόν γουλί- μαλλί και ένα δερμάτινο μπουφάν κολλημένο πάνω του. Άσχημο δεν θα τον έλεγες απλά η αθωότητα είχε χαθεί από το πρόσωπό του με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά του να έχουν σκληρύνει αρκετά.
Άραζαν τα μηχανάκια τους περιμετρικά έξω από το την μάντρα του σχολείου αφού πρώτα μαρσάριζαν για λόγους εντυπωσιασμού. Κατόπιν ετοιμάζονταν για την ‘απόβασή’ τους στον προαύλιο χώρο. Σήκωναν τον γιακά από το μπουφάν τους, δίπλωναν τα μανίκια τους μέχρι το μπράτσο και διέσχιζαν με εναρμονισμένο βηματισμό την είσοδο του σχολείου.
Όλα τα παιδιά μεγαλύτερα ή μικρότερα, κοίταζαν, άλλα με απαξίωση την όλη στάση των νεαρών και άλλα απλά απομακρύνονταν για να μην βρεθούν στο πέρασμά τους. Εκτός φυσικά από εμένα που στερέωνα τα ολοστρόγγυλα γυαλάκια μου καλά στα μάτια και παρατηρούσα την κάθε τους κίνηση με μοναδική ευλάβεια και προσοχή.
«Ωχ, οι αλήτες ενόψει» μουρμούρισε ο Γιώργος κοιτάζοντας πάντα γύρω του μην τυχών και τον ακούσει κανείς.
Δεν απάντησα, εξάλλου ποιος ο λόγος να δώσω δικαίωμα για σχόλια και υπαινιγμούς στον οποιοδήποτε ‘καθώς πρέπει’ συμμαθητή μου.
Το βλέμμα μου τους ακολουθεί διαγνωστικά ενώ κατά βάθος ξέρω με μαθηματική ακρίβεια ποιο θα είναι το επόμενό τους βήμα. Πάνε ως συνήθως πίσω από τις εξέδρες του γηπέδου όπου το έχουν μετατρέψει σε καπνιστήριο για να μην δίνουν και καλά στόχο στους δασκάλους. Δεν είχαν ενδοιασμούς για ότι και αν έκαναν, απλά κρατούσαν τους τύπους και τα προσχήματα για να μη δίνουν άνευ λόγου και αιτίας, τροφή για περαιτέρω σχόλια. Φυσικό και επόμενο, κανένας από εμάς τους ‘εκλεκτούς’ να μην τολμά να πλησιάσει στα λημέρια τους αλλά και το αντίστροφο. Μας απέφευγαν σαν τον διάολο το λιβάνι και έφτυναν τον κόρφο τους κάθε φορά που πέρναγαν από δίπλα μας.
Ένα αόρατο χέρι με έσπρωξε προς τις κερκίδες. Η μυρωδιά του καπνού ήταν έντονη από μακριά αλλά εγώ συνέχιζα. Ενδόμυχα έτρεμα από το φόβο μου αλλά συνάμα κάτι μου έλεγε να βγάλω εις πέρας αυτό που άρχισα.
«Ρε, ο γυαλαμπούκας. Πως και από δω;»
«Κοιτάξτε έναν βουτυρομπεμπέ. Τι ψάχνεις λεβέντη μου, τη μαμά σου;»
«Ε…» ψελλίζω συνειδητοποιώντας ταυτοχρόνως ότι έκανα ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της ζωής μου.
Μια φωνή που μου φάνηκε ότι ερχόταν από το υπερπέραν με έσωσε. Όχι φυσικά η φωνή αυτή καθεαυτή αλλά ο νεαρός που την αντιπροσώπευε.
«Κόψτε το αμέσως. Όποιος κινδυνεύει από απουσίες, να τσακιστεί να μπει στην τάξη του, οι υπόλοιποι να ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟΝ ΣΚΑΣΜΟ!»
Η φωνή του Κώστα άστραψε και βρόντηξε, αφήνοντας όλους γύρω του ανήμπορους να αντιδράσουν.
«Τι θέλεις εδώ Νίκο;»
Απόρησα που γνώριζε το όνομά μου.
«Ήθελα απλά να δω τι κάνετε εδώ» μουρμούρισα ξέπνοα.
Δεν τολμούσα να του πω ότι ένα αόρατο χέρι με οδήγησε προς το λημέρι του. Θα με κορόιδευε και με το δίκιο του.
Ανάβει ένα τσιγάρο και ο καπνός πέφτει όλος επάνω μου. Πνίγομαι αλλά προσπαθώ να μην το δείξω γιατί θα θυμίζω σκηνή από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που ο καθωσπρέπει κύριος ξεροβήχει όταν το αλάνι τον καλύπτει μέσα σε ένα σύννεφο καπνού.
«Δεν θα πας στην τάξη;» ρώτησα με δήθεν απορία.
«Εγώ όχι και δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο, εσύ όμως;»
«Δεν έχω κάνει καμία απουσία και σκέφτηκα ότι ήρθε ο καιρός να γευτώ και εγώ την αίσθηση της κοπάνας».
Χαμογέλασε με τα λεγόμενά μου και ένα ασημένιο σκουλαρίκι πρόβαλλε επάνω στην γλώσσα του.
«Δεν σε πονάει;» ρώτησα δείχνοντας φανερή αποστροφή στο θέαμα που μόλις αντίκρισα.
«Είναι θέμα συνήθειας» μου απάντησε ξερά τεντώνοντας επιδειχτικά την γλώσσα του.
Όλο το πρωινό το περάσαμε πίσω από τις κερκίδες του σχολείου, κουβεντιάζοντας για θέματα που δεν είχα το θάρρος να τα συζητήσω με κανέναν. Παρακολουθούσε ότι και αν έλεγα με ιδιαίτερη προσοχή και πραγματικά, έδειχνε να συμπάσχει με τους προβληματισμούς και τις αγωνίες μου. Αν με ρωτήσει κάποιος ποια είναι η απόρροια από το σημερινό πρωινό, θα έλεγα χωρίς καμία αναστολή ότι βρήκα άνθρωπο να με ακούσει.
Η κοπάνα συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες έχοντας πλήρης συνείδηση του τι ακριβώς έκανα. Πέρασε από το μυαλό μου το ενδεχόμενο να με αναζητήσουν οι καθηγητές αλλά πάλι το θεωρούσα απίθανο μιας και ένα πειθαρχημένο ανθρωπάκι σαν και μένα δεν θα μπορούσε να κινήσει κανένα είδους υποψίας. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στα χείλη μου. Επιτέλους κατάφερα και εγώ να κάνω την υπέρβασή μου έστω και αν χρειάστηκαν σχεδόν δεκαέξι χρόνια για να συμβεί αυτό.
Άρχισα σιγά-σιγά να αποκαλύπτω την δύναμη της ψυχής μου. Απόκτησα φίλους που ενδιαφέρονταν ειλικρινά για μένα χωρίς ανταλλάγματα και προσποιητά χαμόγελα. Υπήρξα ένα άβουλο πιόνι αφημένο στη δύναμη της μοίρας ενώ τώρα είμαι κύριος του εαυτού μου και πατάω γερά στα πόδι μου, έχοντας τόλμη στη φωνή και πειθώ στα λόγια.
Η αλλαγή βεβαίως δεν ήταν μόνο εσωτερική αλλά και εξωτερική και αυτό το κομμάτι ομολογώ ήταν το δυσκολότερο απ’ όλα. Πέταξα τα γυαλιά και φόρεσα φακούς επαφής, έκοψα τα μαλλιά σύμφωνα με τις προσταγές της μόδας και φυσικά τα συντηρητικά μου ρούχα άνηκαν πια στο παρελθόν. Τα ξεβαμμένα τζίν συνοδευόμενα από ένα δερμάτινο στενό μπουφάν και πολύχρωμα φανελάκια από μέσα, είχαν πλέον την τιμητική τους.
Κοιτάζοντας τον εαυτό μου στον καθρέπτη, απορούσα επειδή έβλεπα έναν άνθρωπο παντελώς άγνωστο σε σχέση με τον αριστούχο της Β΄ Λυκείου. Εννοείται ότι η απόδοσή μου στο σχολείο είχε κατακόρυφη πτώση αλλά δεν με απασχολούσε καθόλου. Τις επευφημίες και τα δάφνινα στεφάνια τις είχα γευτεί στο έπακρον οπότε μια προσωρινή ανάπαυλα δεν θα έκανε ανεπανόρθωτο κακό, η τουλάχιστον αυτό με βόλευε να πιστεύω. Εθελοτυφλούσα διότι η καινούργια πραγματικότητα στην οποία ζούσα, μου άρεσε και αισθανόμουν ότι είχα ξαναγεννηθεί. Επιτέλους αισθανόμουν ότι τελικά η ζωή ήταν όντως πολύ ωραία!! Άρχισα να γίνομαι αρεστός σε μια νέα ομάδα ατόμων που ναι μεν δεν την ενδιέφερε το σχολείο αλλά είχε ορθούς και καίριους προβληματισμούς για την καθημερινότητα στην οποία ζούσαμε…
Άρχισα και εγώ να είμαι ένας από αυτούς. Το σχολείο μπήκε σε δεύτερη μοίρα και κατόπιν αυτοκριτικής, διαπίστωσα ότι τελικά διάβαζα για τους γύρω μου και όχι για μένα. Απλά ήταν μια δίοδος προς την αναγνώριση και την κοινή αποδοχή. Ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερα για να βγω στο φως. Τελικά, εκλιπαρούσα για λίγη προσοχή από αυτούς που θα έπρεπε και όφειλαν να μου την δίνουν απλόχερα δηλαδή από τους ίδιους μου τους γονείς.
Μέγα λάθος!! Πρέπει να γίνεσαι αποδεχτός χωρίς ανταλλάγματα και πάνω απ’ όλα αφήνοντας τον εαυτό σου ελεύθερο να εκφραστεί. Η γνώμη και τα πιστεύω των άλλων για το πρόσωπό σου πρέπει να σε αγγίζουν στον βαθμό που δεν θα σου κάνουν κακό. Όταν η κριτική τους αρχίζει να σε επηρεάζει αρνητικά, πρέπει να απομακρύνεσαι χωρίς δεύτερη σκέψη. Επιδιώκουμε να είμαστε αρεστοί πρώτα απ’ όλα στον ίδιο μας τον εαυτό γιατί με αυτόν θα πορευτούμε όλη μας τη ζωή όση διάρκεια και αν έχει.
Όσο παράλογο και αν ακουστεί, όλη αυτή η αλλαγή πέρασε απαρατήρητη στους γονείς μου γιατί άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια ήμουν ΑΟΡΑΤΟΣ γι’ αυτούς. Ο πατέρας μου έλλειπε νυχθημερόν στο γραφείο του μιας και είχε ‘στόματα να θρέψει’ και η μάνα μου είχε χρόνο για να ξοδεύει τα χρήματα που έβγαζε ο πατέρας μου. Εγώ μεγάλωσα με την γιαγιά μου και μόλις αυτή πέθανε, αφέθηκα ‘με ελαφρά την καρδία’ στα έμπειρα χέρια των νταντάδων που ομολογουμένως πολλές φορές ήταν καλύτερα από αυτά της μάνας μου.
Έτσι η παρέα των ‘κακών παιδιών’ βρήκε καινούργιο μέλος εδώ και έξι μήνες. Επιτέλους αισθάνομαι και εγώ ότι ανήκω κάπου και αν καθυστερήσω ή δεν δώσω σημεία ζωής, κάποιος θα ψάξει για εμένα, κάποιος θα ανησυχήσει. Σήμερα όμως δεν έπρεπε να αργήσω στο ραντεβού. Θα πηγαίναμε ως συνήθως στην γειτονική συνοικία πολλά μηχανάκια μαζί και εκεί θα συναντούσαμε μια παρέα που είχε στην ομάδα της πανέμορφα κορίτσια. Ένα από αυτά το ονόμαζαν Αλίκη και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κώστα, πρέπει να της άρεσα. Από τη στιγμή που μου το είπε, δεν έπαψα λεπτό να την βγάλω από το μυαλό μου και αδημονούσα για την περιβόητη συνάντησή μας.
Διασχίζαμε τη λεωφόρο γύρω στα δεκαπέντε μηχανάκια και όσο περίεργο και αν ακούγεται, βλέπαμε τα αυτοκίνητα να παραμερίζουν στο πέρασμά μας. «Υπεροχή και στην άσφαλτο» σκέφτηκα. «Τόσα χρόνια πάλευα να βγω από την αφάνεια και τώρα τα κατάφερα χωρίς καμία προσπάθεια». Είμαι συνεπιβάτης του Κώστα και είμαστε αχώριστοι από την μέρα που πήγα με την ψυχή στο στόμα στις κερκίδες. Ήταν το κάρμα μας, δεν ξέρω, πάντως ο ένας σεβόταν και εκτιμούσε τον άλλο.
Αφήνω τα χέρια μου και τα τεντώνω ψηλά στον ουρανό. Δεν ξέρω αλλά κάτι μέσα μου μου λέει ότι σήμερα θα τον ακουμπήσω. Αισθάνομαι ισχυρός και ευτυχισμένος. Ο Κώστας γυρίζει να με δει και χαμογελά. Αφήνει το ένα του χέρι και προσπαθεί να κάνει ότι εγώ. Η ρόδα πέφτει σε μια λακκούβα και χάνει για λίγο την ισορροπία του. Γυρίζει να σιγουρευτεί ότι είμαι καλά. Εν ριπή οφθαλμού, βρεθήκαμε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σφραγίζω τα μάτια μου για να μην δω την συνέχεια και τον αγκαλιάζω σφιχτά. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και κομμάτια από σκόρπιες λαμαρίνες ήταν η εικόνα του αμέσως επόμενου λεπτού.
Βρίσκομαι ξαπλωμένος στην φλεγόμενη άσφαλτο και δεν μπορώ να κουνηθώ. Προσπαθώ να υπερνικήσω τον φόβο και την ταραχή μου και να μαζέψω ότι δυνάμεις μου έχουν απομείνει. Δοκιμάζω να κουνήσω τα άκρα μου σιγά-σιγά. Με απίστευτο πόνο διαπιστώνω ότι δεν έχω πάθει κάτι ανεπανόρθωτο. Φωνές και άναρθρες κραυγές κατακλύζουν τον χώρο. Όλα πλέον συνοδεύονται από μια απίστευτη οχλαγωγία και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Κάτι ζεστό κυλάει από το πρόσωπό μου. Διαπιστώνω ότι πρόκειται για αίμα.
«Μην κουνιέσαι νεαρέ. Έχουμε καλέσει ασθενοφόρο. Σε λίγο θα είναι εδώ».
Μα… από πού έρχονται οι φωνές και τα κλάματα; Στηρίζομαι στα γόνατα βάζοντας όση δύναμη έχω στα χέρια μου. Πιο δίπλα στέκει ένα τσούρμο από ανθρώπους σχηματίζοντας έναν νοητό κύκλο και όλοι έχουν εστιάσει το βλέμμα τους στο κέντρο. Προσπαθώ να διακρίνω από κάποιο κενό και βλέπω το γνωστό δερμάτινο μπουφάν να βρίσκεται καταμεσής της ασφάλτου.
«Ο ΚΩΣΤΑΣ» ψέλλισα. Τρεκλίζοντας και παραπατώντας βρέθηκα κοντά στο πλήθος. Με το χέρι μου παραμερίζω τον κόσμο και γονατίζω δίπλα στο ασάλευτο κορμί του φίλου μου.
«Κώστα ξύπνα, με ακούς. Μην με αφήνεις. Μη μου το κάνεις και εσύ αυτό».
Τον ταρακουνάω μην τυχών και δεν με ακούει. Δίπλα από το κεφάλι του πρόβαλε σιγά-σιγά ένα αυλάκι από αίμα. Πάνιασα!! Κάθε ίχνος ελπίδας εξανεμίστηκε στο κενό. Τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το μόνο που νοιώθω είναι το ξέσκισμα της ψυχής μου.
Ένα χέρι με ακουμπά απαλά στον ώμο.
«Νεαρέ, άδικος κόπος. Ο φίλος σου δεν είναι πλέον κοντά μας».
Η φράση αυτή βουίζει διαρκώς στα αυτιά μου. «Δεν είναι πια κοντά μας». Και όμως είναι απλά δεν τον βλέπει κανένας άλλος παρά μόνο εγώ, ο αντικαταστάτης του. Απομακρύνομαι σπρώχνοντας με απέχθεια τους ανθρώπους που στέκονται δίπλα από το άψυχο σώμα του φίλου μου. Τώρα λυπούνται αλλά μέχρι χθες τον κοίταζαν με φθόνο. Σκουπίζω τα μάτια μου. Δεν θέλω να κλάψω γιατί δεν θα το ήθελε αυτός.
Φίλε αντίο και σε ευχαριστώ που με έμαθες να με αγαπώ!!!