Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ "Στου Φεγγαριού την άκρη"




Στου φεγγαριού την όψη
χλόμιασε το πρόσωπό σου,
η ανάσα μου κόπηκε στα δυο.
πως θα σε ξεχωρίσω μες το πλήθος..

Στεκόμουν ακίνητη
μπροστά σου ακρωτηριασμένη...
απομακρυνόμουν ξανά και ξανά,
αντικρίζοντας το λευκό σου πουκάμισο
ν’ ανεμίζει στην πλώρη.

Έχε γεια, σ’ αποχαιρετώ,
κάτω απ’ την ξεθωριασμένη
μαύρη μου ομπρέλα.
Άπλωσα το νήμα μου,
μέχρι να τελειώσει.
Άπλωσα τα χέρια μου,
μέχρι να σ’ αγγίξω.

Στα σύννεφα του στεναγμού
ξεδιάλυνα
τις επιβλητικές σου γωνίες
ιχνηλατώντας
το σκαμμένο πρόσωπο σου
καθαγιασμένο από τη λήθη,
απαλλαγμένο
από τα εφήμερα πάθη
κρατώντας μια Ανεμώνα.

Σύμβολο του ανέμου.
Άνοιξα τα πέταλά της ορθάνοιχτα
στην αγκαλιά μου,
τίναξα
τον ζυγό που σε μαστιγώνει.

Πρόσκαιροι μοιάζουν
οι επίδοξοι σφετεριστές σου
ασήμαντοι
στην μικρή τους βεβαιότητα.
Μνήμες χαρακωμένες
βυθισμένες στην αμφιβολία
σωπαίνουν για πάντα.

© By Mina Boulekou









ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑ "ΑΤΙΤΛΟ"

Christian Schloe art

Μες στην βαθιά τη σκοτεινιά
έμεινα μόνος να με κυνηγά
ένα φεγγάρι απ΄τα παλιά
στα χέρια των ανέμων,
ξορκίζω όλα τα παλιά
μακριά απ΄την συνήθεια
μ΄ένα τασάκι
γεμάτο αποτσίγαρα.

Στη νύχτα χάνομαι ξανά
κατηφορίζω στα παλιά
νοσταλγικά μου στέκια,
όπου καπνίζουν τα βουνά
κι αόρατα δεσμά βελάζουν
δεν σβήνουν οι συνήθειες
σαν λύνονται οι λέξεις
δεν έχουν επιείκεια.

Πάψε μου λέει η νυχτιά
σταμάτα να ελπίζεις
να ικετεύεις έρωτα
που κρύβεται σε βλέμμα
μαχαιριά μες
στην κατεβασιά της μνήμης.

Στης λύπης τα μαλάματα
είν τα θολά παράθυρα
φτερά της τύχης πάρτε με
απ΄τα βαθιά γκρεμίσματα
μα ποιος θα ρίξει
μια κατεβασιά για χάρη μου
εξάρες από ντόρτια
μες στης φυγής μου
τον αντίλαλο...

Γρηγορία Πελεκούδα











Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944)



Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944) ήταν Γάλλος συγγραφέας, γνωστός στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας», το οποίο μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες και έρχεται ως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία στο κόσμο. Ο Εξυπερύ δεν ήταν όμως ένας διηγηματογράφος, αλλά ένας βαθύς φιλόσοφος που αποτύπωνε τη ζωή κι ανέλυε τον προορισμό της. Από την άποψη αυτή το έργο που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι τα βιβλία του «Γη των Ανθρώπων» και το «Ταχυδρομείο του Νότου», που αποτελούν το απάνθισμα της φιλοσοφίας του.

Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στην κατάκτηση των αιθέρων της πολιτικής αεροπορίας, της οποίας είναι ιστορικά απ' τους μεγάλους προδρόμους , ήταν ηγετικός παράγων της δημιουργίας της πρώτης διεθνούς γαλλικής εμπορικής εταιρείας από την οποία ξεπήδησε η Air France, ήταν δοκιμαστής αεροπλάνων της Air France και πολέμησε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πτώση της Γαλλίας, όπου και παρασημοφορήθηκε για να σκοτωθεί τελικά το 1944. Η Γαλλία και οι γαλλόφωνες χώρες τιμούν με το όνομά του σωρεία δρόμων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών ονομάζεται Σαιντ-Εξυπερύ.

Τα βιβλία του και η ζωή του έχουν γίνει θέματα περίπου 10 ταινιών, αν και μερικές από αυτές έχουν χαθεί από τις προπολεμικές ταινιοθήκες.

Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών, ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αδέλφια στο ευτυχισμένο περιβάλλον μιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας μίας καταγωγής η οποία χανόταν κάπου στον 5ο μ.Χ. αιώνα. Ο Εξυπερύ γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο, τότε που τα κατορθώματα του Μπλεριό έκαναν τον κόσμο να θαυμάζει, καθώς διέσχιζε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο. Ο μικρός Αντουάν έφτιαξε ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων. Η σημαδιακή στιγμή για εκείνον ήρθε στα 12 χρόνια του, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων διακοπών παρακολουθούσε μία μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Όταν το αεροπλάνο ολοκληρώθηκε, οι μηχανικοί τον προσκάλεσαν να πετάξει μαζί τους. Ο ενθουσιασμός από την αίσθηση της πτήσης ήταν φυσικό να αιχμαλωτίσουν για πάντα τη φαντασία του μικρού Αντουάν. Το 1918 τελειώνοντας το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε μία οικογενειακή τους φίλη, την Λουίζ Βιλλερμπάν (Louise Villerban), παρακολουθώντας ταυτόχρονα με ενθουσιασμό τα νέα από τις μεγάλες πτήσεις Γάλλων αεροπόρων και ειδικά του Ντιντιέ Ντορά, ο οποίος κάλυψε πρώτος την διαδρομή Τουλούζη - Ραμπάτ (Γαλλία - Μαρόκο). Το 1921 ήρθε η ώρα να υπηρετήσει τη θητεία του στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η οικογένειά του τον συμβούλευσε να επιλέξει το ναυτικό, που θεωρείτο πιο αριστοκρατικό σώμα, αλλά μετά από την αποτυχία του στις εξετάσεις δεν αναρωτήθηκε καθόλου ποια θα ήταν η επόμενη επιλογή του, οπότε υπέβαλε την αίτησή του στην αεροπορία, όπου και έγινε δεκτός με την ειδικότητα του μηχανικού, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα πιλότου με ιδιωτικό εκπαιδευτή. Η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη που πολλές φορές τον οδηγούσε σε σφάλματα, τα οποία κατέληγαν σε μικροατυχήματα. Παρά τις δυσκολίες θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και στη συνέχεια θα εκπαιδευτεί και στα στρατιωτικά αεροσκάφη, έως ότου στις 10 Οκτωβρίου του 1922, με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού είχε πλέον αποκτήσει και το πτυχίο του πιλότου μαχητικών. Όταν πια το όνειρο μίας ζωής φαινόταν να έχει πραγματοποιηθεί, η κακοτυχία χτύπησε τον 22χρονο Εξυπερύ σε κάθε τομέα της ζωής του. Στην βάση Λε Μπουρζέ των Παρισίων παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή, ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Η επιμονή του να συνεχίσει στην αεροπορία προκάλεσε την παρέμβαση του πεθερού του, ο οποίος τον ανάγκασε να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει εμπορικός υπάλληλος το 1923. Ο Εξυπερύ μετά από μια περίοδο αφόρητης ανίας και απογοητεύσεων, ενώ εν τω μεταξύ τον εγκατέλειψε και η αρραβωνιαστικιά του, θα πιάσει για πρώτη φορά την πένα βρίσκοντας εκεί μια υπέροχη διέξοδο με το να περιγράφει στο χαρτί στιγμές που χάνονταν «...στον υπέροχο ήρεμο ουρανό σε ύψος 4000μ...», όπως έγραφε στην μητέρα του. Τα κείμενα αυτά οδήγησαν το 1926 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του «Ο Αεροπόρος» και στην απόφαση να αναζητήσει για πάντα την καριέρα του στην πολιτική αεροπορία.

Ο Α. Σαιντ-Εξυπερύ , Σμηναγός
πιλότος του αναγνωριστικού σμήνους
2/33 , Κορσική 1944
Το Ταχυδρομείο του Νότου

Αναζήτησε εργασία σε μια πρωτοποριακή εμπορική γαλλική εταιρεία την «Λατεκέρ» (Latecoere) που εκτελούσε ταχυδρομικές πτήσεις μεταξύ Τουλούζης και Β. Αφρικής και προϊστάμενός του ήταν ο ίδιος ο Ντιντιέ Ντορά. Μέσα στα αεροπορικά υπόστεγα που συχνά έπαιρνε μέρος στη συντήρηση των αεροπλάνων έβρισκε την ώρα να γράφει αποτυπώνοντας στο χαρτί την ανθρώπινη αναμέτρηση με την πρόσκληση του κινδύνου και την απόφαση του ανθρώπου να ξεπερνάει τα όριά του. Οι τότε φυσικά συνθήκες της αεροπλοΐας ήταν κάτι περισσότερο από μια περιπέτεια στο άγνωστο: πιλότοι χάνονταν από απλές βλάβες των εμβρυακών ακόμα τότε αεροπλάνων, άλλοι έπεφταν θύματα των άγριων νομαδικών φυλών ενώ ο κακός καιρός αρκούσε για να προκαλέσει την οριστική απώλεια αεροπλάνου και πιλότου. Αλλά, όπως έγραφε: «...το ταχυδρομείο έπρεπε πάντα να περάσει...».

Εκεί θα γνωρίσει ως συναδέλφους τους μετέπειτα πρωτοπόρους των πρώτων διηπειρωτικών πτήσεων Ζαν Μερμόζ και ο Ζωρζ Γκυγιωμέ, με τους οποίους θα γίνονταν αχώριστοι φίλοι. Εκείνες ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής του. Η αγάπη, η αδελφοσύνη και ο κοινός αγώνας για την ολοκλήρωση του έργου δημιουργούσαν συγκινητικές στιγμές που θα αποτύπωνε για πάντα στα μετέπειτα έργα του. Ο Εξυπερύ απαθανάτισε εκείνες τις μοναδικές στιγμές στο επόμενο βιβλίο του, το «Ταχυδρομείο του Νότου». Οι στιγμές που περιγράφει είναι γεμάτες από τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα στο πιλοτήριο κατά την διάρκεια εκείνων των μακρινών και επικίνδυνων πτήσεων: η μοναξιά των δύο πιλότων που πετούν δίπλα-δίπλα, αμίλητοι επί ώρες, ανταλλάσσοντας περιστασιακά κάποια τυπικά λόγια για την κατάσταση των οργάνων, με μόνη επαφή έναν ασύρματο. Όχι ότι τους βοηθούσε στη ναυτιλία, αλλά τους υπενθύμιζε ότι υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι -ότι δεν ήταν μόνοι. Μέσα στο σκοτάδι έριχναν μία ματιά στο έδαφος: τι να κάνουν μέσα στη νύχτα οι χωρικοί σε εκείνα τα φωτάκια εκεί κάτω; Τι να σκέπτονται, πώς να ζουν; Τι είναι αυτό που εξυψώνει τον άνθρωπο; Και την απάντηση την δίνει ο ίδιος: «Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»…«Οι άνθρωποι ενώνονται μόνο όταν θέτουν τους ίδιους κοινούς στόχους, γιατί το ιδανικό είναι εκείνο που εξυψώνει τα νοήματα».

Το βιβλίο αυτό τον κάνει ετούτη τη φορά πολύ γνωστό , το όνομά του ακούγεται με εξαιρετικά φιλολογικά σχόλια και οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ως τον άνθρωπο που τους χαρίζει την αναγνώριση. Ο Ντιντιέ Ντορά τον επισκέπτεται στον εκδοτικό οίκο που παρουσιάζει το βιβλίο του και του αποσπά ένα αυτόγραφο. Τον Οκτώβριο του 1927 τον διορίζει σταθμάρχη της Λατεκέρ στο Καπ Ζουμπί, στη μέση της Ισπανικής Σαχάρας. Το Καπ Ζουμπί ήταν για πολλούς λόγους ένας σταθμός ζωτικής σημασίας για τα αεροπλάνα της εταιρείας που εκτελούσαν το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα - Ντακάρ: εκεί θα σταματούσε κάποιος πιλότος για να ανεφοδιαστεί σε καύσιμα προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του, εκεί θα κατέφευγε κάποιο αεροπλάνο που είχε υποστεί βλάβη πάνω από την έρημο, και εκεί θα αναζητούσε σωτηρία κάποιος για να σωθεί από τους Άραβες που τον κυνηγούσαν. Η ομαλή λειτουργία της αερογραμμής αλλά και η ζωή πολλών συναδέλφων του, στηριζόταν αποκλειστικά επάνω του. Η νέα του μετάθεση δεν διέφερε πρακτικά από εξορία αλλά αυτό του έδωσε την ευκαιρία μιας νέας εποικοδομητικής αυτοσυγκέντρωσης. Παράλληλα, χάρις σε εκείνο τον σταθμό, η μικρή «Λατεκέρ» επεκτάθηκε και εξελίχθηκε στην «Αεροποστάλ» (Aeropostal) την πρώτη επιβατική γαλλική αεροπορική εταιρεία που τώρα είχε 24 αεροπλάνα – μεταφοράς ταχυδρομείου μεν αλλά και με θέσεις για 10 επιβάτες. Η συμβολή του Εξυπερύ στην εταιρεία αυτή αλλά και η παράλληλη αναγνώρισή του στον φιλολογικό τομέα του απέφεραν μια κρατική αναγνώριση, τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής.

Μια περίοδος επαγγελματικής και λογοτεχνικής περιπέτειας

Το 1929 η Αεροποστάλ επεκτείνεται στη Νότια Αμερική με πτήσεις μεταξύ Ρίο ντε Τζανέιρο και Μπουένος Άιρες και ο Εξυπερύ ορίζεται σταθμάρχης της εταιρείας στην Αργεντινή. Σε μια αποστολή ο φίλος του Γκυγιωμέ θα χαθεί για μέρες στις χιονισμένες Άνδεις και ο Εξυπερύ θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον βρει τελικά, κάτω από απίστευτα άγριες συνθήκες, σε μια χώρα που έχει ως λαϊκό απόφθεγμα πως: «Τον χειμώνα οι Άνδεις δεν επιστρέφουν τις ψυχές που παίρνουν». Την ίδια ώρα ο Μερμόζ δοκιμάζει με επιτυχία νυκτερινές πτήσεις μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής, που για εκείνη την εποχή θεωρούνται ως μοναδικό επίτευγμα τόλμης και πρωτοπορίας. Ο Εξυπερύ θα σημαδευτεί για πάντα από εκείνες τις στιγμές της δοκιμασίας και της φιλίας για όλη του τη ζωή με ένα πνεύμα που σύντομα θα αποτυπώνει συνέχεια στα βιβλία του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1931 γνώρισε την Κονσουέλο Σουνσίν, μία γυναίκα που τον εντυπωσίασε και αποφάσισε να την κατακτήσει σε μια ασυνήθιστη πτήση πάνω απ' το Μπουένος Άιρες. Την παντρεύτηκε σύντομα αν και διέφεραν ως χαρακτήρες παρόλο που ενώ κι εκείνη σύχναζε σε φιλολογικούς κύκλους την ενδιέφεραν περισσότερο οι πεζές πραγματικότητες της ζωής και δεν κατάφερε ποτέ να αποτελέσει την μούσα μιας ψυχής σαν του Εξυπερύ. Το 1933 η Αεροποστάλ αντιμετώπισε οικονομική κρίση και αγοράστηκε από ένα όμιλο, ο οποίος μετονομάστηκε σε Air France. Ο Εξυπερύ δεν συμφώνησε με την τότε διοίκηση και αποφάσισε να φύγει αν και αυτό σήμαινε ότι άρχιζαν γι αυτόν οι οικονομικές δυσκολίες. Θα αποφασίσει να βρει διέξοδο στα βιβλία του και συγγράφει το έργο του «Νυχτερινή Πτήση» που αποσπά λογοτεχνικό βραβείο και ένα συμβόλαιο για μια παραγωγή του Χόλλυγουντ, ταινία που γυρίζεται με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκαίημπλ με τον εμπορικότερο τίτλο: «Άνεμος, Άμμος και Άστρα».

Μεταξύ 1935 και 1936 γυρίζονται ακόμα δύο ταινίες από αισθηματικές του νουβέλες, το «Αν-Μαρί» και το «Σαββατοκύριακο στο Αλγέρι». Αυτό του προσφέρει μια πρόχειρη επίλυση του οικονομικού προβλήματος αλλά επειδή δεν θέλει να απομακρυνθεί από την αεροπορία προσλαμβάνεται ως δοκιμαστής πιλότος σε ένα νέο μεγάλο υδροπλάνο με το οποίο η Αιρ Φρανς σκοπεύει να κάνει μόνιμα δρομολόγια στο Αλγέρι. Το πρωτότυπο του μοντέλου ωστόσο υποφέρει από κατασκευαστική αστάθεια και ο Εξυπερύ πέφτει θύμα σοβαρού ατυχήματος, τα τραύματα του οποίου θα τον κάνουν να υποφέρει επί χρόνια. Τέλη του 1936 η Αιρ Φρανς του προσφέρει ένα συμβόλαιο για μια πειραματική προσπάθεια να δημιουργηθούν πτήσεις από τη Γαλλία στη Σαϊγκόν. Ο Εξυπερύ θα αγοράσει με δικές του οικονομίες ένα αεροπλάνο με το οποίο επιχειρεί μια πρώτη προσπάθεια αλλά τσακίζεται από αμμοθύελλα στην Λιβυκή έρημο και τελικά σώζεται συμπτωματικά από κάποιους Βεδουίνους. Μετά από αυτήν την περιπέτεια απομακρύνεται από τον αεροπορικό τομέα και πέφτει σε μια κατάσταση απογοήτευσης, την οποία επιδεινώνει η απώλεια του Μερμόζ πάνω από τον Ατλαντικό. Το 1937 επιστρέφει στον τομέα των διηπειρωτικών πτήσεων με την Αιρ Φρανς με σκοπό τη διάσχιση του Ατλαντικού και εγκαινίαση δρομολογίων μεταξύ Ευρώπης και Κεντρικής Αμερικής. Ένα νέο όμως ατύχημα στη Γουατεμάλα τον φέρνει πολύ κοντά στον θάνατο. Πέρασε πολύ καιρό σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης για να ανακάμψει και καθώς η περαιτέρω συνέχιση των αεροπορικών περιπετειών του φάνηκε να απομακρύνεται, αποφάσισε να συνεχίσει αποκλειστικά με τα βιβλία του. Ένας μικρός όμιλος Γάλλων επιχειρηματιών και φίλων της τέχνης που ζούσαν στην Αμερική του συμπαραστάθηκαν πολύ. Εκείνη την περίοδο γράφει τα δύο αριστουργήματά του, την «Γη των Ανθρώπων» και τον «Μικρό Πρίγκιπα». Το 1938 επιστρέφει στη Γαλλία και εργάζεται ως δημοσιογράφος - πολεμικός ανταποκριτής στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Τα άρθρα του είναι υπέρ των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων κι εναντίον του Φράνκο. Το 1939 τα δύο τελευταία του βιβλία του εξασφαλίζουν ένα ακόμα βραβείο από τη Γαλλική Ακαδημία.

Πιλότος Πολέμου

Στην Αμερική τον βρίσκουν τα νέα της κήρυξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αποφασίζει να προσφερθεί για υπηρεσία και προτιμά την δίωξη αλλά ο στρατιωτικός γιατρός τον βρίσκει πολύ ηλικιωμένο και αρκετά αδύναμο για τέτοια καθήκοντα. Ο Εξυπερύ θα χρησιμοποιήσει τη φήμη του και τα μέσα του, καθώς είναι ο διασημότερος Γάλλος αεροπόρος την ώρα εκείνη. Τελικά συμβιβάζεται με την θέση του Σμηναγού Αναγνώρισης. Στις 3 Νοεμβρίου 1939 παρουσιάστηκε στον Επισμηναγό Ρενέ Γκαβουάλ της 2/33 Μοίρας Αναγνώρισης, στο αεροδρόμιο του Ορκόντ στην περιοχή της Καμπανίας, νοτιοδυτικά της Ρενς. Η σύντομη εκείνη περίοδος τον γεμίζει με περισσότερη εμπειρία για τους χαρακτήρες και την μοίρα των ανθρώπων καθώς οι συνθήκες που αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα απογοητευτικές. Τα αεροπλάνα της Μοίρας του είναι ελάχιστα για να φυλάξουν ένα μέτωπο από την Ελβετία ως τον Ατλαντικό και οι επιδόσεις τους μπροστά στα γερμανικά: «...εξασφαλίζουν μόνο μια ευκαιρία για δόξα...» έλεγε ειρωνικά , εννοώντας τον βέβαιο θάνατο. Παρόλα αυτά παίρνει μέρος σε όλες τις απελπισμένες προσπάθειες να ενημερώσει την γαλλική ανώτατη διοίκηση για τα σημεία που οι Γερμανοί περνούν τα σύνορα έστω κι όταν τον περιζώνουν επικίνδυνα τα πολύ ικανά και γρήγορα Μέσσερσμιτ δίνοντάς του ολοένα και λιγότερες ευκαιρίες να ξεφεύγει. Σε μια από αυτές τις αποστολές στο Αρράς διακινδυνεύει τόσο πολύ που οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ήδη νεκρό αλλά εκείνος έχει καταφέρει να διαφύγει πετώντας εξαιρετικά χαμηλά και κρυπτόμενος μέσα στους πυκνούς καπνούς από τις εκρήξεις των βομβών. Η τελευταία του αποστολή είναι στην Αμπεβίλ κατά την υποχώρηση στη Δουνκέρκη. Οι παρατηρήσεις που κάνει δίνουν την ευκαιρία στον Γάλλο διοικητή στο έδαφος να κατορθώσει, έστω και πρόσκαιρα, την ανακοπή της γερμανικής επίθεσης: ο αξιωματικός εκείνος λέγεται Σαρλ Ντε Γκωλ.

Μετά την πτώση της Γαλλίας ο Εξυπερύ είναι οργισμένος από την απαράδεκτη γαλλική διοίκηση που φάνηκε ανύπαρκτη σε κάθε ενέργειά της παρόλο που αριθμητικά και υλικά η Γαλλία υπερτερούσε της Γερμανίας. Όταν η διάδοχη Κυβέρνηση του Βισύ τον μεταθέτει σε μια βάση στο Μπορντώ το θέαμα που βλέπει τον κάνει να μείνει άφωνος. Υπάρχει σωρεία καινούργιων αεροπλάνων που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη μάχη, πιστεύει ότι η Γαλλία βρίσκεται σε μια κατάσταση αποχαύνωσης και προδοσίας και αποφασίζει να την εγκαταλείψει. Η κυβέρνηση του Βισύ του προσφέρει μια θέση στη Βουλή με σκοπό να εκμεταλλευτεί το όνομά του αλλά εκείνος αρνείται. Αμέσως τα βιβλία του απαγορεύονται και πέφτει σε δυσμένεια. Προσπαθεί να δραπετεύσει μέσω της φρανκικής Ισπανίας αλλά τότε θυμούνται τα αντιφρανκικά του άρθρα κατά τον εμφύλιο πόλεμο και του απαγορεύουν την διέλευση. Τελικά θα βρει ευκαιρία να φύγει για τις ΗΠΑ, με τις οποίες η Γαλλία του Βισύ επίσημα δεν βρίσκεται σε πόλεμο.

Στις ΗΠΑ ο Εξυπερύ θα συγγράψει σε βιβλίο τις πρόσφατες πολεμικές του εμπειρίες, το «Πιλότος Πολέμου», ένα βιβλίο που γεμίζει ανθρωπιά, έντονη φιλοσοφία και απογοήτευση για την Γαλλία. Αλλά ένα τέτοιο έργο γραμμένο από έναν που μόλις γύρισε απ' τον πόλεμο έχει μεγάλο εκδοτικό ενδιαφέρον ενώ ταυτόχρονα του προτείνουν το γύρισμα ταινίας με θέμα τον «Μικρό Πρίγκιπα». Ενώ έτσι τα οικονομικά του βελτιώνονται αισθητά του φτάνουν ξαφνικά τα νέα του θανάτου του Γκιγιωμέ που εβλήθη, πιθανόν κατά λάθος, από ιταλικό μαχητικό. Ο εσωτερικός του κόσμος γκρεμίζεται ενώ την ίδια ώρα η γυναίκα του γκρινιάζει περισσότερο για τις τουαλέτες που άφησε πίσω στην Γαλλία και νοιώθει πολύ λίγο να νοιάζεται για τον Αντουάν. Εκείνος κρατάει πάντα στα χέρια του την εικόνα των φίλων του απ' το Ταχυδρομείο του Νότου κι όταν η Κονσουέλο του υπενθυμίζει ότι αυτοί είναι πια νεκροί της απαντά με πόνο «Όχι... οι νεκροί είμαστε εμείς...». Στις μέρες που ακολουθούν ο Ντε Γκωλ καλεί όλους τους Γάλλους εκτός Γαλλίας να στρατευθούν μαζί του και του γίνονται προτάσεις να τον υποστηρίξει. Ο Εξυπερύ πιστεύει ότι μόνο αν η Αμερική μπει στον πόλεμο υπάρχει σοβαρή ελπίδα για την Γαλλία και αρνείται, χαμένος πιθανόν και στην προσωπική του απογοήτευση, αλλά αυτό εκνευρίζει αφάνταστα τον Ντε Γκωλ και από τότε οι άλλοτε συμπολεμιστές θα παραμείνουν για πάντα εχθροί μεταξύ τους.

Επιστροφή στον πόλεμο και τελευταία αποστολή

Όταν το 1943 οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στη Βόρεια Αφρική, ο Εξυπερύ νοιώθει ότι η στιγμή να επιστρέψει στην μάχη ήρθε, αλλά η πολιτική κατάσταση της Γαλλίας που χωρίζεται σε Γκωλικούς και πρώην ανθρώπους του Βισύ που δειλά τώρα παρουσιάζονται ως αντι-γερμανοί, τού προκαλεί αποστροφή και τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Επιπλέον η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει πάντα να γίνει δεκτός ως πιλότος, έχοντας μάλιστα φτάσει και στην ηλικία των 44 ετών. Θα χρειαστεί να βάλει φίλους του να ζητήσουν απ' την Αμερικανική κυβέρνηση να τον βοηθήσουν μέχρι που επεμβαίνει ο ίδιος ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ που προτιμά, όπως δήλωσε, να αφήσει τον Εξυπερύ επιτέλους να πετάει στον αέρα παρά να του βάζει μπελάδες στο έδαφος. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στο παλιό του σμήνος 2/33, που τώρα εδρεύει στο Οράν. Οι παλιοί του φίλοι και συμπολεμιστές, κι ειδικά ο πρώην και νυν διοικητής του 2/33, Ρενέ Γκαβουάλ, τον υποδέχονται με πολύ ενθουσιασμό και αγάπη τόσο που ξανανιώνει μετά από πολύ καιρό να ζει και πάλι σε ένα ζεστό συντροφικό περιβάλλον. Πολιτικά ωστόσο αρνείται να εκφρασθεί υπέρ του ενός η του άλλου πολιτικού γαλλικού στρατοπέδου που αντιπροσωπεύουν οι στρατηγοί Ζιρώ και Ντε Γκωλ. Ο Ντε Γκωλ ειδικά δεν θέλει να ακούσει γι αυτόν και σε κάποια στιγμή θυμού, απαγορεύει ακόμα και την διάδοση των βιβλίων του, κάτι που εξοργίζει και αγανακτεί τον συγγραφέα που ανακράζει «...αυτοί οι Γκωλικοί κι ο πολύς πατριωτισμός τους μου δίνουν στα νεύρα... φορώ την γαλλική στολή και κινδυνεύω να σκοτωθώ όσο κι ο οποιοσδήποτε άλλος Γάλλος ...». Εκείνη την περίοδο ο Εξυπερύ κάνει πολλούς εχθρούς που τον κατηγορούν από αντι-πατριώτη ως και φιλοναζιστή. Ο ίδιος τραυματισμένος ψυχικά αποφασίζει να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και θεωρεί ότι η μόνη πραγματική συντροφιά του είναι οι πιλότοι στο σμήνος του.

Το 2/33 του μεταφέρεται στην Κορσική και εκείνος αναλαμβάνει αποστολές αναγνώρισης πάνω απ' την υπό κατοχή ακόμα Γαλλία. Ο Αμερικανός όμως γενικός διοικητής των συμμαχικών μοιρών τον περιορίζει να τερματίσει μετά την 5η του αποστολή καθόσον το αεροπλάνο που του δίνουν να πετάξει ένα P38F-5B, έχει μέγιστο όριο ηλικίας για τους πιλότους του το 28ο έτος. Ο Γκαβουάλ δεν τολμά όμως να το εφαρμόσει από φόβο ότι αυτό θα τον συντρίψει ψυχικά. Το αεροπλάνο εκείνο προκαλεί όντως μεγάλες δυσκολίες στον παλαίμαχο πιλότο γιατί είναι φτιαγμένο για πολύ μεγάλα ύψη και μια-δύο φορές ο Εξυπερύ χάνει τις αισθήσεις του από έλλειψη οξυγόνου ενώ τα παλιά του τραύματα δεν τον αφήνουν να ησυχάσει από τους πόνους. Ο Γκαβουάλ τον παρακολουθεί θορυβημένος, ο Εξυπερύ έχει πάντα μέσα στο χειριστήριό του τη φωτογραφία των νεκρών του φίλων απ' την εποχή του Ταχυδρομείου του Νότου, είναι πολύ αφηρημένος και τα βράδια ξενυχτάει γράφοντας. Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας, μέσα στα ατέλειωτα χαρτιά που γεμίζουν το ακατάστατο δωμάτιό του έχει αρχίσει άλλα δύο έργα, το «Κάστρο» (Citadelle) και το «Γράμμα σε ένα όμηρο». Την 31/07/1944, νωρίς το πρωί, ο πίνακας επιχειρήσεων του 2/33 έχει προγραμματισμένο τον Εξυπερύ σε μια αναγνωριστική πτήση στην παραλία Γένοβας - Αντζιο, καθώς επίκειται η εκεί απόβαση. Ο Γκαβουάλ ελπίζει ότι ο ξενυχτισμένος Εξυπερύ απλά δεν θα παρουσιαστεί αλλά εκείνος εμφανίζεται πανέτοιμος και μάλιστα του εμπιστεύεται τα γραπτά του. Ο Γκαβουάλ δεν το θεωρεί αυτό καλό σημάδι και κυριολεκτικά πανικοβάλλεται όταν διαπιστώνει ότι το δωμάτιο του Εξυπερύ είναι τακτοποιημένο και το κρεβάτι άθικτο, απόδειξη ότι ο συγγραφέας δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Τρεις και μισή ώρες μετά την απογείωση ο Εξυπερύ θεωρείται αγνοούμενος και ο Γκαβουάλ υποψιάζεται αυτοκτονία. Επί κάπου 50 και περισσότερα χρόνια οι έρευνες για να βρεθεί το αεροπλάνο εκείνο δεν καρποφόρησαν και δημιούργησαν μεγάλο θόρυβο γύρω από την εξαφάνιση εκείνη, που ως ένα βαθμό εκμεταλλεύτηκαν και τουριστικά ορισμένοι καθώς η φήμη του Εξυπερύ έφτασε το αποκορύφωμά της στην μεταπολεμική εποχή. Τελικά το μπρασελέ του Εξυπερύ που του είχε χαρίσει η Κονσουέλο ανακαλύφθηκε από ένα ψαρά (Ζαν-Πώλ Μπιάνκο) δυτικά της Τουλόν τον οποίο αρχικά δεν πίστεψε κανείς, μιας και βρέθηκε πολύ πιο μακριά από την θέση που προέβλεπε η διαδρομή της τελευταίας αποστολής του Εξυπερύ. Αλλά το αεροπλάνο αυτή τη φορά εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε από τον αριθμό του (228233) από τον δύτη-αρχαιολόγο Luc Vanrell. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του συγγραφέα εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Αεροπορίας του Λε Μπουρζέ (Παρίσι).

Από μια τυχαία φράση που βρέθηκε ανάμεσα στα τελευταία του χειρόγραφα και έλεγε: …«Κάποια μέρα θα χαθώ πάνω σε έναν μαρτυρικό σταυρό που θα είναι η Μεσόγειος»… σχεδόν όλοι πίστεψαν ότι ο Εξυπερύ αυτοκτόνησε καθώς ήταν πολλαπλά λυπημένος απ' την απώλεια των συντρόφων του, την αδιαφορία της γυναίκας του και την στάση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος είχε πεισματωθεί από την αρχική άρνηση του συγγραφέα να ενταχθεί στο Γκωλικό στρατόπεδο. Εντούτοις στις αρχές του 2008, ένας παλαίμαχος Γερμανός πιλότος, ο Χορστ Ρήπερτ, 88 ετών, δήλωσε ότι πολύ πιθανόν αυτός ήταν εκείνος που τον κατέρριψε συνδυάζοντας την μέρα και τον τόπο όπου εντοπίστηκε το αεροπλάνο του Εξυπερύ. Δήλωσε μάλιστα ότι ως νέος θαύμαζε τον συγγραφέα και θα ευχόταν τελικά να μην ήταν εκείνος που τον είχε καταρρίψει.

Μια φράση του που έχει χαραχτεί συχνά σε πλάκες ως το πιο αυθεντικό ρητό του που τον αντιπροσωπεύει είναι η παρακάτω :

«Το ουσιώδες διαφεύγει από τα μάτια, βλέπει κανείς σωστά μόνο με την καρδιά»

Ο Μικρός Πρίγκιπας

Το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας» γράφηκε μεν για παιδιά, αλλά είναι ένα αρκετά φιλοσοφημένο έργο το οποίο κατακρίνει και ειρωνεύεται τον κόσμο των μεγάλων. Τα σχέδια του βιβλίου είναι δικά του.

Στον Μικρό πρίγκιπα υπάρχουν σχεδόν ανεξάρτητα κεφάλαια με μια μικρή διδακτική ιστορία στο καθένα.

Το βιβλίο λοιπόν, είναι αντιπολεμικό και μιλά για την αγάπη και τη φιλία, οι οποίες για να αναπτυχθούν πρέπει να υπάρχει ειρήνη. Είναι ένα συμβολικό παραμύθι που γράφτηκε στην Αμερική, όπου είχε καταφύγει ο συγγραφέας μετά την υποταγή της Γαλλίας στη Γερμανία. Το περιεχόμενό του είναι ένα μήνυμα στη δοκιμαζόμενη πατρίδα του μακριά απ' την οποία νιώθει εξόριστος, χαμένος, όπως ο μικρός πρίγκιπας μακριά απ' τον πλανήτη του. Υπάρχουν παραμυθικοί ρόλοι: πρίγκιπας, τριαντάφυλλο, αλεπού, καθώς και συμβολισμοί που υποκρύπτουν: βαθμιαία πορεία προς τη γνώση μέσω της κοινωνικοποίησης, μετάβαση από τον κόσμο του παιδιού στη ζωή, στις σχέσεις και υποχρεώσεις του ενηλίκου.


Βιβλία

1926: L'Aviateur (Ο αεροπόρος)
1928: Courrier sud (Ο Ταχυδρόμος του Νότου)
1931: Vol de nuit (Νυχτερινή Πτήση- Βραβείο Φεμίνα, τον ίδιο χρόνο) ― ελλην.μετάφρ.Κ.Τσαϊλα ("Γκοβόστης")
1938: Terre des hommes (Γη των ανθρώπων)
1942: Pilote de guerre (Πιλότος πολέμου)
1943: LePetitPrince(ΟΜικρόςΠρίγκιπας)―ελλην.μετάφρ.Ν.Αθανασιάδης ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
1943: Lettre à un otage (Γράμμα σε έναν όμηρο)
1948: Citadelle, δημοσίευση μετά θάνατον
1982: Γραπτά του πολέμου 1939-1944, επιστολές, δημοσίευση μετά θάνατον



Ο Μικρός Πρίγκιπας

"Ο Μικρός Πρίγκιπας" είναι βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Αν και θεωρείται παιδικό βιβλίο, απευθύνεται σε όλους. Το θέμα του βιβλίου είναι το εξής: ο αφηγητής πέφτει με το αεροπλάνο του -που έχει πάθει βλάβη- στην έρημο. Εκεί συναντά ένα ασυνήθιστο παιδί (το Μικρό Πρίγκιπα), γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Ο αφηγητής μαθαίνει πολλά από τον καινούργιο του φίλο. Ο καινούργιος του φίλος σιγά-σιγά τού διηγείται την επίσκεψή του σε άλλους πλανήτες, όπου υπάρχουν άνθρωποι ματαιόδοξοι αλλά και κάποιοι (ελάχιστοι) περισσότερο "ανθρώπινοι". Δεν ξεχνάει ποτέ και με τίποτα τις ερωτήσεις που έχει υποβάλει, ενώ ο ίδιος, αντίθετα, δεν συνηθίζει ν' απαντάει στις ερωτήσεις των άλλων.

Μολονότι υποτίθεται ότι είναι παιδικό βιβλίο, ο Μικρός Πρίγκιπας κάνει μερικές βαθυστόχαστες και ιδεαλιστικές παρατηρήσεις σχετικά με τη ζωή και την ανθρώπινη φύση. Η ουσία του βιβλίου περιέχεται στις ατάκες που βγαίνουν από το στόμα της αλεπούς προς τον μικρό Πρίγκιπα: "On ne voit bien qu'avec le cœur. L'essentiel est invisible pour les yeux." (Δεν βλέπεις καθαρά παρά μόνον με την καρδιά. Η ουσία είναι αόρατη στα μάτια). Η αλεπού στέλνει και άλλα μηνύματα-κλειδιά, όπως: "Είσαι υπεύθυνος για πάντα, γι' αυτό που έχεις εξημερώσει" και "Ο χρόνος που πέρασες με το τριαντάφυλλό σου είναι αυτό που το κάνει ξεχωριστό για σένα".

Το ξεκίνημα και η ζωή του Πρίγκιπα

Μετά από τα 9 πρώτα κεφάλαια, στα οποία η οπτική γωνία του αφηγητή είναι το τρίτο πρόσωπο, περνάει στην αφήγηση από πρώτο πρόσωπο. Τις πρώτες οκτώ μέρες που ο αφηγητής βρίσκεται στην έρημο, ο Πρίγκιπας του διηγείται αυτές τις ιστορίες.

Ο Πρίγκιπας ζητά από τον αφηγητή να του ζωγραφίσει ένα πρόβατο. Χωρίς να ξέρει πώς να το ζωγραφίσει, ο αφηγητής ζωγραφίζει ό,τι γνωρίζει, έναν βόα με έναν ελέφαντα στο στομάχι του, μια ζωγραφιά που οι αναγνώστες προηγουμένως θεώρησαν ότι ήταν καπέλο. "Όχι! όχι!", αναφωνεί ο Πρίγκιπας. "Δεν ζήτησα ένα βόα με έναν ελέφαντα μέσα του! Ζήτησα ένα πρόβατο...". Προσπαθεί κάμποσες φορές, αλλά ο Πρίγκιπας πάντα τις απορρίπτει. Τελικά σχεδιάζει ένα κουτί, μέσα στο οποίο εξηγεί ότι βρίσκεται ένα πρόβατο. Ο Πρίγκιπας που βλέπει το πρόβατο μέσα στο κουτί, όπως και τον ελέφαντα μέσα στον βόα, λέει "Αυτό είναι τέλειο!".

Αργότερα μας συστήνεται ο "πλανήτης" του Μικρού Πρίγκιπα. Ο Αστεροειδής του (πλανήτης) έχει το μέγεθος ενός σπιτιού και ονομάζεται Β612, ο οποίος έχει τρία ηφαίστεια (δύο ενεργά και ένα ανενεργό) και ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα σε πολλά άλλα αντικείμενα. Το ίδιο το όνομα του αστεροειδή (Β612) έχει σημαντική έννοια για το βιβλίο, το οποίο σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι θα πίστευαν μόνο κάποιον επιστήμονα που ντύνεται ή συμπεριφέρεται όπως αυτοί.

Επίσκεψη στη γη

Το κεφάλαιο 16 ξεκινάει: "Έτσι ο έβδομος πλανήτης ήταν η Γη". Στη Γη, περιπλανιέται στην έρημο και συναντά ένα φίδι που λέει ότι έχει τη δύναμη να τον στείλει πίσω στον πλανήτη του. (Ένας έξυπνος τρόπος για να πει ότι μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους, "στέλνοντας όποιον θελήσει από εκεί που ήρθε"). Ο Πρίγκιπας συναντά ένα φυτό της ερήμου που, έχοντας δει ένα καραβάνι να περνά, του λέει ότι υπάρχει μόνο μια χούφτα ανθρώπων στη γη και ότι δεν έχουν ρίζες, που αφήνει τον άνεμο να περνά γύρω τους κάνοντάς τους της ζωή δύσκολη. Ο Μικρός Πρίγκιπας σκαρφαλώνει το ψηλότερο βουνό που έχει δει ποτέ. Από την κορυφή του, ελπίζει να δει ολόκληρο τον πλανήτη και να βρει ανθρώπους, αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένα έρημο, βραχώδες τοπίο. Όταν φωνάζει ο Πρίγκιπας, η ηχώ του απαντά και θεωρεί ότι ακούει φωνές ανθρώπων. Σκέφτεται ότι δεν υπάρχει λόγος να είναι η γη σκληρή και αιχμηρή, και το βρίσκει παράξενο οι άνθρωποι στη γη απλά να επαναλαμβάνουν ό,τι τους λέει. Ο Πρίγκιπας βλέπει μια ολόκληρη αράδα από τριαντάφυλλα, και νοιώθει στεναχωρημένος γιατί νόμιζε ότι το δικό του ήταν το μοναδικό σε ολόκληρο το σύμπαν. Αρχίζει να αισθάνεται ότι δεν είναι πια ένας ένδοξος πρίγκιπας, αφού ο πλανήτης του έχει μόνο τρία μικροσκοπικά ηφαίστεια και ένα συνηθισμένο πια τριαντάφυλλο. Ξαπλώνει στο γρασίδι και κλαίει.

Στο κεφάλαιο 21 είναι η αναφορά του συγγραφέα στον ανθρώπινο έρωτα. Ο Πρίγκιπας συναντά και εξημερώνει μία αλεπού, που του εξηγεί ότι το τριαντάφυλλό του είναι μοναδικό και ιδιαίτερο, γιατί είναι αυτό που αγαπά (και όχι τα άλλα). Ύστερα ο Πρίγκιπας συναντά έναν κλειδούχο και έναν έμπορο που δεν είναι τόσο φιλοσοφημένος και γνώριμος με τον εαυτό του όσο οι άλλοι ενήλικοι που γνώρισε νωρίτερα. Στο κεφάλαιο 24, η οπτική γωνία του αφηγητή αλλάζει πάλι από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο, και βρισκόμαστε στο σημείο που ο αφηγητής πεθαίνει από τη δίψα, αλλά αργότερα βρίσκουν ένα πηγάδι. Μετά από λίγη σκέψη, ο Πρίγκιπας δίνει στον αφηγητή έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό, εξηγώντας του ότι ενώ θα φαίνεται ότι είναι νεκρός, δε θα είναι στ' αλήθεια, αλλά επειδή το σώμα του είναι βαρύ δε θα μπορέσει να τον πάρει μαζί του στον πλανήτη του. Του λέει επίσης ότι θα ήταν λάθος αν τον έβλεπε ο αφηγητής να φεύγει, γιατί θα τον έκανε να στεναχωρηθεί. Τότε ο Πρίγκιπας αφήνει το φίδι να τον δαγκώσει. Το άλλο πρωί ο αφηγητής ψάχνει τον Μικρό Πρίγκιπα, βλέπει ότι το σώμα του έχει εξαφανιστεί. Η ιστορία τελειώνει με το πορτρέτο του τοπίου που βρίσκονταν ο Μικρός Πρίγκιπας και ο αφηγητής και που το φίδι πήρε τη ζωή του Πρίγκιπα. Ο αφηγητής επίσης κάνει έκκληση, όποιος δει ένα παράξενο παιδί στην περιοχή που να αρνείται να απαντήσει σε ερωτήσεις, να απευθυνθεί αμέσως σε αυτόν. Ο Μικρός Πρίγκιπας έμεινε στη γη έναν χρόνο και ο αφηγητής τελειώνει την ιστορία έξι χρόνια μετά την επιβίωση και απόδρασή του από την έρημο.


Απόσπασμα - Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού

Έτυχε όμως, ύστερα που περπάτησε πολύ μέσα απ' τους άμμους, τα βράχια και τα χιόνια, ν' ανακαλύψει τέλος ο μικρός πρίγκιπας ένα δρόμο. Κι οι δρόμοι πάνε όλοι στους ανθρώπους.
- Καλημέρα, είπε.
Ήταν ένας τριανταφυλλόκηπος ανθισμένος.
- Καλημέρα, είπαν τα τριαντάφυλλα.
Ο μικρός πρίγκιπας τα κοίταξε. Μοιάζανε όλα με το λουλούδι του.
- Τι είσαστε;, τα ρώτησε κατάπληχτος.
- Εμείς είμαστε τριαντάφυλλα, είπαν τα τριαντάφυλλα.
- Α!, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Βαθιά λύπη τον γέμισε. Το λουλούδι του τού είχε πει πως ήταν ένα μονάκριβο σ' ολόκληρο το σύμπαν. Και να που ήτανε πέντε χιλιάδες, όλα τα ίδια, σ' ένα μονάχα κήπο!
«Θα του κακοφαινόταν πολύ», σκέφτηκε, «αν το 'βλεπε αυτό... Θα έβηχε φριχτά και θα 'κανε τάχα πως πεθαίνει, για να γλιτώσει απ' το ρεζίλεμα. Κι εγώ θα ήμουν αναγκασμένος να κάνω τάχα πως το περιποιούμαι, γιατί αλλιώς, για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...».
Ύστερα σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα πως ήμουν πλούσιος, γιατί είχα δικό μου ένα μοναδικό στον κόσμο λουλούδι, και να που δεν έχω παρά ένα κοινό τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο, και που το ένα τους μπορεί να έχει σβήσει για πάντα, δε με κάνουν και κανένα μεγάλο πρίγκιπα...».
Και, πέφτοντας χάμω στο γρασίδι, έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.
- Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
- Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...
- Ποια είσαι;, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ' έχουν ημερώσει.
- Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:
- Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Εσύ δεν είσαι αποδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;
- Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;
- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς...».
- Να δημιουργείς δεσμούς;
- Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ' άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ' έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ' έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο...
- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι..., νομίζω πως με ημέρωσε...
Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράματα...
- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
- Πάνω σ' άλλο πλανήτη;
- Ναι.
- Έχει κυνηγούς σ' αυτό τον πλανήτη;
- Όχι.
- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.
Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:
- Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι' αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ' τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ' τη φωλιά μου, σαν μια μουσική. Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια, όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχνα...
Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.
- Σε παρακαλώ..., ημέρωσέ με, του είπε!
- Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δε με παίρνει ο καιρός. Έχω ν' ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.
- Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ' αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσε με!
- Τι πρέπει να κάνω;, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά...
Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.
- Θα 'ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ' αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι• θ' ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να 'ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της... Σ' όλα χρειάζεται κάποια τελετή.
- Τι είναι τελετή;, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι' αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ' αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να 'ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
- Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω...
- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω...
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Και τότε τι κέρδισες;
- Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
Ύστερα πρόσθεσε:
- Άμε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι το μοναδικό στον κόσμο. Να περάσεις πάλι αποδώ, για να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε και ξαναείδε τα τριαντάφυλλα:
- Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, εσείς δεν είσαστε ακόμα τίποτα, τους είπε. Κανένας δε σας ημέρωσε κι εσείς δεν ημερώσατε κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Ήταν μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι, και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα δεν είχαν μούτρα να σταθούν.
- Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, τους είπε ακόμη. Δεν μπορεί κανείς να πεθάνει για το χατίρι σας. Βέβαια, ένας κοινός διαβάτης, το δικό μου τριαντάφυλλο θα το νόμιζε πως σας μοιάζει. Αλλά εκείνο μόνο του έχει πιο πολλή σημασία απ' όλα εσάς μαζί, αφού είναι αυτό που πότισα. Αφού είναι αυτό που έβαλα κάτω από τη γυάλα.
Αφού είναι αυτό που προστάτεψα με το παραβάν. Αφού είναι αυτό που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από τις δυο ή τρεις, για να γίνουν πεταλούδες). Αφού είναι αυτό που τ' άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή καμιά φορά και να σωπαίνει. Αφού είναι αυτό το δικό μου τριαντάφυλλο.
Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
- Αντίο, της είπε.
- Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
- Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.
- Ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου..., έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τούτη την αλήθεια, είπε η αλεπού. Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Απ' εδώ κι εμπρός θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για εκείνο που έχεις ημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...
- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου..., ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
Α. ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο μικρός πρίγκιπας,  μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός


Η φωτογραφία είναι από https://www.greekbooks/


Γη των Ανθρώπων

Απόσπασμα 

Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βακόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια.
Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου.

Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά;

Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος.

Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.









ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ "ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ"


Εσύ μ’ έμαθες να παίζω το "κρυφτό"
μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά της γειτονιάς,
τα καλοκαίρια στο χωριό...

Κι αυτά, να τρέχουν σαν τρελά
να ’βρουν κρυψώνα,
εγώ, τυφλά να μετρώ μέχρι το εκατό,
της νιότης μου τα όμορφα τα χρόνια
νοσταλγώντας...

Τα βήματα ηχούν στη σκέψη μου,
πίσω απ’ την τρεχούμενη τη βρύση,
μέσα στο άδειο το βαρέλι,
κάτω από το σιδερένιο κρεβάτι της γιαγιάς...

"Φτου και βγαίνω" , ακούγεται η φωνή μου
κι ύστερα να ψάχνω ήχους από κοφτές αναπνοές,
της νιότης μου τα όνειρα... δε φανερώνονται!

"Φτου ξελευτερία"...
μα με πρόλαβε ο Σωκράτης,
προτού προφτάσω τη δική μου απολογία να πω!

Μα η μνήμη έχασε το μέτρημα
λες και το μυαλό έπαιζε το δικό του παιχνίδι
κι έμεινε εκεί μετέωρη,
αιχμάλωτη,
αλυσοδεμένη...

"Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, εικοσιπέντε..."

Εσύ που μ’ έμαθες να παίζω το "κρυφτό"
γιατί ποτέ σου δε φανερώθηκες;

ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ
ΣΥΛΛΟΓΗ "ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ"
Β΄ΕΚΔΟΣΗ 2017 - ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΧΑΡΗ ΤΖΟ ΠΑΤΣΗ











Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

Φραντς Λιστ (22 Οκτωβρίου 1811 - 31 Ιουλίου 1886)

Ο Φραντς Λιστ (Franz ή Ferenc Liszt, 22 Οκτωβρίου 1811 - 31 Ιουλίου 1886) ήταν Ούγγρος ρομαντικός συνθέτης και πιανίστας. Μαζί με τον Φρεντερίκ Σοπέν, θεωρούνται οι σημαντικότεροι ρομαντικοί συνθέτες για πιάνο και δύο από τους σπουδαιότερους πιανίστες της εποχής.
Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1811 στο Ράιντινγκ της Ουγγαρίας, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Οι γονείς του ήταν γερμανικής καταγωγής και ο συνθέτης μεγάλωσε με μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στο πιάνο και σύντομα η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη για να λάβει συστηματική διδασκαλία. Εκεί πήρε μαθήματα πιάνου από τον συνθέτη Καρλ Τσέρνυ και σύνθεσης από τον συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι. Το 1822 έδωσε την πρώτη του συναυλία και εντυπωσίασε το κοινό. Στη δεύτερη συναυλία του, το 1823, ανάμεσα στους ενθουσιασμένους ακροατές ήταν και ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.

Τον Δεκέμβριο του 1823 η οικογένεια Λιστ μετακόμισε στο Παρίσι, επίκεντρο τότε της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Εκεί ο Λιστ δεν μπόρεσε να σπουδάσει στο Κονσερβατουάρ, γιατί δεν ήταν δυνατή η εγγραφή αλλοδαπών, αυτό όμως δεν είχε τελικά αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευσή του: συνέχισε όμως να μελετά με δασκάλους ή ως αυτοδίδακτος. Παράλληλα με τις σπουδές του έκανε πολλές περιοδείες για ρεσιτάλ στη Γαλλία και την Αγγλία και έγινε σύντομα γνωστός και αγαπητός στα ευρωπαϊκά σαλόνια.

Στο Παρίσι γνώρισε πολλές προσωπικότητες του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου, όπως τους Βίκτωρ Ουγκό, Λαμαρτίνο, Χάινριχ Χάινε, Βιτσέντζο Μπελίνι, Τζοακίνο Ροσίνι, Φρεντερίκ Σοπέν. Οι συνθέτες που θαύμαζε ήταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ, ο Φρεντερίκ Σοπέν και ο Νικολό Παγκανίνι. Εκεί επίσης γνώρισε και δέχθηκε επίδραση από τις σοσιαλιστικές ιδέες του Σαιν-Σιμόν και του Λαμεναί.

Το 1827, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά έπειτα από σύντομη ασθένεια. Ο Λιστ έμεινε τότε χωρίς υποστήριξη και έπρεπε να φροντίσει μόνος για την συνέχιση των σπουδών και της καριέρας του. Άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου και μάλιστα ερωτεύτηκε μια μαθήτριά του, αλλά η οικογένειά της απαγόρευσε τη συνέχιση της σχέσης τους. Λίγο καιρό μετά ο συνθέτης πέρασε μια φάση θρησκοληψίας (για δεύτερη φορά, είχε εκδηλώσει και παλαιότερα αυτήν την επιθυμία, αλλά το απέτρεψε ο πατέρας του). Για αρκετό καιρό διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις και τα ίχνη του χάθηκαν. Λέγεται ότι ο ιερέας Λαμεναί, στενός φίλος της οικογένειας, τον βοήθησε να ξεπεράσει την κρίση.

Το 1833 στο σπίτι του Φρεντερίκ Σοπέν γνωρίστηκε με την κόμισσα Μαρί ντ' Αγκούλτ, η οποία τον ερωτεύτηκε και εγκατέλειψε τον σύζυγό της για να τον ακολουθήσει. Μαζί έζησαν ως το 1844 στην Ελβετία και την Ιταλία και απέκτησαν τρία παιδιά. Εκείνη τη χρονιά το ζευγάρι χώρισε. Αργότερα η κόμισσα έγινε συγγραφέας με το ψευδώνυμο Daniel Stern.

Ως το 1847 ο Λιστ είχε αποκτήσει τεράστια φήμη ως πιανίστας. Αυτός ήταν μάλιστα που καθιέρωσε τον όρο "ρεσιτάλ" και σε αυτόν οφείλεται εν πολλοίς η συνήθεια να ερμηνεύονται τα σολιστικά έργα χωρίς παρτιτούρα στις συναυλίες. Είχε την ικανότητα να συναρπάζει το κοινό με το εξαιρετικά δεξιοτεχνικό και εντυπωσιακό παίξιμό του, όπως έκανε στο βιολί το ίνδαλμά του, ο Νικολό Παγκανίνι.

Από το 1848 ως το 1861 έζησε μόνιμα στη Βαϊμάρη (όπου είχε διοριστεί αρχιμουσικός το 1844), μαζί με τη νέα σύντροφό του Καρολίνα Ιβανόφσκα, εν διαστάσει σύζυγο του Ρώσου πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν. Καθώς από το 1847 είχε εγκαταλείψει την καριέρα του πιανίστα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση, δραστηριοποιήθηκε πλέον ως αρχιμουσικός δίνοντας πολλές συναυλίες και παράλληλα οργάνωσε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης και προσέφερε υποστήριξη σε πολλούς νέους συνθέτες, ένας από τους οποίους ήταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Λιστ από την κόμισσα ντ΄ Αγκούλτ, Κόζιμα. Ο Λιστ διηύθυνε τις πρώτες εκτελέσεις έργων του Βάγκνερ, όπως τα Τανχόιζερ και Ιπτάμενος Ολλανδός. Άλλοι συνθέτες τους οποίους υποστήριξε ήταν οι Αλεξάντρ Μποροντίν,Καμίγ Σαιν-Σανς, Μπέντριχ Σμέτανα. Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωσε και κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του όπως τα δύο κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και τη σονάτα για πιάνο.

Το 1861 η σύντροφός του Καρολίνα πήγε στην Ιταλία για να ζητήσει από τον πάπα να εγκρίνει το διαζύγιό της με τον πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν ώστε να παντρευτεί με τον συνθέτη. Ο Λιστ την ακολούθησε το 1862, για να εμπνευστεί και να γράψει θρησκευτική μουσική. Το ζευγάρι τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ, επειδή αρχικά το Βατικανό δεν έδινε την έγκριση και έπειτα επειδή μετά τον θάνατο του πρώην συζύγου της Καρολίνας η οικογένειά της είχε αντιρρήσεις. Ο συνθέτης τελικά εντάχθηκε στον ιερατικό κλάδο το 1865.

Το 1869 διορίστηκε σύμβουλος στη βασιλική αυλή της Ουγγαρίας και από τότε ζούσε εναλλάξ στη Ρώμη, στη Βαϊμάρη και τη Βουδαπέστη, ενώ παράλληλα έκανε περιοδείες. Το 1873 οι Ούγγροι τον ανακήρυξαν εθνικό ήρωα και το 1876 του ανέθεσαν τη διεύθυνση της Μουσικής Ακαδημίας της Βουδαπέστης.

Στις 21 Ιουλίου του 1886 έκανε την τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε συναυλία στο Λουξεμβούργο. Έπειτα επισκέφθηκε όπως κάθε χρόνο το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και τελικά πέθανε λίγες μέρες μετά την άφιξή του στο Μπαϊρόιτ, στις 31 Ιουλίου.


Les préludes

Έργο

Το έργο του είναι πλούσιο: περιλαμβάνει έργα για ορχήστρα και για πιάνο, χορωδιακά και έργα για σόλο πιάνο. Τα τελευταία είναι και τα πιο δεξιοτεχνικά, αφού ο ίδιος, με την εκπληκτική τεχνική του, εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες του οργάνου. Στα έργα του εναλλάσσονται στιγμές υπερβολικής δεξιοτεχνίας με στιγμές λυρισμού και ποιητικότητας και εμφανίζονται πολλές αρμονικές και μορφολογικές καινοτομίες.

Καινοτομίες

Ενδεικτικά παραδείγματα των μορφολογικών καινοτομιών του είναι τα 2 κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και η σονάτα για πιάνο. Το πρώτο κοντσέρτο, σε μι ύφεση μείζονα, το επεξεργαζόταν από το 1830 αλλά παρουσίασε την τελική μορφή του το 1855. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή δομή του κοντσέρτου, αλλά τα μέρη του ουσιαστικά είναι ενιαία και επεξεργάζεται σ' αυτά το ίδιο θεματικό υλικό. Εξαιρετικά προκλητική για την εποχή ήταν η χρήση του τρίγωνου στο τρίτο μέρος. Το δεύτερο κοντσέρτο, σε λα μείζονα, το επεξεργαζόταν στο διάστημα 1839-1861. Ούτε αυτό ακολουθεί την παραδοσιακή δομή. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σονάτα για πιάνο σε σι ελάσσονα, που ολοκληρώθηκε το 1853 και παρουσιάστηκε στο κοινό το 1858. Αυτά τα έργα αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από τους κριτικούς και μόνο τον 20ο αι. καθιερώθηκαν στο πιανιστικό ρεπερτόριο.

Σε κάποια από τα τελευταία έργα του, όπως τα "Μεφίστο Βαλς", "Μακάβριο Τσάρντας" και "Ατονική Μπαγκατέλλα" υπάρχουν και στοιχεία μοντερνισμού.

Μια άλλη καινοτομία του είναι η επινόηση του "συμφωνικού ποιήματος", έργου "περιγραφικού" εμπνευσμένου από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική ή και προσωπικά βιώματα. Ο Λιστ συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα αλλά και σε άλλα έργα του θέλησε να αποδώσει εντυπώσεις και βιώματα. Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά είναι το σύνολο έργων για πιάνο "Χρόνια Προσκυνήματος", που διαιρείται σε τρια βιβλία: Ελβετία, Βενετία-Νάπολη και Ρώμη. Σε αυτά περιγράφει μουσικά τις εντυπώσεις του από την παραμονή του σε αυτά τα μέρη, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως Οι καμπάνες της Γενεύης, Τα συντριβάνια της Βίλα ντ' Έστε κ.α.

Mephisto Waltz


Έμπνευση από τη λογοτεχνία

Σε πολλές συνθέσεις του εμπνεύστηκε από λογοτεχνικά έργα. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι συμφωνίες του Φάουστ, της οποίας τα τρία μέρη έχουν τα ονόματα "Φάουστ", "Μαργαρίτα", "Μεφιστοφελής", από τους ήρωες του Γκαίτε και Δάντης, που είναι εμπνευσμένη από την Κόλαση του Δάντη, του αγαπημένου του συγγραφέα. Άλλα έργα εμπνευσμένα από την ποίηση είναι οι 6 Consolationsγια πιάνο, σε ποίηση του Saint- Beuve, οι Θρησκευτικές και ποιητικές αρμονίες για πιάνο, σε ποίηση του Λαμαρτίνου, τα 3 Όνειρα Αγάπης, σε στίχους των Ludwich Uhland (1787-1862) και Ferdinand Freiligrath (1810-1876), τα Σονέτα του Πετράρχη από τη σειρά Χρόνια Προσκυνήματος.

Έμπνευση από την ουγγρική τσιγγάνικη και λαϊκή μουσική

Ο Λιστ αγαπούσε πολύ τη μουσική των τσιγγάνων της Ουγγαρίας, τη θεωρούσε συνδεδεμένη με τις αναμνήσεις κάθε Ούγγρου και τις ένδοξες μνήμες της πατρίδας του και βάσισε πολλά έργα του σε μελωδίες από λαϊκά τραγούδια και χορούς. Τα πιο διάσημα απ' αυτά είναι οι 19 Ουγγρικές Ραψωδίες για πιάνο, 6 από τις οποίες μεταγράφηκαν αργότερα για ορχήστρα. Άλλα έργα στα οποία επεξεργάζεται υλικό από λαϊκά τραγούδια είναι τα :Ιστορικά Ουγγρικά Πορτραίτα, 5 Ουγγρικά Λαϊκά Τραγούδια για πιάνο και το Ουγγρικό εμβατήριο επίθεσης.

Hungarian Rhapsody No.2 (Orchestra version)

Οι Σπουδές για πιάνο

Ο Λιστ θαύμαζε πολύ τον Νικολό Παγκανίνι για τη δεξιοτεχνία του μελετούσε πολύ (συχνά ως και 12 ώρες την ημέρα) για να βελτιώσει την τεχνική του και να μοιάσει στο ίνδαλμά του. Η εκπληκτική δεξιοτεχνία του αποτυπώνεται στις σπουδές για πιάνο που συνέθεσε, έργα πολύ πάρα πολύ απαιτητικά για τους πιανίστες της εποχής, ακόμα και στις δεύτερες, πιο απλοποιημένες εκδόσεις τους. Οι σπουδές για πιάνο που συνέθεσε είναι οι εξής:
3 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Lamento, La leggierezza, Un sospiro (1848)
2 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Waldesrauschen, Gnomenreigen (1863)
Μεγάλη σπουδή σε 12 ασκήσεις, 1826 και 1837. Εξαιρετικής δυσκολίας για τους πιανίστες της εποχής.
12 Σπουδές υπερβατικής δεξιοτεχνίας (1852) :Είναι η απλοποιημένη μορφή της Μεγάλης Σπουδής, αυτή που παίζεται από τους περισσότερους πιανίστες σήμερα.
6 Σπουδές Παγκανίνι, βασισμένες στα Καπρίτσια για βιολί του Νικολό Παγκανίνι (πλην της La Campanella η οποία είναι βασισμένη στο Δεύτερο Κονσέρτο για βιολί, σε σι ελάσσονα).

Τα κυριότερα έργα

Για ορχήστρα
Συμφωνία "Φάουστ"
Συμφωνία "Δάντης"
Συμφωνικά ποιήματα (Πρελούδια, Τάσσος, Ορφέας, Προμηθέας, Μαζέππα κ.α.)

Για πιάνο και ορχήστρα
2 κοντσέρτα για πιάνο
Χορός των νεκρών
Φαντασία πάνω σε ουγγαρέζικους λαϊκούς σκοπούς

Θρησκευτική Μουσική
Missa choralis
Missa solemnis
Ουγγρική λειτουργία της στέψης
Requiem
Ο θρύλος της Αγίας Ελισάβετ, ορατόριο
Χριστός, ορατόριο

Για πιάνο
Χρόνια προσκυνήματος
Σπουδές Παγκανίνι
Υπερβατικές Σπουδές
Ουγγρικές Ραψωδίες
Σονάτα σε σι ελάσσονα

Μεταγραφές έργων για πιάνο
οι 9 συμφωνίες του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν
η Φανταστική Συμφωνία του Εκτόρ Μπερλιόζ
Η Campanella του Νικολό Παγκανίνι



The Best of Liszt









ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ "ΔΥΟ ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ & ΤΟ ΚΥΜΑ"

Artwork: Mattieu Bourel, Fairy Tale, Memoirs of a Geisha, 2013

Υγρά όνειρα,
σε ανοιχτή θάλασσα.
Γλυκά πιες με...

***

Σαν μια καρδιά,
τα κύματα χτυπούνε.
Δεν ξαποσταίνουν.

***

Κύματα αφρίζουν.
Σε χάνω ξανά,
στου ανέμου τη δίνη.

---------------------------
Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
''Τα χαϊκού μιας μέρας & μιας νύχτας''
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013







ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.
Γιώργος Σεφέρης - Μυθιστόρημα ΙΔ'

Σταθόπουλος Γιώργος - Κοπέλα με περιστέρι

Γκυγιώμ Απολλιναίρ  - ΤΟ ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ

μτφρ. Τάκης Βαρβιτσιώτης



Edouard Bisson art 


Νίκος Εγγονόπουλος - Η Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες, του πρώτου σπιτιού μας μέσ’ στη λαύρα του θέρους,

Στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
Θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
Που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
Αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,
Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων, στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
Μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα, και πόθο που λες πάει να σβύση κι αποτόμως γυρεύει
Ν’ ανεβή πιο ψηλά, να γκρεμίση, να σπάση, παραθύρια ν’ ανοίξη, να φωνάξω, να κλάψη,
Να ρημάξω, ν’ αράξη, να σκιστή, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
Περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα,
Κι όπου φτάση, αν φτάση, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
Τροπικούς και πηγάδια θα διαβή, ως να φέξη η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων Κούρδων κραιπάλη,
Ν’ αγοράση κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια, ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
Στη μορφή μου να δέση τη μορφή των πουλιών.

The Pigeons, Cannes, 1957 by Pablo Picasso


Ο. Ελύτης - ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.




Γιώργος  Σταθόπουλος - Περιστέρια 

Ο. Ελύτης - ΤΟ ΕΡΗΜΟΝΗΣΙ

Γεια σου Απρίλη γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή
Βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δε βρίσκεται στο χάρτη

Το κρατάνε στον αέρα
τέσσερα χρυσά πουλιά
Δε γνωρίζεις εκεί πέρα
ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα και πατέρα

Τα λουλούδια μεγαλώνουν
κάθε νύχτα τρεις οργιές
Τις ακρογιαλιές ισκιώνουν
και τα δέντρα στις πλαγιές
σαν καβούρια σκαρφαλώνουν

Μες στης ερημιάς τ' αγέρι
όλ' αγιάζουνε μεμιάς
Πιάνεις του Θεού το χέρι
και στα κύματα ακουμπάς
σαν αγριοπεριστέρι

Γεια σας έχτρες γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
Άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ' άλλα είναι καπνός
Μια φορά να το 'χεις ζήσει.



Feeding the Pigeons, 1877 By Eugen Von Blaas


 Ατζέρ Ιχτιάρ -Το Πληγωμένο Περιστέρι…

Ύποπτοι θαυματουργοί
περπατούσαν επί ώρες
στα σκοτάδια
τους είδα απ΄τα χνάρια.

Ερχόντουσαν να σε βρούν
ακούστηκε ξάφνου
ένα “μπλούμ”
το πληγωμένο περιστέρι
έπεσε σαν ένα αστέρι
μέσα στο χάος του ουρανού
εκεί που δεν θα σε βρουν.

Απόψε οι λέξεις σκοτώθηκαν
και οι ψυχές πληγώθηκαν!
Βαρύ πένθος,
για το πληγωμένο περιστέρι
που έπεσε σαν ένα αστέρι.

Δεν θα ξανά ακουστή
η γλυκιά σου
μικρή φωνούλα
μήτε θα σε ξαναδούμε
από την πορτούλα!

Το πληγωμένο περιστέρι
έφυγε παντοτινά
σαν ένα φωτεινό αστέρι!
Ατζέρ Ιχτιάρ

Théophile van Rysselberghe -
The Balustrade

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη  - Διαδρομές

 -I-
Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
 ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

-II-
Βαδίσαμε ανεπιτήδευτα μέρες και μέρες
με διαίσθηση χωρίς πυξίδα
πυξίδα είχαμε το σώμα στραμμένο στην Ανατολή
αλλά χαθήκαμε στο φως της μέρας
Την αγάπη είπαν θ’ ανταμώναμε
 θα ’ρχονταν να μας προϋπαντήσει
Δεν μάθαμε πως μάχονταν με σκιές
και της ψυχής μας την αντάρα
 Φωνάζαμε ν’ ακούσουμε ότι υπάρχουμε
και δεν μπορέσαμε τη μουσική της σιωπής ν’ αφουγκραστούμε
Σ’ ατέρμονους αγώνες δώσαμε μάχες
νικητές και νικημένοι χλωρίδα απώλειας
Τώρα το άδειο απλώνεται στην άκρη της πατούσας
και δίπλα η σιωπή στοχάζεται την απορία μας

Μπορεί και να ’μασταν ωραίοι μαχητές
αλλά χαθήκαμε στο διάβα
Μπορεί το σύθαμπο της μέρας να έλαμψε στα μάτια
Μπορεί το φως του φεγγαριού να φώτισε τις σκοτεινές πτυχές μας

 -III-
Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

 -IV-
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί
διαβάτες της σιωπής
τραγουδιστές της καταχνιάς
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια
στήθη δάκρυα πετρωμένα
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο
Όταν τα χέρια απλώσαμε
αγγίξαμε την ερημιά μας
γείραμε απόμερα
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας
Το μπλε ήταν βαθύ
μας χώρεσε
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες
Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος
εμείς προτείναμε το στήθος
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου

 -V-
Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
 Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

 -VI-
Τ’ αλάτι θα γέψουμε με πόθο
κι αλύγιστοι θ’ αντέξουμε τα κύματα
Στους βράχους γαντζωμένοι θ’ ανασάνουμε
ν’ ανασκουμπωθούμε
Πρώτιστη έγνοια
προσεκτικά να ψάξουμε
βαθιά στης πρώτης σπίθας τη σπηλιά
για ν’ αποθέσουμε το γένος
με νανουρίσματα γλυκά
Με του μαστού το γάλα 
θα θρέψουμε τις ρίζες
θα τις ζεστάνουμε με την ανάσα
Καλά θα κρύψουμε κειμήλια και φυλαχτά
να προστατέψουμε το γένος
από μωρίας βλέμματα
Τις φύτρες θα στυλώσουμε πάνω στις ρίζες μας
τα βλασταράκια, τα κλωνιά τα τρυφερά
Εκεί θα ακουμπήσουμε
και θα ονειρευτούμε
πως τάχα είδαμε το Πρώτο Φως
Και καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα
περιδιαβαίναμε τους γαλαξίες
πως τάχα το τέλειωμα του χρόνου
είχε προ πολλού καταργηθεί
Όλα όλα θα τα ονειρευτούμε
πριν γείρουμε εκεί απαλά
και αποκοιμηθούμε

  -VII-
Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε Η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο
Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

«Διαδρομές» ποίημα από το βιβλίο «Διαδρομές», Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, 1915, εκδόσεις Γαβριηλίδη.


Pablo Picasso - Child with a pigeon

Ζωή Καρέλλη - Κασσάνδρα

Τ’ είν’ αυτά, τα μαύρα περιστέρια
που στα χέρια κρατάς, Κασσάνδρα;

Ποιά θυσία τοιμάζεις περίεργη, ανήκουστη;
Θα γίνουν κοράκια τα πένθιμα τούτα πουλιά
και θα σου ξεσχίσουν σε λίγο
τα σωθικά σου, τα βλέμματα.
Διώξ’ τα να φύγουν απ’ την αγκαλιά σου,
διώξ’ τα να φύγουν μακριά.
Τίποτα καλό, χαρούμενο δεν προμηνούν
στην ανήσυχη τόσο ψυχή μας.
Σπρώξ’ τα από πάνω σου, κόρη του βασιλιά,
να μη σκαλώνουν απάνω σου,
τ’ άγρια μαύρα πουλιά.

............................................
Τ’ είν’ αυτά τα μαύρα κοράκια,
που στα χέρια κρατάς,
αντίς τα περιστέρια της Κύπριδας;

Θυσίες, θυσίες,
ώς πότε να θυσιαζόμαστε πρέπει;
Τί να φυλάξουμε;
Τουλάχιστο θα ζήσουμε τώρα εμείς.
Κι ο Πρίαμος δεν του είπε κανείς
τόσα παιδιά ν’ αποχτήσει,
για ν’ ακούονται οι φωνές της Εκάβης
στης γης τα πέρατα,
στης επιστροφής τα χρόνια.
Ας έρθουν οι φλόγες της καταστροφής.
Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι.
Μήπως εμείς διαλέγουμε τίποτα!
Κασσάνδρα, Κασσάνδρα,
είναι τα λόγια σου φρόνησης περιττής,
η θέλησή μας δε φτάνει.
Πάψε να διαλαλείς τη δυστυχία μας.
Έτσ’ ή αλλιώς θα πεθάνουμε.
Κανείς δε θα σ’ ακούσει.
...................................



Jan Walraven art

Κ. Καρυωτάκης - ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ 

Tο θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Aν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Tο θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.
Tέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Aπριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Mόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.





Johann Caspar Herterich - Κυρία με περιστέρι

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Η αυγή

Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει
τέσσερις κίονες από λάσπη
κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια
που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.


Η αυγή ης Νέας Υόρκης όλο θρηνεί
μες στις απέραντες σκάλεςανα
ζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια
νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.

Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του
γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.
Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη
τρυπούνε και καταβροχθίζουv τα εγκαταλειμμένα παιδιά.
Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους
πως δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν
ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών
προς τα’ άτεχνα παιχνίδια; προς τους άκαρπους ιδρώτες.
Σαβανωμένο είναι το φως ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους
στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.
Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια
σα να γλίτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.
(Μετάφραση: Τ. Βαρβιτσιώτης)




Pigeons by John Sloan

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Τραγούδι των σκούρων περιστεριών

Πάνω στα κλωνιά της δάφνης
είδα δυο περιστέρια
Το ένα ήταν ο ήλιος
το άλλο ήταν η σελήνη
«Γειτονόπουλα,τους είπα,
ο τάφος μου πού ‘ναι;»
«Στην ουρά μου,» είπε ο ήλιος.
«Μέσα στο στήθος μου», είπε η σελήνη
Κι εγώ που προχωρούσα
με τη γη στο ζωνάρι
είδα δυο αετούς χιονάτους
και μια ολόγυμνη κοπέλα
Ο ένας ήταν ο άλλος
και η κοπέλα δεν ήταν καμιά
«Αετουδάκια μου, τους είπα,
ο τάφος μου πού’ ναι;»
«Στην ουρά μου», είπε ο ήλιος
«Μέσα στο στήθος μου», είπε η σελήνη
Πάνω στα κλωνιά της δάφνης
είδα δυο περιστέρια γυμνά
Το ένα ήταν το άλλο
και τα δυο δεν ήτανε κανένα.

Pablo Picasso Pigeon with peas

Lorca - Casida de las palomas oscuras

Por las ramas del laurel
van dos palomas oscuras.
La una era el sol,
la otra la luna.
"Vecinitas", les dije,
"¿dónde está mi sepultura?"
"En mi cola", dijo el sol.
"En mi garganta", dijo la luna.
Y yo que estaba caminando
con la tierra por la cintura
vi dos águilas de nieve
y una muchacha desnuda.
La una era la otra
y la muchacha era ninguna.
"Aguilitas", les dije,
"¿dónde está mi sepultura?"
"En mi cola", dijo el sol.
"En mi garganta", dijo la luna.
Por las ramas del laurel
vi dos palomas desnudas.
La una era la otra
y las dos eran ninguna.

Βάσω Κατράκη -Περιστέρια

Μαργαρίτα Ματάτση - ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ


Δεν είναι για μένα!
Ο αγώνας μου,
η μέρα,
ο ήλιος που ζητάω,
δεν είναι, μόνο, για μένα!
Πώς δεν το κατάλαβες αδερφέ;
Για σένα άφησα
τα περιστέρια του αύριο
να τρυγήσουν το κάθε μου σήμερα…
Για σένα άλλαξα το χρώμα του ονείρου μου
με της καρδιάς το χρώμα,
για σένα!

Πώς δεν το κατάλαβες,
αδερφέ,
κι άφησες τα λόγια,
την άγνοια,
το μαχαίρι της δύναμής σου
να με συντρίψουν;

(ΑΜΝΗΣΤΙΑ 9-4-1971
Γραμμένο για τον πολιτικό κρατούμενο Γιώργη Κωστούρο)


Το περιστέρι της ειρήνης», ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη (1949)

Μάρκος Μέσκος - Το άλογο

Στην Αθήνα Μάη μήνα τα κεράσια είκοσι δραχμές.

Κυριακή πρωί περιστέρια ανάμεσα στις γκρίζες πολυκατοικίες
και στον μαύρο αχό από την αρωματισμένη φωνή του ανθοπώλη.
Θλιβερά βοσκοτόπια τεχνητών γονιμοποιήσεων, ζώα πίσω από
το μαστίγιο στα δυο σούζα και η ματιά τρία μέτρα όσο το
κόκκινο κύμα στο απέναντι ερείπιο. Εσύ πού πας;
Τα παιδιά βγαίνουν περίπατο στο πάρκο φτερά δεν πουλάνε
στεφάνια πλαστικά της Πρωτομαγιάς και των μνημάτων ναι.

(Μητριά πατρίδα πατρίδα μητριά σάπια τα χρήματα στα χέρια μου
τα γρόσια σου δεν λάμπουν). Θα περάσουμε κι εμείς τη νιότη—
βαθιά στο τέλος του καλοκαιριού θα χαθούμε... Αχ! πόλη
που με γέννησες δεν μ' ακούς, κάθε νύχτα χτυπώ τα τείχη σου
μα οι φύλακες δεν μου ανοίγουν. Γυρίζω πίσω κόβω κλαρί
πιάνω τραγούδι να σκεπαστούν τα δάκρυα —τυφλό άλογο περπατώ
και κλαίω μέτωπο στο μέτωπό του.



Fillette aux pigeons by Jan Walraven

Κωστής Παλαμάς - Απόκρυφον Ευαγγέλιον

Ήταν απάνου στο Όρος των Ελαιών δύο μεγάλα κέδρα· πολύν καιρόν η ενθύμησή τους απόμεινε στους σκορπισμένους Εβραίους. Τους κλάδους τους είχαν καταφυγή σύννεφ’ από περιστέρια.
Ρενάν (Βίος Ιησού)

Στα χρόνια εκείνα δούλευεν η γη σκιαχτά τη Ρώμη,  
Θεό δεν ένιωθε η καρδιά κι ο νους δεν είχε γνώμη,
κι ανάμεσα σε δυο καιρούς, μ’ έναν καημό μεγάλο,  
στον ένα τον αγέννητο και στο νεκρό τον άλλο,  
 ο άνθρωπος παράδερνε. Στον κόσμο ήταν χυμένη  
μια σιωπή βαθύτατη, σαν όταν περιμένει
κανείς ν’ ακούσει ένα τρανό μυστήριο, και του λείπει  
φωνή, πνοή, και μονάχα μιλεί το καρδιοχτύπι·
και μόνο μούγκριζαν στ’ αφτιά του κόσμου που εβουβάθη  
τα κρίματα του Καίσαρος απ’ της Καπρέας τα βάθη.  
Σαν αποπαίδι τ’ ουρανού είχεν η γη απομείνει…  
Στα χρόνια εκείνα απλώνοταν θλιμμένη η Παλαιστίνη,
 θρηνολογώντας του Ισραήλ τη δόξα την αρχαία·  
όμως η φύση ολόγυρα γελούσε· η Γαλιλαία
άνθιζε μοσχοβολιστή και καταπράσινη όλη,  
κι ο κάμπος της Γενησαρέτ, δροσάτο περιβόλι,  
και μέσα στ’ άνθη της ροδιάς και στης μηλιάς τα κλώνια,  
μαζί με τους κορυδαλλούς, μαζί με τα τρυγόνια,  
γλυκά, σαν όλα, και ήμερα πετούσαν —έτσι εδόθη—
 από τα βάθη της ψυχής τα ονείρατα και οι πόθοι.  
Στον Ιορδάνη εβλέποταν η Βηθανία
και πέρα τα μύρα της Ιεριχώς μεθούσαν τον αέρα.  
Τις λίμνες βαθυγάλανες, τις πλούσιες πεδιάδες,
τ’ άγια βουνά χρυσόλουζαν του ήλιου οι λαμπυράδες,
 κι όταν τα μάτια πύρινο το Κάρμηλο κοιτούσαν,  
«Εκείθε ο ήλιος διάβηκεν ή ο Ηλίας;» ρωτούσαν.
Και τότε στην Ιερουσαλήμ, στων προφητών τη χώρα,  
γυμνή κι απ’ τον Ασσύριο κι από τα νικηφόρα όπλα 
της Ρώμης έρημη κι από των Μακεδόνων
 τα τρόπαια κι απ’ τη γάγγραινα φθαρμένη των αιώνων,
μακριά κι από τα στόματα των Φαρισαίων, 
χώρια κι από του πλήθους τη βοή, σε μια μεριά πανώρια
ύψωνε τ’ Όρος των Ελαιών τα φωτισμένα πλάγια,
σπαρμένα ελιές και φοινικιές, γεμάτ’ ανθούς και βάγια,
κατάκορφα στεφανωτό με Κέδρο ριζωμένο κατάβαθα,
 θεόρατο και μυριοφυλλιασμένο.
Το κέδρο ολόρθο χώριζεν από τα δέντρα τ’ άλλα
και φάνταζε μπροστά σ’ αυτά σα μιαν ουράνια σκάλα
που φαίνεται το τέλος της και χάνεται η κορφή της·
κι ακόμα φάνταζε μπροστά σ’ εκείνα σαν προφήτης
έτοιμος του Θεού να ειπεί τη γνώμη ή την κατάρα
στο πλήθος που τον καρτερεί τριγύρω με λαχτάρα.
Με τα ολόισα του κλαδιά, τα ολόπυκνά του φύλλα
γύρω του μεγαλείου του σκορπούσε τη μαυρίλα
 κι ήταν σαν κόσμος άσειστος κι άγνωστος που δεν ξέρει
κανείς τί κρύβει μέσα του. Γλυκόπνεε τ’ αέρι
και γύρω και παράμερα τ’ άλλα δεντρά κινούσαν
και λύγιζαν τους κλάδους τους σα να το προσκυνούσαν το κέδρο.
Απάνου στα κλαδιά, μέσα στην αγκαλιά του,
 στον ίσκιο του και στη δροσιά και στη μοσχοβολιά του
—τα χρόνια εκείνα— φώλιαζαν χιλιάδες περιστέρια.
Κι απάνω εκεί, μέρες, αυγές, νυχτιές και μεσημέρια
γοργοπερνώντας, τα ’βλεπαν γλυκοζευγαρωμένα,
και χύνονταν μουρμουρητά, παράπονα πνιγμένα,
κι από τη ρίζα ώς την κορφή, κορμός, κλωνάρια, 
φύλλα αναταράζονταν από κρυφήν ανατριχίλα.
Και με την πρώτη χαραυγή, με τα υστερνά τ’ αστέρια
καθώς ξυπνούσαν τ’ άδολα του κέδρου περιστέρια
και χαιρετούσαν τη ζωή και τ’ άστρο της ημέρας,
 πάλι το κέδρο φάνταζε σα δίκαιος και πατέρας
και βγαίναν απ’ τα βάθη του, πετούσαν άνω κάτου
γύρω του εκείνα, τέκνα του μαζί και ονείρατά του.
Μια μέρα μόνος πρόβαλε στ’ Όρος εκεί κι εστάθη,
έξω απ’ του κόσμου τις χαρές κι απ’ των κακών τα πάθη
από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη της γης, ωραίος,
κι εκεί στου κέδρου ακούμπησε τη ρίζα ο Ναζωραίος.
Και με το πρώτο πάτημα και με το ανάβλεμμά του,
το χόρτο στα ποδάρια του, τα δέντρα ολόγυρά του,
το κέδρο, των ροδόλευκων περιστεριών τα πλήθη,
 και η φύση και η φτερουγιστή και η ριζωμένη, ελύθη,
σείστηκε και λυγίστηκε· και οι φοινικιές που οι λάβρες
τις τρέφουν, κι οι τριανταφυλλιές που μόσχους κλέβουν οι αύρες,
κι οι μεστωμένες οι συκιές, κι οι ελιές οι καρποφόρες,
του Όρους πλούτη, συντροφιές του κέδρου, του ήλιου κόρες,
 και δέντρα και χαμόδεντρα και βότανα και βάτα,
σκόρπισαν απ’ τα φύλλα τους κι απ’ τ’ άνθη τα δροσάτα,
κι από τις ρίζες τους βαθιά, μιαν άφραστη θυσία,
ένα τρανό υμνολόγημα στα πόδια του Μεσσία.
( Aπόσπασμα)


Pigeons  by Jamil Naqsh

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ – Μαρία Πολυδούρη

Ἀκούω τη γλώσσα που λαλοῦν τα  δυό σου χέρια-ὦ χέρια!
καθώς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στον Πύργο τῆς ἀπελπισιᾶς κρυμμένα περιστέρια
ἀπό  μακριά τα ξαγναντῶ, σύμβολα εἰρηνικά.
Μιλοῦνε, δε μιλοῦν;
Ἀχεῖ βαθιά μέσ᾿ στην καρδιά μου
χαιρέτισμα ἑνός ρόδου στους γκρεμούς.
Λάμπουν, δε λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τη ματιά μου,
ανατολή τοῦ αὐγερινοῦ στους σκοτεινούς χαμούς.
Ξανοίγω την ἀγνώριστην ἀγάπη μου κλεισμένη
στο κρίνο τῶν μπλεγμένων σου χεριῶν
και πλέκω τὄνειρο γλυκό. Μη με κοιτᾶς, πληθαίνει
στη σκοτεινιά το χρυσό φῶς τῶν πλάνων ἀστεριῶν.



Harem Women Feeding Pigeons in a Courtyard - Jean Leon Gerome 


Γ. Ριτσος - Ρωμιοσύνη


.............
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπό στεριά και θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αὐγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα
.................


Feeding the pigeons by Antonio Ermolao Paoletti.

Γιώργος Σαραντάρης

Ἔφυγε ἡ ζωή μας ἢ ἔφυγαν πουλιά ἀπ' την παλάμη τοῦ Θεοῦ;

Τράβηξαν τουφεκιές να τα σκοτώσουν
Ἡ ζωή μας ἔγινε ὡραιότερη
Τόσο που μοιάζει με ἄστρο ὅταν την κοιτάξω
Και δεν μπορῶ να την κατεβάσω στο γιαλό
και να την κάμω πλοῖο

Ὢ περιστέρι τῆς ψυχῆς πήγαινε στο καλό
Πήγαινε τώρα με το μελτέμι
Και φίλησέ μου ὅσα μαργαριτάρια συναντήσεις

Ἂν δεν με βλέπεις μη φοβᾶσαι θα γιορτάζω μαζί σου
Στο ταξίδι μας θα σηκώσουμε τα νερά τῆς θάλασσας
Να εὐλογήσουν ὅ,τι ἀγαπήσαμε και ὅ,τι δεν ξεχνᾶμε πια

Σε περιβόλι ἄραξε το περιστέρι
Σε περιβόλι ἄραξε ἡ ψυχή μου
Λοιπόν θυμᾶμαι τώρα το καλοκαῖρι τῆς ζωῆς μου
Σαν να ἤσουνα ἐσύ ἡ μόνη ἄνοιξη τῆς γῆς
Σε ἀντικρίζω ὢ ἡμέρα τῆς γέννησής μου.......
Ἀπό  τό «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»



Antonio Ermolao Paoletti - The Pigeons of Venice

Γιώργος Σαραντάρης  - Αηδονολαλιά

Η Ελλάδα
Έχει λαλιά που όμορφα θα ταξιδέψει


Αηδονολαλιά ωραία μου πατρίδα
Πάνω σ’ εσένα πέταξα
Και πήγα όπου πάει
Η προσευχή σου

Πήγα με τον αετό
Και με το περιστέρι
Με την πέρδικα
Και με το χελιδόνι


Και πήγα πιο μπροστά
Να σηκώσω σημαία
Να κεντήσω τ’ άλογο
Που θα μας φέρει πέρα.
(Από την ποιητική συλλογή « Στους φίλους μιας άλλης χαράς» - 1940)



Τάσσος Αλεβίζος  -  Κορίτσια με περιστέρι

Μίλτος Σαχτούρης - Το περιστέρι

Ἀπό  δῶ θα περνοῦσε το περιστέρι εἶχαν ἀνάψει
δαδιά γύρω στους δρόμους ἄλλοι ἄνθρωποι
φύλαγαν στις δενδροστοιχίες παιδιά κρατοῦσαν
στα χέρια σημαιοῦλες περνοῦσαν οἱ ὦρες κι
ἄρχισε να βρέχει ἔπειτα σκοτείνιασε ὅλος ὁ
ουρανός μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και ἄνοιξε ἡ κραυγή στο στόμα τοῦ ἀνθρώπου
τότε το ἄσπρο περιστέρι μ᾿ ἄγρια δόντια σὰ
σκύλος οὔρλιαξε μέσα στη νύχτα


Τάσσος Αλεβίζος  -Δύο περιστέρια


Μίλτος Σαχτούρης -Το άσπρο περιστέρι

Σήμερα ήρθε και κάθισε στο περβάζι
του παραθύρου μου
ένα άσπρο περιστέρι.
— Τί γυρεύεις εδώ, του είπα,
μήπως σου δώσαν λάθος διεύθυνση;
— Καθόλου, μου απάντησε, τί νομίζεις
το περβάζι σου είναι μόνο
για μαύρα πουλιά;
 
Έκανε δύο τρεις βόλτες πάνω κάτω,
άφησε μια κουτσουλιά και πέταξε,
αφήνοντάς με έκπληκτο!
Από τη συλλογή Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998)


Σπύρος Βασιλείου - περιστέρια 


Μίλτος Σαχτούρης  - Τα περιστέρια του νεκρού

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μέσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγήτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
Ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
Ελάτε βγήτε σφαγμένα περιστέρια μου



Πολυχρόνης Λεμπέσης - The girl with the Pigeons

Γ. Σεφέρης - Αρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό

κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.


Mε τί καρδιά, με τί πνοή,
τι πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.  


   

 Fasianos art 


Ουίσταν Χιου Ώντεν - Πένθιμο Μπλουζ

Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια.
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει.
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.
Τ' αεροπλάνα από πάνω μας στενάζουν
«Πέθανε τώρα αυτός» στον ουρανό να γράψουν
Μαβιέ κορδέλες βάλτε στ' άσπρα περιστέρια,
Οι τροχονόμοι μαύρα γάντια έχουν στα χέρια.
Ανατολή και δύση μου, βορρά και νότε,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθε.
Ήσουν φωνή, τραγούδι μου, μέρα, σκοτάδι,
Πίστευα αιώνια τη δική μας την αγάπη...
Τ' αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε.
Αδειάστε τον ωκεανό, κάψτε τα δάση,
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.

Ο Ουίσταν Χιου Ώντεν (Wystan Hugh Auden, 21 Φεβρουαρίου 1907 – 29 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Άγγλος ποιητής, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας.



Αλέκος Φασιανός 


Αγγελική Βαρελλά - Τα περιστέρια και τα παιδιά 


Την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου ο Θεός φώναξε τους αγγέλους σε συμβούλιο. Ήθελε ν’ ανοίξει καινούργια βιβλία για τη νέα χρονιά κι ήθελε να ξέρει πόσα από τα έργα του παλιού χρόνου είχαν τελειώσει, πόσα είχαν μείνει μισοτελειωμένα και πόσα δεν είχαν αρχίσει ακόμα, παρά τις οδηγίες του.

Τα μικρά αγγελάκια κατέβασαν από τα ράφια τα μεγάλα χοντρά βιβλία και τ’ απόθεσαν στο συννεφένιο τραπέζι. Πήραν μολύβια και γομολάστιχες κι ήταν έτοιμα να γράψουν και να σβήσουν.

Ο Θεός ρωτούσε, οι άγγελοι απαντούσαν.
– Ανοίξτε τη σελίδα της προόδου. Πώς πάνε οι άνθρωποι;
– Πολύ καλά, αποκρίθηκε ο μεγάλος Άγγελος. Ξαναπήγαν στο φεγγάρι και φωτογράφισαν και την Αφροδίτη.
Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του.
– Από αγάπη; Από ομόνοια; Από συμπόνια; Πώς πάνε;
Οι άγγελοι κόμπιασαν. Ο Θεός κατάλαβε. Έσκυψε στη σελίδα. Ήταν πυκνογραμμένη. Διάβασε προσεκτικά και ξεχώρισε τις λέξεις: «Πόλεμοι. Μάχες. Βόμβες. Κανόνια».
– Βάλτε αυτή τη σελίδα στις ζημιές του παλιού χρόνου, είπε θλιμμένος. Ανοίξτε μια καινούργια κατάλευκη. Και πέστε να έρθουν μπροστά μου τα περιστέρια τ’ ουρανού.
Τα πουλάκια φτεροκόπησαν σε λίγο και παρατάχτηκαν μπροστά του. Τα ματάκια τους γυάλιζαν σαν τις μαύρες χάντρες του κομπολογιού.
– Σας παρακαλώ, είπε ο Θεός, να πεταχτείτε μέχρι τη γη να δώσετε αυτά τα μηνύματα στους ανθρώπους. Είναι μηνύματα ειρήνης και αγάπης. Να τους δώσετε να καταλάβουν ότι είμαι πικραμένος γιατί δεν τηρούν τις εντολές μου.
Οι άγγελοι άρχισαν να γράφουν μηνύματα σε μικρά λευκά χαρτάκια: «Αγαπάτε αλλήλους», «Επί γης ειρήνη», «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», «Ειρήνη υμίν». Ύστερα έδεσαν μικρές κορδελίτσες στα ποδαράκια των πουλιών και τα άφησαν να φύγουν.
Το ταξίδι ήταν μεγάλο. Τα περιστέρια ξεκουράστηκαν για λίγο, άλλα στην Πούλια, άλλα στον Αυγερινό, άλλα στο φεγγάρι, και αργά πια τη νύχτα έφτασαν στη γη.
Μαζί με τις νιφάδες του χιονιού, που άρχισαν να πέφτουν μέσα στην παγωνιά, έφτασαν και τα περιστέρια στη μεγάλη πόλη. Φτεροκόπησαν δυνατά, τίναξαν τα φτερά τους και στάθηκαν στις στέγες, στα πρεβάζια των παραθύρων, στα σκαλιά, στα μπαλκόνια και στα πεζοδρόμια. Το κρύο ήταν δυνατό κι ο κόσμος λιγοστός στους δρόμους. Κανένας βιαστικός δεν έδωσε σημασία στα περιστέρια, που φτερούγιζαν γύρω τους κάνοντας εναέριες βόλτες, πάνω από τα κεφάλια τους. Μόνο κάποιος σκέφτηκε: «Τι θέλουν τα περιστέρια μέσα στην άγρια νύχτα;» Και προχώρησε αδιάφορος.
Τα περιστέρια άρχισαν τότε να κτυπούν τις πόρτες και τα παράθυρα. Όλοι όμως ήταν απασχολημένοι. Έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόνταν, έβλεπαν τηλεόραση. Πώς ν’ ακούσουν τα ραμφίσματα των πουλιών; Πώς να καταλάβουν την απελπισία τους; Μερικοί βγήκαν μέχρι το παράθυρο, μα δεν έκαναν τον κόπο ούτε να τ’ ανοίξουν. Μάταια μιλούσαν τα πουλιά, μάταια παρακαλούσαν: «Ανοίξτε, σας φέρνομε μηνύματα από το Θεό».
Στο τέλος άρχισαν να κρυώνουν. Χιλιάδες χιονένιες πεταλούδες σκέπασαν την πόλη. Τα φτερά τους μούσκεψαν. Απελπίστηκαν. Σταμάτησαν τις προσπάθειές τους και συγκεντρώθηκαν στο καμπαναριό. Η καμπάνα λύγισε κάτω από το βάρος τους και κτύπησε μια φορά θλιμμένα μέσα στη νύχτα: Νταν!
Την άλλη μέρα το πρωί, η πόλη δεν ξεχώριζε από ψηλά. Σαν κάποιος ζωγράφος να είχε βουτήξει το πινέλο του σε άσπρη μπογιά και να την είχε βάψει άσπρη. Το κρύο ήταν τσουχτερό, μα την ημέρα όλα είναι πάντα καλύτερα.
Τα περιστέρια μπήκαν στην εκκλησία και ζήτησαν από το Θεό οδηγίες. «Κανείς δεν μας έδωσε σημασία», παραπονέθηκαν. «Κανείς δεν κατάλαβε τη γλώσσα μας. Τι να κάνομε;»
Ο Θεός τους είπε:
– Να πάτε στα παιδιά. Δώστε τα μηνύματα στα παιδιά. Η αγάπη φωλιάζει στις δικές τους καρδιές. Είναι αγνά, και θα σας καταλάβουν. Από τα παιδιά ξεκινά η ειρήνη και η αγάπη.
Μα παιδιά δεν ήταν στους δρόμους. Ήταν δίπλα στο τζάκι, κοντά στη φωτιά κι έπαιζαν με τα καινούργια τους παιχνίδια. Ένα μονάχα βρέθηκε έξω, κι αυτό ήταν σ’ ένα χωριό ψηλά, στο βουνό, που πήγε να δει τι κάνουν τα ζώα μες στην παγωνιά.
Ένα μικρό περιστέρι έτρεξε με βιασύνη να προλάβει το παιδί και κτύπησε το πόδι του στη στέγη. Μια σταγόνα αίμα έβαψε το χιόνι τριανταφυλλί, και λαβωμένο το πουλί έπεσε μπροστά του. Το πήρε στοργικά στα δυο του χέρια και μπήκε στο φτωχικό του. Κάθισε κοντά στο μαγκάλι και να το ζεστάνει, του καθάρισε την πληγή, το κράτησε στην αγκαλιά του και το κανάκευε* με αγάπη.
– Κοίταξε στο πόδι μου, έγνεψε το πονεμένο περιστέρι. Σου φέρνω ένα μήνυμα από το Θεό.
Το παιδί κατάλαβε. Έλυσε την κορδέλα και συλλάβισε την παραγγελία: «Α-γα-πά-τε αλ-λή-λους». Το παιδί ήξερε τη λέξη «αγαπώ». Ήξερε να την κλίνει ολόκληρη. Αγαπούσε τους γονιούς του, αγαπούσε τα ζώα, αγαπούσε τα γράμματα. Φώναξε τους δικούς του και τους είπε το νέο: «Αγαπάτε αλλήλους».
Εκείνοι βγήκαν στο χωριό. Ένα λαβωμένο περιστέρι, είπαν, μας έφερε ένα μήνυμα από το Θεό: Αγαπάτε αλλήλους. «Αγαπάτε αλλήλους»; είπαν οι γείτονες και δεν πίστευαν. «Μα αυτό είναι θαύμα!» Το νέο μαθεύτηκε σ’ όλο το χωριό. Κι ένας ένας, δυο δυο οι χωριανοί πήγαιναν να δουν το λαβωμένο πουλί στην αγκαλιά του παιδιού, και θαύμαζαν κι έκαναν το σταυρό τους και γονάτιζαν. Μαλάκωνε η ψυχή τους και ζέσταινε η καρδιά τους.
Κι όσο πιο πολλοί άνθρωποι πλησίαζαν, τόσο το χαρτάκι μεγάλωνε, και τα γράμματα μεγάλωναν κι εκείνα: «Αγαπάτε αλλήλους», και δεν χώραγαν πια στο σπίτι, κι ο κόσμος θαύμαζε, και το χαρτάκι ολοένα μεγάλωνε και δεν το χωρούσε πια το χωριό. «Αγαπάτε αλλήλους», και τα γράμματα όλο και μεγάλωναν και γίνονταν τεράστια γράμματα, γράμματα σημαδιακά. Στο τέλος το μικρό χαρτάκι έγινε μια τεράστια σημαία, που ανέμιζε πάνω από το χωριό, ψηλά στο βουνό: «Αγαπάτε αλλήλους». Και τις τέσσερεις άκρες τις κρατούσαν οι άγγελοι.
Και το νέο ροβόλησε στις πλαγιές, σαν το νερό της καθάριας πηγής, και κατέβηκε στον κάμπο και στην πόλη να ξεδιψάσει τον κόσμο, κι άκουσαν το μήνυμα οι άνθρωποι στις πόλεις και ταράχτηκαν. «Αγαπάτε αλλήλους». Βγήκαν στις χιονισμένες στράτες και κοίταξαν ψηλά στο βουνό. Και διάβασαν: «Αγαπάτε αλλήλους».
Και ξεκίνησαν όλοι –άντρες, γυναίκες, παιδιά– ν’ ανεβούν στο βουνό να δουν το παιδί με το λαβωμένο περιστέρι στην αγκαλιά.
Κι ήταν όλα πολύ όμορφα. Ο κόσμος που ανέβαινε στο βουνό κι οι άγγελοι που κρατούσαν το τεράστιο μήνυμα: «Αγαπάτε αλλήλους». Ο ήλιος βγήκε να χαζέψει και τα χρύσωσε όλα.
Τα περιστέρια δεν είχαν όρεξη ν’ ανεβούν στον ουρανό και νύχτωσαν για δεύτερη φορά στη γη. Μα ήταν ευτυχισμένα, γιατί η αποστολή τους είχε πετύχει. Κούρνιασαν και πάλι όλα μαζί μέσα στο καμπαναριό. Κι η καμπάνα λύγισε και πάλι από το βάρος τους και τα φτεροκοπήματά τους, κι άρχισε να χτυπά χαρούμενη μέσα στη νύχτα:
– Νταν! Νταν! Νταν! Νταν! Νταν!
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975) 


Αλέκος Φασιανός 

Γιώργος Ιωάννου  - Τα περιστέρια

Περίληψη του κειμένου: Το διήγημα αναφέρεται στην ιστορία ενός πνευματικά ασταθή νεαρού, ο οποίος αφού απελευθέρωσε τα περιστέρια που φρόντιζε, προσπάθησε να μαχαιρώσει τη μητέρα του. Ο νεαρός θα κλειστεί σε ίδρυμα όπου και θα πεθάνει. 

- Το κείμενο αυτό μας παρουσιάζει ένα ακόμη περιστατικό από τα παιδικά χρόνια του Ιωάννου, ο οποίος επιχειρεί να μας δώσει μια εικόνα από τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στα δύσκολα χρόνια που ο ίδιος μεγάλωσε.

- Η οικογένεια του Ιωάννου εκείνη την περίοδο κατοικούσε σ’ ένα οίκημα όπου υπήρχαν κι άλλοι συγκάτοικοι με τους οποίους μοιράζονταν κάποιους κοινόχρηστους χώρους. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει την άσχημη οικονομική κατάσταση της οικογένειας που εξαναγκάζει τον συγγραφέα να συνυπάρξει με άτομα που έχουν διάφορα προβλήματα είτε ψυχολογικά, όπως ο καμπούρης του διηγήματος είτε υγείας, όπως ο φθισικός.

- Οι δύσκολες αυτές συνθήκες διαβίωσης προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης του συγγραφέα που μεγαλώνοντας έζησε άσχημες καταστάσεις και ανυπόφορες δυσκολίες, ικανές να τραυματίσουν ψυχολογικά οποιονδήποτε άνθρωπο.

- Στο διήγημα αυτό ο συγγραφέας – αφηγητής είναι δραματοποιημένος, αποτελεί δηλαδή ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, και ως εκ τούτου μας αφηγείται όσα διαδραματίστηκαν με εσωτερική εστίαση, μέσα από την προσωπική του δηλαδή αντίληψη, όπως ο ίδιος τα έζησε και τα εξέλαβε.

- Η χρονική παράθεση των γεγονότων ακολουθεί μια γραμμική σειρά, καθώς ο Ιωάννου μας δίνει τα γεγονότα με τη σειρά που συνέβησαν, χωρίς να καταφεύγει σε αναδρομές. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί η παρέκβαση που γίνεται σχετικά με τον φθισικό, η ιστορία του οποίου δεν σχετίζεται άμεσα με την ιστορία του καμπούρη. Παρατίθεται γιατί ο φθισικός είναι ένα από τους συγκατοίκους της οικογένειας του συγγραφέα και συνεισφέρει δίνοντας ένα ακόμη στοιχείο για τις δύσκολες συνθήκες στις οποίες ζούσε τότε ο Ιωάννου.

- Το ύφος του συγγραφέα είναι, όπως στα περισσότερα κείμενα της συλλογής, λιτό με απλή γλώσσα και αμεσότητα στην απόδοση των συναισθημάτων των ηρώων. Συναντάμε επίσης και μια ειρωνική διάθεση από τον Ιωάννου στο σημείο που αναφέρεται στην αργοπορημένη επέμβαση της αστυνομίας. Το χιουμοριστικό του σχόλιο, άλλωστε, ότι «έπρεπε να κάνεις αίτηση για να έρθουν να σε συλλάβουν» είναι αρκετά επικριτικό για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια.
- Ο τίτλος του διηγήματος οφείλεται στον πολυσήμαντο ρόλο των περιστεριών σε αυτήν την ιστορία. Τα περιστέρια αποτελούν τη βασική φροντίδα του καμπούρη ο οποίος προχωρά σε μια συμβολική απελευθέρωσή τους λίγο προτού επιχειρήσει και ο ίδιος να απελευθερωθεί από την μητέρα του που τον καταπίεζε. Τα περιστέρια παράλληλα με την αθωότητά τους και τα παιχνιδίσματά τους στον αέρα, δίνουν μια εικόνα γαλήνης και διασκέδασης λίγο προτού τα γεγονότα πάρουν μια άσχημη τροπή με την απόπειρα δολοφονίας.
- Ο Ιωάννου για ακόμη μια φορά, παρά το γεγονός ότι μας διηγείται γεγονότα πολύ δυσάρεστα, επιχειρεί να δώσει μια πιο ευχάριστη νότα σε όσα έχουν συμβεί εστιάζοντας την αφήγησή του σε κάτι το ανάλαφρο, όπως είναι το παιχνίδισμα των περιστεριών. Η αισιοδοξία, άλλωστε, είναι βασικό χαρακτηριστικό του Ιωάννου ο οποίος επιθυμεί να δίνει στα κείμενά του, όσο κι αν αυτό είναι δύσκολο, μια αίσθηση ελπίδας.
- Η αναφορά στην απόπειρα δολοφονίας της μητέρας γίνεται με συνοπτικό τρόπο και η αφήγηση αλλάζει αμέσως τόνο με την ειρωνική αντιμετώπιση της αργοπορημένης αστυνομικής επέμβασης αλλά και της κουτσομπολίστικης διάθεσης με την οποία οι σύνοικοι του καμπούρη αντιμετωπίζουν το γεγονός. Το δραματικό γεγονός της απόπειρας του γιου να σκοτώσει τη μητέρα του, γίνεται για τα γειτονικά πρόσωπα ένα καυτό θέμα συζήτησης, χωρίς όμως μελοδραματισμό και ένταση.

- Οι Αρβανίτες είναι πληθυσμιακή ομάδα της Ελλάδας, τα μέλη της οποίας μιλούν τα Αρβανίτικα, κλάδο της τοσκικής διαλέκτου της αλβανικής γλώσσας. Κατάγονται από αλβανόφωνους πληθυσμούς οι οποίοι μετακινήθηκαν κυρίως στη νότια και κεντρική Ελλάδα από την νότια Αλβανία κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ιδίως μεταξύ του 13ου και 16ου αιώνα λόγω διάφορων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών της εποχής.



Γεωργαντά Κατερίνα



Λιλή ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ - Το περιστέρι

Τι αργά που περνάει η ώρα σαν η Κατερίνα είναι μόνη! Αραγε τι θα της φέρει σήμερα η μάνα της, όταν γυρίσει από τη δουλιά; Πάντα κάτι της δίνουν για την Κατερίνα. Εχουν πολύ ωραία πράγματα μέσα στα μεγάλα σπίτια τους οι κυρίες...

Είναι όμορφη η Λαμπρινή, πολύ πιο όμορφη από τις μανάδες των συμμαθητριών της. Το ανακάλυψε στον περσινό αγιασμό του σχολείου. Είχε βάλει και λίγο κραγιόν στα χείλη της και καμιά δεν την έφτανε! Καμιά... Ποιος να φανταστεί.

Η τηλεόραση ανοιχτή. Τα παιδικά προγράμματα έχουν πια τελειώσει, τώρα ένας κύριος με πράσινη γραβάτα και φαλάκρα μιλάει και μιλάει, δίχως να παίρνει ανάσα. Ολο για μετοχές λέει - να θυμηθεί να ρωτήσει τη μάνα της τι είναι αυτές, πρέπει να πλουτίσει το λεξιλόγιό της ακόμη περισσότερο, να μην καταλαβαίνει κανείς πως δεν έχει γεννηθεί στην Ελλάδα. Βγάζει τη γλώσσα στον κύριο της τηλεόρασης. Τον κοροϊδεύει και ξεκαρδίζεται που δεν μπορεί να τη δει.. Ποτέ δεν έχει δει το αφεντικό του πατέρα της, αλλά είναι σίγουρη πως μοιάζει του φαλακρού κι ας μην έχει φαλάκρα. Το αφεντικό δεν κολλάει στον πατέρα ένσημα του ΙΚΑ. Τι είναι αυτά τα ένσημα δεν έχει πολυκαταλάβει, μόλο που της το έχουν εξηγήσει. «Ζήτα τα, άντρα μου, ζήτα τα. Με το μαλακό. Με το καλό. Μην ντρέπεσαι. Πες του, αφεντικό, αν πάθω κάτι, τι θα γίνει με την οικογένεια; Δεν είναι κακός άνθρωπος. Θα καταλάβει». Ολο αυτά λέει η Λαμπρινή στον πατέρα της, σαν να μην ξέρει αυτό που ξέρει πολύ καλά η Κατερίνα: Πως θα νευριάσει και θα βάλει τις φωνές. Να κλείσει το στόμα της η Λαμπρινή. Τι θέλει επιτέλους; Να χάσει τη δουλιά του; Τόσοι και τόσοι παρακαλάν το αφεντικό να τους πάρει και με λιγότερα ακόμη λεφτά. Αν δεν τον διώχνει, είναι που τον έχει πάρει με καλό μάτι. Αλλά αν ζητήσει ένσημα...

Τις προάλλες ο πατέρας γύρισε στο σπίτι νωρίτερα απ' ό,τι συνήθως, δεν είχαν ακόμη ανάψει το ηλεκτρικό, αλλά σε κακό χάλι. Σερνότανε διπλωμένος στα δυο και το πρόσωπό του λεμόνι.

«Τι έπαθες, Λεονάρντο;», έβαλε τις φωνές η μάνα.

«Τίποτε... δεν είναι τίποτε. Θα περάσει» και σωριάστηκε ξέπνοος στον καναπέ.

Με τα πολλά, κόμπο κόμπο, τους εξιστόρησε τι του είχε συμβεί. Το μηχάνημα φόρτωσης είχε χαλάσει, αλλά τα κιβώτια με τις μπαταρίες έπρεπε να φορτωθούν. Κι ο Σπύρος ο φορτηγατζής, να βιάζεται πολύ. Τόσα δρομολόγια. Πώς να τα προλάβαινε; Αδύνατο να περιμένει να φτιαχτεί το μηχάνημα. Το αφεντικό τού ζήτησε να φορτώσει εκείνος τα κιβώτια. Ηταν ασήκωτα. Τι να 'κανε όμως; Μπορούσε να πει «όχι»;

Σχεδόν είχε τελειώσει τη δουλιά, όταν τον μαχαίρωσε ο πόνος στη μέση. Εχασε τον κόσμο. Επεσε κάτω ξερός. Αλλά δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο. Μια ανάσα κράτησε. Το ίδιο το αφεντικό τον βοήθησε να σηκωθεί, τον έφερε στο γραφείο του. Σχεδόν στα χέρια τον κουβάλησε. Τον έστειλε στο σπίτι του με ταξί, επιπλέον του έδωσε δέκα χιλιάρικα έξτρα και είπε να γυρίσει στη δουλιά, όταν γίνει καλά. Για το μηνιάτικο να μην τον νοιάζει καθόλου. Θα τρέχει. Χρυσή καρδιά το αφεντικό. Σαν πατέρας του φέρθηκε.

«Τι πατέρας, καημένε... που σε σακάτεψε...».

«Αύριο θα είμαι καλά. Θα πάω στη δουλιά κι εσύ λέγε ό,τι θέλεις».

Πήγε την παράλλη. Ελεγε πως δεν πονά πια, το πρόσωπο και το κορμί του λέγαν άλλα. Η Λαμπρινή προσπάθησε να τον εμποδίσει, αλλά της έδωσε μια γερή σπρωξιά και παραλίγο να σωριαστεί κάτω. Ποτέ η Κατερίνα δεν τον είχε δει τόσο θυμωμένο. Εβαλε τα κλάματα.

«Τι κλαις; Θέλεις να κάτσω σπίτι και να μας ταΐζει και τους δυο η μάνα σου;», την αποπήρε.

Η μάνα της τα 'βαλε κι εκείνη μαζί της.

«Παράτα τα κλάματα και μάζεψε τα πράγματά σου. Και πρόσεξε καλά. Δε θ' ανοίξεις σε κανέναν. Και ούτε θα το κουνήσεις από το σπίτι... Αν θέλεις κάτι, μου τηλεφωνείς στης κυρίας Αμαλίας...».

Κάθε πρωί τα ίδια λόγια.

Αχ, πότε επιτέλους θ' άνοιγε το σχολείο!

Πέρυσι, πρωτάκι, μέχρι το Πάσχα έτρεμε και μισούσε το σχολείο. Τα γράμματα ήταν ο εφιάλτης της. Ηξερε πως κάθε γράμμα είχε τη φωνούλα του, κλειδωμένη στις γραμμούλες του. Στο σπίτι, πλάι στη μάνα της, τα ξεκλείδωνε εύκολα, τα τραγουδούσε, διάβαζε συλλαβές, λεξούλες. Η μάνα της χαμογελούσε ευχαριστημένη κι ας κλείναν τα μάτια της από τη νύστα. Ο πατέρας της ροχάλιζε κιόλας μπρος στην ανοιχτή τηλεόραση.

Κι όμως! Το άλλο πρωί στην τάξη τα γράμματα ήταν κλειδωμένα κι εκείνη, αντί να διαβάζει, ξεφούρνιζε ό,τι της κατέβαινε. Χαχάνιζαν τ' άλλα παιδιά, την κορόιδευαν. Μέσα στο βουνό του γέλιου, ξεχώριζε τα μουρμουρητά τους:

«Είναι Αλβανή. Είναι χαζή. Οι Αλβανοί είναι χαζοί. Είναι κλέφτες. Είναι κακούργοι».

Στο διάλειμμα περνούσε ακόμη χειρότερα. Τα παιδιά δεν την παίζαν κι εκείνη έμενε κολλημένη στον μαντρότοιχο να παρακολουθεί τα παιγνίδια τους, μέχρι που ανακάλυψε καταφύγιο. Κλεινόταν σε κάποια τουαλέτα και δεν ξεμυτούσε αν δε χτυπούσε το κουδούνι για μέσα. Το παράξενο ήταν που, μόλο που περνούσε όλα τα διαλείμματα στις τουαλέτες, μόλις άκουγε το τελευταίο κουδούνι, για σχόλασμα, δεν κρατιόταν με τίποτε. Περίμενε ν' αδειάσει η τάξη και τότε έκανε τα τσίσα της επάνω στο θρανίο. Γύριζε στο σπίτι της βρεγμένη και ντροπιασμένη, σίγουρη πως αυτό της συνέβαινε επειδή είχε έρθει από την Αλβανία. Απορούσε πως δεν είχε ακόμη μαθευτεί ότι οι Αλβανοί, εκτός από κλέφτες, είναι και κατουρλιάρηδες...

Ηταν κοντά πέντε χρονών όταν έγινε αυτό που τους έκανε να παρατήσουν το σπίτι τους και την Αυλώνα... Τον πρώτο καιρό φιλοξενήθηκαν στο δυάρι του θείου της, του υδραυλικού. Ηταν κιόλας ένα χρόνο στην Αθήνα. Με τις γνωριμίες του κατάφερε να βρει δουλιά και στον Λεονάρντο, παρόλο που στην αρχή δε μιλούσε καθόλου ελληνικά. Μετά από τρία ολόκληρα χρόνια τα μιλάει χάλια. Ετσι και πει κάτι, όλοι καταλαβαίνουν... Γι' αυτό κι αποφεύγει ν' ανοίγει το στόμα του έξω από το σπίτι.

Την Κατερίνα, αντίθετα, όσοι δεν την ξέρουν, την παίρνουν για Ελληνίδα. Γι' αυτό καταστενοχωριέται όταν καμιά φορά στην Παιδική Χαρά ο πατέρας της ξεχνιέται και της μιλά στα αλβανικά. Την πνίγει η ντροπή, κάνει πως ούτε τον ξέρει, εκείνος το καταλαβαίνει και ανάβει τσιγάρο.

Ανασηκώνει από το πάτωμα ένα βιβλίο. Το ξεφυλλίζει βαριεστημένα. Αν πεταγόταν μέχρι την Παιδική Χαρά; Είναι κι όμορφη μέρα, ηλιόλουστη. Κάνει ν' ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος. Σταματά απότομα... Αν, όσο λείπει, τηλεφωνήσει η μάνα της;

Γέλια και φωνές από το δρόμο. Βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι. Μια παρέα αγοριών και κοριτσιών περνάει από κάτω. Με μπάλες και ποδήλατα. Δε θα 'ναι και πολύ μεγαλύτερά της...

Την πνίγει η ζήλια. Μα τι θα πάθαινε, αν έβγαινε λιγάκι; Τι έπαθε την άλλη φορά; Μήπως είναι ακόμη μικρή; Οκτώ χρονών... Σε λίγες μέρες θα πάει στη Δευτέρα δημοτικού.

Θα τηλεφωνήσει στη μάνα της να την παρακαλέσει να βγει. Μόνο για λίγο. Είναι στης κυρίας Αλκμήνης. Μία φορά την πήρε και κείνη μαζί της. Τι σπίτι! Παλάτι! Στο λεωφορείο, επιστρέφοντας, δήλωσε:

«Εγώ, μαμά, όταν μεγαλώσω, δε θα καθαρίζω σπίτια όπως εσύ. Εγώ θα έχω γυναίκα να καθαρίζει το σπίτι μου».

Η μάνα της γέλασε θλιμμένα, αλλά και σαν να την καμάρωνε:

«Καμιά δουλιά δεν είναι ντροπή, Κατερίνα».

«Στην Αυλώνα, όμως, καθόσουν σε γραφείο»!

«Πάνε αυτά, Κατερίνα. Τώρα αυτή είναι η ζωή μας. Και συ η ελπίδα μας. Μάθε γράμματα να ζήσεις καλύτερα από μας».

Το τηλέφωνο στο σπίτι της κυρίας Αλκμήνης το σηκώνει η ίδια η Λαμπρινή. Η φωνή της λαχανιασμένη, μετά άγρια.

«Τι έκανε, λέει; Πάλι τα ίδια; Δε θα πας πουθενά. Τελεία και παύλα».

Αχ, πότε επιτέλους θ' ανοίξει το σχολείο; Πότε θα περάσουν οι δέκα μέρες; Το αγαπάει πια το σχολείο. Αρχισε να το αγαπάει την προηγούμενη χρονιά, από τη μέρα που διάβασε μπρος σ' όλη την τάξη την εκθεσούλα της «Πώς περνώ τις Κυριακές μου». Είχε βάλει μέσα και μπόλικες ψευτιές, αλλά η δασκάλα το είχε πει: «Στις εκθέσεις σας μπορείτε να χρησιμοποιείτε και τη φαντασία σας».

Από κείνη τη μέρα δεν ξανακατούρησε το θρανίο της, ούτε ξανακλείστηκε στις τουαλέτες. Εκανε και φίλες. Την Μπένια την Πολωνέζα και την Ελενίτσα.

Πιάνει τις μπογιές της, ξαπλώνει μπρούμυτα στο πάτωμα και ζωγραφίζει...

Το φτερούγισμά του..! Ανασηκώνει το κεφάλι όλο λαχτάρα. Αχ, νάτο! Εκείνο είναι πάλι! Το άσπρο περιστέρι. Αυτή τη φορά θα προσέξει να μην το τρομάξει. Θα καταφέρει να το βάλει μέσα... Εχει το σχέδιό της...

Το περιστέρι κάθεται στα κάγκελα του μπαλκονιού. Η Κατερίνα αφήνει ψιχουλάκια στο κατώφλι της μπαλκονόπορτας, άλλα τα σκορπίζει μέσα στο δωμάτιο, η ίδια αποτραβιέται στο βάθος. Η κλειστή της χούφτα είναι γεμάτη ψίχουλα. Το περιστέρι καταβροχθίζει βιαστικά τα πρώτα. Διστάζει στο κατώφλι. Νικά η λαιμαργία. Τσιμπολογά από το πάτωμα. Αλωνίζει στην κάμαρα. Η Κατερίνα δεν ανασαίνει. Κι η χούφτα της ορθάνοιχτη.

Τι γλυκά που είναι τα τσιμπήματα του περιστεριού καθώς τρώει από το χέρι της. Τι μεγάλη χαρά να σκαρφαλώνει στο μπράτσο της, να κάθεται στον ώμο της. Ατρομο.

Η Κατερίνα τολμάει να περπατήσει μέχρι το ντιβάνι με το περιστέρι γαντζωμένο πάντα στον ώμο της. Την εμπιστεύεται, είναι φίλοι πια... Ξαπλώνει στο ντιβάνι. Το περιστέρι βολτάρει επάνω της. Τα γρατζουνίσματα από τα νύχια του δεν την πονάνε καθόλου, αντίθετα τη γαργαλάνε και της φέρνουν γέλια. Το περιστέρι κουρνιάζει στην κοιλιά της, γουργουρίζει. Μισοκλείνει τα κόκκινα ματάκια του. Τι απαλά φτερά! Δε χορταίνει να το χαϊδεύει, να το σφίγγει στην αγκαλιά της, να του μιλάει.

Απότομα το περιστέρι τινάζει τις φτερούγες του. Πετά λιγάκι και τρυπώνει κάτω από το ντιβάνι. Το ζούληξε φαίνεται το καημένο, από την πολλή της αγάπη. Αλλά θα ξανάρθει κοντά της. Πόσο θ' αντέξει εκεί κάτω; Ολομόναχο...

Ξαφνικά μεγάλη βοή. Αέρας είναι; Δυναμώνει... Το ντιβάνι τραντάζεται. Το σπίτι τρίζει. Οι τοίχοι πάνε πέρα δώθε, η λάμπα χορεύει. Η τηλεόραση γκρεμίζεται στο πάτωμα.

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Απλώνει το χέρι στο τραπεζάκι πλάι της. Σηκώνει το ακουστικό. Η Λαμπρινή είναι. Η φωνή της κατατρομαγμένη.

-Κατερίνα...; Μη φοβάσαι! Θα περάσει..

-Δε φοβάμαι, μαμά. Το περιστέρι κάνει έτσι. Είναι πολύ δυνατό. Θέλει να πετάξει... Να πετάξουμε μαζί... Να πάω μαζί του, μαμά;

 Feeding The Pigeons, Venice by Arcadio Mas Y Fondevila



Φερεϋντούν Φαριάντ"Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια" 

Παιδικό βιβλίο του Φερεϋντούν Φαριάντ, που βραβεύτηκε στην Περσία και παράλληλα απέσπασε και το βραβείο Άντερσεν. Το ίδιο βιβλίο μεταφράστηκε στην Ελλάδα από το Γιάννη Ρίτσο και εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Κέδρος», ενώ ανθολογήθηκε για τις δυο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού από το Υπουργείο Παιδείας
Στο βιβλίο παρακολουθούμε την καθημερινή ζωή δύο αγοριών φτωχικής οικογένειας στην Περσία. Ο Αλβάν γράφει ωραίες εκθέσεις και λατρεύει τους χαρταετούς. Ο Μεϊλού, ο μεγαλύτερος αδελφός, αγαπά τα περιστέρια. Ο καλύτερος φίλος του Αλβάν είναι ο Σαλέμ. Τα καλοκαίρια, τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες, την ομάδα Τακ και την ομάδα Ζαρίν, παίζουν πετροπόλεμο. Όμως ξεσπά πραγματικός πόλεμος. Γίνονται μεγάλες καταστροφές και σκοτώνονται πολλοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και οι δύο μικρές αδελφές του Σαλέμ, η Τουλή και η Σεκουλή. Τα παιδιά υπερασπίζονται ενωμένα την πατρίδα τους. Κι ο Αλβάν ονειρεύεται ότι κάποτε ο πόλεμος θα τελειώσει.

Μικρό απόσπασμα
"...........
Οι βροχοσταγόνες του μεγάλου συννεφόδεντρου γέμισαν όλο τον ουρανό με μικρά πράσινα λιόφυλλα. Τα φύλλα τύλιξαν ολόγυρα τ' αυτόματα και τα ντουφέκια και τα έκαναν σαν ανάλαφρα κλωνάρια δέντρων. Απ' τις κάννες των όπλων, αντί για σφαίρες, μπαρούτι και καπνό, τινάζονται λουλούδια, πεταλούδες, λιμπελούλες και μπομπόνια. Τα παιδιά της ομάδας Ζαρίν πυροβολούν την ομάδα Τακ όχι με σφαίρες, αλλά με μικρά μπουκέτα λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες. Κι απ' αντίκρυ, η ομάδα Τακ απαντάει με λιμπελούλες και μπομπόνια*. Ο αέρας έχει γεμίσει μυρωδιές απ' τα λουλούδια κι απ' τα μπομπόνια. Ήταν σαν μέρα Πρωτοχρονιάς ή σαν γιορτή των Αγίων Πάντων. Τα παιδιά των δύο αντίθετων μαχαλάδων ξεσπούν σε γέλια και τα γέλια τους ανεβαίνουν ως τον έβδομο ουρανό. Γέλια, γέλια, χαρές και αγάπες κυριεύουν τα πάντα. Ο Αλβάν, εκεί ψηλά, πλάι στο πελώριο δέντρο που οι ρίζες του είναι στον ουρανό και τα κλαδιά του σ' όλον τον κόσμο, ο Αλβάν με τα χρωματιστά μπαλόνια του πετάει ανάλαφρα, πλημμυρισμένος από χαρά και νιώθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι είναι δυο ρόδες στο δικό του ποδήλατο. Θέλει να πηδήσει στη σέλα των άστρων και κρατώντας το τιμόνι του ανέμου να φύγει μες στο άπειρο.

Άξαφνα, κάτω στη γη, ανάμεσα απ' τους καπνούς και τα σκοτάδια, βλέπει ένα περιστέρι ν' ανεβαίνει. Το περιστέρι είναι ο Ριπιδάτος, τ' αγαπημένο περιστέρι του Μεϊλού. Λίγο πιο κει, η Τουλή κι η Σεκουλή, οι αδερφές του Σαλέμ, για δες, στους ώμους τους έχουν φυτρώσει κάτι μικρά χρυσά φτεράκια και φτερουγάνε πίσω απ' το Ριπιδάτο κι έρχονται κοντά του. Ο Αλβάν απ' την πολλή χαρά έγινε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Το μυρωδάτο αεράκι περνάει απ' το διάφανο βλέμμα του κι απ' τ' ολόδροσο χαμόγελο του.

Τούτη τη στιγμή, ο Σαλέμ, καβάλα σ' ένα κίτρινο περιστέρι, πλησιάζει τον Αλβάν. Οι δυο φίλοι αναπήδησαν κι έδωσαν τα χέρια. Και τότε, όλα τα παιδιά, κι απ' τις δυο ομάδες, πιάστηκαν χέρι χέρι σ' ένα μεγάλο κύκλο χορού. Ο Αλβάν έτρεξε ίσα στο χαρταετό του τον Κοκκινολαίμη και πήρε το μεγάλο τηλεγράφημα κρεμασμένο στο σπάγκο του. Πάνω στο τηλεγράφημα βλέπει γραμμένη την έκθεση του που πρέπει να διαβάσει στην τάξη του σχολείου του τον επόμενο χρόνο. Όλα τα παιδιά τον παρακαλούν να τους τη διαβάσει. Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να 'ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ' αυτά τα λόγια:
Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια..."
Φερεϋντούν Φαριάντ
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος





Γεωργαντά Κατερίνα

Π. ΔΙΑΘΗΚΗ - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ

Μόλις πέρασε το χρονικό διάστημα, που είχε ορίσει ο θεός, ο κατακλυσμός σταμάτησε. Τα νερά, σιγά-σιγά, άρχισαν να χαμηλώνουν και η κιβωτός κάθισε πάνω στο βουνό Αραράτ. Ο Νώε και οι δικοί του ήταν τώρα χαρούμενοι και περίμεναν με ανυπομονησία.

Ο Νώε άνοιξε τότε το φεγγίτη της κιβωτού και άφησε να πετάξει έξω ένα κοράκι, για να δει αν είχαν τα νερά χαμηλώσει πολύ. Το πουλί δε γύρισε πίσω, πράγμα που σήμαινε ότι είχε βρει στεριά.
Ύστερα, ο Νώε άφησε να φύγει ένα περιστέρι. Αλλά το πουλί αυτό δε βρήκε τροφή και γύρισε πίσω. Ο Νώε έβγαλε το χέρι του από το φεγγίτη, το έπιασε και το έφερε μέσα στην κιβωτό.
Περίμενε ακόμα εφτά μέρες και ύστερα έστειλε πάλι έξω το περιστέρι. Το πουλί γύρισε πίσω το βράδυ και, αυτή τη φορά, είχε στο ράμφος του ένα κλαδάκι ελιάς. Έτσι ο Νώε κατάλαβε ότι τα νερά είχαν πια χαμηλώσει αρκετά.
Ο Νώε περίμενε να περάσουν άλλες εφτά μέρες και ξανάφησε το περιστέρι. Αυτή τη φορά, το περιστέρι δε γύρισε πίσω.
Τα νερά είχαν πια στερέψει.
Τότε ο Νώε άνοιξε τη στέγη της κιβωτού κοίταξε έξω και είδε ότι η γη ήταν τώρα στεγνή.
Τότε είπε ο θεός στο Νώε:
"Έβγα τώρα από την κιβωτό, συ και η γυναίκα σου και οι γιοι σου και οι γυναίκες των γιων σου. Βγάλε μαζί και όλα τα ζώα και τα πουλιά που είχες στην κιβωτό. Από δω και πέρα, άνθρωποι και ζώα, να αυξάνεσθε και να πληθύνεστε πάνω στη γη".
Έτσι, ο ενάρετος Νώε με τους δικούς του και με όλα τα ζώα βγήκαν από την κιβωτό και πάτησαν με χαρά το στεγνό χώμα.
Με την καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, ο Νώε τότε έχτισε ένα βωμό και πρόσφερε στο θεό θυσία, για να τον ευχαριστήσει.
Τότε ο θεός, ικανοποιημένος, είπε:
"Δε θα ξανακαταρασθώ πια τη γη για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Δε θα ξανακαταστρέψω κάθε ζωντανή ύπαρξη, όπως έκαμα τώρα. Η γη, από εδώ και πέρα θα γνωρίζει τη σπορά και το θερισμό, το κρύο και τη ζέστη, το καλοκαίρι και την άνοιξη και δε θα πάψουν οι μέρες να διαδέχονται τις νύχτες."
Ο θεός ευλόγησε το Νώε και τους γιους του και τους είπε:
"Αυξάνεσθε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη και κάνετε τη δική σας. Ας έχουν το φόβο σας και τον τρόμο σας όλα τα πουλιά του αέρα και όλα τα ζώα που κινούνται πάνω στη γη και όλα τα ψάρια της θάλασσας. Όλα θα είναι στη διάθεση σας"
Και ο θεός συνέχισε:
"Ποτέ δεν θα ξανακάνω κατακλυσμό. Αυτή την υπόσχεση δίνω σε σένα Νώε και σ' όλους τους απογόνους σου, όσο θα υπάρχει κόσμος".





The Baptism of Christ ,1580 by Tintoretto

Απολυτίκιο Θεοφανίων

Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι
αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές

Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός
Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι

Joyful Journey, Painting by Kamal Rao



ΔΗΜΟΤΙΚΑ 


ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Γιὰ μάσ᾿ τα περιστέρια σου Ροδούλα μ᾿, Ροδούλα μ᾿
Μὲ τρῶν᾿ μὲ πίνουν τὸ νερό, μὲ κουβαλοῦν τὸ χῶμα
Τὸ χῶμα μὲ χρειάζεται καὶ τὸ νερὸ τὸ θέλω
Τὸ θέλ᾿ νὰ στήσω ἐκκλησιά, νὰ στήσω μοναστήρι
Νά ᾿ρχονται οἱ νιές, νά ᾿ρχονται οἱ γριές, νά ᾿ρχονται παλικάρια.

Pigeons On The Roof by Joseph Crawhall

Άσπρα μου πιριστέρια

Άσπρα μου πιριστέρια, μαύρα μου πουλιά
ισείς ψηλά πιτάτι κι διαβαίνιτι
πιράστι κι απ’ τ’ς αυλές μας κι απ’ τ’ς αυλούδις μας.
Να γράψου στα φτιρά σας, στα φτιρούδια σας
να γράψου στην αγάπ’ να μη μι καρτιρεί
θέλει τα μαύρα ας βάλει, θέλει ας παντριφτεί.
Στουν τόπου που ’ρθα τώρα ιδώ θα παντριφτώ
θα πάρου ένα κουράσιου δικαουχτώ χρουνώ
μάγισσας θυγατέρα, μάγισσας πιδί.
Μαγεύει τα καράβια κι διν αρμινούν
μι μάγιψι κι μένα δεν μπουρώ να ’ρθω.
Όντας κινήσου να ’ρθου, χιόνια κι βρουχές
όντας γυρίσου πίσου, ήλιους ξαστιριές...


 "Pigeons," by Marina Shkarupa. 

ΜΟΥΣΙΚΗ 



Μ. Χατζιδάκις & Ν. Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Δήμητρα Γαλάνη Όποιος πόνεσε μέσα στη ζωή όποιος έκλαψε σαν μικρό παιδί τώρα τίποτα πια δε σου ζητά μόνο στ’ όνειρο θα σ’ αναζητά Άσπρο περιστέρι μεσ’ τη συννεφιά μου `δωσες το χέρι να `χω συντροφιά άσπρο περιστέρι μαύρο μου φτερό κάθε καλοκαίρι θα σε καρτερώ Όταν σήκωσα το βαρύ σταυρό μου παράγγειλες να `ρθω να σε βρω κι όταν δάκρυσα σαν την Παναγιά ήταν άνοιξη και Πρωτομαγιά Άσπρο περιστέρι μεσ’ τη συννεφιά μου `δωσες το χέρι να `χω συντροφιά άσπρο περιστέρι μαύρο μου φτερό κάθε καλοκαίρι θα σε καρτερώ




The Golden Age Self portrait with Pigeons 1931 | Jeno Goebel Paizs |


Σ' αγαπώ (Αχ περιστέρι μου)
Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Από το δίσκο του Σταύρου Κουγιουμτζή "Μικρές πολιτείες", που κυκλοφόρησε το 1974 με ερμηνευτές το Γιώργο Νταλάρα και την Άννα Βίσση Αχ περιστέρι μου μη φεύγεις βιαστικό κι από το χέρι μου έλα να πιεις νερό Απόψε δεν θα κοιμηθώ θα μείνω πάλι να σκεφτώ πως πονώ, πως πονώ, πως πονώ Το γέλιο το ζωγραφιστό το βήμα το ξεχωριστό σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ Μ' ένα μαχαίρι άνοιξέ μου την καρδιά, κανείς δεν ξέρει τι περνώ κάθε βραδιά Κάθε βραδιά, κάθε πρωί μου λιγοστεύει η ζωή, πώς πονώ, πώς πονώ, πώς πονώ, το γέλιο σου σαν θυμηθώ, το βήμα το ξεχωριστό, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ Απόψε δεν θα κοιμηθώ θα μείνω πάλι να σκεφτώ πώς πονώ, πως πονώ, πως πονώ. Το γέλιο το ζωγραφιστό το βήμα το ξεχωριστό σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ.

Christian Schloe art


Προδομένη αγάπη Στίχοι & Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης
Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες,
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που σμίγουν οι καρδιές μας,
προδομένη μου αγάπη.

Νταν, νταν, νταν, νταν, νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα που είναι μακριά ο ήλιος,
προδομένη μου αγάπη,
τα μεσάνυχτα που είναι κοντά οι ζωές μας,
προδομένη μου αγάπη.

Νταν, νταν, νταν, νταν, νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της αγάπης.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια.

Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένουν,
προδομένη μου αγάπη
σαν θα φύγει το φεγγάρι στο σκοτάδι,
προδομένη μου αγάπη.

Νταν, νταν, νταν, νταν, νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της ζωής μας.
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια.
Feeding The Sacred Pigeons, Jaipur - Edwin Lord Weeks

















Τα περιστέρια - 2004


Στίχοι - Μουσική: Παύλος Παυλίδης

Άφηνε όλα αυτά τα χρόνια το κορμί της
απλώς να βρίσκεται εκεί και να υπάρχει
και `κείνο τόσα χρόνια είχε μάθει να ζεί
μαζί της.

Τα περιστέρια περιμέναν στην πλατεία
κάθε απόγευμα να τα ταΐσει
όμως απόψε η παράξενη κυρία
είχε αργήσει.

Μπήκε στο σπίτι της απότομα ο αέρας
και όπως τίναζε από πάνω του τ’ αστέρια,
την τρόμαξε και κάτι κρύα χέρια
της δείχνανε το τέλος της ημέρας.

Από τότε όλα αυτά τα καλοκαίρια
μπαίνουν στο σπίτι με μηνύματα στο ράμφος
από τον άλλο κόσμο πέρα από το βάθος
κάτι παράξενα πουλιά,
τα περιστέρια...

Αν σηκωθεί μέσα στον ύπνο σου ο αέρας
και `ρθεί στο τζάμι σου μπροστά και μουρμουρίζει
πες του να πει μια ιστορία, τη γνωρίζει,
την ιστορία με την ωραία και το τέρας.

Και `γώ που χρόνια τώρα ζαλισμένος
γυρνώντας σπίτι μου περνάω απ’ την πλατεία
αναρωτιόμουν λίγο πριν αφηρημένος
τί ν’ απέγινε εκείνη η κυρία;



Pigeon-by Miklós Barabás



Elton John - Skyline Pigeon
Lyrics: Turn me loose from your hands Let me fly to distant lands Over green fields, trees and mountains Flowers and forest fountains Home along the lanes of the skyway For this dark and lonely room Projects a shadow cast in gloom And my eyes are mirrors Of the world outside Thinking of the way That the wind can turn the tide And these shadows turn From purple into grey For just a Skyline Pigeon Dreaming of the open Waiting for the day He can spread his wings And fly away again Fly away skyline pigeon fly Towards the dreams You've left so very far behind Just let me wake up in the morning To the smell of new mown hay To laugh and cry, to live and die In the brightness of my day I want to hear the pealing bells Of distant churches sing But most of all please free me From this aching metal ring And open out this cage towards the sun.



"Η γυναίκα με τα περιστέρια "  του  Άγγελου Παναγιώτου  (Angelos) 

πηγές 

http://www.katiousa.gr/
https://atexnos.gr/
http://www.greek-language.gr/
https://www.apotis4stis5.com/
http://ebooks.edu.gr/modules/
http://www.myriobiblos.gr/
http://drakotrypa.gr/
https://latistor.blogspot.com/
http://www.snhell.gr/
https://latistor.blogspot.com/
https://www.poeticanet.gr/
http://www.mikistheodorakis.gr/
http://dioti.gr/index.php/
http://www.snhell.gr/
http://ebooks.edu.gr/
https://www.all4fun.gr/portal/

https://www.domnasamiou.gr/
http://users.uoa.gr/
Pinterest


Pigeon Fancier. Vasily Perov