Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ - 3 + 1 ΠΟΙΗΜΑΤΑ


i.Η σιωπή του έρωτα
Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.

 Το πρωτότυπο 

As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.

And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.

But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung.



ii.H μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ
(απόσπασμα)
«Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.
Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.
Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
…………………………………………………………………………………………..
Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
Και στο κελί μας μέσα αυγή,
Και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
Ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
Από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
…………………………………………………………………………………………..
Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
Με λαχτάρα τόση στη ματιά,
Αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
Την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
Και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
Όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
…………………………………………………………………………………………
Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
Ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
Μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
Είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
Και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
Χρόνος δίχως τέλος και αρχή.»

*Η «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ» έγινε τραγούδι με τον τίτλο Each Man Kills The Things He Loves από τον Gavin Friday.



iii.Ελλάς

Επηρεασμένο από το ταξίδι του στην Ελλάδα το 1877. 

«Σαν το ζαφείρι ήταν της θάλασσας το χρώμα
κι έμοιαζε οπάλιο πυρωμένο τ’ ουρανού το δώμα.
Σηκώσαμε πανιά … Και πρίμο φύσαγε τ’ αγέρι,
στις ανατολικές γαλάζιες χώρες να μας φέρει.
Απ’ την ολόρθη πλώρη, βιαστικό το βλέμμα
τη Ζάκυνθο αγναντεύει, το κάθε της ρέμα
και το κάθε λιοστάσι,
της Ιθάκης τ’ ακροθαλάσσι,
του Λύκαιου τα κορφοβούνια χιονισμένα,
της Αρκαδίας τα βουνά μ’ ανθούς σπαρμένα.
Κανείς άλλος ήχος τη σιωπή δεν ταράζει,
παρά το πανί που στο κατάρτι παφλάζει,
το νερό που στα πλάγια του πλοίου φλοισβίζει
και γέλιο κοριτσιών που στην πρύμνη αναβρύζει.
Την ώρα που άρχιζε να φλέγεται η Δύση
κι ήλιος πορφυρός στα νερά είχε καθίσει,
τη γη της Ελλάδας είχα τέλος πατήσει.»


Απρίλιος 1877: o Οscar Wilde στην Αθήνα
(φωτογραφία του Π. Μωραϊτη)



iv Ο ΠΡΑΤΤΩΝ ΤΟ ΚΑΛΟ ( Πεζό - Ποίημα ) 

Ήτανε νύχτα και Εκείνος ήταν μόνος. Και είδε μακρυά τα κυκλικά τείχη μίας πόλης. Και πήγε προς την πόλη.

Και όταν πλησίασε άκουσε από μέσα ν’ αντηχούν βήματα της χαράς, γέλια του στόματος της ηδονής και δυνατά λαγούτα. Και χτύπησε την Πύλη και οι φρουροί του άνοιξαν.
Και πρόσεξε μία έπαυλη από μάρμαρο που είχε στην πρόσοψη μαρμάρινες κολώνες΄ κι’απ’ τις κολώνες κρέμονταν γιρλάντες και μέσα κι έξω είχε κέδρινους πυρσούς. Και μπήκε στην έπαυλη.
Και αφού διέσχισε μία αίθουσα από καρχηδόνιο και μία αίθουσα από ίασπι έφτασε στη μεγάλη αίθουσα των εορτών και είδε ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα πορφυρένιο κάθισμα ένα νέο που ήταν στεφανωμένος με κόκκινα τριαντάφυλλα και που τα χείλη του ήταν κόκκινα από το κρασί. Και τον πλησίασε, τον άγγιξε στον ώμο και του είπε: “Γιατί ζεις έτσι;”
Κι ο νέος γύρισε, τον αναγνώρισε και είπε: "Μα ήμουν λεπρός και με θεράπευσες. Πώς αλλιώς να ζήσω;”
Κι Εκείνος διέσχισε την έπαυλη και βγήκε ξανά στο δρόμο. Και ύστερα από λίγο είδε μια γυναίκα που τα ενδύματα και το πρόσωπό της ήταν βαμμένα και είχε πλεγμένα μαργαριτάρια στα πόδια της΄ και πίσω της αργά σαν κυνηγός ερχόταν ένας νέος με πανωφόρι δίχρωμο. Και το πρόσωπο της γυναίκας ήταν ωραίο σαν είδωλο΄ και τα μάτια του νέου έλαμπαν απ’ τον πόθο.
Και Εκείνος τους ακολούθησε γοργά και άγγιξε το χέρι του νέου λέγοντας: “Γιατί κοιτάζεις έτσι τούτη τη γυναίκα; “Κι ο νέος γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε: “Ημουν τυφλός και μου έδωσες το φως μου. Τι άλλο να κοιτάξω;”
Και Εκείνος έτρεξε, άγγιξε τα βαμμένα ενδύματα της γυναίκας και της είπε: “Άλλος δρόμος απ’αυτόν της αμαρτίας δεν υπάρχει για να πορευτείς;” Και η γυναίκα γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε γελώντας: “Μα ο δρόμος είναι ευχάριστος κι Εσύ έχεις συγχωρέσει όλες μου τις αμαρτίες”.
Και Εκείνος βγήκε από την πόλη.
Και έξω από την πόλη είδε ένα νέο που έκλαιγε κι Εκείνος πήγε προς αυτόν, άγγιξε τους μακρείς βοστρύχους του και του είπε: “Γιατί κλαίς:” Κι ο νέος κοίταξε ψηλά. Τον αναγνώρισε και είπε: “Μα ήμουν κάποτε νεκρός κι Εσύ με ανέστησες. Πώς να μην κλαίω;” Μετάφραση : Δάφνη Χρονοπούλου  
πηγές
https://itzikas.wordpress.com/
http://www.eros-erotas.gr/









ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ " Bρέχει σιωπές απόψε "


βρέχει σιωπές απόψε...
Που είσαι;
Το ξέρω, πάλι χωρίς ομπρέλα
θα βγω στις γειτονιές του κόσμου,
για να σε γυρέψω.
Που να σε βρω;
Πως να σε γνωρίσω;
Με την ομπρέλα σου ανοιχτή
σ' αυτό το τοπίο της βροχής;

Βρέχει σιωπές απόψε...
μα,
''εσύ πάντα ανοιχτή έχεις την ομπρέλα σου''

(Μ-Λαμπράκη)













ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - Ψιλόβροχο


Όλη τη νύχτα, ψιλόβρεχε.
Ήταν μια βροχούλα
γλυκιά, επίμονη,
αδιάκοπη…
που μου τραγουδούσε
το δικό σου τραγούδι,
τα δικά σου λόγια…:
«Θα ήθελα να σου χαρίσω τον κόσμο ολόκληρο,
αλλά για μένα ο κόσμος όλος είσαι εσύ…».
Ένοιωθα σαν ένα μικρό παιδί
που το νανούριζε το άκουσμα
του πιο τρυφερού παραμυθιού:
«Θα ήθελα να σου χαρίσω τον κόσμο ολόκληρο,
αλλά για μένα ο κόσμος όλος είσαι εσύ…».
Κι αποκοιμήθηκα ευτυχισμένη
σ’ ένα προσκεφάλι υγρό από τα δάκρυά μου,
που κυλούσαν όπως ακριβώς οι στάλες της βροχής,
αυτής της γλυκιάς, επίμονης, αδιάκοπης
βροχούλας…
που όλη τη νύχτα μου τραγουδούσε
το δικό σου τραγούδι,
τα δικά σου λόγια…:
«Θα ήθελα να σου χαρίσω τον κόσμο ολόκληρο,
αλλά για μένα ο κόσμος όλος είσαι εσύ…».
Γ. Α. - Π. " Ψιλόβροχο " (Από την αδημοσίευτη Συλλογή "Συμπληρωματικά...")






Τζόναθαν Σουίφτ - Jonathan Swift ( 30 Νοεμβρίου 1667 – 19 Οκτωβρίου 1745 )

Πορτραίτο του Σουίφτ από τον Τσαρλς Τζέρβας


Ο Τζόναθαν Σουίφτ (Jonathan Swift, 30 Νοεμβρίου 1667 – 19 Οκτωβρίου 1745) ήταν Ιρλανδός σατιρικός, δοκιμιογράφος, πολιτικός αρθρογράφος, ποιητής και κληρικός στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο.

Ο Τζόναθαν Σουίφτ γεννήθηκε στο Δουβλίνο και σπούδασε στο Τρίνιτι Κόλετζ. Έφυγε το 1689 για την Αγγλία αλλά επέστρεψε το 1694, αφού απέτυχε ως πολιτικός. Πίσω στην πατρίδα του εντάχθηκε στην Εκκλησία και έγινε πρωτοπρεσβύτερος του Αγίου Πατρικίου το 1713. Παράλληλα με τα εκκλησιαστικά καθήκοντά του, ο Σουίφτ ήταν ένας χαλκέντερος πολιτικός σχολιαστής. Το γνωστότερο έργο του, «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», μια φανταστική περιήγηση σε χώρες γιγάντων και νάνων, περιέχει μία πικρή σάτιρα και ανελέητη κριτική για τη σύγχρονή του κοινωνία και τις αγγλοϊρλανδικές σχέσεις.

Η προσωπική ζωή του και ιδιαίτερα η φιλία του με δύο νεότερες γυναίκες, την Έστερ Τζόνσον (γνωστότερη ως Στέλλα) και την Έστερ Βάνομρι, προκάλεσαν επικρίσεις. Προς το τέλος της ζωής του έπασχε από το σύνδρομο Μενιέρ, μία νόσο του έσω ωτός, που οδήγησε πολλούς να θεωρήσουν ότι ήταν τρελός.
Έργα (επιλογή)
The Journal to Stella (Το ημερολόγιο στην Στέλλα, 1710-13)
A Tale of a Tub (Ιστορία της Σκάφης). Σάτιρα των διαιρέσεων του Χριστιανισμού.
Gulliver's Travels (Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, 1726) ― μτφρ. Αθηνά Κακούρη ("Κλασσικά Παπύρου").
A Modest Proposal... (Μια σεμνή πρόταση..., 1729), όπου συμβουλεύει τους φτωχούς Ιρλανδούς να πουλούν τα παιδιά τους στους πλούσιους «ως εξαίσια και πλήρη τροφή».
Τζόναθαν Σουίφτ, επιλογή από το έργο του, εκδ. στιγμή 2004, μτφρ. Δημοσθένης Κορδοπάτης.


Τα  ταξίδια του Γκιούλιβερ

Το εξώφυλλο της πρώτης αγγλικής εκδόσεως






Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (Gulliver's Travels, πλήρης τίτλος: Travels into Several Remote Nations of the World, in Four Parts. By Lemuel Gulliver = Ταξίδια σε αρκετές μακρινές χώρες του κόσμου σε 4 μέρη, υπό Λεμουέλ Γκιούλιβερ, είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας του Ιρλανδού συγγραφέα και κληρικού Τζόναθαν Σουίφτ, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1726 και σε βελτιωμένη εκδοχή το 1735. Το έργο είναι τόσο μια σάτιρα για την ανθρώπινη φύση, όσο και μια παρωδία του είδους των «ταξιδιωτικών ιστοριών». Είναι το γνωστότερο διεθνώς έργο του Σουίφτ και θεωρείται ένα κλασικό έργο της Αγγλικής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο έγινε δημοφιλές αμέσως μόλις εκδόθηκε (σε επιστολή του 1726 προς τον Σουίφτ αναφέρεται ότι «διαβάζεται παντού, από το υπουργικό συμβούλιο μέχρι το παιδικό δωμάτιο» και από τότε εκδίδεται συνεχώς.

Περίληψη

Μέρος Α: Ταξίδι στη Λιλιπούτ

Τοιχογραφία που παριστάνει τον Γκιούλιβερ 
τριγυρισμένο από πολίτες της Λιλιπούτ.
4 Μαΐου 1699 — 13 Απριλίου 1702


Το βιβλίο αρχίζει με ένα σύντομο προοίμιο, στο οποίο ο Λεμουέλ Γκιούλιβερ, στο ύφος των αναγνωσμάτων της εποχής, δίνει μια σύνοψη της ζωής και της ιστορίας του πριν από τα ταξίδια του. Λέει ότι απολαμβάνει τα ταξίδια, παρότι αυτή η αγάπη είναι υπεύθυνη για την καταστροφή του.
Κατά το πρώτο του ταξίδι, ο Γκιούλιβερ ξεβράζεται στην ακτή μετά από ένα ναυάγιο και βρίσκεται αιχμάλωτος μιας φυλής μικροσκοπικών ανθρώπων, λιγότερο από 6 ίντσες (περίπου 15 εκατοστά) ψηλών, οι οποίοι είναι κάτοικοι της νησιωτικής χώρας Λιλιπούτ. Αφού πρώτα τους δώσει διαβεβαιώσεις για την καλή συμπεριφορά του, του παραχωρείται μια κατοικία στη Λιλιπούτ και αναδεικνύεται σε ευνοούμενο της βασιλικής αυλής. Από το σημείο αυτό, το βιβλίο ακολουθεί τις παρατηρήσεις του Γκιούλιβερ στην αυλή. Του δίνεται η άδεια να περιφέρεται στην πρωτεύουσα υπό τον όρο ότι δεν θα βλάπτει τους κατοίκους. Ο Γκιούλιβερ βοηθά τους Λιλιπούτειους να υποτάξουν τους γείτονές τους Blefuscudians κλέβοντας τον στόλο τους. Αρνείται ωστόσο να καταστήσει την επίσης νησιωτική χώρα Blefuscu επαρχία της Λιλιπούτ, δυσαρεστώντας έτσι τον βασιλιά και την αυλή. Ο Γκιούλιβερ κατηγορείται για προδοσία επειδή «χύνει νερά» στην πρωτεύουσα (παρότι έσβηνε μια πυρκαγιά σώζοντας αναρίθμητες ζωές), μεταξύ άλλων «εγκλημάτων», και καταδικάζεται να τυφλωθεί. Με τη βοήθεια ενός ευγενικού φίλου, ο Γκιούλιβερ δραπετεύει στο Blefuscu, όπου επισημαίνει μια εγκαταλειμμένη βάρκα, με την οποία ανοίγεται στο πέλαγος και τελικά διασώζεται από ένα περαστικό πλοίο, που τον μεταφέρει με ασφάλεια στην πατρίδα του.
Αυτό το μέρος των Ταξιδιών είναι εκτός των άλλων μια πολιτική σάτιρα με υπαινιγμούς σε επίκαιρα τότε γεγονότα (βλ. παρακάτω).

Μέρος Β: Ταξίδι στο Μπρομπντινγκνάγκ 20 Ιουνίου 1702 — 3 Ιουνίου 1706

Το ιστιοφόρο Περιπέτεια βγαίνει από τη ρότα του μετά από θύελλες και αναγκάζεται να πιάσει σε κάποια στεριά για νερό. Ο Γκιούλιβερ εγκαταλείπεται από τους συντρόφους του, οπότε τον βρίσκει ένας κτηματίας που έχει ύψος 72 πόδια (περίπου 22 μέτρα). Ο αγρότης φέρνει τον Γκιούλιβερ σπίτι και η κόρη του τον περιποιείται. Ο αγρότης τον μεταχειρίζεται ως αξιοπερίεργο και τον επιδεικνύει κερδίζοντας χρήματα. Η ύπαρξή του γίνεται ευρύτερα γνωστή, οπότε η βασίλισσα του Μπρομπντινγκνάγκ θέλει να δει το σόου. Συμπαθεί τον Γκιούλιβερ και τον παίρνει μαζί της ως ευνοούμενο της βασιλικής αυλής.
Επειδή ο Γκιούλιβερ είναι πολύ μικρός για να χρησιμοποιεί τις τεράστιες καρέκλες και μαχαιροπήρουνά τους, η βασίλισσα παραγγέλνει την κατασκευή ενός σπιτιού στα μέτρα του, ώστε να μπορεί να μεταφέρεται μέσα σε αυτό. Αυτό το σπιτάκι αναφέρεται ως το «κουτί ταξιδίου» του. Μεταξύ μικροπεριπετειών, όπως η απόκρουση γιγαντιαίων σφηκών και η απαγωγή του στη στέγη από έναν πίθηκο, ο Γκιούλιβερ συζητά την κατάσταση στην Ευρώπη με τον βασιλιά. Ο βασιλιάς δυσαρεστείται με τις περιγραφές του για την Ευρώπη, ιδιαίτερα όταν μαθαίνει για τη χρήση πυροβόλων όπλων και κανονιών εκεί. Σε μια εκδρομή στην ακρογιαλιά, το κουτί ταξιδίου αρπάζεται από ένα γιγαντιαίο αετό, που ρίχνει τον Γκιούλιβερ και το κουτί του στη θάλασσα, από όπου τον περιμαζεύουν κάποιοι ναυτικοί και τον επιστρέφουν στην Αγγλία.

Ο Γκιούλιβερ ανακαλύπτει τη Λαπούτα, το ιπτάμενο νησί 
(εικονογράφηση του J.J. Grandville).
5 Αυγούστου 1706 — 16 Απριλίου 1710


Μέρος Γ: Ταξίδι στη Λαπούτα, το Μπαλνιμπαρμπί, το Λουγκνάγκ, το Γκλουμπντουμπντρίμπ και την Ιαπωνία

Το πλοίο του Γκιούλιβερ δέχεται επίθεση πειρατών, με αποτέλεσμα ο ήρωάς μας να αποκλεισθεί σε ένα βραχώδες ερημονήσι κοντά στις Ινδίες. Ευτυχώς διασώζεται από το ιπτάμενο νησί της Λαπούτα, ένα βασίλειο αφοσιωμένο στις τέχνες της μουσικής και των μαθηματικών, αλλά ανίκανο να τις χρησιμοποιήσει για πρακτικούς σκοπούς. (Το "La puta" είναι η ισπανική και ιταλική λέξη για την πόρνη. Σε αυτό το μέρος του έργου ο Σουίφτ επιτίθεται στον ορθολογισμό και στο κίνημα του ντεϊσμού.)
Η μέθοδος που ακολουθείται από το βασίλειο της Λαπούτα να πετάνε βράχια σε επαναστατημένες πόλεις στην επιφάνεια της γης φαίνεται να συνιστά την πρώτη φορά που ο αεροπορικός βομβαρδισμός επινοείται ως μέθοδος διεξαγωγής πολέμου. Ενώ βρίσκεται εκεί, ο Γκιούλιβερ περιηγείται τη χώρα ως φιλοξενούμενος ενός χαμηλόβαθμου αυλικού και βλέπει τα ερείπια που σωρεύει η τυφλή επιδίωξη της Επιστήμης χωρίς πρακτικά αποτελέσματα, σε μία σάτιρα της γραφειοκρατίας και της Βασιλικής Εταιρείας και των πειραμάτων της. Στη Μεγάλη Ακαδημία του Λαγκάντο, υπέρογκοι πόροι και ανθρώπινο δυναμικό δαπανώνται σε έρευνες πάνω σε τελείως παράλογα προγράμματα, όπως είναι η εξαγωγή ηλιαχτίδων από τα αγγούρια, το μαλάκωμα του μαρμάρου για να χρησιμοποιείται στα μαξιλάρια, η εκμάθηση του πώς να ανακατεύουμε χρώματα κρίνοντας από τη μυρωδιά, ή η αποκάλυψη πολιτικών συνωμοσιών από την εξέταση των κοπράνων ύποπτων ανθρώπων.
Στη συνέχεια ο Γκιούλιβερ οδηγείται στο Μπαλνιμπαρμπί για να περιμένει εκεί κάποιον έμπορο που μπορεί να τον πάρει μαζί του στην Ιαπωνία. Κατά τη διάρκεια της αναμονής, ο Γκιούλιβερ κάνει ένα μικρό «παράπλευρο» ταξίδι στη νήσο Γκλουμπντουμπντρίμπ, όπου επισκέπτεται την κατοικία ενός μάγου και συζητά περί Ιστορίας με τα φαντάσματα ιστορικών μορφών του παρελθόντος, το πιο φανερό παράδειγμα του θέματος «αρχαίοι έναντι σύγχρονων» στο βιβλίο. Στο Λουγκνάγκ, συναντά τους «στρούλντμπρουγκς», κάτι δυστυχείς που είναι αθάνατοι αλλά όχι «για πάντα νέοι», μάλλον για πάντα γέροι, με όλες τις αναπηρίες των γηρατειών και θεωρούμενοι νομικώς νεκροί στην ηλικία των ογδόντα. Μετά την Ιαπωνία, ο Γκιούλιβερ επιστρέφει σπίτι του, αποφασισμένος να μείνει εκεί για τις υπόλοιπες μέρες της ζωής του.

Μέρος Δ: Ταξίδι στη Χώρα των Χουίνμς

Ο Γκιούλιβερ συζητά με Χουίνμς 
(εικονογράφηση του 1856 από τον J.J. Grandville.)
7 Σεπτεμβρίου 1710 – 2 Ιουλίου 1715

Παρά την πρόθεσή του να παραμείνει πια στο σπίτι του, ο Γκιούλιβερ επιστρέφει στη θάλασσα ως πλοίαρχος ενός εμπόρου, καθώς βαριέται με την εργασία του ως γιατρού! Σε αυτό το ταξίδι αντιμετωπίζει την ανταρσία του πληρώματός του, που τον κρατούν υπό περιορισμό για κάποιο διάστημα και στη συνέχεια αποφασίζουν να τον εγκαταλείψουν στην πρώτη στεριά που θα βρουν και να συνεχίσουν ως πειρατές. Ο Γκιούλιβερ εγκαταλείπεται μέσα σε μια βάρκα και στη στεριά συναντά αρχικώς μια φυλή (φαινομενικά) φρικωδώς παραμορφωμένων και άγριων ανθρωποειδών πλασμάτων. Λίγο αργότερα συναντά ένα άλογο και καταλαβαίνει ότι τα άλογα εδώ αποκαλούν τους εαυτούς τους Χουίνμς (Houyhnhms, που στη δική τους γλώσσα σημαίνει «η τελειότητα της Φύσης»), και ότι είναι τα αφεντικά, ενώ τα παραμορφωμένα ανθρωποειδή, που ονομάζονται «Γιαχού» (Yahoo), είναι ανθρώπινα πλάσματα στην ταπεινότερη μορφή τους.
Ο Γκιούλιβερ γίνεται ένα με την οικογένεια του αλόγου και καταλήγει να θαυμάζει και να μιμείται τους Χουίνμς και τον τρόπο ζωής τους, απορρίπτοντας τους ανθρώπους ως απλώς Γιαχού που είναι προικισμένοι με κάποια ίχνη λογικής, τα οποία χρησιμοποιούν μόνο για να επιδεινώνουν και να προσθέτουν στα κακά που τους έδωσε η Φύση. Ωστόσο, μια Συνέλευση των Χουίνμς αποφασίζει ότι ο Γκιούλιβερ, ένας Γιαχού με κάποια φαινομενική λογική, αποτελεί κίνδυνο για τον πολιτισμό τους, οπότε τον διώχνουν.
Στη συνέχεια ο Γκιούλιβερ διασώζεται παρά τη θέλησή του από ένα πορτογαλικό πλοίο και εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει πως ο πλοίαρχος Πέντρο ντε Μεντέζ, ένας «Γιαχού», είναι ένα σοφό, ευγενικό και γενναιόδωρο πρόσωπο. Ο ήρωάς μας επιστρέφει σπίτι του στην Αγγλία, αλλά δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα να ζει ανάμεσα σε Γιαχού και γίνεται ένας μονόχνωτος, κλεισμένος στο σπίτι του, που αποφεύγει την οικογένεια, ακόμα και τη σύζυγό του, και που περνά αρκετές ώρες την ημέρα μιλώντας με τα άλογα στον στάβλο του.

Αυτό το μέρος του έργου χρησιμοποιεί χονδροειδείς μεταφορές για να περιγράψει την ανθρώπινη φαυλότητα και οι Χουίνμς συμβολίζουν όχι μόνο την τέλεια φύση, αλλά και την συναισθηματική ξηρότητα την οποία ο Σουίφτ ισχυριζόταν ότι φέρνει η προσήλωση στον ορθό λόγο.

Συγγραφή και ιστορικό

Είναι αβέβαιο το πότε ακριβώς ο Τζόναθαν Σουίφτ άρχισε να συγγράφει Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ. Κάποιες πηγές το τοποθετούν νωρίς, το 1713, όταν οι Σουίφτ, Πόουπ, Άρμπουθνοτ και άλλοι δημιούργησαν τη λέσχη Scriblerus Club αποσκοπώντας στο να σατιρίσουν τα τότε δημοφιλή λογοτεχνικά είδη. Ο Σουίφτ, σύμφωνα με αυτή την άποψη, ανέλαβε να γράψει τα απομνημονεύματα του φανταστικού συγγραφέα της λέσχης, του Martinus Scriblerus. Είναι γνωστό από την αλληλογραφία του Σουίφτ ότι η καθαυτό σύνθεση του έργου άρχισε το 1720, με τα συμμετρικά μέρη Α και Β να γράφονται πρώτα, το Μέρος Δ το 1723 και τελευταίο το Μέρος Γ, το 1724, αλλά τροποποιήσεις γίνονταν ακόμα και όταν ο Σουίφτ έγραφε τα Drapier's Letters. Το βιβλίο ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1725 και, καθώς αποτελούσε μια καθαρή σάτιρα κατά του φιλελεύθερου κόμματος, των Ουίγων, είναι πιθανό ότι ο Σουίφτ έβαλε και αντέγραψαν το χειρόγραφό του, έτσι ώστε ο γραφικός χαρακτήρας του να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο αν ασκείτο ποινική δίωξη (όπως είχε ήδη συμβεί με κάποιες από τις ιρλανδικές του μπροσούρες). Τον Μάρτιο του 1726 ο Σουίφτ ταξίδεψε στο Λονδίνο για να εκδώσει το έργο του. Το χειρόγραφο παραδόθηκε μυστικά στον εκδότη Μπέντζαμιν Μοτ, ο οποίος χρησιμοποίησε 5 τυπογραφεία για να επιταχύνει την εκτύπωση και να αποφύγει την κλεψιτυπία. Ο Μοτ, αναγνωρίζοντας στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ ένα ευπώλητο ανάγνωσμα αλλά φοβούμενος ποινικές διώξεις, απλώς «έκοψε» ή τροποποίησε τα πιο προσβλητικά αποσπάσματα (όπως τις περιγραφές των διαγωνισμών των αυλικών στη Λιλιπούτ ή την εξέγερση του Λινταλίνο), προσέθεσε κάποιες γραμμές προς υπεράσπιση της Βασιλίσσης `Αννας στο Μέρος Β και το εξέδωσε. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε σε δύο τόμους στις 26 Οκτωβρίου του 1726. Το βιβλίο έγινε δημοφιλές αμέσως και ξεπούλησε την πρώτη του έκδοση σε λιγότερο από μία εβδομάδα.

Ο Μοτ εξέδωσε τα Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ ανώνυμα και, όπως συνηθιζόταν με τα έργα της μόδας, αρκετές «συνέχειες» (Αναμνήσεις της αυλής της Λιλιπούτ), παρωδίες (Δυο Λιλιπούτειες Ωδές, Περί της διάσημης μηχανής με την οποία ο πλοίαρχος Γκιούλιβερ έσβησε την πυρκαγιά των ανακτόρων...) και «κλειδιά» (Gulliver Decipher'd και Lemuel Gulliver's Travels into Several Remote Regions of the World Compendiously Methodiz'd, το δεύτερο έργο από τον Edmund Curll) κυκλοφόρησαν μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια. Τα περισσότερα από αυτά τυπώθηκαν ανώνυμα (ή κάποιες φορές με ψευδώνυμα) και ξεχάστηκαν γρήγορα. Ο Σουίφτ δεν είχε σχέση με κανένα από αυτά και τα αποκήρυξε με σαφή τρόπο στην έκδοση του Faulkner το 1735. Ωστόσο, ο φίλος του ο Αλεξάντερ Πόουπ συνέγραψε ένα σετ πέντε Στίχων στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, που άρεσαν τόσο πολύ στον Σουίφτ, ώστε τους πρόσθεσε στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του, παρότι δεν περιλαμβάνονται γενικά στις σύγχρονες εκδόσεις.


Θεματική και αναλογίες

Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ έχουν δεχθεί πολλούς χαρακτηρισμούς και ταξινομήσεις: από Μενίππεια σάτιρα μέχρι ιστορία για παιδιά, και από πρωτο-επιστημονική φαντασία μέχρι έργο πρόδρομο του σύγχρονου μυθιστορήματος.
Καθώς πρωτοεκδόθηκαν επτά χρόνια μετά τον εξαιρετικά επιτυχημένο Ροβινσώνα Κρούσο του Ντάνιελ Ντεφόε, τα Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ μπορούν να αναγνωσθούν ως μια συστηματική αντίκρουση του οπτιμισμού του Ντεφόε για τις ανθρώπινες ικανότητες. Στο έργο του The Unthinkable Swift: The Spontaneous Philosophy of a Church of England Man (=Ο αδιανόητος Σουίφτ: Η αυθόρμητη φιλοσοφία ενός ανθρώπου της Εκκλησίας της Αγγλίας) ο Warren Montag επιχειρηματολογεί ότι ο Σουίφτ ενδιαφερόταν να αντικρούσει την άποψη πως το άτομο προηγείται της κοινωνίας, όπως φαίνεται να υποστηρίζει το μυθιστόρημα του Ντεφόε. Ο Σουίφτ θεωρούσε μια τέτοια σκέψη επικίνδυνη υιοθέτηση της ριζοσπαστικής (τότε) πολιτικής φιλοσοφίας του Τόμας Χομπς. Για τον λόγο αυτό ο Γκιούλιβερ συναντά επανειλημμένα οργανωμένες κοινωνίες αντί για έρημα νησιά. Ο πλοίαρχος που προσκαλεί τον Γκιούλιβερ να υπηρετήσει ως γιατρός στο πλοίο του στο καταστροφικό τρίτο ταξίδι του, ονομάζεται Ρόμπινσον («Ροβινσών»).

Πιθανώς ένας από τους λόγους για το ότι το έργο του Σουίφτ θεωρείται κλασικό, είναι ότι μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο περιέχει τρία βασικά μοτίβα:
Μια σατιρική όψη της κατάστασης της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, καθώς και των μικροπρεπών διαφορών ανάμεσα στις θρησκείες.
Μια αναζήτηση για απάντηση πάνω στο ερώτημα αν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους διεφθαρμένοι ή διαφθείρονται ζώντας μέσα στην κοινωνία.
Μια επαναδιατύπωση της παλαιότερης διαμάχης «αρχαίοι έναντι σύγχρονων», που είχε προηγουμένως απασχολήσει τον συγγραφέα στο The Battle of the Books.

Με όρους αφηγηματικής και κατασκευής τα μέρη του βιβλίου ακολουθούν ένα σχήμα:
Οι κακοτυχίες του ήρωα γίνονται όλο και πιο «κακοήθεις» από μέρος σε μέρος: πρώτα ναυαγεί, μετά εγκαταλείπεται, μετά δέχεται επίθεση από ξένους και στο τέλος από το ίδιο του το πλήρωμα.
Η στάση του Γκιούλιβερ απέναντι στους ανθρώπους σκληραίνει σταδιακά: εκπλήσσεται πραγματικά από τη διαφθορά και τον πολιτικαντισμό των Λιλιπούτειων, αλλά βρίσκει τη συμπεριφορά των Γιαχού στο Μέρος Δ τυπική της συμπεριφοράς των ανθρώπων.
Το κάθε μέρος είναι το αντίστροφο του προηγούμενου — ο Γκιούλιβερ είναι διαδοχικά μεγάλος/μικρός/σοφός/αμαθής, τα έθνη είναι σύνθετα/απλά/επιστημονικά/φυσικά, οι μορφές διακυβερνήσεως είναι χειρότερες/καλύτερες/χειρότερες/καλύτερες από της Αγγλίας.
Οι απόψεις του Γκιούλιβερ για τους άλλους είναι αντίστοιχες με αυτές των άλλων για τους ανθρώπους στο επόμενο μέρος του βιβλίου — ο Γκιούλιβερ θεωρεί τους Λιλιπούτειους διεστραμμένους και ασυνείδητους/αδίσταχτους, και μετά ο βασιλιάς του Μπρομπντινγκνάγκ θεωρεί τους Ευρωπαίους το ίδιο. Ο Γκιούλιβερ θεωρεί τους Λαπουτιανούς παράλογους, και μετά το Χουίνμ αφεντικό του θεωρεί την ανθρωπότητα το ίδιο.
Καμιά μορφή διακυβερνήσεως δεν είναι ιδανική — οι απλοϊκοί Μπρομπντινγκνάγκ απολαμβάνουν τις δημόσιες εκτελέσεις και έχουν τους δρόμους τους γεμάτους ζητιάνους, οι τίμιοι και ειλικρινείς Χουίνμς, που δεν έχουν λέξη στη γλώσσα τους για το «ψέμα» χαίρονται να καταπιέζουν την αληθινή φύση του Γκιούλιβερ ως Γιαχού και είναι εξίσου αδιάφοροι για τις αντιδράσεις του στην εκδίωξή του από τη χώρα τους.
Μεμονωμένα άτομα μπορεί να είναι καλά ακόμα και όταν η φυλή τους είναι κακή — Ο Γκιούλιβερ κάνει ένα φίλο σε κάθε ταξίδι του και, παρά τη φρίκη του κατά του ανθρώπινου γένους μετά την παραμονή του στη χώρα των αλόγων, δέχεται θαυμάσια περιποίηση από τον Πορτογάλο πλοίαρχο Πέντρο, που τον επιστρέφει στην Αγγλία στο τέλος του μυθιστορήματος.

Εξίσου ενδιαφέρων είναι ο χαρακτήρας του ίδιου του Γκιούλιβερ — μεταμορφώνεται από χαρούμενο οπτιμιστή στην αρχή του έργου στον εκδηλωτικά μισάνθρωπο του τέλους και θα πρέπει να φιλτράρουμε την κατανόησή μας του έργου αν πρέπει να πιστέψουμε πως ο μισάνθρωπος του τέλους έγραψε όλα αυτά τα «απομνημονεύματα». Υπό αυτή την έννοια, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ είναι ένα πολύ σύγχρονο και σύνθετο μυθιστόρημα. Επίσης, παρότι ο Γκιούλιβερ παρουσιάζεται ως ένας συνηθισμένος «καθένας», χωρίς ανώτερη μόρφωση, κατέχει ένα αξιοσημείωτο φυσικό χάρισμα στις ξένες γλώσσες: Μαθαίνει γρήγορα να μιλά καλά τη ντόπια γλώσσα της κάθε ξένης γης στην οποία βρίσκεται, μια ιδιότητα που προσθέτει πολλή... κατανόηση και χιούμορ στο έργο του Σουίφτ.
Παρά το βάθος και τα λεπτά υπονοούμενα του βιβλίου, ταξινομείται συχνά ως παιδική λογοτεχνία εξαιτίας κυρίως της δημοφιλίας του Μέρους Α με τους Λιλιπούτειους: Είναι πολύ πιθανό να αγοράσετε ένα βιβλίο με τον τίτλο Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ που να περιέχει μόνο το ταξίδι στη Λιλιπούτ.


Μια ιστορική αστρονομική παραδοξότητα

Ο Σουίφτ αναφέρει στο έργο τους δύο φυσικούς δορυφόρους (φεγγάρια) του πλανήτη `Αρη περίπου 150 χρόνια πριν την πραγματική τους ανακάλυψη από τον Αμερικανό αστρονόμο Έιζαφ Χωλ, περιγράφοντας μάλιστα με αρκετή ακρίβεια τις τροχιές τους, στο 19ο κεφάλαιο του Μέρους Γ.
Με βάση την πρόβλεψη αυτή, ένας κρατήρας πάνω στον δορυφόρο Δείμο του `Αρη ονομάσθηκε Σουίφτ προς τιμή του συγγραφέα των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ.

Γενικότερες επιδράσεις του έργου

Από το 1738 ως το 1746 ο Έντουαρντ Κέιβ (Edward Cave) δημοσίευσε περιστασιακά σε τεύχη του περιοδικού The Gentleman's Magazine καταγραφές συζητήσεων στις δύο βρετανικές βουλές με στοιχεία μυθοπλασίας υπό τον γενικό τίτλο «Συζητήσεις στη Γερουσία της Λιλιπούτ» (Debates in the Senate of Lilliput). Τα ονόματα των ομιλητών, άλλων αναφερόμενων προσώπων, πολιτικών και μοναρχών του παρόντος και του παρελθόντος, και των περισσότερων άλλων χωρών και πόλεων της Ευρώπης («Ντεγουλίας») και Αμερικής («Κολούμπιας») μόλις που αποκρύπτονταν κάτω από το πέπλο ποικιλίας σουιφτιανών ψευδωνύμων. Η απόκρυψη των ονομάτων και η δήλωση ότι οι καταγραφές ήταν πραγματικές μεταφράσεις από λόγους Λιλιπούτειων πολιτικών, ήταν μία αντίδραση σε μια κοινοβουλευτική πράξη που απαγόρευε τη δημοσίευση των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Ο Κέιβ ανέθεσε σε αρκετούς συγγραφείς της εποχής τη σειρά, όπως τους William Guthrie (1738-1740), Samuel Johnson (1740-1743) και John Hawkesworth (1743-1746).

Ο Βολταίρος επίσης επηρεάσθηκε από το έργο του Σουίφτ, π.χ. στο διήγημά του Μικρομέγας για έναν εξωγήινο επισκέπτη της Γης αναφέρεται επίσης στα δύο φεγγάρια του `Αρη.
Η δημοσιότητα και η δημοφιλία των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ ήταν τόση, ώστε η λέξη «λιλιπούτειος» μπήκε σε πολλές γλώσσες (και στην ελληνική) ως επίθετο που σημαίνει «πολύ μικρός» ή «λεπτεπίλεπτος». Υπάρχει ακόμα και μια μάρκα μικρών πούρων που ονομάζεται Lilliput. Επίσης, υπάρχει μια σειρά συλλεκτικών μοντέλων σπιτιών με το όνομα "Lilliput Lane" (σε ελεύθερη μετάφραση «οδός Λιλιπούτ»). Το μικρότερο μέγεθος στελέχους λαμπτήρα (5 χιλιοστά σε διάμετρο) στη σειρά των βιδωτών του Έντισον (Edison screw series) αποκλήθηκε "Lilliput Edison screw". Στα ολλανδικά η λέξη Lilliputter χρησιμοποιείται για ενήλικες που έχουν ύψος μικρότερο του 1,30 m. Από την άλλη πλευρά, η λέξη Brobdingnagian εμφανίζεται στο αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης ως συνώνυμο του «πολύ μεγάλος» ή «γιγαντιαίος».
Παρόμοια, ο όρος yahoo απαντάται συχνά ως συνώνυμο του «μαχαιροβγάλτης» ή «μπράβος».
Στην αρχιτεκτονική υπολογιστών οι όροι big-endian and little-endian περιγράφουν δύο δυνατούς τρόπους καταγραφής των μπάιτς στη μνήμη. Αυτοί οι όροι προήλθαν από μία από τις σατιρικές διαμάχες στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, κατά την οποία δύο αντιμαχόμενες θρησκευτικές παρατάξεις των Λιλιπούτειων είναι αυτοί που προτιμούν να χτυπούν για να σπάσουν τα μελάτα αυγά τους στην πιο μυτερή άκρη (little end) και αυτοί που προτιμούν να τα χτυπούν στην πλατύτερη άκρη (τη βάση), που είναι το "big end".



Επιδράσεις σε άλλα έργα

Πολλές «συνέχειες» ακολούθησαν την αρχική έκδοση των Ταξιδιών. Η παλαιότερη ήταν το ανωνυμογράφημα Αναμνήσεις της αυλής της Λιλιπούτ (Memoirs of the Court of Lilliput) που εκδόθηκε το 1727 και επεκτείνει πάνω στην αφήγηση της παραμονής των Γκιούλιβερ στη Λιλιπούτ και στη Blefuscu, προσθέτοντας αρκετά «κουτσομπολίστικα» περί σκανδαλωδών επεισοδίων στη Λιλιπούτεια αυλή.
Ο αββάς Πιερ Ντεφονταίν, ο πρώτος μεταφραστής του έργου στη γαλλική γλώσσα, έγραψε και μία συνέχεια, το Le Nouveau Gulliver ou Voyages de Jean Gulliver, fils du capitaine Lemuel Gulliver (= Ο νέος Γκιούλιβερ, ή τα ταξίδια του Τζων Γκιούλιβερ, γιου του Πλοιάρχου Λεμουέλ Γκιούλιβερ), που δημοσιεύθηκε το 1730. Στο έργο αυτό ο γιος του Γκιούλιβερ ζει διάφορες φανταστικές, σατιρικές περιπέτειες.
Ο Σοβιετικός (Ουκρανός) συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Βλαντιμίρ Σαβτσένκο δημοσίευσε Το πέμπτο ταξίδι του Γκιούλιβερ - Το ταξίδι του Λεμουέλ Γκιούλιβερ, πρώτα ιατρού και μετά πλοιάρχου αρκετών πλοίων, στη Γη των Τικιτάκ (ρωσικά: Пятое путешествие Гулливера - Путешествие Лемюэля Гулливера, сначала хирурга, а потом капитана нескольких кораблей, в страну тикитаков‎), μια συνέχεια στο αρχικό έργο, στην οποία ο ρόλος του Γκιούλιβερ ως γιατρού είναι πιο φανερός. Οι Τικιτάκ είναι άνθρωποι που ενίουν τον χυμό ενός ιθαγενούς καρπού για να κάνουν το δέρμα τους διάφανο, καθώς θεωρούν τους ανθρώπους με συνηθισμένο, αδιαφανές δέρμα κρυψίνοες και άσχημους.
Η ταινία κινούμενων σχεδίων του 1965 Τα διαστημικά ταξίδια του Γκιούλιβερ παρουσιάζει ένα γερασμένο Γκιούλιβερ να συμμετέχει σε ένα διαστημικό ταξίδι μαζί με ένα αγόρι, έναν κόρακα, ένα μολυβένιο στρατιωτάκι που μιλά και ένα σκύλο.
Ο Αμερικανός γιατρός Τζων Πωλ Μπρέιντυ (John Paul Brady) δημοσίευσε το 1987 το βιβλίο `Ενα ταξίδι στην Ινισνήφα: Μια αφήγηση από πρώτο χέρι του πέμπτου ταξιδιού του Λεμουέλ Γκιούλιβερ (A Voyage to Inishneefa: A First-hand Account of the Fifth Voyage of Lemuel Gulliver), μια παρωδία της ιρλανδικής ιστορίας με τον τρόπο του Σουίφτ.
Το 1998 ο Αργεντινός συγγραφέας Edgar Brau δημοσίευσε το El último Viaje del capitán Lemuel Gulliver (= Το τελευταίο ταξίδι του Πλοιάρχου Λεμουέλ Γκιούλιβερ), ένα μυθιστόρημα στο οποίο ο ήρωας του Σουίφτ παρουσιάζεται σε ένα φανταστικό πέμπτο ταξίδι, αυτή τη φορά στον ποταμό Λα Πλάτα. Σατιρίζει ήθη και έθιμα της σύγχρονης κοινωνίας, περιλαμβάνοντας τον αθλητισμό, την τηλεόραση, την πολιτική, κ.ά.. Για να δικαιολογήσει την παρωδία, η αφήγηση τοποθετείται χρονικά αμέσως μετά το τελευταίο ταξίδι που έγραψε ο Σουίφτ (για την ακρίβεια στα 1722) και το λογοτεχνικό ύφος του πρωτοτύπου διατηρείται σε ολόκληρη την ιστορία.

Το διήγημα του Φίλιπ Ντικ Prize Ship (1954) αναφέρεται χαλαρά στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ
Η κωμική σειρά του ραδιοφώνου του BBC (BBC Radio 4) Brian Gulliver's Travels του Μπιλ Ντερ είναι μία σάτιρα για έναν παρουσιαστή ταξιδιωτικών ντοκιμαντέρ, τον Μπράιαν Γκιούλιβερ, ο οποίος αφηγείται τις περιπέτειές του στην άγνωστη ήπειρο της Κλαφενίας. Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ ήταν το μοναδικό βιβλίο που διάβασε ο Ντερ όταν ήταν στο πανεπιστήμιο

Εξώφυλλο κόμικ του Lilian Chesney.

Μουσική

Το συγκρότημα Soufferance βάσισε το άλμπουμ του (του 2010) στο βιβλίο και το τιτλοφόρησε Travels Into Several Remote Nations of the Mind


Gulliver's Travels (1939) - Full Movie

Κινηματογράφος, τηλεόραση και ραδιόφωνο

Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ έχουν μεταφερθεί επανειλημμένα στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Κάποιες από τις μεταφορές αυτές είναι:
Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ (1939): Κλασική ταινία του Max Fleischer για τις περιπέτειες του Γκιούλιβερ στη Λιλιπούτ.
Οι τρεις κόσμοι του Γκιούλιβερ (1960): μια χαλαρή προσαρμογή με τον ηθοποιό Κέργουιν Μάθιους και εφέ από τον Ρέι Χαρρυχάουζεν.
Συνηγορία για έναν πρωτάρη δήμιο (1970): Σατιρική ταινία του Τσέχου Pavel Juráček, βασισμένη στο Μέρος Γ των Ταξιδιών, που σατιρίζει έμμεσα την κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία κι έτσι «μπήκε στο ράφι» σύντομα μετά την κυκλοφορία της.
Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ (1977): Ταινία με ηθοποιούς και κινούμενα σχέδια με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Χάρις.
Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ (1996): Τηλεοπτική μίνι-σειρά σε 2 μέρη με ειδικά εφέ και πρωταγωνιστές τους Τεντ Ντάνσον και Mary Steenburgen, αλλά και γνωστούς κινηματογραφικούς ηθοποιούς σε μικρούς ρόλους.

Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ (2010): Εκσυγχρονισμένη εκδοχή των περιπετειών του Γκιούλιβερ στη Λιλιπούτ, με πρωταγωνιστή τον Τζακ Μπλακ.
https://el.wikipedia.org/


Στοχασμοί του Τζόναθαν Σουίφτ


❂ Δεν ευθύνομαι μπροστά στον Θεό για τις αμφιβολίες που γεννήθηκαν στην ψυχή μου, γιατί αυτές οι αμφιβολίες είναι η συνέπεια εκείνης της νόησης που ο Ίδιος μου έδωσε.
❂ Ο λόγος που ελάχιστοι γάμοι είναι ευτυχισμένοι οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες περνούν τον καιρό τους πλέκοντας δίχτυα κι όχι φτιάχνοντας κλουβιά
 Έχουμε αρκετή θρησκεία για να μας κάνει να μισούμε, αλλά όχι αρκετή για να μας κάνει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.
❂ Φαίνεται πως η θρησκεία με την ηλικία ξαναμωραίνεται και τώρα όπως και στην παιδική ηλικία χρειάζεται να την τρέφουμε με θαύματα.
❂ Η πιο ελκυστική διασκέδαση των ανδρών, των παιδιών και υπόλοιπων άγριων ζώων είναι ο καυγάς….
❂ Παράξενο αλλά και ολοφάνερο είναι πως οι ποιητές παίρνουν όλη τη δόξα και όχι οι ήρωες τον έργων τους. Θαυμάζουμε περισσότερο τον Όμηρο και Βιργίλιο και όχι τον Αχιλλέα και Έννιο. Με τους ιστορικούς γίνεται το αντίθετο: μας συγκινούν και συναρπάζουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, αλλά οι συγγραφείς μένουν στη σκιά.
❂ Κόμμα: η τρέλα πολλών για το κέρδος ολίγων.
❂ Εάν στους ουρανούς εκτιμούσαν τα πλούτη ως αξία, δε θα τα έδιναν στους παλιάνθρωπους.
❂ Όταν πάνω στη γη εμφανίζεται μια μεγαλοφυΐα, αναγνωρίζεται από το ποσοστό των ξεροκέφαλων που ενώνονται για να την πολεμήσουν.
❂ Οι σοφοί άνθρωποι κρύβουν την εξυπνάδα τους πολύ πιο επιμελώς παρά την ανοησία τους.
❂ Η σάτιρα είναι ένας καθρέφτης που ο καθένας βλέπει οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από το δικό του.
❂ Η συκοφαντία συνήθως χτυπάει τους άξιους ανθρώπους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται επάνω στα καλύτερα φρούτα.
❂ Εκείνος που ποτέ, σε τίποτα δε βασίζεται, ποτέ δε θα είναι απογοητευμένος.Ο καθένας που μπορεί να φυτρώσει δυο στάχυα εκεί που φύτρωνε μόνο ένα προσέφερε μεγαλύτερη υπηρεσία στην ανθρωπότητα και έχει μεγαλύτερη αξία για τη χώρα του παρά ολόκληρη φάρα των πολιτικών.








Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Τζιάκομο Πουτσίνι (22 Δεκεμβρίου 1858 - 29 Νοεμβρίου 1924)


Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο χαρακτήρισε τον Τζιάκομο Πουτσίνι «διάδοχο» του Τζιουζέπε Βέρντι. Ακόμη και αν με αυτόν τον τρόπο εκδήλωσε τον θαυμασμό του για το έργο του, μάλλον τον αδικούσε. Γιατί ο Τζιάκομο Πουτσίνι δεν ήταν διάδοχος κανενός. Ηταν ο ένας και μοναδικός Πουτσίνι που συνέθεσε σε μια εντελώς προσωπική γλώσσα, που σφράγισε με τη μουσική δημιουργία του την πρώτη εικοσαετία και κατά συνέπεια ολόκληρο τον 20ό αιώνα, που δεν μιμήθηκε αλλά βρήκε δεκάδες μιμητές. Ηταν ο Πουτσίνι που απογείωσε το μουσικό κίνημα του βερισμού (=ρεαλισμός, μεγαλύτερη έμφαση στη δραματικότητα, στην ένταση των συναισθημάτων παρά στο ευγενές, αψεγάδιαστο τραγούδι) δημιουργώντας όπερες που ξεσηκώνουν ακόμη το κοινό στα θέατρα όλου του κόσμου.

Γόνος οικογένειας μουσικών, γεννήθηκε στη Λούκα της Ιταλίας το 1858. Εχασε τον πατέρα του σε ηλικία 5 ετών, ήταν όμως το περιβάλλον που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του εκείνο που τον ανέθρεψε, αφού οι μαθητές τού πατέρα του ανέλαβαν τη (μουσική) μόρφωσή του. Ο Πουτσίνι σε ηλικία μόλις 14 ετών εργαζόταν ως οργανίστας σε εκκλησίες της ιδιαίτερης πατρίδας του, ενώ πολύ γρήγορα άρχισε να ασχολείται και με τη σύνθεση. Αφού τελειοποίησε την εκπαίδευσή του στο Μιλάνο (φοιτώντας δίπλα και στον συνθέτη της «Τζιοκόντα» Αμιλκάρε Πονκιέλι), έκανε την πρώτη εμφάνισή του ως συνθέτης όπερας.
Το μελόδραμα «Le Villi» (βασισμένο στον ίδιο θρύλο που βασίζεται και το φημισμένο μπαλέτο του Αντάμ «Ζιζέλ») προκάλεσε το ενδιαφέρον του μεγαλύτερου εκδότη μουσικών κειμένων της εποχής, του Τζούλιο Ρικόρντι. Στη συνέχεια η όπερά του με τον τίτλο «Εντγκαρ» που παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου το 1889 έγινε δεκτή μάλλον ψυχρά. Δεν είχε φθάσει ακόμη η μεγάλη στιγμή της επαγγελματικής καταξίωσης, είχε όμως φθάσει η στιγμή για τη δημιουργία οικογένειας, έστω και... παράνομης. Η σχέση του με την Ελβίρα Τζεμινιάνι του χάρισε ένα γιο το 1886, νομιμοποιήθηκε όμως μόνο το 1904 που ο σύζυγος της Ελβίρας πέθανε. Ο γάμος του Πουτσίνι με την αγαπημένη του επρόκειτο να είναι ο μοναδικός της ζωής του, αλλά και να εξελιχθεί σε πηγή δυστυχίας για τον συνθέτη λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Ελβίρα και της παθολογικής ζήλιας της.

Τα πρώτα σύννεφα στην προσωπική του ζωή δεν είχαν φανεί ακόμη. Αντιθέτως, ο ήλιος της τέχνης του έλαμψε ξαφνικά με τόση δύναμη που τύφλωσε όλη την Ευρώπη. Η παρουσίαση της όπεράς του «Μανόν Λεσκό» (Τουρίνο, 1893) ήταν ένας από εκείνους τους θριάμβους που κάθε συνθέτης ονειρεύεται να ζήσει. Ηταν επίσης η όπερα για τη δημιουργία της οποίας πρωτοσυνεργάστηκε με τους περίφημους λιμπρετίστες Τζιουζέπε Τζιακόζα και Λουίτζι Ιλικα, οι οποίοι στη συνέχεια συνέγραψαν τα λιμπρέτα των δημοφιλέστερων μελοδραμάτων του, της «Μποέμ» (1896), της «Τόσκα» (1900) και της «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» (1904).

Ελάχιστες οι δυσκολίες, τεράστιες οι επιτυχίες... Και ξαφνικά η τραγωδία: τον Ιανουάριο του 1909 η υπηρέτριά του Ντόρια Μανφρέντι αυτοκτονεί, όταν η Ελβίρα Πουτσίνι την κατηγορεί για παράνομες σχέσεις με τον άντρα της. Η οικογένεια της άτυχης νέας καταφέρεται δικαστικώς κατά της Ελβίρας, θεωρώντας την παθολογική ζήλια της αποκλειστικό υπαίτιο της τραγωδίας. Η ζωή του Πουτσίνι γίνεται κίτρινο ανάγνωσμα στον Τύπο. Εκείνος φεύγει από το σπίτι του και σκέφτεται να ζητήσει διαζύγιο. Τελικά όμως συμπαρίσταται στη σύζυγό του και η όλη υπόθεση κλείνει με συμβιβασμό.
Στο μεταξύ η επαγγελματική πορεία του εξακολουθεί να είναι επιτυχής. Η πρεμιέρα της όπεράς του «Το κορίτσι της Δύσης» (Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, 1910) είναι θρίαμβος. Το χαριτωμένο «Χελιδόνι» (Μόντε Κάρλο, 1917) που ακολούθησε μπορεί να μη γνώρισε παρόμοια υποδοχή, το «Τρίπτυχο» όμως (Νέα Υόρκη, 1918) εντυπωσίασε με την ένταση, τη δραματικότητα και τη μουσική ποικιλία του. Ο Πουτσίνι ήταν πλέον ένας ζωντανός μύθος της μουσικής.
Στα τέλη του 1923 εκδηλώθηκε στον συνθέτη καρκίνος του λάρυγγα. Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωνε την όπερα που στη συνέχεια θεωρήθηκε ένα από τα αριστουργήματά του, την «Τουραντότ». Ο θάνατός του στις 29 Νοεμβρίου 1924 (επιπλοκές στην καρδιά κατά τη διάρκεια εγχείρησης) άφησε το έργο ημιτελές. Ετσι ημιτελής παρουσιάστηκε η «Τουραντότ» στη Σκάλα του Μιλάνου, στις 25 Απριλίου 1926, υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Αργότερα παρουσιάστηκε και με το φινάλε που συνέθεσε βασισμένος στις σημειώσεις του δασκάλου του ο μαθητής τού Πουτσίνι, Φράνκο Αλφάνο. (Λεπτομέρεια: Οι τελευταίες σελίδες της «Τουραντότ» που συνέθεσε ο Πουτσίνι ήταν εκείνες του σπαρακτικού θανάτου της Λιού, μιας σκλάβας που ήξερε να αγαπάει και που αυτοκτόνησε από αγάπη. Πολλοί μελετητές του έργου του κορυφαίου συνθέτη έχουν συνδέσει τη δημιουργία από τον συνθέτη της Λιού με την τραγική υπηρέτριά του, την Ντόρια Μανφρέντι.) http://www.tovima.gr/

Aleardo Βίλα (1865 - 1906), Πορτραίτο του Giacomo Puccini, λάδι σε μουσαμά, ιδιωτική συλλογή.


i.Τόσκα

Η "Τόσκα" είναι δράμα σε τρεις πράξεις που συνέγραψε ο Βικτοριέν Σαρντού.
Η υπόθεση (σκηνή) του έργου φέρεται να διαδραματίζεται περί το 1800. Ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι, εραστής της διάσημης αοιδού Τόσκα, φερόμενος ότι παρείχε άσυλο σε κάποιον καταδιωκόμενο κατά διαταγή του Διευθυντή της Αστυνομίας Σκάρπια συλλαμβάνεται και ρίχνεται στη φυλακή μέχρι την εις θάνατο καταδίκη του. Την παραμονή της εκτέλεσης η Τόσκα εκλιπαρεί τον διοικητή της Αστυνομίας για να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνος την διαβεβαιώνει πως τα όπλα των ανδρών του εκτελεστικού θα γεμίζονταν απλώς με πυρίτιδα αντί σφαιρών με την προϋπόθεση να του δοθεί. Εκείνη υποκρινόμενη ότι δέχεται την πρόταση και μόλις εξασφαλίζει την έγγραφη άδεια εξόδου που θα εξασφάλιζε και τη φυγή της με τον Μάριο φονεύει με ένα εγχειρίδιο τον Σκάρπια.
Τελικά όμως ο Μάριο κατά την εκτέλεση πέφτει νεκρός από τα αληθινά πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος και η Τόσκα έξαλλη και απελπισμένη πέφτει στον Τίβερη.
Το δράμα αυτό όταν πρωτοανέβηκε στη θεατρική σκηνή προκάλεσε μεγάλη εντύπωση. Ειδικά όμως υπό την ηθοποιία της Σάρα Μπερνάρ το έργο "Τόσκα" βρήκε μια τέλεια ερμηνεύτρια του ρόλου.

Διαφημιστική αφίσα για την «Τόσκα» του Πουτσίνι

Όπερα " Τόσκα "

Με βάση το δράμα του Σαρντού οι Τζακόζα και Ίλικα έγραψαν το λιμπρέτο και ο Τζάκομο Πουτσίνι συνέθεσε την μουσική της όπερας "Τόσκα", επίσης σε τρεις πράξεις, η οποία ανέβηκε για πρώτη φορά στην Οπερά Κομίκ στο Παρίσι στις 13 Οκτωβρίου του 1903. Πολύ αργότερα ως εξαιρετική ερμηνεύτρια του πρωταγωνιστικού ρόλου αναδείχθηκε η Ελληνίδα Μαρία Κάλλας.
Από το θέατρο στην όπερα
Η «Τόσκα» υπήρξε μια μεγάλη θεατρική επιτυχία σε όλη την Ευρώπη. Ο Πουτσίνι την είχε δει δυο φορές, μια στο Μιλάνο και μια στο Τουρίνο. Στις 7 Μαϊου του 1889, έγραψε γράμμα στον εκδότη του Τζούλιο Ρικόρντι, ικετεύοντας τον να πάρει την άδεια του Βικτοριέν Σαρντού για να την κάνει όπερα. Έγραφε σχετικά: «Βλέπω στην "Τόσκα" την όπερα που χρειάζομαι, χωρίς υπέρμετρες διαστάσεις, χωρίς περίτεχνο θέαμα και που δεν θα ζητήσει την υπερβολική έκταση της μουσικής». Όμως παρόλο που ο Σαρντού συμφώνησε με τον ατζέντη που έστειλε ο Ρικόρντι, μια προσβλητική γνώμη του πρώτου για τον Πουτσίνι καθυστέρησε αρκετά την συγγραφή της όπερας σε λιμπρέτο Λουίτζι Ιλίκα που πέρασε για κάποιο διάστημα στα χέρια του Αλμπέρτο Φραντσέτι, πριν καταλήξει πάλι στα χέρια του ενδιαφερόμενου Πουτσίνι.



ii. Λα Μποέμ

Το κοστούμι της Μιμής για την 1η πράξη,
 όπως σχεδιάστηκε
 από τον Adolf Hohenstein
για την παγκόσμια πρεμιέρα

Μποέμ (πρωτότυπος τίτλος La Bohème) είναι ο τίτλος όπερας τεσσάρων πράξεων του Τζάκομο Πουτσίνι σε λιμπρέτο των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Ανρί Μιρζέρ"Σκηνές από την Μποέμικη ζωή" (γαλλ. Scènes de la Vie de Bohème). Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου του 1896, υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Θεωρείται μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του Πουτσίνι και χαρακτηριστικότερο σημείο της είναι η άρια του τενόρου της πρώτης πράξης.

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στο Παρίσι περίπου το 1830.
Τέσσερις φίλοι, ο ποιητής Ροδόλφος, ο μουσικός Σωνάρ, ο φιλόσοφος Κολίν και ο ζωγράφος Μαρτσέλο, παρόλη τη φτώχεια τους ζουν αμέριμνοι σε μια φτωχή σοφίτα. Στη σοφίτα του αχώριστου κουαρτέτου, ο Μαρτσέλο προσπαθώντας να ζεσταθεί παίρνει ένα χειρόγραφο και το ρίχνει στη φωτιά ενώ ο Ροδόλφος προσπαθεί να γράψει. Μπαίνει ο Κολίν και πίσω του έρχεται ο Σωνάρ, με φαγώσιμα, κρασί, ξύλα και χρήματα.
Οι τέσσερις φίλοι αρχίζουν με κέφι το γλέντι τους, μα σε λίγο τους διακόπτει ο σπιτονοικοκύρης που ζητάει το νοίκι. Βλέποντας τα χρήματα πάνω στο τραπέζι παίρνει και αυτός μέρος στο γλέντι. Τελικά οι τρεις φίλοι φεύγουν για το Καφέ-Μομύς και μένει μονάχος ο Ροδόλφος. Αμέσως μετά ο Ροδόλφος άκουσε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ένα νέο κορίτσι, η Μιμή, μία γειτονοπούλα που ζητούσε να ανάψει το κερί της. Καθώς μπαίνει μέσα την πιάνει ένας δυνατός βήχας και πέφτει λιπόθυμη, μέχρι που τη συνεφέρει ο Ροδόλφος. Η Μιμή φεύγει αλλά διαπιστώνει πως έχει χάσει το κλειδί της. Καθώς γυρίζει να ψάξει να το βρει, σβήνει το κερί της. Σβήνει και το κερί του Ροδόλφου. Ο Ροδόλφος βρίσκει το κλειδί αλλά το κρύβει στην τσέπη του και προσποιείται ότι συνεχίζει το ψάξιμο. Ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά συναντιώνται και ο Ροδόλφος λέει στη Μιμή το όνομά του και την ενθαρρύνει να του μιλήσει για τον εαυτό της. Εκείνη του λέει πόσο θα προτιμούσε να ζει στην εξοχή που είναι γεμάτη λουλούδια. Ο Ροδόλφος, συγκινημένος από την αθωότητά της, μαγεύεται ολότελα από την ομορφιά και τη χάρη της.
Η Μιμή παρακαλεί τον Ροδόλφο να πάνε μαζί να βρούνε τους φίλους του και πράγματι πηγαίνουν στο Καφέ-Μομύς, όπου συναντούν τους άλλους τρεις. Ξαφνικά ακούγονται χαρούμενες φωνές από τις πωλήτριες των καταστημάτων και σε λίγο εμφανίζεται η Μιζέτα, άλλοτε ερωμένη του Μαρτσέλο, η οποία τώρα ζει με τον γέρο και πλούσιο Αλτσιντόρο. Η Μιζέτα προφασίζεται πως την πληγώνει το παπούτσι της και στέλνει τον Αλτσιντόρο να της το φτιάξει. Εκείνη τρέχει στον Μαρτσέλο και τα ξαναφτιάχνουν. Η συντροφιά, ακούγοντας μακρινούς ήχους μουσικής, φεύγει σηκώνοντας με κέφι την ξυπόλητη Μιζέτα στους ώμους.
Αργότερα ο Μαρτσέλο και η Μιζέτα βρίσκονται σε μια ταβέρνα. Ο Μαρτσέλο έχει εγκαταλείψει την τέχνη του για να κάνει επιγραφές ενώ η Μιζέτα δίνει μαθήματα τραγουδιού. Στο μεταξύ ο Ροδόλφος κάνει δυστυχισμένη τη Μιμή με τις ζήλειες του και τους καυγάδες του. Η Μιμή έρχεται να ζητήσει βοήθεια από τον Μαρτσέλο. Καθώς του μιλάει για τα βάσανά της, ακούει τον Ροδόλφο να πλησιάζει. Για να μην τη δει, εκείνη κρύβεται κάπου. Ο Ροδόλφος λέει στον Μαρτσέλο πως θέλει να παρατήσει τη Μιμή γιατί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να καυγαδίζουν. Όμως ένας βήχας που ξεσπά, προδίδει την κρυψώνα της Μιμής. Ο Ροδόλφος βλέποντας την ομορφιά της μετανιώνει και τρέχει κοντά της αλλά εκείνη το σκάει.
Κατόπιν ο Μαρτσέλο πιάνει τη Μιζέτα να φλερτάρει με έναν άλλο και χωρίζουν. Όμως τόσο ο Μαρτσέλο όσο και ο Ροδόλφος σκέφτονται ακόμα τη Μιζέτα και τη Μιμή αντίστοιχα. Λίγο καιρό αργότερα, παρουσιάζεται η Μιζέτα φέρνοντας μαζί της τη Μιμή, που είναι πολύ άρρωστη. Ο Ροδόλφος αγκαλιάζει τη Μιμή του αλλά δεν μπορεί να τη βοηθήσει γιατί δεν έχει χρήματα. Η Μιζέτα βγάζει τα σκουλαρίκια και αποφασίζει να τα πουλήσει. Αμέσως αγοράζει μία γούνα για να ζεστάνει τη Μιμή. Ο Κολίν, συγκινημένος από τον αλτρουϊσμό της Μιζέτας, πηγαίνει να πουλήσει το πανωφόρι του για να αγοράσει μερικές λιχουδιές για τη Μιμή. Ο Ροδόλφος και η Μιμή μένουν μόνοι.
Οι φίλοι ξαναγυρίζουν με φάρμακα και άλλα δώρα και την πείθουν πως είναι από τον Ροδόλφο. Η Μιμή κλείνει τα μάτια της και μοιάζει σαν να κοιμάται. Ο Μαρτσέλο πηγαίνει κοντά της και βλέπει πως είναι πεθαμένη. Φεύγει γεμάτος βαθιά λύπη. Ο Ροδόλφος, που κατάλαβε τι είχε συμβεί, τρέχει και ρίχνεται στο κρεβάτι ξεσπώντας με απόγνωση σε λυγνούς και φωνάζοντας "Μιμή, Μιμή!".



iii.Μαντάμα Μπατερφλάι

 Η υψίφωνος Τζεραλντίν Φαράρ ως Μπατερφλάι - Νέα Υόρκη, 1907

Η Μαντάμα Μπατερφλάι (Madama Butterfly) είναι όπερα σε τρεις πράξεις του Ιταλού συνθέτηΤζάκομο Πουτσίνι, θεωρούμενη ως ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του οπερατικού ρεπερτορίου. Το λιμπρέτο γράφτηκε από τους Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα.
Η όπερα αφηγείται την τραγική πορεία προς την αυτοκτονία μιας Γιαπωνέζας έφηβης γκέισας που αποκαλείται χαϊδευτικά Μπατερφλάι (πεταλούδα). Αυτή έχει παντρευτεί έναν Αμερικανό αξιωματικό, πιστεύοντας στις εφήμερες ερωτικές υποσχέσεις του. Σύντομα ο Αμερικανός την εγκαταλείπει, αλλά θα επιστρέψει μετά από τρία χρόνια και θα ζητήσει να πάρει το παιδί που απέκτησαν. Τότε στην Μπατερφλάι απομένει μόνο μία αξιοπρεπής επιλογή: το χαρακίρι.
Στα τέλη του 19ου αι. η Αμερικανίδα Τζένι Κόρελ Λονγκ έζησε για λίγο στην Ιαπωνία συνοδεύοντας το σύζυγό της, ένα μεθοδιστή ιεραπόστολο. Όσα αφηγήθηκε μετά την επιστροφή της στις ΗΠΑ, ενέπνευσαν στον αδελφό της Τζον Λούθερ Λονγκ κάποιες νουβέλες που δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στο περιοδικό Century. Μία από αυτές, η «Madame Butterfly», μεταφέρθηκε στο θέατρο το 1900.
Ο Πουτσίνι πιθανά παρακολούθησε την παράσταση στο Λονδίνο και εντυπωσιασμένος ζήτησε από τους Ίλικα - Τζακόζα να γράψουν ένα λιμπρέτο βασισμένο στην ιστορία της. Παράλληλα μελέτησε κι ο ίδιος τον ιαπωνικό πολιτισμό, προσπαθώντας να αποδώσει όσο το δυνατόν ακριβέστερα το κλίμα και τους χαρακτήρες - πράγμα που κατάφερε παρά κάποια λαθάκια, όπως για παράδειγμα ότι τοποθετεί ένα βουδιστή μοναχό και μια επίσης βουδίστρια υπηρέτρια να επικαλούνται (σε διαφορετικές στιγμές) σιντοϊστικές θεότητες. Φαίνεται ακόμα ότι προσέθεσε στοιχεία από άλλο ένα ευρωπαϊκό έργο που εκτυλίσσεται στη μακρινή χώρα, τη Madame Chrysanthème του Γάλλου Πιερ Λοτί.
Η όπερα έκανε πρεμιέρα ως δίπρακτη το Φλεβάρη του 1904 στη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά μολονότι συμμετείχαν οι κορυφαίοι ερμηνευτές της Ιταλίας, γνώρισε πολύ χλιαρή υποδοχή. Ο συνθέτης προέβη σε ριζικές αλλαγές και παρουσίασε μια νέα τρίπρακτη εκδοχή τρεις μήνες αργότερα στην Μπρέσια, η οποία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Παρόλα αυτά συνέχισε να υποβάλλει το έργο σε διαρκείς αναθεωρήσεις, μέχρι που κατέληξε στην οριστική μορφή του (1907).



Υπόθεση 

Τόπος: Ναγκασάκι
Χρόνος: 1904
Πράξη Α'

Δυο άντρες επιθεωρούν μια έπαυλη στο Ναγκασάκι, περιμένοντας να ξεκινήσει μια γαμήλια τελετή. Ο ένας είναι ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος της κανονιοφόρου Αβραάμ Λίνκολν του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, η οποία σταθμεύει στο λιμάνι της πόλης. Ο δεύτερος είναι ο Γκόρο, επαγγελματίας προξενητής, στον οποίο προσέφυγε ο Πίνκερτον για βρει σύζυγο. Αυτός όχι μόνο του έχει βρει γυναίκα, τη δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν ή Μπατερφλάι (Πεταλούδα), αλλά σύμφωνα με την παράδοση έχει ετοιμάσει όλο το νοικοκυριό των μελλονύμφων: βρήκε σπίτι και υπηρετικό προσωπικό, κανόνισε τις διατυπώσεις κτλ.
Πρώτος φτάνει ο Αμερικανός διπλωμάτης Σάρπλες, στον οποίο ο Πίνκερτον εκμυστηρεύεται (υπό τους ήχους της Αστερόεσσας) ότι ως Γιάνκης, δεν ικανοποιείται εάν δεν δρέψει τα λουλούδια κάθε ακτής και τον έρωτα κάθε όμορφου κοριτσιού. Αυτό σημαίνει πως δεν σκοπεύει να μείνει για πολύ καιρό παντρεμένος - έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με την ιαπωνική νομοθεσία ο γάμος διαρκεί για 999 έτη, αλλά ο άνδρας έχει δικαίωμα να τον ακυρώσει στην αρχή κάθε μήνα. Ο Σάρπλες εκπροσωπεί τη φωνή της λογικής και του ζητά να μην προχωρήσει στο γάμο εάν έχει τέτοιο σκοπό, αλλά ο καιροσκόπος Πίκερτον αδιαφορεί.
Σε λίγη ώρα καταφθάνει η γαμήλια πομπή: η νύφη με τους συγγενείς και τους φίλους της, ο αυτοκρατορικός επίτροπος, ο ληξίαρχος και άλλοι καλεσμένοι. Από τα λόγια της είναι φανερό πως η Μπατερφλάι έχει ερωτευθεί τον Πίνκερτον, έφτασε μάλιστα στο σημείο να γίνει κρυφά χριστιανή για χάρη του, διακινδυνεύοντας την απόρριψη των δικών της εάν μαθευτεί.
Σύντομα η τελετή ολοκληρώνεται και αρχίζουν οι προπόσεις. Όμως η ευθυμία θα διακοπεί από τον Μπόνζο (βουδιστής μοναχός), θείο της νύφης που ήταν απών από το γάμο. Αυτός εισβάλει στο σπίτι και αποκαλύπτει ότι είδε την Μπατερφλάι να επισκέπτεται τη χριστιανική ιεραποστολή. Οργισμένη, όλη η οικογένεια της νύφης την αποκηρύσσει και φεύγει. Η μόνη που δείχνει να το ξανασκέφτεται είναι η μητέρα της, αλλά τελικά παρασύρεται κι αυτή από το γενικότερο κλίμα.
Καθώς νυχτώνει ο Πίκερτον μαλακώνει τον πόνο της Μπατερφλάι, λέγοντάς της ότι δεν έχασε τίποτα σπουδαίο μπρος σε αυτά που κέρδισε. Ευτυχισμένη η κοπέλα οδηγείται στην κρεβατοκάμαρα, όπου παραδίδεται στο ερωτικό κάλεσμα του συζύγου της.



Πράξη Β'

Η Σουζούκι προτρέπει την κυρία της να ξεχάσει τον Αμερικανό, αυτή όμως είναι πεπεισμένη ότι κάποτε θα επιστρέψει, παίρνοντας στα σοβαρά την υπόσχεσή του ότι θα γυρίσει όταν οι κοκκινολαίμηδες χτίζουν τις φωλιές τους. Γι' αυτό το λόγο αποκρούει τις επανειλημμένες προτάσεις του πρίγκιπα Γιαμαντόρι, με τον οποίο προσπαθεί να την παντρέψει ο Γκόρο.Τρία χρόνια μετά το γάμο, στο σπίτι συναντά κανείς μόνο θλίψη και φτώχεια. Ο Πίκερτον έχει φύγει μαζί με το πλοίο του, αφήνοντας την Μπατερφλάι αποκηρυγμένη απ' τους συγγενείς της, μόνη με την υπηρέτρια Σουζούκι και ένα μωρό-καρπό εκείνης της πρώτης και μοναδικής βραδιάς, τον Ντολόρε (η ιταλική λέξη για τον πόνο).
Ένα πρωί η πίστη της μοιάζει να δικαιώνεται: ο Σάρπλες την ενημερώνει για μια επιστολήτου Πίκερτον που έφτασε στο προξενείο, ότι βρίσκεται εν πλω για το Ναγκασάκι! Η ξαφνική χαρά όμως γίνεται γρήγορα φόβος, όταν ο Σάρπλες προειδοποιεί πως το περιεχόμενο του γράμματος δεν είναι ευχάριστο, γι' αυτό καλύτερα να παντρευτεί τον πρίγκιπα. Θυμωμένη η Μπατερφλάι αποχωρεί πριν ακούσει τη συνέχεια και επιστρέφει με το γιο της, για τον οποίο δεν γνώριζε ούτε ο πρόξενος ούτε ο πατέρας. Είναι σίγουρη πως όταν τον δει ο Πίκερτον, όποιος κι αν είναι ο αρχικός σκοπός της επίσκεψης, τελικά θα γυρίσει στο γάμο τους.
Ο Σάρπλες φεύγει και ο Γκόρο κάνει μια τελευταία απόπειρα να την πείσει ότι έχει επιλέξει λάθος δρόμο, αλλά η Μπατερφλάι απειλεί ότι θα τον σκοτώσει με το σπαθί του νεκρού πατέρα της. Έχει λάβει πια την απόφασή της: Είτε θα ξανακερδίσει το σύζυγό της είτε θα πεθάνει.
Μια κανονιά από το λιμάνι αναγγέλλει ότι κάποιο πλοίο ετοιμάζεται να δέσει. Ενθουσιασμένη στην όψη της σημαίας των ΗΠΑ, η Μπατερφλάι φορά το νυφικό φόρεμά της, δίνει εντολή να στολιστεί το σπίτι και ετοιμάζεται να απολαύσει τους καρπούς της τρίχρονης αφοσίωσής της.



Πράξη Γ

Οι ώρες περνούν μα ο Πίκερτον είναι άφαντος. Το επόμενο πρωί, εξαντλημένη απ' την αγρύπνια της αναμονής, η Μπατερφλάι πέφτει για ύπνο. Λίγο αργότερα εμφανίζεται ο Πίκερτον μαζί με το Σάρπλες και μία άγνωστη γυναίκα: την Αμερικανίδα σύζυγό του (Κέητ). Τους υποδέχεται η Σουζούκι. Συντετριμμένος από την ανευθυνότητά του, ο Πίκερτον εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής του: Τον βασάνιζαν φοβερές τύψεις για τη μοναξιά της Μπατερφλάι και ερχόταν για να την πιέσει να ξαναπαντρευτεί. Όταν έμαθε όμως για το παιδί απ' τον πρόξενο, αυτός κι η Κέητ αποφάσισαν να το πάρουν μαζί τους στην Αμερική. Ήρθαν λοιπόν για να το ζητήσουν.
Για ακόμα μία φορά, ο Πίκερτον δεν τολμά να δείξει υπευθυνότητα και φεύγει απ' το σπίτι, ρίχνοντας τη διευθέτηση του ζητήματος στους ώμους του Σάρπλες. Εν τω μεταξύ η Μπατερφλάι έχει ξυπνήσει απ' τις φωνές και βγαίνει στον κήπο, όπου βρίσκονται ο πρόξενος με την Κέητ. Δεν αργεί να καταλάβει τις προθέσεις τους. Απαιτεί τότε να της το ζητήσει ο ίδιος ο Πίκερτον σε μισή ώρα.
Η Μπατερφλάι μπαίνει ξανά στο σπίτι. Ψύχραιμα ξεκρεμά το σπαθί του πατέρα της και διαβάζει την επιγραφή στη λεπίδα: «Πεθαίνει με τιμή αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τιμή». Είναι προφανές ότι σκέφτεται την αυτοκτονία - η Σουζούκι προσπαθεί να την αποτρέψει, φέρνοντάς της τον Ντολόρε. Η Μπατερφλάι πιάνει το παιδί, το τοποθετεί πάνω σε μια ψάθα και του δίνει μια αμερικανική σημαιούλα για να παίξει. Μετά αποσύρεται και κάνει χαρακίρι. Ετοιμοθάνατη περπατά ως το γιο της και ξεψυχά δίπλα του, ενώ ακούγεται από μακριά ο Πίκερτον (που έρχεται για να ζητήσει το παιδί) να την καλεί.





iv. Μανόν Λεσκώ


Η Μανόν Λεσκώ (Manon Lescaut) είναι όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι, εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Αββά Πρεβώ. Η όπερα έκανε πρεμειέρα το 1893 στο Τεάτρο Ρέτζιο του Τορίνου.
Η πλοκή εκτυλίσσεται στη Γαλλία και τη Λουιζιάνα στις αρχές του 18ου αιώνα, και κεντρικοί ήρωες είναι ο Ιππότης Des Grieux και η ερωμένη του Manon Lescaut. Ο Des Grieux προέρχεται από πλούσια οικογένεια ευγενών, αλλά απογοητεύει τον πατέρα του και χάνει τα δικαιώματα στην πατρική περιουσία όταν το σκάει με τη Μανόν. Στο Παρίσι οι δυο εραστές ζουν ευτυχισμένα, ενώ ο Des Grieux αγωνίζεται να ικανοποιήσει τα ακριβά γούστα της Μανόν. Δανείζεται χρήματα από τον φίλο του Tiberge και από απατεώνες χαρτοπαίκτες. Πολλές φορές τα χρήματα εξανεμίζονται, και η Μανόν αρχίζει να σκέφτεται να τον εγκαταλείψει για έναν πλουσιότερο άνδρα, καθώς δεν αντέχει τη σκέψη της φτωχής ζωής.

Οι δυο εραστές έχοντας μπλεξίματα με τη δικαιοσύνη, τελικά εξορίζονται στη Νέα Ορλεάνη, όπου η απουσία ταξικών διαφορών τους επιτρέπει να ζήσουν ήρεμα για ένα διάστημα. Αλλά όταν ο Des Grieux αποκαλύπτει ότι δεν είναι παντρεμένοι στον Κυβερνήτη και θέλει να παντρευτούν, ανοίγει την όρεξη του ανιψιού του κυβερνήτη ο οποίος διεκδικεί τη Μανόν. Στην απελπισία του ο Des Grieux προκαλεί τον ανιψιό του κυβερνήτη σε μονομαχία και τον αφήνει αναίσθητο. Νομίζοντας ότι τον έχει σκοτώσει και φοβούμενοι τα αντίποινα, το ζευγάρι διαφεύγει από την πόλη και περιπλανιέται στην άγρια Λουιζιάνα. Η Μανόν πεθαίνει από το κρύο και την εξάντληση το επόμενο πρωί, και ο Des Grieux επιστρέφει στη Γαλλία για να γίνει κληρικός αφού θάψει την αγαπημένη του.