Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

ΣΟΦΙΑ ΚΑΤΑΡΑ - ΞΥΛΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ



ΛΙΩΝΩ ΜΕ ΣΕΝΑ

«Γρήγορα! Δεν έχουμε καιρό!» Αυτό άκουσα. Πριν λίγο. Καθώς με έκοβαν. Και τώρα, στη γωνιά του λευκού δωματίου πεταμένο, θυμάμαι… Το ίδιο πρωί όλα άρχισαν ήρεμα. Άνοιξε την ντουλάπα και με τράβηξε από την κρεμάστρα με τον ανάλαφρο, μοναδικά δικό της τρόπο. Γλιστρώντας πάνω της ακούμπησα ένα δέρμα αρωματισμένο και δροσερό. Βγαίνοντας όμως στον δρόμο, η ζέστη του ήλιου με ένωσε με το άρωμά της. Πάντα μου άρεσε αυτό. Να μυρίζω όπως εκείνη..

Τα βλέμματα των περαστικών στέκονταν πάνω μας με θαυμασμό. Όπως πάντα. Μ΄άρεσε να σκέφτομαι πως καμάρωναν πρώτα εμένα κι ύστερα εκείνη. Αφού εγώ στεκόμουν πάντα από πάνω… Εμένα έβλεπαν πάντα πρώτο… Μπαίνοντας στην είσοδο του κτιρίου, η δροσιά του με τύλιξε ευχάριστα. Μόνο για λίγο όμως… Γιατί, πριν το καταλάβω, μια άλλη μυρωδιά, μια άλλη ζέστη, μια αίσθηση ολότελα εφιαλτική μας κατάπιε. Από κει και πέρα όλα έγιναν γρήγορα. Ή μήπως πολύ πολύ αργά; Δεν ξέρω. Καιγόμουν. Πνιγόμουν. Τα χρώματά μου ξεθώριαζαν. Οι κλωστές μου άχνιζαν. Και η επαφή με εκείνη δεν ήταν πια ευχάριστη. Αντί να γλιστράω πάνω της, κολλούσα και έφραζα κάθε πόρο. Δικό μου ή δικό της; Δεν ξέρω τίποτα…

Σύντομα άλλοι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω μας. Με βλέμματα γεμάτα φρίκη, πόνο, φόβο και κυρίως απορία. Ο αέρας γέμισε φωνές κι ερωτηματικά. Και ο τόπος άλλαζε συνεχώς. Δρόμος, κτίριο, αυτοκίνητο, άλλο, μεγάλο, άσπρο κτίριο, δωμάτιο. Και τα ρούχα των άλλων άλλαζαν. Από πολύχρωμα και άσχετα, ομοιόμορφα και λευκά. Κι εγώ άλλαζα. Ώρα την ώρα δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Λιωμένο, τρύπιο, σκοτεινό, βρώμικο. Κυρίως αυτό. Εγώ, που πάντα ανέπνεα την μυρωδιά της, τώρα είχα τυλιχτεί με μια αποφορά κατευθείαν απ’ το στόμα της Κόλασης.

Ώσπου φτάσαμε στο τώρα. Εγώ στη γωνιά πεταμένο. Εκείνη στο κρεβάτι ξαπλωμένη. Και γύρω της όλη αυτή η βουή. Σε κάποια στιγμή ένα παπούτσι με πατάει. Με κλωτσάει. Και κάποιο χέρι – γαντοφορεμένο – με πιάνει πολύ προσεκτικά. Και βρίσκομαι πια σε κάποιον κάδο απορριμμάτων. Στο σκοτάδι. Μακριά της.

Τώρα πια έχω πολύ καιρό να σκεφτώ. Να κρατήσω μέσα μου την τελευταία της εικόνα. Για πάντα. Για πρώτη φορά την είδα χωρίς εμένα. Χωρίς καν το δέρμα της. Και κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται τίποτα να την ντύσει, για να φανεί. Ούτε καν το δέρμα της. Η ψυχή της είναι το πιο ακριβό ρούχο.


🌺

ΤΟ ΚΟΥΝΕΣΙ


«Θα μας πάρει η ντροπή του κόσμου, βάιζα μου…». Έτσι της μουρμούριζε με το στόμα στραβό, μισοκρυμμένο πίσω απ’ τη ρυτιδιασμένη παλάμη της η θεία Νότα. Του θείου του Σπύρου, του Ντούρου, από της μάνας της το σόι. Η κοροβέσενα. Που έγινε έτσι, γιατί της έκοψε τ’ αυτί ο Σπύρος, ο πατέρας της με το δρεπάνι. Ήτανε δεν ήτανε τεσσάρων χρονών. Δεν την είδε, που τον ακολούθησε στο χωράφι, πού να τη δει, μια σταλιά παιδί; Κι απόμεινε μαγκούφα, γεροντοκόρη, γιατί ποιος θα ‘παιρνε νύφη μισερή; Και της έμεινε πόνος της έρημης της Νότας. Όχι μόνο ο κόσμος και το φαρμάκι του. Ούτε η μοναξιά και η ατεκνία. Αλλά κυρίως αυτό, το νυφικό της Μάτας, της μάνας της. Με τον αρχοντικό τζάκο, τα χρυσά πεσκούλια και το κεντημένο πουκάμισο στον ποδόγυρο, με σχέδια όλο καρδιές και κυπαρίσσια και γαρύφαλλα. Όχι φούντι, να καλύπτει μαθές όλο το πόδι. Αλλά και το κούνεσι, ως το γόνατο, πλάκα το κέντημα, με χρυσή κλωστή απ’ τη μαΐστρα, λίγο ήτανε;

Έμεινε λοιπόν στα αζήτητα, νύφη και νυφικό. Τα χρόνια περάσανε, ανιψιές και βαφτισιμιές που μεγαλώσανε και ήρθε η ώρα τους το περιφρόνησαν – γιατί τώρα πια ακολουθούσανε τα ευρωπαϊκά τα γούστα – το ρούχο μαράζωνε σαν τη Νότα. Κι έπεσε κι ο σκώρος κι άρχισε το πουκάμισο να κάνει τρύπες εδώ κι εκεί. Κι η μικρανιψιά της, του αδερφού της η εγγονή, το ζήτησε μια μέρα, να το σώσει. Να το κόψει, λέει, το κέντημα, όσο έπαιρνε, να το κάνει αμπαζούρ. Πολύ της μόδας τότε. Υφαντά κεντημένα αμπαζούρ δίπλα απ’ τη μπερζέρα την εγγλέζικη. Όλα τα καλά τα σπίτια τέτοια είχανε. Από τα σεντούκια και τις κασέλες, στα σαλόνια της καλής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που κορόιδευε τα ταγάρια, αλλά σακάτευε τις παραδοσιακές φορεσιές…

Είπε, είπε στη «βάιζα» της, το κορίτσι της. Τίποτα αυτή. Τι να ξέρει κι η θεία Νότα, η κοροβέσενα, που «δε βγήκε στον κόσμο», κατά πώς λέει κι η ίδια; Ασυγκίνητη η νεαρή, πήρε το πουκάμισο στη μοδίστρα, κρυφά όμως από τη θεία. Λογαριασμό θα της έδινε στο κάτω κάτω; Την άλλη μέρα, την ώρα που έφερνε το αμπαζούρ σπίτι της όλο περηφάνια, χτύπησε το τηλέφωνο. Πέθανε, λέει, η θεία Νότα. Το προηγούμενο απόγευμα, την ώρα ακριβώς που ήταν στη μοδίστρα το πουκάμισο. Εκεί που καθότανε, λέει, πιάνει το κεφάλι της πάνω στο κομμένο αυτί και έβαλε φωνή! «Το σκίζουνε! Το ψαλιδίζουνε! Ακούτε;». Κι έπεσε. Μόλις πρόλαβε να αγκαλιάσει τα γόνατά της.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

Η Σοφία Κατάρα – Ξυλογιαννοπούλου γεννήθηκε στις Αχαρνές και υπηρετεί ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Μιλά αγγλικά και ιταλικά. Ασχολείται με την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουν κυκλοφορήσει ως τώρα τρία βιβλία της ( «Ο Άγιος της τελευταίας στιγμής», «Ταξίδι στην Ανεμούσα» και «Χάρτινος Πύργος»), ενώ έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες σε Ελλάδα και Ιταλία με ποιήματα και διηγήματα. Έχει αποσπάσει βραβεία σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Το βραβευμένο έργο της « Ο Άγιος της τελευταίας στιγμής» (Εκδόσεις Έαρ) έχει φτάσει ήδη στην τέταρτη έκδοση.



Η φωτογραφία είναι από https://wallpapertag.com/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου