Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Ένας Αύγουστος, κάποτε" Διήγημα

 


-Νίκη;

-Παντελή;

Ο ήλιος είχε γείρει προς τη δύση. Χρυσές και πορφυρές ηλιαχτίδες παιχνίδιζαν πάνω στον απαλό κυματισμό του νερού, γοητεύοντας τους εποχικούς παραθεριστές της μικρής κωμόπολης που είχαν σπεύσει να θαυμάσουν τον μεγαλοπρεπή αποχαιρετισμό του επουράνιου βασιλιά. Ο Παντελής, μόνιμος θερινός θαμώνας του μαγευτικού κολπίσκου της περιοχής, όπως κάθε σούρουπο αγνάντευε με μισόκλειστα μάτια το λιόγερμα θαμπωμένος από τον φωτεινό χείμαρρο που έστελνε απλόχερα το μεγάλο άστρο, λίγο πριν κρυφτεί πίσω από το αντικρινό βουναλάκι στην απέναντι πλευρά του κόλπου.

Ξάφνου μια φιγούρα διέσχισε τον χείμαρρο κι έριξε τη σκιά της στο πρόσωπό του, μια φιγούρα που βάδιζε προς το παγκάκι που καθόταν. Για μια στιγμή έκρυψε τις ηλιαχτίδες, αμέσως μετά τις άφησε να τον τυφλώσουν, κι ύστερα πάλι το ίδιο. Λες κι έπαιζε μαζί του η γυναικεία φιγούρα. Γυναίκα ήταν και μάλιστα η φιγούρα κάτι του θύμιζε, κάτι γνώριμο αλλά μακρινό που ξυπνούσε μέσα του συναισθήματα χαμένα στο χρόνο. Προσπάθησε να το ξεκαθαρίσει βάζοντας το χέρι του αντήλιο. Η φυσιογνωμία γνωστή αλλά από πού, από πότε; Το μαλλί με τις κοριτσίστικες αφέλειες το θυμόταν, πιο μακρύ, να κυματίζει ανέμελο. Το χαμόγελο, αυτό το χαμόγελο το ήξερε καλά. Η γυναίκα έβγαλε τα σκούρα γυαλιά… αυτό το βλέμμα, αυτό το βλέμμα! Σηκώθηκε…


-Νίκη; Ψιθύρισε διστακτικά.

-Παντελή! Με αναγνώρισες Παντελή;

Δυο αγκαλιές έγιναν μία, δυο κορμιά σφίχτηκαν, δυο χείλια σφραγίστηκαν αυθόρμητα σαν το στρείδι που κλείνει τις θύρες του όταν οσμίζεται κίνδυνο. Λευτερώθηκαν, έκαναν μισό βήμα πίσω και κοίταξαν γύρω. Ο ήλιος τους έλουσε με μια τελευταία φωτεινή δέσμη και συνέχισε το ταξίδι του σε άλλες πολιτείες. Γέλασαν, έσμιξαν πάλι και ξεκίνησαν για το δικό τους ταξίδι σε ένα μακρινό καλοκαίρι που μόνο στο προσωπικό τους σύμπαν υπήρχε πια.

-ο-ο-ο-

Καλοκαίρι 1974· βραδάκι στην πλατεία Κάνιγγος. Ένα πολύβουο μελίσσι ξεχύνεται από τα γύρω στενά, από τη Σόλωνος, την Ακαδημίας, τη Βερανζέρου, τη Θεμιστοκλέους, ένα πολύχρωμο μαθητομάνι από τα γύρω φροντιστήρια, αγόρια και κορίτσια, σπεύδει στις στάσεις των λεωφορείων για τις συνοικίες: Ηλιούπολη, Δάφνη, Νέα Σμύρνη, Φάληρο, Καλλιθέα, Καισαριανή, Κυψέλη, Πατήσια, Παγκράτι, Περιστέρι, Αιγάλεω κλπ. Τελειόφοιτα γυμνασιόπαιδα από όλες τις γειτονιές της Αθήνας έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στις εισαγωγικές εξετάσεις για τις ανώτατες σχολές. Στην τελική ευθεία πια, λίγες εβδομάδες απέμεναν ως την κρίσιμη αναμέτρηση με τη μοίρα στις αρχές Σεπτέμβρη. Ερωτήματα για τα θέματα, απορίες για κάποιο πολυώνυμο, για τον αόριστο ενός ανώμαλου ρήματος, για τους συντελεστές μιας χημικής εξίσωσης, λύνονταν στη στάση του λεωφορείου ή και μέσα σε αυτό ως το τέλος της διαδρομής.

Καλοκαίρι 1974· κατάρρευση της χούντας κι ένα άνευ προηγουμένου λαϊκό ξέσπασμα δημοκρατίας κι ελευθερίας. Κόμματα, οργανώσεις, βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, φιλμ, δίσκοι, συναυλίες, συγκεντρώσεις, γεγονότα πρωτόγνωρα για τα 18χρονα παιδιά που είχαν ζήσει την εφηβεία τους στα εφτά χρόνια του γύψου, με τις απαγορεύσεις, τα μη και τα πρέπει της λαϊκής γειτονιάς που είχαν μεγαλώσει. Τώρα, σπουδαστές στα ακαδημαϊκά φροντιστήρια, ρουφούσαν τον αγέρα της ελευθερίας που φυσούσε δυνατά και τους συνέπαιρνε. Καθημερινά, για ένα τρίωρο, ξέφευγαν από το στενό περιβάλλον της συνοικίας, κυκλοφορούσαν αυτόνομα στο κέντρο της Αθήνας, αγόρια και κορίτσια μαζί καθώς τα τμήματα ήταν μικτά, σε αντίθεση με τα γυμνάσια που ήταν αρρένων και θηλέων.

Καλοκαίρι 1974· η αθώα περίοδος των πρώτων μηνών της μεταπολίτευσης. Όλα ήταν μαγικά. Εκτός από την προετοιμασία για τις εισαγωγικές, οι τελειόφοιτοι των γυμνασίων βίωναν την τεράστια αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας. Άλγεβρα, Φυσική, Αρχαία, Λατινικά, αλλά και βιβλία, τραγούδια, φιλμ, για χρόνια απαγορευμένα!

Εκείνο το καλοκαίρι αναπολούσε ο Παντελής λουσμένος από τον ήλιο που έδυε στο γραφικό ακρογιάλι της μικρής κωμόπολης. Εκείνο το καλοκαίρι· των φροντιστηρίων και των συλλαλητηρίων, το αλησμόνητο καλοκαίρι της νιότης, το καλοκαίρι που γνώρισε τη Νίκη στο φροντιστήριο. Από την πρώτη μέρα ξεχώρισε στην τάξη το κορίτσι με το μακρύ μαλλί και τις αφέλειες, το χαρούμενο προσωπάκι με το γελαστό βλέμμα. Έγινε η αιτία να πηγαίνει πρώτος και να φεύγει τελευταίος από το φροντιστήριο, έγινε η αφορμή να διαβάζει πιο πολύ για να της λύνει τις απορίες, έγινε η καθημερινή του λαχτάρα.

Ήταν ένα ονειρεμένο καλοκαίρι. Ελεύθεροι στο κέντρο της Αθήνας, την κοπανούσαν από τα βαρετά μαθήματα, κυρίως από την Έκθεση, βολτάριζαν στον Εθνικό Κήπο με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι, σκάρωναν στίχους, ψιθύριζαν λόγια αιώνιας αγάπης και ανακάλυπταν τους εαυτούς τους, μέχρι να τους χωρίσει το λεωφορείο. Για την Ηλιούπολη αυτός, για το Περιστέρι εκείνη. Και δεν ήταν το μόνο που τους χώριζε. Σχεδόν τίποτα κοινό δεν είχαν. Περπατούσαν χεράκι-χεράκι και διαφωνούσαν για τα πάντα: για την πολιτική, τη μουσική, τις ταινίες, το ποδόσφαιρο, ακόμα και για τις λύσεις των ασκήσεων της φυσικής και της γεωμετρίας. Μα πάντα κατέληγαν σε μια αγκαλιά, σε ένα παγκάκι του Ζαππείου, γιατί αυτό που τους είχε ενώσει ήταν πιο μεγάλο από τα τραγούδια και τα βιβλία, πιο δυνατό από την πολιτική και την μπάλα.

Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε χαραχτεί στο φλογισμένο από τον ήλιο πρόσωπό του, καθώς αναλογιζόταν όλα αυτά· με τα μάτια κλειστά ένιωθε τη Νίκη δίπλα του.

Από μπαρουτοκαπνισμένη οικογένεια εκείνη, με εξορίες και διώξεις, του μιλούσε για την επανάσταση όταν πιάνανε τα πολιτικά. Από μεσοαστούς γονείς εκείνος πάλευε να βρει το δικό του πολιτικό στίγμα ανάμεσα στο κέντρο και την αριστερά. Τον κορόιδευε που κάθε Κυριακή έτρεχε στα ποδοσφαιρικά γήπεδα· εκείνη μόνο το βόλεϊ καταδεχόταν. Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Τζέιν Φόντα θαύμαζε αυτός, Μάρλον Μπράντο και Αλ Πατσίνο εκείνη. Μίκη και Μαρκόπουλο άκουγε αυτή, εκείνος Ξαρχάκο και Κουγιουμτζή. Κι όταν εξαντλούσαν τα επιχειρήματα, φίλιωναν με τους Poll και σιγοτραγουδούσαν: «Άνθρωπε αγάπα, τη φωτιά σταμάτα και τη δύναμή σου δώσ’ την στο φιλί σου».

Στα μαθήματα τα βρίσκανε καλύτερα. Εκείνος ήταν αστέρι στη γεωμετρία, εκείνη στη χημεία. Στην αρχή διαφωνούσαν για τις λύσεις ώσπου διαπίστωσαν πως και οι δύο είχαν δίκιο στον τομέα τους. Αυτή ήταν η αφορμή που τους έφερε πιο κοντά. Πριν και μετά από το μάθημα αντάλλασσαν σημειώσεις. Την βοηθούσε στις ασκήσεις της γεωμετρίας κι εκείνη με τις χημικές αντιδράσεις.

Κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, θυμόταν τις διαμάχες τους και χαμογελούσε. Αλλά και το πρώτο αυθόρμητο φιλί που της έδωσε, όταν τον καθοδήγησε να υπολογίσει μόνος του τους συντελεστές μιας στριφνής αντίδρασης οξειδοαναγωγής: «το φιλί της χημείας», της είπε απολογητικά. Του το ανταπέδωσε όταν την βοήθησε να λύσει έναν πολύπλοκο γεωμετρικό τόπο. Κι έπειτα έγινε το μυστικό τους σλόγκαν στις ρομαντικές τους βόλτες.

«Χημικό ή γεωμετρικό;» αναρωτιόντουσαν και το ανέλυαν με επιστημονικούς όρους σκασμένοι στα γέλια, κάθε φορά που σφράγιζαν τα χείλη τους εκείνο τον καυτό Αύγουστο. Τον Αύγουστο της αγωνίας μα και του πρώτου έρωτα. Τον μακρινό Αύγουστο της ανεμελιάς, τότε που όλα φάνταζαν ιδανικά, τότε που νόμιζαν πως μπορούσαν να καταφέρουν τα πάντα, πως αρκούσε να κουνήσουν λίγο πιο δυνατά τα χέρια τους για να ανυψωθούν στον αιθέρα. Πως, κόντρα στους νόμους του Νεύτωνα, η δύναμη ενός φιλιού ήταν πιο ισχυρή από τη βαρύτητα.

Ώσπου ήρθε ο Σεπτέμβρης. Οι εισαγωγικές και τα απρόσμενα αποτελέσματα ανέτρεψαν τα πάντα. Εκείνη, η σπεσιαλίστας χημικός, στη Χημεία είχε γράψει κάτω από τη βάση και πέρασε στο Μαθηματικό Ιωαννίνων χάρις στο 19 στη γεωμετρία! Εκείνος, ο μέγας γεωμέτρης, τα είχε θαλασσώσει στη γεωμετρία αλλά είχε αριστεύσει στη Χημεία: Χημικό Θεσσαλονίκης έγραψαν οι εφημερίδες.

Χώρισαν ένα μεσημέρι στα ΚΤΕΛ με δάκρυα στα μάτια και με ένα φιλί-υπόσχεση που δεν τηρήθηκε. Η συνέχεια συνηθισμένη: μάτια που δεν βλέπονται… Κάποια γράμματα, δυο-τρεις κάρτες με το Λευκό Πύργο και τη Λίμνη της Κυρά-Φροσύνης, συντήρησαν τη φλόγα μέχρι τις διακοπές των Χριστουγέννων. Μετά… εργαστήρια, εξεταστικές, νέες παρέες, η αλληλογραφία αραίωσε. Μια τυπική συνάντηση στις πασχαλινές διακοπές επιβεβαίωσε το φιλικό τέλος.

Εκείνο το μακρινό καλοκαίρι ονειρευόταν ο Παντελής κάθε απόβραδο, μέχρι να πέσει ο ήλιος και το μισοσκόταδο να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κάθε απόβραδο η Νίκη του ψιθύριζε μια τρυφερή ή μια διασκεδαστική στιγμή τους, μια ατάκα ή μια φράση. Κάθε σούρουπο επέστρεφε στο παρελθόν κι ένιωθε όμορφα. Συχνά μονολογούσε «χημικό ή γεωμετρικό;», στα χείλη του άχνιζε ένα χαμόγελο κι άπλωνε το χέρι του στο άδειο παγκάκι να την αγκαλιάσει.

-ο-ο-ο-

Ο ήλιος είχε πλησιάσει στο αντικρινό βουνό, όταν μια γνώριμη φωνή ξεπήδησε από το όνειρό του ή μήπως όχι;

-Παντελή;

Μισάνοιξε τα μάτια, ο δυνατός ήλιος τον τύφλωσε. Σήκωσε ασυναίσθητα το χέρι του και το έβαλε αντήλιο. Αυτή τη φωνή, αυτή τη φυσιογνωμία, το μαλλί, σίγουρα βαμμένο και πιο κοντό, μα αυτές τις αφέλειες που ανέμιζαν από το μελτεμάκι, αυτό το χαμόγελο το φωτεινό τα γνώριζε καλά. Η γυναίκα έβγαλε τα σκούρα γυαλιά… αυτό το βλέμμα, αυτό το βλέμμα! Σηκώθηκε…

-Νίκη; Ψιθύρισε διστακτικά.

Οι δυο αγκαλιές έγιναν μία, τα κορμιά σφίχτηκαν, τα χείλια σφραγίστηκαν σαν το στρείδι που κλείνει τις θύρες του. Για δυο δευτερόλεπτα μόνο, μπορεί και τρία. Μετά λύθηκαν, έκαναν μισό βήμα πίσω και κοίταξαν γύρω τους με κάποια ενοχή. Ο ήλιος τους έστειλε μια τελευταία φωτεινή δέσμη και συνέχισε το ταξίδι του σε άλλες πολιτείες. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει από την ακτή· θα συνέχιζε τη βραδιά του στα καφέ και τα μπαράκια του γαλήνιου θερέτρου.

Από την αντικρινή πλατεία ακούστηκαν φωνές:

-Μητέρα…, γιαγιά… έλα!

-Η κόρη και τα εγγόνια μου απολογήθηκε η Νίκη, έχοντας πάντα το βλέμμα της στραμμένο στο δικό του.

-Σε λίγο θα φανούν και τα δικά μου εγγόνια με τη γυναίκα μου, έχουμε ένα εξοχικό εδώ, ξέρεις, και… τη φωνή του διέκοψε ένας λυγμός.

-Είχες πει πως θα ερχόσουν στα Γιάννενα μετά την εξεταστική, του θύμισε και μια θλίψη σκέπασε τα μάτια της.

-Δυσκολευόμουν με τα εργαστήρια και είχα μείνει πίσω, απολογήθηκε. Δεν το είχα με τη χημεία, της θύμισε.

-Ούτε εγώ με τα σχήματα και με τα θεωρήματα, απάντησε κι έβαλαν τα γέλια.

-Παντελή, ακούστηκε από το βάθος μια γυναικεία φωνή.

Έσφιξαν τα χέρια, τα μάτια βούρκωσαν.

Αποχαιρετίστηκαν με ένα φιλί στα ροζιασμένα τους μάγουλα.

-«Χημικό», ψιθύρισε εκείνη.

-«Γεωμετρικό», απάντησε αυτός.

Ξέσπασαν στα γέλια. Τα χέρια τους λύθηκαν ενώ η θαλασσινή αύρα μάταια πάσχιζε να στεγνώσει τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι.

-Στην Ηλιούπολη, μένεις; Τον ρώτησε.

-Ναι, εσύ στο Περιστέρι;

Του έγνεψε «Ναι», πνίγοντας έναν λυγμό.

-Να πιούμε έναν καφέ το χειμώνα, κάπου στο κέντρο, να μοιράσουμε την απόσταση.

-Φυσικά, απάντησε καθώς απομακρυνόταν.

Τηλέφωνα δεν αντάλλαξαν.



Θοδωρής Μπελίτσος

Ν. Σμύρνη, Αύγουστος 2026











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου