Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

ΑΓΓΕΛΟΣ ΔΟΞΑΣ (1900 ή 1897 - 1985)

Ο Άγγελος Δόξας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Νικολάου Δρακουλίδη) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από τη Νομική και την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις ιατρικές σπουδές του στη Βιέννη και το Παρίσι. Στο Παρίσι παρακολούθησε και μαθήματα στην εκεί Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική και ασχολήθηκε με την ψυχανάλυση. Δημοσίευσε ιατρικά και ψυχολογικά δοκίμια και μελέτες και πήρε μέρος σε πολλά διεθνή ιατρικά συνέδρια. Πρόεδρος της Ελληνικής Αντιαφροδισιακής Εταιρείας (1935) και ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχοβιολογίας (1950), ο Δόξας ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία ήδη από νεαρή ηλικία. To 1915 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, που είχε τίτλο Άσπρες νύχτες. Το 1927 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Σπονδή στον άνεμο με πρόλογο του Κωστή Παλαμά. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, το θέατρο, το χρονογράφημα, τη λογοτεχνική μελέτη, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, το δοκίμιο και τη μετάφραση, από έργα των αρχαίων ελλήνων λυρικών, του Χάινε, ρώσων ποιητών κ.α. Το σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Δόξα κυριαρχείται από το πνεύμα του κοσμοπολιτισμού και του ερωτισμού. Πέθανε στην Αθήνα.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Πρώτα τραγούδια. 1912.
• Ρόδα και κρίνα. 1913.
• Ακτίνες και Σκιές. 1914.
• Άσπρες νύχτες. 1915.
• Τα γυμνά. 1921.
• Σπονδές στον άνεμο. 1927.
• Γκρίζες ώρες· Ποιήματα 1941-1945. Αθήνα, Αργώ, Ε.Ο., 1956.
ΙΙ.Πεζογραφία
• Το καρνέ του φίλου μου Α.Τ.Λέδινιν. 1917.
• Γκαρσόν, ένα ουίσκυ. 1932.
• Απόψε στις 8 ½. Αθήνα, 1935.
• Γυρίστε τον διακόπτη. 1938.
• Σουρπράιζ Πάρτυ. 1939.
• Το τζιν. 1941.
• Στον ίλιγγο της Αμερικής · (ταξίδια και περιπέτειες). Αθήνα, Πυρσός, 1941.
• Η γοητεία των τροπικών.
• Ανθρώπινο αίμα. 1946.
• Ο πλανήτης σκοτεινιάζει (διηγήματα οριζόντια). Αλεξάνδρεια, Γρίβας, 1946.
• Μετά τα μεσάνυχτα (διηγήματα κάθετα). Αθήνα, έκδοση Κορυδαλού, 1948.
ΙΙΙ.Μετάφραση
• Αισώπιοι μύθοι. 1914.
• Ποιήματα Γεωργακοπούλου. 1916.
• Αρχαίοι σκοποί· Ποιήματα αρχαία ελληνικά και λατινικά εις νεοελληνικούς στίχους μεταφρασμένα. Αθήνα, 1916.
• Ρωσσική Ανθολογία των μεγαλυτέρων ρώσσων ποιητών του XIX αιώνος· Φερμένη στον νεοελληνικό στίχο από τον Άγγελο Δόξα. Αθήνα, Δημητρίου, 1917.
• Οι δέκα απόκρυφες δαβιδικές ωδές· Φερμένες σε νεοελληνικούς ιαμβικούς στίχους από τον Άγγελο Δόξα και εικονογραφημένες με δεκατέσσερες ξυλογραφίες από τον Αλέκο Κορογιαννάκη. Αθήνα, 1917 (και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση Αθήνα, Αργώ, 1946).
• Τραγούδια του Χάινε. Αθήνα, Ζηκάκης, 1923.
• Geraldy P., Αγάπη. 1922.
• Αγγλικά τραγούδια· Ελληνική απόδοση Άγγελου Δόξα. Αθήνα, Δίφρος, χ.χ.
ΙV. Θέατρο
• Το στοιχειό. 1915.
• Ο γάμος της Έλλης. 1916.
• Απολύτρωσις. 1920.
• Μπερλίνα. 1920.
• Η μάσκα της αγνότητος. 1922.
• Σωρέ. 1923.
• Απόλλων και Δάφνη. 1924.
• Σχιζοφρένεια. 1931.
• Καλλίτερα που δεν το κατάλαβε.
• Η ζήλεια ξυπνά τον έρωτα. 1934.
• Ο τραγουδιστής του καζίνου. 1934.
• Κάποια νύχτα στη Σεβίλλη… 1934.
• Η βασίλισσα της Καριόκας. 1935.
V. Μελέτες- Δοκίμια
• Ψυχαναλυτική ερμηνεία της τέχνης. 1948.
• Παλαμάς· Ψυχολογική ανάλυση του έργου του και της ζωής του· Με δεκαπέντε εικόνες και αυτόγραφα. Αθήνα, Εστία, [1959].

Πολύπλευρο λογοτεχνικό ταλέντο, με γερή μορφωτική βάση και πείρα ζωής, ό Άγγελος Δόξας αναδείχθηκε σαν συγγραφέας (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος) και κριτικός μια άπ’ τις μορφές πού δέσποσαν στη λεγόμενη λογοτεχνία τού Μεσοπόλεμου. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, σπούδασε νομικά και ιατρική στην ’Αθήνα, στο Παρίσι και στη Βιέννη, ενώ παράλληλα ασχολούνταν κι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, σαν ανταποκριτής και κριτικός πολλών αθηναϊκών εφημερίδων. Σαν γιατρός ό Δόξας-Δρακουλίδης ασχολήθηκε με την Ψυχανάλυση κι ίσως το γεγονός αυτό να βοήθησε πολύ την ανέλιξη τού πεζογραφικού του ταλέντου, πού φάνηκε οπό πολύ νωρίς, όταν ακόμη ήταν έφηβος. Πραγματικά, στα 1917 κυκλοφορεί το πρώτο του αφήγημα με τίτλο «Τό καρνέ τού φίλου μου». Ταξιδεύοντας αργότερα πολύ για τις μετεκπαιδευτικές σπουδές του, έφερε άπ’ αυτά τα ταξίδια και γνώσεις και πείρα τόση, πού δε μπορούσε παρά να τις διοχετεύσει στο έργο του. Έτσι, με τον ’'Αγγελο Δόξα θα πρωτοκάνη στην Ελλάδα την εμφάνισή του το κοσμοπολίτικο μυθιστόρημα, και διήγημα. Ή πεζογραφία τού Δόξα από την αρχή της δεκαετίας τού 1930 μέχρι την ’Απελευθέρωση είναι αφιερωμένη σ’ αυτή την εποχή της υποτιθέμενης ξεγνοιασιάς, όπου οι άνθρωποι πού βγήκαν άπ’ τη λαίλαπα τού Α' Παγκόσμιου Πόλεμου, διψούσαν να ξεχάσουν, να διασκεδάσουν με κάθε τρόπο, να μη θυμούνται κι ακόμη να μη βλέπουν τη νέα επερχόμενη καταστροφή με την άνοδο τού φασισμού στην ’Ιταλία και στη Γερμανία, πού πήρε τη μορφή ενός νέου παγκόσμιου πόλεμου. Αυτή την ατμόσφαιρα τού επίπλαστου κεφιού μετέφερε στην Ελλάδα ό Δόξας με μια σειρά βιβλία μυθιστορημάτων και διηγημάτων πού γνώρισαν πρωτοφανή για τα εκδοτικά χρονικά μας εμπορική επιτυχία. Πριν, ωστόσο, στραφεί σ’ αυτή την περιοχή τής Τέχνης, ό Δόξας είχε δείξει την σοβαρότητα τού ταλέντου του και το βάθος των γνώσεών του, τόσο με το πρώτο του πεζογράφημα, όσο και με τρεις ποιητικές συλλογές: «Άσπρες Νύχτες» (1915), «Τά γυμνά» (1921), «Σπονδή στον άνεμο» (1927), καθώς και με έναν τόμο μεταφράσεων 350 ποιημάτων αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων ποιητών, με τίτλο «’Αρχαίοι σκοποί». Έτσι, φτάνοντας στην εμπορική επιτυχία τού «κοσμοπολίτη» συγγραφέα ό Άγγελος Δόξας είχε επιβληθεί στην πνευματική ζωή τού τόπου μ’ ένα κιόλας σημαντικό έργο. τα βιβλία πού εξέδωσε στη δεύτερη αυτή περίοδό του πού καλύπτει μια 15ετία είναι τ’ ακόλουθα: «Γκαρσόν, ένα ούίσκυ» (1931, διηγήματα πού επανεκδόθηκαν το 1932,1933,1934,1950), «Απόψε στις Όκτώμιση» (διηγήματα, 1935, β' έκδ. 1951), «Γυρίστε τον διακόπτη» (διηγήματα 1936, β' έκδ. 1938), «Σαρπράιζ πάρτυ» (μυθιστόρημα, 1940), «Στον ίλιγγο τής Αμερικής» (ταξιδιωτικό, 1941), «Τζίν» (μυθιστόρημα 1941, β' έκδ. 1942, γ' έκδ. 1945) «Ντόρα» (μυθιστόρημα, 1942), «Τρεις σταγόνες μπενζίνα» (διηγήματα, 1944), «Βάνα» (μυθιστόρημα, 1944), «Ή γυναίκα γυμνή» (διηγήματα, 1945), «Εύα» (μυθιστόρημα, 1945), «Στή γοητεία των τροπικών» (ταξιδιωτικό, 1945). Κι εδώ ξαφνικά σημειώνεται μια καμπή. Ό Δόξας σα ν’ αντιλαμβάνεται ότι τα βιβλία αυτά δεν θ’ αντέξουν στο Χρόνο, ότι είν’ ελάχιστα «ελληνικοί» οι άνθρωποι του και τα γεγονότα πού αφηγείται πολύ λίγο θα μπορούσαν να συμβούν σε τούτον το βασανισμένο τόπο πού έχει περάσει μια τετράχρονη Κατοχή και μια αιματοβαμμένη Αντίσταση. Έτσι αρχίζει ή τρίτη περίοδος τού έργου του πού στον αφηγηματικό τομέα θα περιοριστεί σε τρεις συλλογές διηγημάτων— «Ανθρώπινο αίμα» (1946), «Ό πλανήτης σκοτεινιάζει» (1946), και «Μετά τα μεσάνυχτα» (1947) — ενώ στον τομέα τής Κριτικής θα φέρη μια νέα πνοή και νέες μεθόδους. Ό ’Άγγελος Δόξας αναλύοντας σε πολυσέλιδες μελέτες πρόσωπα και πράγματα τής νεοελληνικής, μα και τής παγκόσμιας Λογοτεχνίας θα καθιέρωση το είδος τής ψυχογραφικής κριτικής, πού από χρόνια πριν είχε εμφανιστεί στην Ευρώπη, και πού χάρη στις γνώσεις του, τις επιστημονικές, ό Δόξας θα το ανεβάσει σε υψηλά επίπεδα. Έτσι, στα 1959 θα κυκλοφορήσει ή μελέτη του «Κωστής Παλαμάς», ψυχολογική ανάλυση τής ζωής και τού έργου του, πού αποτελεί μοναδικό και πολυσυζητημένο επίτευγμα στα Γράμματά μας. για το βιβλίο αυτό θα πάρη ό Δόξας το Κρατικό Βραβείο. και θ’ ακολουθήσουν μια σειρά μελέτες του για το θέατρο τού Τενεσί Ουίλιαμς (1964), για το θέατρο «τού Παράλογου» (1966), για τον ποιητή των «Άνθέων τού κακού» Μποντλέρ (1953), για ήρωες τής Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, όπως ό Άμλετ κι ό Δον Κιχώτης, για το θέατρο τού Αριστοφάνη (1967) και πλήθος άλλες. Παράλληλα θα διατηρεί επί δεκαετίες μετά τον πόλεμο στήλη θεατρικής κριτικής σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες. ’Ακαταπόνητος και πληθωρικός πνευματικός άνθρωπος, ό Άγγελος Δόξας έχει διαπρέψει σ’ όλα τα είδη τού Λόγου πού μ’ αυτά καταπιάσθηκε.


Δ. Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΦΟΙ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΙ
ΑΘΗΝΑ



ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΙΟΝ

Ο Μάιος μας έφθασε
εμπρός! Βήμα ταχύ!
Να τον προϋπαντήσομεν
παιδιά στην εξοχή.

Φέρνει τραγούδια και χαρές,
λουλούδια και δροσιά
και μυρωδάτη φόρεσε
ωραία φορεσιά.

Δώρα στα χέρια του πολλά
και εύμορφα κρατεί
και τα μοιράζει γελαστός
εις όποιον τα ζητεί.

Πάμε κι εμείς να πάρομε,
μη χάνομε καιρό.
Μας φθάνει ένα τριαντάφυλλο,
ένα κλαδί χλωρό




ΣΤΙΧΟΙ Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


Η κουκουβάγια που έσκιζε την ηρεμία
της νύχτας.
Με το βαθύ της σκούξιμο απόψε, όχι δεν
ήταν.
Καθώς τις άλλες τις βραδιές που την
αφουγκραζόμουν. Γιατ’ είχε ανθρώπινη
φωνή που έλεε γιομάτη πόνο :


“Στη χώρα αυτήν που γένηκε φυλών
καταποτήρας.
Και ξέρασε απ’ τα σπλάχνα της μια
πανσπερμία ανθρώπων.
Που σαν σκουλήκια της βροχής
σαλεύουν κι αργοζούνε.
Μέσα στη λάσπη, ανέμελα, χωρίς σκοπό
και πίστη.
Χωρίς συνείδηση, χωρίς ιδανικά και
μόχτο.
Χωρίς ψυχή, χωρίς καρδιά,
με ψέμα και με δόλο,
και με μια ελπίδα ανώφελη, θρεμμένη από
το βούρκο.
Στη χώρα αυτήν που κάποτες του
κόσμου ήταν Κορώνα.
Κι εγώ ήμουν η θεογέννητη αφέντρα της
κι ασπίδα.
Στη χώρα τη λαμπρόθωρη που δεν της
απομείναν,
άλλο από ερείπια αρχαίων καιρών και
σύγκαιρες ασκήμιες,
ήρθα βρυκόλακας στερνός, στερνά να
τη θρηνήσω,
για κείνο που ήταν κάποτες, για τούτο
που είναι τώρα… “

Κι ευθύς που απόσωσεν αυτά τα λόγια η
κουκουβάγια,
αγροίκησα από μέσα της πως η Αθηνά
θρηνούσε.
Όχι μονάχα για παλιές μα και για
φρέσκες δόξες,
που χάραξαν το δρόμο μας κάτω απ’ το
θείο της το δόρυ.



ΔΙΗΓΗΜΑ - ΦΥΓΗ


«La règne de la mort violente fut partout déclarée...»
Paul Valéry

Ήταν κάτι το παράξενο, το τρομαχτικό, το πρωτοφανέρωτο, που ποτές καμιά φαντασία δε θα μπορούσε να τ’ οραματιστεί χωρίς να το ‘χει ζήσει. Ένιωθες πως κάθε μέρα σου ‘φευγε η ζωή λίγο λίγο και πως αύριο θα ‘τανε ακόμα πιο λιγοστεμένη. Πες το κακό τούτο δε θα ‘χε άλλο σταματημό παρά να δεις το πιθάρι να στερεύει από το λάδι του και μια ξαφνική σκληρή πετριά να ‘ρχεται να τσακίσει τα κούφια πλευρά του και να το διαλύσει, χύνοντας στο χώμα τους λίγους κόμπους που θα ‘χαν απομείνει μέσα του, δίχως να προφτάσει και να τους ξοδέψει η ζωή σου.
Κι αυτή η αίσθηση δεν ήταν υποκειμενική. Όλα γύρω έδειχναν την ίδια εικόνα της σταθερής πορείας προς το θάνατο μ’ έναν αργό ρυθμό αυτοδιάλυσης. Και τα ζωντανά και τ’ άψυχα. Οι άνθρωποι αρχίνησαν να μη γνωρίζονται από την αλλαγή. Μέσα από το πετσί τους έφευγε το αίμα τους, το ξίγκι τους, η σάρκα τους. Και το πετσί ξεραινότανε κι έσκαε κι έχανε τη ζωντάνια του και το χρώμα του κι ερχότανε ν’ ακουμπήσει επάνω στο κόκαλο που μερικές φορές το τρύπαγε και πετιόταν έξω από το πετσί όμοια με τα ποδαροδάχτυλα που ξεπετιόντανε έξω από το τρύπιο πετσί των παπουτσιών. Και τότες τα ρούχα φαρδαίναν και γλιστρούσαν και τα πουκάμισα ξεφτίζανε κι οι γραβάτες φυλλορροούσανε σαν σε παράξενο χινόπωρο.
Ήταν ένα αλλόκοτο πράμα. Η αποσύνθεση που άλλοτες φαινότανε στα λείψανα μέσα στο χώμα, η ίδια τώρα γινότανε στους ζωντανούς πριν μπούνε στο χώμα. Κάθε μέρα που σουρώνανε πιο πολύ, η φωνή αδυνάτιζε, το βήμα έχανε τη δύναμή του, το μάτι εθόλωνε κι εκεί που περπατούσες, έβλεπες κι έπεφτε ένας δίπλα σου στο πεζοδρόμιο, γιατί ήταν ακριβώς η στιγμή που είχε σωθεί ο τελευταίος κόμπος απ’ το λάδι που συντηρούσε τη ζωή του. Και πιο μπρος σκόνταβες σε πτώματα ανθρώπων που ήταν ακόμα ζεστά. Και π’ ούτε από αρρώστια, ούτε από λαβωματιά, ούτε από γεράματα είχανε πεθάνει. Μα από πείνα.
Και για την ειρωνεία την τραγική, κάμποσοι από δαύτους πριν πεθάνουνε τους έβλεπες και φουσκώνανε σαν καλοφαγάδες και πρηζόντουσαν σα σιτεμένα γουρούνια. Και όσοι πρωτινά ήταν καλοστεκούμενοι τους έβλεπες και φοράγανε το σμόκιν τους και τα λουστρινένια τους σκαρπίνια, γιατί τ’ άλλα είχανε καταλυθεί πια. Κι όπως οι πρώτοι φαινόντουσαν σαν καλοφαγάδες, έτσι και τούτοι φαινόντουσαν σαν γλεντζέδες. Κι ίσως ετούτοι να μην έφτιαναν το πιο αταίριαστο θέαμα στην ατμόσφαιρα του θανάτου που απλωνότανε, μια και με μια τέτοια φορεσιά, όταν την έχει κανένας, είναι το πιο πρεπούμενο να τον βάλουνε στην κάσα σαν θα πεθάνει.
Και ήταν και κάτι άλλοι που καθόντουσαν στις γωνιές και δεν ήξερες αν είναι ζωντανοί ή αποθαμένοι. Γιατ’ ήταν ακίνητοι, με το βλέμμα στυλωμένο και το στόμα μισάνοιχτο σαν κουφάλα. Και τα μαλλιά τους είχανε γίνει διάφανα σαν χνούδι, και το κούτελό τους είχε αρχίσει να χωματιάζει, και το στήθος τους, που πρόβαλλε μέσ’ από τα κουρέλια, έλεγες πως το αυλάκωναν κιόλας τα σκουλήκια. Μερικοί σταματούσαν μπροστά τους και τους σκούνταγαν με το πόδι. Και τότες έβλεπες τον άνθρωπο τον καθιστό με το απλωμένο για ελεημοσύνη χέρι και τ’ ανοιχτά στο άπειρο μάτια να πέφτει στην άλλη άκρη σα χωματένιο άγαλμα, δίχως ν’ αλλάξει ούτε των ματιών του ούτε του κορμιού του ούτε του απλωμένου χεριού η στάση. Αυτοί ήταν οι αποθαμένοι. Κι άλλοι πάλι, ολότελα όμοιοι με δαύτους,, ύστερα από κάμποσα σκουντήματα, αφήνανε κάποιο βόγγο. Ήταν οι ζωντανοί.
Στη γειτονιά μου, που την ήξερα σαν το σπίτι μου μέχρι την τελευταία της πέτρα, έβλεπα πιο ανατριχιαστικά τον ίδιο ζωντανοθάνατο. Μαζί με τους ανθρώπους σβήνανε και τα ζώα, πεθαίνανε και τα δέντρα, εξαφανιζόντανε και τα μαγαζιά. Άλλα κλείνανε κι άλλα αλλάζανε όψη. Τα πρώτα σου δίνανε την εικόνα του θανατικού και τα δεύτερα της τρέλας. Γιατί έβλεπες στο ρολογάδικο να πουλάνε ψωμί από μπομπότα και σκουπόσπορο και στο μπαρμπέρικο κρέας σκύλου διπλωμένο σε πακέτα. Μια καπελού έστησε στην πλατεία μια φουφού με μια χύτρα που άχνιζε και σαν τη στρίγγλα της Βαλπούργιας νύχτας ανάδευε εντόσθια γάτων μαγειρεμένα με ζουμί. Στους ντενεκέδες των σκουπιδιών μάταια ψάχνανε οι φτωχοί να βρουν τίποτες που να μασιέται από τα δόντια, γιατί και τα σκουπίδια είχανε πολύ λιγοστέψει. Νεκροφόρες που είχαν αντικαταστήσει τα λεωφορεία περνούσαν από την πλατεία πού και πού γεμάτες ζωντανούς που πηγαίνανε στα μακρινά τους σπίτια. Και μόλις έπεφτε το σούρουπο, οι δρόμοι βυθιζόντανε στο πηχτό σκοτάδι και στην παγερή μουγγαμάρα που μονάχα κάποιες γερμανικές μπότες που περνούσανε δίπλα σου την ταράζανε και κάποιες πιστολιές που τις ένιωθες πάνω απ’ το κεφάλι σου, τη σκίζανε.
Α, ήτανε και λιγοστοί που ούτε το σκοτάδι, ούτε η μπότα, ούτε η πείνα, ούτε τα λείψανα τους μαζεύαν. Αυτοί γλεντούσανε τη νύχτα τους, γιατί ήτανε τα κοράκια που ζούσανε από τα πτώματα. Από την προδοσία και τον εκβιασμό. Στο δρόμο τούς καταλάβαινες από τις ολοκαίνουριες φορεσιές τους, τις καλοθρεμμένες κοιλιές τους και τα χαρούμενα μούτρα τους. Λάμπανε απ’ την κορφή ως τα νύχια, καθώς λάμπει η μαύρη φτερούγα των καλοθρεμμένων κοράκων. Και τη νύχτα τους έβλεπες να γλεντοκοπάνε μέσα σε ταβέρνες που είχαν και φως και τραγούδια και μουζικάντες και πάνω απ’ όλα φαγιά μέχρι και του πουλιού το γάλα. Πού τα βρίσκανε; Μια μέρα είδα να κατεβάζουν από μια νεκροφόρα ένα βαρύ φέρετρο και να μπάζουν προφυλαχτικά μέσα σε μια τέτοια ταβέρνα. Κι έμαθα πως μέσα στο φέρετρο ήταν δυο αρνιά σφαγμένα, δυο κεφάλια τυρί, δυο μεγάλες συναγρίδες, καρβέλια και άλλα. Λαθραία φερμένα μ’ αυτόν τον τρόπο, για να μην τα πάρουν μυρουδιά οι Γερμανοί και τα βουτήξουν κι ακριβά πληρωμένα, για να μαζευτούν. Μα υπήρχε πελατεία των κοράκων, που θα ‘ρχότανε το βράδυ να τα πλερώσει ακόμα πιο ακριβά, για να γυαλίσει τη φτερούγα της. Γιατί βγάζανε λεφτά, όσα η μαύρη τους ψυχή ποθούσε κι είχανε κέφι, όλο εκείνο που χάθηκε από τους άλλους ανθρώπους. Κι έτσι παραδινόντουσαν σε όργια αντάμα με γυναίκες σαν και δαύτους κι αγκαλιασμένοι με Γερμανούς, που για λογαριασμό τους εκάνανε τις ατιμίες τους, όμοιοι Βελζεβούληδες που στήσανε ξεφάντωση χορεύοντας γύρω από λείψανα.
Οι άλλοι άνθρωποι κλεινόντουσαν από νωρίς στα σπίτια τους και χωνότανε στο κρεβάτι τους, για να ξεγελάσουν την πείνα και το κρύο, σπέρνοντας ταυτόχρονα καινούριους ανθρώπους, πιο πολλούς από άλλοτε, γιατί πιο μεγάλα ήτανε τώρα τα κενά που άνοιγε ο θάνατος και η συμπλήρωσή τους απαραίτητη.
Έτσι αλλόκοτα κι αναπάντεχα είχε αλλάξει η ζωή. Και κάθε πρωί σφίγγοντας και παραπάνω το ζουνάρι μας επάνω στο σκελετωμένο κορμί μας, σφίγγαμε μ’ αυτό και την ψυχή μας που ολοένα φύραινε σαν το κορμί, και σπάραζε στο πνίξιμο της αγωνίας και του τρόμου. Αυτή η αγωνία κι αυτός ο τρόμος δεν ήτανε μονάχα απ’ τη φοβέρα της πείνας και της παγωνιάς. Με τούτη τη φοβέρα είχες το ευεργέτημα να παρακολουθείς το σβήσιμό σου σιγά σιγά κι όλο με την ελπίδα πως κάτι θα βρεις να το μποδίσεις. Μα ήταν κι άλλες φοβέρες πιο φριχτές που σου κόβανε κάθε ελπίδα και σου κόβανε ξαφνικά και τη ζωή. Οι προδότες συμπολίτες σου κι οι γκεσταπίτες. Έτσι ν’ ακούγανε μια κουβέντα πατριωτική ή δίχως αυτή, έτσι να σε νιώθανε πως είχες κάποιο όνομα ή και δίχως αυτό, έτσι από εκβιασμό ή από εκδίκηση ή από άψα της στιγμής ή και δίχως τούτα, έτσι στην τύχη, σου σκάβανε το λάκκο και εισπράττανε το τίμημα της προδοσίας. Και μια νύχτα εκεί που ο ύπνος σ’ είχε πάρει στοργικά στα χέρια του και σε παράδινε με σπλάχνος για λίγες ώρες στην παρηγοριά του όνειρου, σου βροντούσανε την πόρτα και το βρόντημα εκείνο σου μαχαίρωνε την καρδιά και ξύπναγες αλαφιασμένος κι αν δεν άνοιγες την πόρτα σου, την σπάζανε κι έβλεπες μπροστά σου τους γκεσταπίτες με το μαύρο κράνος στο κεφάλι και το ντενεκεδένιο μισοφέγγαρο στο στήθος και το πιστόλι στο χέρι, να σε περιλαβαίνουν για τη φυλακή, για το στρατόπεδο, για την ομηρία, για το ντουφέκι.
Αυτή ήταν η χειρότερη αγωνία. Γιατί ούτε να φυλαχτείς μπορούσες, ούτε να παλέψεις, για να τη γλυτώσεις. Δεν είχε ούτε αφορμή ούτε ελπίδα. Και κάθε στιγμή μπορούσε να ‘ρθει το ξαφνικό. Και τη μέρα και τη νύχτα. Μα πιο πολύ τη νύχτα, που οι ίσκιοι μεγαλώνουν και η φαντασία σου τυραννάει τα μελίγκια σα σφυροκόπος γύφτος, που σου βυζαίνει την ψυχή σαν απαίσια νυχτερίδα.
Και όταν έτσι στερημένος από φως κι από ανάσα, από θροφή κι από ζεστασιά, από μιλιά κι από ύπνο, από παρηγοριά κι από ελπίδα άκουγες ψηλά στα δέντρα να ξυπνάν με τραγούδι τα σπουργίτια κι έβλεπες χάμω στη γης να ξεπετιούνται από τη φλούδα της οι μαργαρίτες κι οι παπαρούνες, σαν τίποτε να μην είχε αλλάξει ολόγυρά σου, παραξενευόσουν για την ανορθογραφία τους κι αγαναχτούσες για την αδιαφορία τους.
Μα πάλι σε παρηγορούσε ο ήλιος. Σε φύλαγε. Το κακό ήταν όταν ο ήλιος πήγαινε να κοιμηθεί κι έμενες ολότελα απροστάτευτος. Και μετρούσες τις ώρες ως τα μεσάνυχτα. Κι από κει μετρούσες τα λεφτά της ώρας και σε κάθε κρότο ή και σε κάθε μαμουνιού σούρσιμο, αλαφιαζόσουνα, γιατί άρχιζαν οι μικρές ώρες που γυρίζανε στα σπίτια οι Γερμανοί και μαζεύανε τα κορμιά των ανθρώπων. Κι άλλος άκουγε μες στη νύχτα το κουδούνι να στριγγλίζει κι άλλος άκουγε την πόρτα του να σπάει κι άλλος ξενοκοιμόταν κάθε βράδυ, για να μην ακούσει το δικό του κουδούνι και τη δικιά του πόρτα, κι άλλος μεθούσε μόλις έπεφτε η νύχτα ή αφιονιζότανε, για να μη νιώθει, κι άλλος έψελνε τροπάρια, μελετούσε τη γραφή κι έκραζε το Θεό κι άλλος καρτέραγε πίσω από μια χαραμάδα πότες να διαλυθούν τα σκοτάδια στον ουρανό και να προβάλει η πρώτη ματιά του ήλιου.

Μα ένας καθηγητής που καθότανε στο δεύτερο πάτωμα του σπιτιού μου, άνθρωπος ήσυχος, σοφός κι ευαίσθητος, χωμένος ολομερής μες στα βιβλία του και στα χειρόγραφά του, αντίκριζε τον ερχομό της νύχτας πιο παράξενα. Ξεχνιότανε ως τα μεσάνυχτα διαβάζοντας ή γράφοντας και μόλις άκουγε τους δώδεκα χτύπους του ρολογιού που τους ένιωθε σα να σήμαιναν την ώρα της υπέρτατης κρίσης, σηκωνόταν από το τραπέζι του και παρατούσε τη δουλειά του. Κι αντίς κουρασμένος καθώς ήτανε, να γδυθεί και να πέσει να κοιμηθεί, ντυνότανε. Περνούσε στα πόδια του τα βαριά του στιβάλια, τύλιγε το λαιμό του μ’ ένα μάλλινο πλεχτό, φορούσε το παλτό του, έβαζε το καπέλο του, περνούσε στα χέρια του τα μάλλινα γάντια του και καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του καρτερώντας να βροντήξουν στην πόρτα του, έτοιμος με τον πρώτο χτύπο να πηδήξει το μαντρότοιχο της γειτονικής αυλής.
Μου το ξομολογήθηκε ένα βράδυ που ανέβηκα να του κρατήσω συντροφιά. Το ‘χα κρυφό καμάρι, μου ‘πε, που ως εδώ και μια βδομάδα ξεχνιόμουνα με τη μελέτη ως που η κούραση μου ‘φερνε τον ύπνο και ο ύπνος τη λύτρωση. Μ’ από την ημέρα που έμαθα πως τουφεκίσανε το γιατρό του πάνω πατώματος, κατράμι χύθηκε μες στην ψυχή μου και μολύβι βάρυνε τα γόνατά μου. Όχι πως ήτανε φίλος μου. Μια φορά όλη όλη τον είδα. Ούτε πως ως τότες αδιαφορούσα για τους άλλους που είχαν όμοια με δαύτον τύχη. Μα γιατί όλα εκείνα που ως τότες άκουγα ακαθόριστα, ήρθαν και πήραν μια μορφή επάνω σ’ ένα πρόσωπο καθορισμένο. Κι από τότες κάποια ασυνείδητη παρόρμηση αυτοσυντήρησης, με κάνει να ντύνουμαι και να καρτεράω.
Και καθώς μου μιλούσε έτσι έφερα στη φαντασία μου τους οχτώ που κρεμάσανε την περασμένη βδομάδα οι γκεσταπίτες γύρω γύρω στα μπαλκόνια των σπιτιών της μικρής επαρχιακής πλατείας, λίγο ύστερα από τα μεσάνυχτα. Κι επειδής ο ένας δεν έλεγε να ξεψυχήσει, μα ούρλιαζε στην κρεμάλα με πεταμένα έξω τα μάτια του, κουβαλήσανε μπροστά του κατά τα ξημερώματα τη γριά μάνα του, τη χήρα του Γκανά, να τόνε δει. Κι αυτή άρχισε τότες να χορεύει και να τσιρίζει μπροστά του. Κι από το ούρλιασμα του κρεμασμένου και το τσίρισμα της μάνας προβάλανε ένας ένας οι άνθρωποι από τις μπούκες των γειτονικών δρόμων και σιγά σιγά, με το πρώτο φως της αυγής που φώτισε τους οχτώ κρεμασμένους και τη μάνα που τρελάθηκε, γιόμισε η πλατεία από ένα βουβό πλήθος.
Στο Δίστομο πάλι, ένα χωριό που δίχως κανένα λόγο το κατάσφαξαν με πρωτοφανέρωτη θηριωδία οι Γερμανοί, αξιολογήθηκε μια πτυχή της φινέτσας του εγκληματικού τους σαδισμού. Εκεί παίρναν τα μωρά από τις κούνιες, τα πετούσαν στον αέρα, και καγχάζοντας τα τρυπούσαν με τις λόγχες στην κοιλιά. Ύστερα βγάζανε τ’ αντεράκια τους και τα τύλιγαν στο λαιμό της μητέρας του βρέφους. Κι αφού ηδονιζόντουσαν με την αλλοφροσύνη της μάνας, ύστερα την εσκοτώνανε κι αυτή. Έτσι ακριβώς έζησε με τα μάτια της αυτές τις σκηνές η Παναγιώτα Μπάρνου. Κι έτσι ο στρατηγός Βιλχάουζε των γερμανικών Ες Ες διασκέδαζε την κορούλα του, που ήταν μόλις εννιά χρονώ. Δηλαδή όχι έτσι ακριβώς, μα με μια μικρή παραλλαγή. Αυτός πετούσε τα βρέφη ψηλά και τα πιστόλιζε στον αέρα. Γιατ’ ήταν σπουδαίος σκοπευτής ο στρατηγός Βιλχάουζε. Ο ίδιος για να γιορτάσει τα γενέθλια του Χίτλερ, έκοψε στα δυο με μια τσεκουριά ένα παιδάκι εφτά χρονώ. Άλλοι συνάδελφοί του ωστόσο μπορεί να έκαναν τα ίδια και χειρότερα αλλά με κάποιο σκοπό πραχτικό κι όχι μόνο για γούστο. Έτσι βάζανε στη γραμμή καμιά κατοστή αιχμαλώτους, για ν’ ασκηθούν οι υπαξιωματικοί στη σκοποβολή πάνω σε ζωντανό στόχο, ή ρίχνανε τους όμηρους ζωντανούς μέσα στους αποτεφρωτικούς κλιβάνους, για να κάνουν οικονομία στις σφαίρες, ή τους μυδραλιοβολούσαν, αφού πρώτα τους στοιβάζανε ζωντανούς σε μεγάλους λάκκους, για να γλυτώσουνε τα μεταφορικά των κουφαριών τους, ή τους σκοτώνανε με μια σφαίρα στο σβέρκο για να μη χαλάσει το τομάρι τους που προοριζότανε για ωφέλιμους σκοπούς και τούτο, δηλαδή για σέλες αλόγων, για δεσίματα βιβλίων, για τσάντες γυναικείες.
Άλλοι πάλι, μ’ ακόμα ψηλότερους σκοπούς, δηλαδή με ιδεώδη επιστημονικά, σοφιζότανε ένα σωρό πειράματα ανάλογα με κείνο που ανάφερε ο τσεχοσλοβάκος χειρούργος Μπλάχα, όπως το είδε με τα μάτια του στο στρατόπεδο του Νταχάου, όπου για να δοκιμαστεί η επίδραση της ζωικής θερμότητας για την αναζωογόνηση ενός παγωμένου οργανισμού, βουτούσαν μέσα στον πάγο γυμνούς ανθρώπους κι αφού τους άφηναν έτσι κάμποσες ώρες, τους βάζανε αναίσθητους και κοκαλωμένους ανάμεσα σε δυο γυμνές πόρνες που με τη ζωική θερμοκρασία τους κατόρθωναν να τους ξαναζωντανεύουν σε μια αναλογία έξι τα εκατό.
Ο θάνατος μέσα στους ασφυξιογόνους θαλάμους του γκαζιού ή το κλείσιμο διακόσων ανθρώπων μέσα σ’ ένα βαγόνι που χωράει εικοσιτέσσερα άλογα, για να εξακριβωθεί σε πόσες μέρες πεθαίνουν από ασφυξία και ασιτία, ήταν κι αυτό πειράματα πολύ ενδιαφέροντα για τη γερμανική επιστήμη.
Μόνο στο Χάρκοβο κάνανε κάτι οι Γερμανοί αξιωματικοί για λόγους καθαρά καλλιτεχνικούς. Στόλισαν δηλαδή σε μια εθνική τους γιορτή τα μπαλκόνια τους με φαναράκια και με κρεμασμένους.
Πώς να μη σαλέψει ύστερα από τέτοια το μυαλό μέσα στο κρανίο, πώς να μη ξεκολλήσει η καρδιά από το στήθος, πώς να μην αλαφιαστεί η ψυχή;
Ένας άλλος στην Κρήτη πήγε και σκοτώθηκε μόνος του, γιατί η τύχη του έσωσε τη ζωή του. Όταν μου το ‘πανε παραξενεύτηκα. Μα όταν μου διηγήθηκαν το πώς έγινε, δεν παραξενεύτηκα. Ήτανε μ’ άλλους εβδομήντα εννιά φορτωμένος σ’ ένα καμιόνι και τραβούσαν όλοι για το εχτελεστικό. Όλοι τους ξέρανε πως σε δέκα λεφτά θα είχανε πάψει να ζουν. Μα μόλις το καμιόνι σταμάτησε μπροστά στον τόπο που το πολυβόλο θα τους θέριζε, μπόρεσαν να δοκιμάσουν κι άλλη μια σκάλα αγωνίας περισσότερης. Κι όταν τους έβαλαν να σκάψουν το χαντάκι που σε λίγο θα ‘τανε ο τάφος τους, βρήκε κι άλλην ακόμα ελαστικότητα η χορδή της αγωνίας, για να τεντωθεί πριν σπάσει. Και σε κείνη την ύστερη στιγμή έρχεται ένας στρατιώτης και τραβάει έναν στην τύχη όξω από το χαντάκι και βάζει στη θέση του έναν άλλο καινούριο που μόλις τον είχε χώρια κουβαλήσει μια μοτοσικλέτα. Κι αυτόν που τον τραβήξανε από το χαντάκι, του είπανε «Πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις. Δε θα σε τουφεκίσουμε. Θα τουφεκίσουμε τον άλλο». Και τράβηξε το μακρύ δρόμο για το σπίτι του αμίλητος και με τα μάτια στυλωμένα στο χώμα. Έφτασε κι έπεσε στο στρώμα και δε μιλούσε κανενός. Μόνο με τα χέρια δεμένα πίσω από το κεφάλι κι ανάσκελα ξαπλωμένος, κοίταγε το ταβάνι, ώσπου σκοτείνιασε. Μα και μέσα στο σκοτάδι κοίταγε, γιατί ο ύπνος δεν ερχότανε. Και ξαφνικά μπροστά του φάνηκαν δυο μάτια. Το ασπράδι τους ήταν κόκκινο της φωτιάς, μετά ήταν το μαύρο και στο κέντρο η κόρη, πάλι κόκκινο φωτιάς. Δυο μάτια ανθρώπου που ούτε το κορμί του φαινότανε ούτε τίποτες άλλο. Κι από τα μάτια τούτα μόνο αυτοί οι δυο κύκλοι που ο καθένας είχε κέντρο κόκκινο, και γύρω από τούτο μια ζώνη μαύρη και γύρω απ’ αυτήν μιαν άλλη ζώνη κόκκινη. Και τα δυο τούτα μάτια μετατοπιζόντανε ανάερα μέσα στο σκοτάδι της κάμαρας σαν ν’ ακολουθούσαν τις κινήσεις ενός αόρατου ανθρώπου. Μια τα ‘βλεπε στο βάθος, μια δεξιά, μια ζερβά. Και μια στιγμή σίμωσαν επάνω στο κρεβάτι του και κει στυλώθηκαν κάμποση ώρα ακίνητα και τον κοιτάγανε. Κι ύστερα άρχισαν σιγά, πολύ σιγά, να προχωρούνε προς το μέρος του. Τότες έβγαλε μια στριγγή φωνή κι άνοιξε τα βλέφαρά του τόσο δυνατά κι απότομα, που του φάνηκε πως ποτέ πια δε θα μπορούσανε να κλείσουν, σαν να είχανε ξεπεράσει το τελευταίο όριο ενός μηχανικού ελατηρίου και να γαντζώθηκαν ανεπανόρθωτα σ’ ένα σιδερένιο δόντι. Έτσι διηγήθηκε την εντύπωσή του την άλλη μέρα. Κι έδωσε την εξήγηση πως ήταν τα μάτια του ανθρώπου που τουφεκίστηκε στη θέση του. Κι ύστερα πάλι έπεσε στη βουβαμάρα και δεν αποκρινότανε κανενός. Κι ούτε και ξαναμίλησε. Γιατί το μεσημέρι πήγε και γκρεμίστηκε από ‘να βράχο και ησύχασε για πάντα.

Απ’ όσους μένουνε στο ίδιο σπίτι με μένα, οι μόνοι που δίνανε κάποια εικόνα νοσταλγική της ζωής, ήταν ένα ζευγάρι που καθόταν στο ισόγειο. Ένας νέος με μια κοπέλα. Δεν ήταν παντρεμένοι, αλλά ζούσαν μαζί. Αγαπιόντουσαν. Κι όταν τους έβλεπα να βαδίζουν στο δρόμο ζευγαρωτά με τον ίδιο ρυθμό, χαιρόμουν. Μα τις ημέρες εκείνες βλέποντάς τους δεν μπόρεσα ν’ αντλήσω την ίδια χαρούμενη εντύπωση. Κι ας περπατούσαν ζευγαρωτά καθώς πάντα κι ας είχε τον ίδιο ρυθμό το βήμα του ενός με τον άλλο. Γιατί ο ρυθμός που συνταίριαζε το βήμα τους, θύμιζε τώρα δυο ζευγάρια πόδια με βήμα νεκροθάφτη, ακριβοζυγισμένο έτσι, που να γίνει όμορφα και σίγουρα η μεταφορά της κάσας με τον πεθαμένο μέχρι το λάκκο του...
Ένα άλλο βραδάκι ανέβηκα πάλι στο διαμέρισμα του καθηγητή.
- Πώς πάμε; τον ρώτησα, με κάποια προσπάθεια εμψυχωτική στον τόνο της φωνής μου.
- Όχι καλά, μου απάντησε. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ν’ ανθέξω. Μέρα τη μέρα ο βραχνάς βαραίνει. Τώρα το τρεμούλιασμα της ψυχής δε μ’ αφήνει ούτε τη μέρα και τα γόνατά μου δε με κρατάν.
- Κουράγιο, τι να γίνει; Λίγη υπομονή ακόμα και θα δούμε φως. Θα πάρουμε ανάσα.
- Η αγκούσα με πνίγει. Νιώθω το στήθος μου να ‘χει στενέψει κι η ψυχή να θέλει να φύγει...
«Η ψυχή να θέλει να φύγει», μου ‘πε ο καθηγητής. Ποιανού μας τάχατες η ψυχή δεν ένιωθε εκείνο τον καιρό την ανάγκη της φυγής; Ήταν η ύστατη ελπίδα. Το ταξίδι που δεν έχει προορισμό. Το απελπισμένο ταξίδι. Γιατί στα όμορφα ταξίδια είναι ο τόπος του προορισμού που σε τραβάει να ταξιδέψεις. Ενώ σε τούτο ο σκοπός είναι να εγκαταλείψεις τον τόπο που βρίσκεσαι και να φύγεις, αδιάφορο πού θα πας. Γιατί όπου και να φτάσεις θα ‘ναι καλύτερα. Γιατί χειρότερα δε γίνεται. Και παίρνεις την απόφαση να φύγεις για όπου να ‘ναι. Μα και τούτο είναι εμποδισμένο. Και τότες φεύγεις με τη φαντασία, φεύγεις με την αφαίρεση, φεύγεις με τ’ όνειρο, φεύγεις με την τέχνη που σου δίνει την παραίστηση την ασυνείδητα ονειρική ή την συνειδητά περιπετειακή. Και τι άλλο παρά φυγή, με ολοκληρωτική απογραφή των κατάβαθων υπόγειων της ψυχής, στάθηκε ο εξπρεσιονισμός, ο σουρεαλισμός, ο εκζιστανσιαλισμός; Τραγική απόπειρα φυγής ύστερα από τη διάψευση και τη χρεοκοπία των απόψεων της ζωής, κραυγές αντίδρασης και παραλήρημα λύτρωσης μιας ανθρωπότητας σκληρά γελασμένης και πληγωμένης.
Τάχατες όλοι τούτοι που κάθε μέρα λέγαν χωρίς να καταλαβαίνουνε το γιατί «α, μόλις τελειώσει ο πόλεμος, θα φύγω με το πρώτο βαπόρι» δεν εκδηλώνανε το αίσθημα ανάγκης μιας αφαιρεμένης φυγής και τίποτε παραπάνω; Μιας φυγής από τον κίνδυνο που φοβέριζε με αφανισμό την ψυχή τους; Τάχατες αυτοί που πάνε και παραδίνονται στον εχθρό ή που βγαίνουν αντάρτες στο βουνό, δεν πραγματοποιούνε την ίδια ακατανίκητη παρόρμηση της φυγής;
Όταν ένας κατάδικος δραπετέψει από τη φυλακή του, είναι η ψυχή του που δραπετεύει από το κορμί του. Καθένας κάνει τη φυγή του ανάλογα με τα μέσα της ιδιοσυγκρασίας του. Άλλος κάνει φυγή προς τα μέσα του, ένα ταξίδι στην ψυχή του κι άλλος ταξιδεύει για τους γαλήνιους και με σιγουριά περίφραχτους κήπους της παιδικής ηλικίας που έζησε. Κι άλλος πάλι φεύγει για τις μακρινές πολιτείες και τους ωκεανούς κι άλλος τραβάει πέρα από τούτα, για τις χώρες του ονείρου ή για... το Θεό. Άλλος γυρεύει να φύγει από την πολιτεία που ζει κι άλλος γυρεύει να φύγει από τον πλανήτη κι άλλος γυρεύει να φύγει από τον εαυτό του. Ζητάει λιγότερο την όαση και πιότερο τον αντικατοπτρισμό. Και τούτος ταξιδεύει με τη φαντασία, με το τραγούδι, με τον ύπνο, με το αλκοόλ ή με το ναρκωτικό, κι άλλος με το βαπόρι, με το τρένο, με τ’ αυτοκίνητο, με τ’ αεροπλάνο ή και με τη νεκροφόρα. Κατά βάθος όλοι τούτοι είναι τοξινωμένοι αναχωρητές, φυγάδες της ζωής που τη νιώθουν αντίνομη και καταθλιπτική. Για τούτο η φυγή τους κλείνει περισσότερο μιαν ανάγκη περιπλανητικής πορείας της ψυχής, παρά μιαν ανάγκη μετακίνησης του κορμιού τους. Και δεν είναι απίθανο ένα τέτοιο νόημα να κρυβόταν σε πολλούς από κείνους που γύρω μας καλόπιαναν τους Γερμανούς ή πήγαιναν και τους δούλευαν τίμια ή άτιμα, και σε κάποιες από τις γυναίκες που παραδίνανε σ’ αυτούς το κορμί τους. Δεν ήτανε απίθανο όλα τούτα να ήτανε μια φυγή δίχως σκέψη, με το σκοπό μονάχα να φέρει κάποια σιγουριά και κάποια γαλήνη. Μια φυγή που να τοποθετεί με ασφάλεια το άτομο όσο το μπορετό μακρύτερα από το θάνατο. Από την απειλή του αφανισμού. Μια φυγή που πραγματοποιούσε ένα σωσίβιο για το υπερσυντηρητικό ένστιχτο που είχε φτάσει στον έσχατο κίνδυνο.
Ω, ας μη ρωτάμε, γιατί δεν κάναν όλοι το ίδιο. Γιατί τότες πρέπει να ρωτήσουμε πρώτα το γιατί δεν έχουμε όλοι μας την ίδια ηθική αντίσταση και την ίδια ψυχική αντοχή…
Και να που την άλλη μέρα το πρωί έμαθα κάτι το αναπάντεχο. Μου το ‘πε η καθαρίστρια που ήρθε να συγυρίσει την κάμαρά μου.
- Τα μάθατε; Ο κύριος καθηγητής του δευτέρου πατώματος πήγε και παραδόθηκε στους Γερμανούς. Έλα Χριστέ και Παναγιά. Λες και σκότωσε κανέναν άνθρωπο και τον βάραινε η συνείδησή του. Αυτός που ζούσε χωμένος μες στα βιβλία του και δε μπορούσε να σκοτώσει ούτε κουνούπι. Έλα Χριστέ και Παναγιά, πάει να μου φύγει το τσερβέλο.
Κι εγώ σκέφτηκα πως η αγωνία του θα ‘χε φτάσει σίγουρα εκεί που δεν παίρνει άλλο. Έτσι που να γυρεύει δίχως αναβολή την όποια λύτρωση. Ακόμα και τον εκμηδενισμό και την αυτοκαταδίκη. Κάτι σαν την αυτοτιμωρία των ασκητών. Κάτι σαν την ηδονή του ψυχικού μαζοχισμού. Κι έτσι όποιος ξέρει με ποια συκοφαντία φορτώνοντας τον εαυτό του πήγε και παραδόθηκε στα χέρια εκείνων που ‘σπρωξαν την αγωνία του στην αυτοδιάλυση. Στα χέρια ωστόσο που θα του δίνανε τη λύτρωση, γιατί όντας μέσα τους δε θα ‘χε να τα φοβάται πως θα ‘ρθουν από τη μια στιγμή στην άλλη να τον αρπάξουν. Έκανε κι αυτός μια φυγή κατά τον τρόπο του.
Κι η καθαρίστρια εξακολούθησε:
- Ωστόσο δε βλέπω να σας έκανε καμιά εντύπωση. Ε, μην κοιτάτε, εγώ είμαι ευαίσθητη και δεν μπορώ να το χωνέψω. Ήταν καλός ο κακομοίρης. Και βρήκε την ημέρα να παραδοθεί. Μεθαύριο θα του ‘παιρνα τ’ ασπρόρουχα για τη μπουγάδα. Δεν περίμενε τουλάχιστο ο χριστιανός να πάει μετά τη μπουγάδα να μη χάσω κι εγώ η φτωχιά τα πλυστικά; Έλα Χριστέ και Παναγιά και Κύριε, μη χειρότερα.
Κι αφού έκανε μ’ ευλάβεια το σταυρό της, ξανάπιασε τη σκούπα της.
Μα την ίδια μέρα είχαμε κι άλλο ξαφνικό στο σπίτι. Στο ίδιο πάτωμα που έμενα, στο βάθος του διαδρόμου, κατοικούσε ένα αντρόγυνο με το μωρό τους τριώ μηνώ. Μα από κείνη την ημέρα το αντρόγυνο διαλύθηκε. Γιατί τη γυναίκα την τσάκισε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο, καθώς στεκότανε στην ουρά κι υπομόνευε να πάρει από το παράρτημα του Ερυθρού Σταυρού το γάλα του μωρού, κρατώντας μια κούπα στα χέρια της. Ήτανε η τελευταία στην ουρά κι εστεκόταν άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο. Κανονικά αυτός δεν ήταν λόγος να κιντυνεύει. Μα κάποιος βεβαίωσε πως ο Γερμανός που οδηγούσε τ’ αυτοκίνητο το ‘κανε ξεπίτηδες. Καβάλησε το πεζοδρόμιο με μια χαρά σαδισμού στο μούτρο του και τη σάρωσε. Κάθε μέρα μαθαίναμε τέτοιου είδους δυστυχήματα κι είχαμε συνηθίσει. Πιο πολύ λυπήθηκα τον άντρα της. Όχι για το που χήρεψε, μα για το που θα ‘πρεπε να κάνει τα χρέη της μάνας στ’ ορφανεμένο μωρό. Σαν τρελός ο φτωχός ρωτούσε τις γειτόνισσες να μάθει κάθε πόσο πρέπει να ταΐζει το μωρό του και πόσο ν’ αραιώνει το γαλατάκι του. Η καθαρίστρια βρήκε έτσι δουλειά έξτρα κι αποζημιώθηκε για τ’ ασπρόρουχα του καθηγητή που δεν πρόφτασε να τα μπουγαδιάσει, φροντίζοντας για το μωρό τις ώρες που ο πατέρας έλειπε στη δουλειά του. Το ίδιο βράδυ κιόλας πήγα να του κάνω παρηγοριά. Τόνε βρήκα στην κουζίνα να πελεκάει με το μπαλτά μια καρέκλα ξύλα για τη φουφού, να ζεστάνει το χαμομήλι του μωρού. Δίπλα στην πιατοθήκη είχε καρφιτσωμένο ένα χαρτί που ‘γραφε τα καινούρια του χρέη. Πότε το γάλα, πότε το χαμομήλι, πόσα κουταλάκια, πόσο αραίωμα, πώς να φτιάνει την κρεμίτσα, πώς να καταλαβαίνει όταν πονάει το μωρό, και παρόμοια. Είχε γίνει λιγόλογος και λιγοκίνητος. Όλη του η ύπαρξη - όλο το υπόλοιπό της - ήταν αφιερωμένη σ’ αυτή τη συλλοή σαν μια μηχανή που δίχως αίστημα και δίχως σκέψη δουλεύει με σιγουριά στο χρέος της.

Ο χρόνος εκείνος βάδιζε στο τέλος του. Σιμώνανε τα Χριστούγεννα. Μαύρες γιορτές. Γιατί η θύμησή τους από χρόνια περασμένα κι η αθέλητη σύγκριση με τον τωρινό χρόνο, έσφιγγε περισσότερο την καρδιά. Το πιο καλό ήταν που θυμόσουν τα παιδικά σου χρόνια. Τη γαλήνη του πατρικού σου σπιτιού με τ’ αναμμένο τζάκι και τη χαρά της παιδιάστικης προσδοκίας καθρεφτισμένη στις πολύχρωμες γυαλιστερές μπάλες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Όλες κείνες τις μέρες είχα την ψυχή βαριά. Το απόγεμα της παραμονής των Χριστουγέννων η γυναίκα μου μου διάβασε μια προσφώνηση του στρατιωτικού διοικητή, που δημοσίευαν οι εφημερίδες.
«Στρατιώται εν Ελλάδι,
Ευρισκόμενοι πάλιν εις τα πρόθυρα ενός νέου έτους, ανασκοπώμεν τα
περασμένα και προσβλέπομεν εις το μέλλον. Εις όλα τα μέτωπα διεξηγάγομεν
σκληρούς αγώνας.
Αλλ’ ο γερμανός στρατιώτης ανεδείχθη και πάλιν κατά το τρέχον έτος αντάξιος της αποστολής του…»
Α μάλιστα, είπα διακόφτοντάς την, ο γερμανός στρατιώτης φάνηκε και πάλι αντάξιος της αποστολής του. Αυτό είναι σωστό. Γιατί λεηλασία και σφαγή ήταν πάντα η μοναδική αποστολή του από τότε που φανερώθηκε στον κόσμο. Κι η γυναίκα μου συνέχισε το διάβασμα.
«… Εξακολουθούμεν να φρουρούμεν το ελληνικόν έδαφος. Εδώ ο γερμανός
στρατιώτης προστατεύει συμβολικώς τον πολιτισμόν της Δύσεως, που
εδημιουργήθη κάποτε εις την Ελλάδα.
Αλλ’ εδώ ο γερμανός στρατιώτης προστατεύει επίσης κατ’ άμεσον τρόπον την
ύπαρξιν και την τάξιν του ελληνικού κράτους και του ελληνικού λαού…»
Μπορούμε λοιπόν να κοιμόμαστε ήσυχοι και να θρέφουμε την ευγνωμοσύνη που τους χρωστάμε, πρόστεσα με μια πικρή ειρωνεία διακόφτοντάς την.
- Ο Θεός να μας φυλάει, απάντησε και σηκώθηκε να πάει στην κάμαρα του παιδιού μας, που έβγαλε μια φωνή μες στον ύπνο του.
Την ίδια όμως στιγμή χτύποι φοβεροί ακουστήκαν από παντού. Σα να ‘σπαζαν την εξώπορτα, σαν να ‘σπαζαν τα παράθυρα. Το σπίτι είχε ζωστεί μες στη νύχτα από άγριους χτύπους καταστροφής και προσπαθούσα να νιώσω τι γίνεται. Όλη μου η ύπαρξη εκείνη τη στιγμή είχε συγκεντρωθεί εντατικά στ’ αυτιά μου. Έπειτα ξεχώρισα καθαρά τα τζάμια της κουζίνας που σπάγανε, άκουσα πιστολιές μες στο διάδρομο, μπότες και φωνές έξω από την πόρτα της κάμαρας που βρισκόμουν και ώσπου να πεταχτώ όρθιος, αντίκρισα δυο Γερμανούς των Ες Ες με τα πιστόλια στυλωμένα επάνω μου.
- Ψηλά τα χέρια!
Ούτε κατάλαβα τι γινότανε. Μα ήταν σίγουρο πως μπήκαν απ’ όλες τις μεριές αιφνιδιαστικά μες στο σπίτι μας. Επάνω στην κοιλιά της γυναίκας μου που ήταν ετοιμόγεννη, είδα στυλωμένο ένα οπλοπολυβόλο. Τα χέρια της τα ‘χε σηκωμένα ψηλά και δεν μπόρεσε παρά να σταυρώσει ένα απελπισμένο βλέμμα μαζί μου, καθώς με στριμώξανε σ’ ένα τοίχο. Μέσα στις άλλες κάμαρες δούλευε κασμάς και λεηλασία. Θα ‘ταν ως εξήντα αυτοί που είχανε μπει, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Η κατηγορία θα ‘ναι βαριά, σκέφτηκα, για να ‘ρθουν τόσοι πολλοί. Κάποιος καλοπροαίρετος συμπολίτης, που σίγουρα τους κουβάλησε όλους αυτούς, θα έκανε την καταγγελία φουσκωμένη, για να βγάλει τη χριστουγεννιάτικη διασκέδασή του. Μα το παράξενο ήταν πως δεν είχα κανένα φόβο στην ψυχή μου. Ούτε η μεταλλική γεύση του τρόμου είχε απλωθεί στην άκρη της γλώσσας μου, ούτε τον χτύπο της καρδιάς ένιωθα να μου κοπανάει βαριά και γρήγορα στο στομάχι. Και πάλι όλη τούτη μου η νηφαλιότητα δεν είχε καμιά σχέση με την παλικαριά. Πιο πολύ ένιωθα πως κάθε αντίδραση της ψυχής, των νεύρων, του μυαλού, είχε παραλύσει μέσα μου. Μόνο που χαιρόμουνα το πιστόλι που ήτανε στυλωμένο επάνω μου, καθώς σπιθοβολούσε κάτω από το ηλεκτρικό λαμπιόνι κι ήταν έτοιμο να δουλέψει. Και τούτο γιατί πάντα είχα στο συρτάρι μου ένα περίστροφο παραμελημένο και δίχως σφαίρες, που πάντα έλεγα να το διορθώσω και ποτές δεν το κατόρθωσα. Αυτός ο παραλληλισμός των δυο πιστολιών ήταν η μόνη σκέψη που μπόρεσα να συνθέσω εκείνη τη νύχτα. Και ακόμα όταν, ύστερα από πέντε ώρες που κράτησε όλο τούτο, με πέρασαν όξω από το δωμάτιο του γραφείου μου κι έριξα μέσα του μια ματιά κι είδα όλα τα έπιπλα και τα βιβλία σε μια πυραμίδα από συντρίμμια, ένιωσα μια λύπη για τα βιβλία μου. Λύπη όχι για το χαμό της υλικής αξίας τους, μα για το χαμό της ζωής τους και των όσων με δένανε μαζί τους τόσα χρόνια. Κι όταν με βγάλανε όξω από το σπίτι, για να με φορτώσουν στο καμιόνι που θα μ’ οδηγούσε ποιος ξέρει πού, κι αντίκρισα στο διάδρομο να σπρώχνουνε τον άνθρωπο που είχε χάσει τη γυναίκα του, ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
- Σας παρακαλώ, κύριε διερμηνέα, ικέτευε με δάκρυα στα μάτια κι απελπισία στη φωνή. Σας παρακαλώ, πέστε τους μια στιγμή να πάρω το χαρτί από την κουζίνα, που γράφει για το τάισμα του μωρού, να το δώσω της γειτόνισσας.
- Τι λέει; ρώτησε άγρια ο Γερμανός που τον κρατούσε από το γιακά. Κι ο διερμηνέας του εξήγησε. Τον άκουγε ο Γερμανός με τα χτηνώδικα μάτια του στυλωμένα αδιάφορα μπροστά του και μόλις τέλειωσε την εξήγησή του, έβγαλε ένα μουγκρητό θυμού από μέσα του κι έδωσε μια κλωτσιά με λύσσα στον πατέρα που τον κοίταγε με αγωνία και με παράκληση...

Ήταν μιάμιση ώρα ύστερα από τα μεσάνυχτα, όταν η συνοδεία από πέντε γκρίζα καμιόνια, που όλες εκείνες τις ώρες σταθμεύανε όξω από το σπίτι, ξεκίνησε μέσα στην ολοσκότεινη νύχτα. Πόσοι ήτανε μοιρασμένοι στα πέντε καμιόνια και πού μας πηγαίνανε, ούτε το ήξερα ούτε και προσπάθησα να το μαντέψω. Μόνο μου έκανε εντύπωση το πώς, ύστερα από τόσα χρόνια, καθόμουνα σ’ αυτοκίνητο κι έβλεπα τους νυχτερινούς δρόμους. Πολύ λίγοι από τους συμπολίτες μου θα είχαν αυτό το προνόμιο. Έξω απ’ αυτούς τους ελάχιστους, οι άλλοι κλειδωμένοι από η ώρα έξι στα σπίτια τους θα κοιμόντουσαν ή θα περίμεναν με αγωνία να ‘ρθει κανένα απόσπασμα της Γκεσταπό ή των Ες Ες να τους πιάσει. Εγώ ήμουν και σ’ αυτό προνομιούχος, γιατί δεν είχα πια την αγωνία να περιμένω το απόσπασμα. Να γιατί, θέλοντας να γλυτώσει από μιαν τέτοια αγωνία, ο καθηγητής του δευτέρου πατώματος πήγε και παραδόθηκε.
Τα καμιόνια κυλούσαν αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο των έρημων δρόμων και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα σταματούσαν στα σταυροδρόμια, για να πουν την ταυτότητά τους στους κρανοφόρους νυχτοσκοπούς, που σήκωναν δυο κόκκινα φανάρια - τη μόνη φαντασμαγορία της χριστουγεννιάτικης εκείνης νύχτας - ξεφωνίζοντας άγρια «Αλτ»!
Κάποια στιγμή τα καμιόνια σταμάτησαν όξω από τη φωτισμένη είσοδο ενός σπιτιού. Οι δυο με τα οπλοπολυβόλα, που ανάμεσά τους καθόμουνα, κατέβηκαν ο ένας μπρος μου κι ο άλλος πίσω μου, με παραδώσανε σ’ έναν άλλο συνάδελφό τους της ... υποδοχής, που πρόσμενε στην είσοδο, κι αυτός με πέρασε από διαδρόμους και μ’ οδήγησε μπροστά σε μια μικρή πόρτα, έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από την τσέπη του, άνοιξε την πόρτα, μ’ έσπρωξε μέσα και κλείδωσε. Ήταν ένα παράξενο μακρινάρι εξήντα πόντους φάρδος, δύο μέτρα μάκρος και τέσσερα μέτρα ψήλος. Κι αυτό το ψήλος το ‘δειχνε ακόμα πιο στενό. Ένα ηλεκτρικό λαμπιόνι φώτιζε το δάπεδό του στρωμένο με πλακάκια βουτηγμένα σε μια υγρή ακαθαρσία. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες μου και στάθηκα ακίνητος στην ίδια θέση που πρωτοβρέθηκα μπαίνοντας. Κάπου μια ώρα στεκόμουν έτσι σε μια απόλυτη απάθεια. Το κρύο που είχε κάνει σίδερα τα πόδια μου και άρχισε να περονιάζει με πόνο τα καλάμια μου, μ’ έκανε ν’ αφήσω την ακινησία μου και να κάνω λίγα βήματα.
Τότε και μόνο κατάλαβα πόσο απελπιστικά στενός ήταν εκείνος ο χώρος. Γιατί δε χωρούσε να περπατήσω στα ίσια. Οι αγκώνες χτυπούσαν μια στον ένα τοίχο, μια στον άλλο. Αυτό μου ‘φερε ένα αίσθημα αγωνίας. Την ασφυξία που θα νιώθει κανένας ,όταν τον θάψουν ζωντανό. Σαν κάποια δάχτυλα να μου ‘σφιγγαν το λαιμό και κάτι να μου βούλωνε τα ρουθούνια και να μου ‘κοβε την ανάσα. Μου ήρθε να ξεφωνίσω, για να λαφρώσω το πνίξιμο. Κοίταξα προς την πόρτα. Ήταν από σανίδι μονοκόμματο και μόνο ψηλά, στα δυο μέτρα, είχε ένα φεγγίτη. Αχ να μπορούσα να ‘μουνα δίπλα σ’ αυτό το φεγγίτη, να ‘βγαζα έξω τη μύτη μου και το μάτι μου. Ωστόσο είχα την πεποίθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα με ξεκλειδώνανε. Όλο αυτό δεν μπορούσε να ‘ναι φυλακή. Θα ήταν προσωρινό απομονωτήριο. Κι έπειτα δεν είχα περάσει από ανάκριση. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν τέσσερις το πρωί. Το κούρντισα από φόβο μη σταματήσει και χάσω κάθε νόημα της πορείας της ζωής. Μα οι ώρες περνούσαν και κανένας δε φαινόταν. Το στόμα ήταν στεγνό και πικρό και τα νεφρά πονούσαν τρομερά από το κρύο. Είχα ξυλιάσει ολάκερος και τα πόδια λυγίζανε από την ορθοστασία. Μα πάλι δίσταζα να κάτσω πάνω στις ακαθαρσίες. Οχτώ η ώρα το πρωί. Τα γραφεία θα πιάσουν τη δουλειά τους. Όπου να ‘ναι θα με φωνάζουν στην ανάκριση, σκεφτόμουν. Υπομονή. Μα πήγε εννιά, δέκα, δώδεκα, μία από το μεσημέρι και τίποτα. Ούτε και το μακρινάρι άλλαξε την όψη του. Το φως εξακολουθούσε να είναι αναμμένο και καμιά αχτίδα της ημέρας δεν μπήκε από πουθενά. Μήπως μ’ είχανε ξεχάσει; Βρόντηξα την πόρτα με τις γροθιές. Σε λίγο ακούστηκαν βήματα μπότας απόξω. Κάποιος σταμάτησε. Κι ύστερα έφυγε πάλι. Μήπως πάει να φέρει τα κλειδιά; Σκέφτηκα. Μα δεν ξαναγύρισε. Και τότε ξαναβρόντηξα. Άλλα βήματα μπότας ακούστηκαν κι ύστερα μια στριγγιά φωνή όξω από την πόρτα μου κάτι έσκουξε κι έφυγε. Μια γερμανική βρισιά ή μια φοβέρα. Έτσι φτάσανε πάλι τα μεσάνυχτα. Μήπως με βάλανε εκεί μέσα, σκέφτηκα, για να πεθάνω από την πείνα; Πόσες μέρες μπορεί να κρατηθεί στη ζωή ένας νηστικός άνθρωπος; Θαρρώ και δυο και τρεις βδομάδες. Γιατί να σκλαβώσουν για τόσον καιρό ένα κελί, ενώ θα μπορούσαν να με ξεμπερδέψουνε γρηγορότερα; Δεν ήταν λοιπόν λογικό να μ’ αφήσουν να πεθάνω από την πείνα. Ωστόσο ο αέρας λιγόστεψε πολύ, τα μελίγγια μου χτυπούσαν δυνατά, μια ζαλάδα σκοτείνιαζε την όρασή μου κι η αγκούσα είχε γίνει σαν κάτι πολύ πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Λίγο πριν τα ξημερώματα έπεσα χάμω δίχως να το καταλάβω κι απόμεινα εκεί. Τότε είδα πως στον τοίχο ήτανε διάφορα γραψίματα με το μολύβι. Κι ήτανε όλα στίχοι. Στίχοι που τους γράψανε οι άνθρωποι που πριν από μένα κάνανε το πέρασμά τους από τούτο το μακρινάρι. Για να ’ναι όλοι γραμμένοι χαμηλά, θα πει πως γράφτηκαν όταν κι αυτουνών τα πόδια λύγισαν και το κορμί τους κυλίστηκε στο βούρκο. Σε τέτοιες στιγμές η ψυχή σηκώνεται ψηλά κι ο λόγος και στου πιο άμουσου τα χέρια, εξιδανικεύεται σε στίχο.
Παιδιά, κουράγιο κι υπομονή
όσο η ψυχή μας και να πονεί.
Αυτό το δίστιχο ήτανε γραμμένο απέναντί μου. Και παρακάτω ήταν ένα άλλο:
Απόψε ήρθε ο θάνατος και μου ’κανε παρέα,
και μου ’πε πως στην άλλη ζωή είναι καλά κι ωραία.
Κι ένα άλλο έλεγε:
Μες στην απελπισία μου, μια μου ’μεινεν ελπίδα,
ταχιά πως θα ’χει Ανάσταση η δόλια μας Πατρίδα.
Κι άλλο πάλι έλεγε:
Ρημάχτε, αρπάχτε, κάφτε μας, σκοτώστε μας, σκοτώστε,
άτιμοι, αυτό που κάνετε, διπλά θα το πλερώστε.
Κι ένα άλλο τελευταίο έλεγε:
Αχ μάνα μου, αχ γυναίκα μου, παιδάκια μου γλυκά,
για σας μονάχα εγώ θρηνώ κι όχι για μένα πια,
γιατί ορφανά θα μείνετε στο μαύρο αυτό ντουνιά.
Όλα ήταν γραμμένα σε μιαν ίδια στιγμή στερνής εκμηδένισης, όλα ήταν εκδήλωση μιας τέτοιας στιγμής, μα, διαφορετικά στο νόημά τους, καθρέφτιζαν τη διαφορετική ψυχοσύνθεση που ξεχωρίζει τους ανθρώπους συναμεταξύ τους.

Φαίνεται πως αποκοιμήθηκα δυο ώρες δίχως να το καταλάβω. Κι ούτε άκουσα το κλειδί που γυρνούσε στην πόρτα του κελιού. Μα η πόρτα άνοιξε και με τραβήξαν όξω. Στυλώθηκα στα πόδια μου και με σπρώξανε ως το δρόμο και με ξαναφορτώσανε σ’ ένα κλειστό καμιόνι. Ήταν η ώρα πέντε το πρωί. Ο ουρανός ήταν ακόμα σκοτεινός. Μα ο παγωμένος αέρας που ρούφηξα, με ζωντάνεψε.
Μέσα στο καμιόνι ήτανε κι άλλοι. Αλλάξαμε απελπισμένες ματιές συνεννόησης μα τίποτε παραπάνω, γιατί ο στρατιώτης που μας φύλαγε με το δάχτυλο στην σκανδάλη του όπλου του ήταν έτοιμος να ξεπαστρέψει όποιον από μας άνοιγε το στόμα του. Παραπάνω από μισή ώρα κράτησε το ταξίδι μας. Φτάσαμε σε κάτι φυλακές που ήταν έξω από την πόλη. Εκεί μου αδειάσανε τις τσέπες, μου ξυρίσανε το κεφάλι και με βάλανε σ’ ένα θάλαμο που ήταν κι άλλοι δέκα. Τότες μονάχα πήρα μια συναίστηση της θέσης που βρισκόμουνα.
Μόλις ο δεσμοφύλακας κλείδωσε πίσω μου την πόρτα, με τριγυρίσανε οι άλλοι. Δε γνώριζα κανένα κι ούτε αυτοί με γνωρίζανε, μα καθένας τους με κοίταγε σα να ‘κανε μια προσπάθεια να μ’ αναγνωρίσει. Ύστερα ένας με ρώτησε. Πώς και πότε και γιατί; Κι ύστερα ένας ένας οι άλλοι όλο και κάτι με ρωτούσαν. Τι γίνεται όξω, πώς πάει η πείνα, ο πόλεμος, οι συλλήψεις. Κι έπειτα μου είπαν και κείνοι τα δικά τους. Πως εδώ ήταν το Χαϊδάρι, οι βασανιστικές φυλακές των Ες Ες. Πως κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο ήταν αδύνατη. Πως άμα στην πόλη γενόταν κανένα σαμποτάζ, παίρνανε από δω δέκα, είκοσι, πενήντα και τους τουφεκίζανε γι’ αντίποινα. Έπειτα με ρώτησαν αν είχα φάει και μαζέψανε μερικά ξεροκόμματα ψωμί και μου τα ‘φεραν με συμπόνια. Μα δεν πεινούσα καθόλου. Άρχισα σιγά σιγά να σκέφτομαι κι ύστερα άρχισα να ρωτάω.
- Δε γλύτωσε κανένας από δω μέσα;
- Πώς, βέβαια. Άμα περάσεις ανάκριση, μπορεί και να σ’ απολύσουνε.
Έτσι γεννήθηκε η ελπίδα. Μ’ αντάμα με την ελπίδα γεννήθηκε κι ο φόβος. Κι έπειτα ήρθε η συνήθεια. Το πρωί αγγαρεία στα χαρακώματα. Τ’ απόγεμα ξύλο με το λουρί στη γυμνή πλάτη και στο μούτρο μέχρι μάτωμα. Οι πρώτες λουριές πονάνε. Έπειτα μουδιάζεις και νιώθεις λιγότερο. Κι ύστερα έρχεται ένα αίσθημα που είναι ίσως ευχάριστο. Τις άλλες ώρες πλήξη μέσα στο θάλαμο. Μέσα στις τσέπες μου δεν μ’ αφήσανε τίποτες. Κάποιο μολύβι, κάποια σημείωση, κάποιο χαρτί είναι κάτι για να σκοτώνεις την ώρα σου. Μα όλα μου τα ‘χανε πάρει. Και το χειρότερο δεν είχα πια ρολόι. Από το προχώρημα της γωνιάς του ήλιου που ‘μπαινε από το φεγγίτη μετρούσαμε τις ώρες. Μια μέρα βρήκα στο αποχωρητήριο ένα φύλλο κομμένο από τηλεφωνικό κατάλογο. Το δίπλωσα και το ‘βαλα στην τσέπη μου να το διαβάσω. Άπειρες φορές το διάβασα. Είχα μάθει απόξω τα ονόματα που ήταν γραμμένα, τα επαγγέλματά τους, τη διεύθυνσή τους. Έφτιανα με τη φαντασία μου το μούτρο τους, τους έβλεπα μέσα στο μαγαζί τους, στο γραφείο τους, στο σπίτι τους, παρακολουθούσα τη ζωή τους, τη σκέψη τους, την έγνοια τους, όπως μου άρεζε να τη φαντάζουμαι κι έτσι ξεγελούσα τις ώρες. Μια άλλη μέρα κοιτάχτηκα στο καθρεφτάκι της λάμπας του πετρελαίου που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο. Τότες είδα για πρώτη φορά τη φάτσα που έδειχνα με το ξουρισμένο κεφάλι και ένιωσα έναν εξευτελισμό που μ’ εξουθένωσε. Εκείνο που μου ’κανε εντύπωση ήταν πως άμα έφερνα στη σκέψη μου τη λεηλασία εκείνης της νύχτας, το πώς καταστρέψανε ή αρπάξανε τα υπάρχοντά μου, όχι μονάχα δεν αισθανόμουνα καμιά λύπη, μ’ απορούσα πώς ο άνθρωπος δίνει σημασία στη ζωή για τα πράγματα που έχει, που χάνει, ή που κερδίζει. Ενώ άμα έφερνα στη σκέψη μου το ξουρισμένο κεφάλι μου, δεν μπορούσα να νιώσω παρόμοια αδιαφορία.
Την πρωτοχρονιά επιτρέψανε φαίνεται να λάβει κάθε φυλακισμένος ένα δέμα από το σπίτι του. Μα κι αυτό δεν το ’καναν από ανθρωπισμό. Μα μονάχα για να κλέψουν. Μέσα στη ράχη ενός σακακιού που πήρε μέσα σ’ ένα δέμα από τη γυναίκα του ένας από τους συντρόφους της φυλακής, ανακάλυψε ένα χιλιοδιπλωμένο σημείωμα που ανάμεσα στα λίγα λόγια στοργής και παρηγοριάς του ’γραφε πως του ’στελνε στο ίδιο δέμα μια κουβέρτα, τσιγάρα, λίγο τυρί κι ένα κουτί γλυκό. Τίποτε απ’ αυτά όμως δε βρέθηκαν στο δέμα. Ένας άλλος σύντροφος, δικηγόρος το επάγγελμα, πήρε από τη δακτυλογράφο του ένα δέμα που δεν του είχε απομείνει παρά ένα ζευγάρι κάλτσες κι ένα γαλλικό βιβλίο. Το παράξενο ήταν πως παρέλαβε το δέμα, μόλις γύρισε καταματωμένος από τον απογεματινό βούρδουλα και το γαλλικό βιβλίο που έλαβε ήταν το «Savoir vivre». Λες κι ήταν δα η στιγμή που χρειαζόταν να εμβαθύνει στις λεπτομέρειες των τρόπων της καλής συμπεριφοράς.
- Τι διάολο, αυτό πήγε να σου διαλέξει; Τόνε ρώτησε κάποιος.
- Δε φταίει η φτωχιά, αυτό βρήκε πρόχειρο και καθώς δεν ξέρει γαλλικά, το ’βαλε μέσα στο δέμα. Ίσως γιατί έχει φανταχτερό ξώφυλλο και ήθελε να μ’ ευχαριστήσει.
Μα το ίδιο βράδυ της πρωτοχρονιάς πέντε από μας λιγοστέψανε. Άνοιξε η πόρτα του θαλάμου, μπήκε ένας λοχίας, και φώναξε έναν έναν με τ’ όνομα από ένα κατάλογο που κρατούσε στο χέρι. Βουβοί κι ακίνητοι και παγωμένοι παρακολουθούσαμε τη σκηνή. Καθένας την έζησε για λογαριασμό του. Πολλή ώρα ύστερα, καθώς καθόμαστε κουρνιασμένοι, ένας μας ρώτησε:
- Τάχατες για τουφέκι;
- Ποιος ξέρει, απάντησε ένας άλλος. Μπορεί και γι’ ανάκριση.
Κι ύστερα από λίγο ένας τρίτος συμπλήρωσε:
- Αστειεύεσαι; Μεσάνυχτα ώρα γι’ ανάκριση;
Κανένας δε μίλησε ύστερα απ’ αυτό μέχρι το πρωί. Μα τους πέντε δεν τους ξανάδαμε πια.
Το άλλο πρωί ένας από τους συντρόφους μου που ήταν αρραβωνιασμένος, μας διηγήθηκε πως τη νύχτα είδε στ’ όνειρό του πως παντρευότανε και πως σ’ όλη τη διάρκεια της τελετής η νύφη που στεκόταν δίπλα του με το πέπλο της, ήταν πεθαμένη κι είχε τα μάτια ορθάνοιχτα.
Μια βδομάδα αργότερα ένα απομεσήμερο πάλι άνοιξε η πόρτα κι ο ίδιος λοχίας μπήκε μέσα με τον κατάλογο στο χέρι και φώναξε τ’ όνομά μου. Πετάχτηκα από τη θέση μου, μ’ έσπρωξε στο διάδρομο κι ο δεσμοφύλακας ξανακλείδωσε την πόρτα. Ύστερα με μπάσανε σ’ ένα δωμάτιο γυμνό και κλειδώσανε. Τρεις άλλοι φυλακισμένοι ήταν στο ίδιο δωμάτιο. Στεκότανε ορθοί, σα σε παράταξη, σα να περίμεναν κάτι κι έμαθα πως κι εκείνους τους φώναξαν από τα κελιά τους κατά τον ίδιο τρόπο, εδώ και λίγη ώρα. Κι ύστερα μας παράλαβε ο ίδιος λοχίας, μας έβγαλε όξω από το χτίριο, μας έβαλε στη γραμμή και μας πρόσταξε να βαδίσουμε. Τραβούσαμε κατά το μέρος που πηγαίναμε για αγγαρεία. Μα προσπεράσαμε τα χαρακώματα και κοντεύαμε στον μαντρότοιχο. Εκεί πρόσταξε Αλτ! κι εμείναμε κι οι τέσσεροι ακίνητοι με το πρόσωπο πενήντα πόντους από τον μαντρότοιχο. Λίγα λεφτά της ώρας ύστερα, που ωστόσο μας φάνηκε ατέλειωτα, πρόσταξε «Μεταβολή» επί τόπου.
Αντίκρυ μας τότε, σε λίγη απόσταση, είδαμε οχτώ στρατιώτες με τα τουφέκια τους να στέκονται γραμμή σε προσοχή. «Θα μας τουφεκίσουνε» σκέφθηκα. Μα το σκέφθηκα μηχανικά χωρίς καμιά συγκίνηση και χωρίς κανένα φόβο. Το θέαμα των οχτώ τουφεκιών, έτσι σαν θέαμα, δεν μου έκανε ούτε μιας καινούριας εικόνας την αίστηση. Ίσως από την εξοικείωση που είχαν τα μάτια μου σε παρόμοια παράσταση από εχτελεστικά αποσπάσματα που είχα δει στον κινηματογράφο ή σε εικόνες. Αναπόλησα μάλιστα μια τέτοια εικόνα από τον τουφεκισμό του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού του Μεξικού. Μα το πιο πολύ που δεν μου ’κανε εντύπωση ήταν γιατί όλα τούτα τα ένιωθα πια άσχετα με τον εαυτό μου. Έπειτα ο λοχίας έδωσε ένα παράγγελμα και τα οχτώ τουφέκια στυλώθηκαν στον ώμο των στρατιωτών σκοπεύοντας κατά πάνω μας. «Δόξα να ’χει ο Θεός» είπα μέσα μου και μαζί ένιωσα πως ξανάβρισκα την αξιοπρέπειά μου και την ελευθερία μου. Ήξερα πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο, πως θα είχα επιτέλους ξεσκλαβωθεί από το τομάρι μου που δε μ’ άφηνε να ζήσω ελεύθερα. Αυτή η φυγή της ψυχής από το κορμί νομίζω πως ήταν ο μόνος μου πόθος εκείνη τη στιγμή. Ένας πόθος που η βέβαιη πραγματοποίησή του μ’ έκανε να χαρώ και να βιάζομαι. Όλα αυτά έγιναν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και δε θυμάμαι να ’χα άλλες εντυπώσεις από το τέτοιο τέλος της ζωής μου. Εκείνη τη στιγμή έπιασε μια ψιχάλα. Δεν ξέρω αν από την ψιχάλα ή από τίποτες άλλο -σκοτάδι του μυαλού μπορεί - οι στρατιώτες με τις οχτώ κάνες θαμπώσανε στα μάτια μου. Από το βάθος ένας δεκανέας ερχόντανε τρέχοντας. Κάτι είπε του λοχία. Κι ο λοχίας κάτι πρόσταξε στο απόσπασμα κι οι στρατιώτες κατέβασαν τα τουφέκια χωρίς να πυροβολήσουν. Η ψιχάλα δυνάμωνε κι όλα αυτά εξακολουθούσα να τα βλέπω θαμπά σα μέσα σ’ όνειρο που έβλεπα μετά το θάνατό μου. Δηλαδή δεν τους έδινα σημασία και δεν τα πίστευα. Έπειτα οι στρατιώτες έκαναν μεταβολή και φύγανε κι ο λοχίας ήρθε προς το μέρος μας και μας πρόσταξε «Εμπρός, μαρς!». Τότες ήταν που βαρυγγόμησα. Το να ξεκινήσω στο πρόσταγμα του λοχία μου ‘κανε κόπο και λύπη. Ήταν σαν απογοήτεψη για κάτι που ήταν τόσο σίγουρο και τόσο λυτρωτικό.
Ξαναγυρίσαμε τον ίδιο δρόμο και μας σταμάτησαν μπροστά στην αποθήκη. Ύστερα μας ανέβασαν σ’ ένα καμιόνι που πήρε το δρόμο κατά την πολιτεία. Περνώντας από την αγορά είδα τους πρώτους ανθρώπους. Άλλοι πουλούσανε κι άλλοι αγοράζανε. Σαν μερμήγκια περνοδιαβαίνανε. Αυτοί ήτανε οι ελεύθεροι κι εγώ ο σκλάβος. Λάθος. Δε θα ‘θελα να ‘μουνα στη θέση τους. Μου φάνηκαν τιποτένιοι κι αξιολύπητοι. Γιατ’ ήτανε σκλάβοι στην αγωνία της ζωής. Στη φοβερή αυτή αγωνία που πια δε με κρατούσε. Που την είχα ξεπεράσει κι είχα λυτρωθεί από τα νύχια της. Σκλάβος εγίνηκα, όταν ύστερα από λίγο με περάσανε στην ανάκριση κι έπειτα μου είπαν «Είσαι ελεύθερος. Να πας στο σπίτι σου».
Μα όταν βρέθηκα στο δρόμο, τα πόδια μου δεν με οδηγούσανε στο σπίτι μου. Ωστόσο θυμήθηκα τη μάνα μου και τη γυναίκα μου και το παιδί μου, κι ο πόνος που θα δοκιμαζότανε για μένα με τραβούσε κοντά τους για να τον ξεδιαλύνω. Μα ο πόθος ο δικός μου, ο πόθος του ατόμου μου του άδετου με κάθε τι άλλο έξω από μένα, με τραβούσε σε αντίθετη διεύθυνση .Σε μια φυγή μακρινή, πέρα στα βουνά, εκεί που θα με καλωσορίζανε η ελευθερία αντάμα με την εκδίκηση. Ω! Ποιος είπε την εκδίκηση για αίσθημα ταπεινό. Όχι. Εκείνος που συγχωράει το δολοφόνο, δολοφονεί για μια δεύτερη φορά το θύμα του. Έτσι από μια τέτοια ανάγκη φυγής κι αντάμωσης με την ελευθερία και την εκδίκηση θα ‘ναι που γεννήθηκε η αντίσταση πάνω στα βουνά των σκλαβωμένων λαών. Οι Γερμανοί κάναν ένα τεράστιο λάθος ψυχολογικό. Σκηνοθετώντας το εχτελεστικό ή άλλα παρόμοια τρομοκρατικά συστήματα όταν δεν ήταν να σκοτώσουν το κορμί, θαρρούσαν πως με τούτα σκοτώνανε την ψυχή. Εδώ ήταν το λάθος. Γιατί η ψυχή λευτερωνότανε και τραβούσε στα βουνά…









Θεοδώρα Κουφοπούλου Ηλιοπούλου "Ελληνική Γλώσσα Θεογέννητη"



Ελληνική Γλώσσα Θεογέννητη

Είμαι η αρχή του Λόγου.
Κοιτίδα μου το Αιγαίο.

Είμαι η λαλιά του Δία, και του Ομήρου.

Η λαλιά του Χριστού,και των αγγέλων.

Είμαι η λαλιά της Ομορφιάς
Και της Αλήθειας.

Η λαλιά της Ελευθερίας ,του Πολιτισμού.
Της Ειρήνης,της φιλοσοφίας και των επιστημών.
Η λαλιά του Μυστηρίου,βωμών και ιερών.

Είμαι η λαλιά των Μουσών, του στοχασμού.
Της Ιδέας και της Δημοκρατίας.

Η λαλιά της Ακρόπολης και του Παρθενώνα.
Των Δελφών και των Ολυμπιακών αγώνων.

Είμαι η λαλιά της Φιλοξενίας και του φιλότιμου.

Η λαλιά του Γλαυκού Ουρανού
Και της Γαλαζο-σμαράγδινης Θάλασσας.

Η λαλιά της ανθοφόρας ΄Ανοιξης είμαι.

Η λαλιά μου είναι μαγική. Είναι δύναμις.
Λαγαρός λογισμός. Δημιουργία Συμπαντική.

Το πρώτο γραπτό κείμενό μου
Στη Γραμμική Β΄(1450-1350)π.χ.

Είμαι η λαλιά 25 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Οι ρίζες μου αρχαίες.
Πάνω από 4000 χιλιάδες χρόνια,Χωρίς διακοπή.
Οι ρίζες μου στις γλώσσες των γλωσσών.

Ως μέσα στη Βακτριανή. Ως τους Ινδούς
Με πήγαν τα άξια τέκνα μου.
Διεθνής πάνω από 600 χρόνια.

Μ΄ανάθρεψε η Ελλάδα μου.
Τόπος μικρός, με ουσίες μεγάλες.

Έγινα ΦΩΣ.
Φωτοστάλακτη στην οικουμένη.

Είμαι η λαλιά σου ΄Ελληνα.
Η Θεογέννητη Ελληνική γλώσσα σου
Η Ατελεύτητη.

Θεοδώρα Κουφοπούλου Ηλιοπούλου

Γραφή ,9 Φεβρουαρίου 2022.



Παγκόσμια ημέρα Ελληνικής Γλώσσας έχει καθιερωθεί  9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.


Η φωτογραφία είναι από https://www.linkedin.com/

















Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022

Έπος του Γκιλγκαμές

Η πινακίδα με την ιστορία του Κατακλυσμού από το Έπος του Γκιλγκαμές στην ακκαδική γλώσσα


Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι επικό ποίημα από την περιοχή της Βαβυλωνίας κι αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, και που ανάγεται σήμερα στην Ασσυρο-Βαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για τη συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθικό ή/και ιστορικό πρόσωπο Βασιλέα ήρωα της Ουρούκ που θεωρείται ότι έζησε την 3η χιλιετία π.Χ. Το Έπος του Γκιλγκαμές, αποτελεί μια ποιητική παράδοση, στην αρχή προφορική, που μετά από κάποιους αιώνες απετέλεσε τον πυρήνα ενός ποιητικού κύκλου σε σουμερική γλώσσα. Οι μεταγενέστεροι ποιητές του Ακκάδ εμπνεύστηκαν ένα έπος όπου στη πληρέστερη μορφή του, (όπως έχει διασωθεί), περιείχε δώδεκα άσματα.

Το έπος αυτό περιλαμβάνει και τον περίφημο μύθο του Κατακλυσμού των Σουμερίων. Η βασική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βασιλιά Γκιλγκαμές και τον Ενκίντου, έναν ημιάγριο άνθρωπο που γίνεται φίλος του βασιλιά και μαζί αναλαμβάνουν ριψοκίνδυνες αποστολές, ενώ δίνει μεγάλη σημασία και στο συναίσθημα απώλειας που διακατέχει τον Γκιλγκαμές μετά το θάνατο του Ενκίντου.

Το Έπος του Γκιλγκαμές έχει παρουσιαστεί από πολλούς συγγραφείς είτε ως μετάφραση είτε ως μυθιστορηματική αφήγηση του πρωτότυπου κειμένου.


Ιστορία

Η υποτιθέμενη περίοδος βασιλείας του Γκιλγκαμές πιστεύεται ότι ήταν περίπου το 2500 π.Χ., 400 χρόνια νωρίτερα από τις αρχαιότερες γραπτές πηγές. Ωστόσο, η ανακάλυψη αρχαιολογικών ευρημάτων που συνδέονται με το βασιλιά Άγκα της πόλης Κις, ο οποίος αναφέρεται μέσα στο έπος, αποτελούν ενδείξεις για το ότι ο Γιλγαμές ίσως να ήταν και ιστορικό πρόσωπο.

Η ενδέκατη πινακίδα από το έπος του Γιλγαμές αναφέρεται στο μύθο του Κατακλυσμού, ο οποίος αντλεί τα περισσότερα στοιχεία από το Έπος του Ατραχάσις. Kάποιες φορές προσέθεταν και μια δωδέκατη πινακίδα στο υπόλοιπο έπος, που αποτελούσε τη συνέχεια της ενδέκατης, αλλά σίγουρα ήταν μεταγενέστερη από τις υπόλοιπες, καθώς έχει διαφορετικό τρόπο γραφής και δεν ακολουθεί την αλληλουχία των υπόλοιπων πινακίδων.

Περιεχόμενα

Ο Γκιλγκαμές της Ουρούκ, δυο τρίτα θεός κι ένα τρίτο άνθρωπος είναι μεγαλύτερος και δυνατότερος βασιλιάς της γης. Όταν ο λαός του παραπονιέται για την σκληρότητά του, οι θεοί του στέλνουν τον ημιάγριο Ενκίντου. Ο Ενκίντου εξημερώνεται από τη σαγήνη μιας ιερόδουλης.
Ο Ενκίντου προκαλεί τον Γκιλγκαμές κi ύστερα από σφοδρή μάχη, ο Γκιλγκαμές σταματάει και προτείνει στον Ενκίντου να τον ακολουθήσει σε μια περιπέτεια στο Δάσος των Κέδρων για να σκοτώσει ένα δαίμονα.
Ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκίντου προετοιμάζονται για την περιπέτεια στο Δάσος των Κέδρων, με την υποστήριξη πολλών, ανάμεσα στους οποίους κι ο θεός Σαμάς.
Ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκίντου ξεκινούν το ταξίδι στο Δάσος των Κέδρων.
Ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκίντου, με τη βοήθεια του θεού Σαμάς, σκοτώνουν το δαίμονα που φρουρεί τα δέντρα. Από τα δέντρα σχηματίζουν σχεδία και πλέουν πίσω προς την Ουρούκ.
Ο Γκιλγκαμές δεν υποκύπτει στη γοητεία της θεάς Ιστάρ-Ινάννα, κόρης του θεού Άνου. Η θεά ζητάει από τον πατέρα της να στείλει τον Ταύρο του Ουρανού για εκδίκηση, τον οποίο και καταφέρνουν να σκοτώσουν ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκίντου.
Οι θεοί αποφασίζουν ότι κάποιος πρέπει να τιμωρηθεί για τη δολοφονία του Ταύρου των Ουρανών κι έτσι καταδικάζουν τον Ενκίντου. Εκείνος αρρωσταίνει και περιγράφει τον Κάτω Κόσμο, καθώς πεθαίνει.
Ο Γκιλγκαμές θρηνεί για το χαμό του φίλου του, Ενκίντου.
Ο Γκιλγκαμές θέλει να αποφύγει τη μοίρα του Ενκίντου, το θάνατο, και ταξιδεύει μέσα από επικίνδυνα μονοπάτια για να συναντήσει τον Ουτναπιστίμ και τη γυναίκα του, τους μόνους ανθρώπους που γλίτωσαν από το Μεγάλο Κατακλυσμό και τους δόθηκε η αθανασία από τους θεούς, ελπίζοντας ότι κι ο ίδιος μπορεί να αποκτήσει την αθανασία.
Ο Γκιλγκαμές φτάνει στο τέλος του ταξιδιού του, διασχίζοντας τα Νερά του Θανάτου με οδηγό το βαρκάρη Ουρσανάμπι.
Ο Γκιλγκαμές συναντάει τον Ουτναπιστίμ, που του διηγείται την ιστορία του κατακλυσμού και διστακτικά του δίνει μια ευκαιρία για να αποκτήσει την αθανασία. Του λέει ότι αν καταφέρει να μείνει ξύπνιος έξι ημέρες κι εφτά νύχτες θα κερδίσει την αθανασία, ο Γκιλγκαμές όμως αποτυγχάνει και αποκοιμιέται. Έπειτα, ο Ουτναπιστίμ του λέει ότι υπάρχει ένα φυτό που μπορεί να του χαρίσει την αιώνια νεότητα: θα πρέπει να το αναζητήσει στα βάθη της θάλασσας και να το φάει. Ο Γκιλγκαμές βρίσκει το φυτό, αλλά δεν το τρώει αμέσως, γιατί θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους γηραιούς της Ουρούκ. Δίπλα σε μια λίμνη, ένα φίδι του κλέβει το φυτό κι έτσι ο Γκιλγκαμές γυρίζει στην Ουρούκ άπραγος, έχοντας αποτύχει διπλά. Στην είσοδο της πόλης, βλέπει τα τεράστια τείχη κι υμνεί τον αδιάκοπο μόχθο των ανθρώπων. Τελικά, ο Γκιλγκαμές έτσι καταλαβαίνει ότι οι άνθρωποι αποκτούν την αθανασία με τον πολιτισμό τους και με δημιουργήματα που μένουν για πάντα στον κόσμο και στις μνήμες των ανθρώπων.


🍁

Το έπος του Γκίλγκαμες και τα Ομηρικά έπη

Από Μαίρη Μαργαρίτη
-27/10/2017

Το έπος του Γκίλγκαμες είναι το πρώτο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ανάγεται  στην Ασσυρο-Βαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για μια συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον ήρωα Γκίλγκαμες. Ο Γκίλγκαμες υπήρξε ιστορικό πρόσωπο και ήταν βασιλιάς της Ουρούκ, μιας αρχαίας πόλης των Σουμερίων κι αργότερα της Βαβυλωνίας ανατολικά του ποταμού Ευφράτη, γύρω στα 2500 π.Χ. Στην αρχή του έπους αναφέρεται πως ο ίδιος ο Γκίλγκαμες  που υπήρξε  σοφός άνθρωπος και γνώριζε τα πάντα, αφηγήθηκε την ιστορία του γράφοντάς την σε μια πέτρα όταν γύρισε στην πόλη του μετά τις περιπέτειες που πέρασε. Αυτό το γεγονός τον καθιστά όχι μόνο τον πρώτο ήρωα λογοτεχνικού έργου αλλά και τον πρώτο συγγραφέα.

Το έπος του Γκίλγκαμες υπήρξε ένα αγαπημένο λογοτεχνικό έργο στην αρχαία Εγγύς Ανατολή.  Πρέπει να γράφτηκε τον 12 αι. π.Χ. και διαδόθηκε στην  Ανατολή, στη Μεσοποταμία, στη δυτική Περσία, στις ακτές της Μεσογείου και αλλού. Οι ιστορίες κυκλοφόρησαν πρώτα προφορικά και έπειτα καταγράφτηκαν σε σφηνοειδή γραφή καθώς οι λαοί αυτοί είχαν αναπτύξει ήδη από τότε τον γραπτό λόγο. Έπειτα ξαφνικά το έργο εξαφανίστηκε. Οι ειδικοί λένε πως αυτό οφείλεται στο γεγονός πως γύρω στα 300 ή 200 π.Χ.έπαψε να χρησιμοποιείται η σφηνοειδής γραφή και οι επόμενες γενιές δεν ήξεραν να τη χρησιμοποιήσουν ούτε να διαβάσουν τα κείμενα. Έτσι, το έπος του Γκίλγκαμες βρισκόταν σε αφάνεια για περίπου δυο χιλιάδες χρόνια ώσπου ανακαλύφθηκε εκ νέου. Το ανακάλυψε μια ομάδα εξερευνητών, αρχαιολόγων ή και επιδρομέων, τον 19ο αιώνα. Είχε διασωθεί επειδή ήταν γραμμένο σε πήλινες πλάκες που είναι ανθεκτικές.

Η υπόθεση του έπους

Το έπος έχει ως κεντρικό ήρωα τον βασιλιά Γκίλγκαμες, αν και στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ταξιδεύει και πολεμά μαζί με τον  Ενκιντού, έναν αγριάνθρωπο που εξημερώνεται και γίνεται φίλος του βασιλιά. Στην αρχή τα δυο πρόσωπα παρουσιάζονται χωριστά. Το πρώτο επεισόδιο αφορά τον Ενκιντού που ζει μαζί με τα άγρια ζώα στο δάσος και αποφεύγει τους ανθρώπους ενώ το σώμα του είναι καλυμμένο με τρίχες. Επειδή  οι άνθρωποι νιώθουν να απειλούνται από την παρουσία του, στέλνουν μια πόρνη να τον αποπλανήσει. Λόγω του ότι έχει συναναστραφεί με ανθρώπινο ον,  τα ζώα δεν τον δέχονται πια στο δάσος και έτσι αναγκάζεται να καταφύγει στους ανθρώπους. Η εξημέρωση του Ενκιντού παραπέμπει σαφώς στην κατάκτηση της φύσης από τον άνθρωπο ενώ αυτή η διάσταση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος διατρέχει όλο το έργο.

Από την άλλη έχουμε τον Γκίλγκαμες που είναι ένας βασιλιάς με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Απαγάγει και βιάζει τις γυναίκες της Ουρούκ τη νύχτα του γάμου τους, υπερφορολογεί τους κατοίκους και εξαναγκάζει τους νέους άνδρες να χτίσουν ένα μεγάλο τείχος γύρω από την πόλη. Επειδή ο βασιλιάς θεωρούνταν θεός τα χρόνια εκείνα, οι αντιδράσεις του λαού απέναντι στην προβληματική συμπεριφορά του ήταν πολύ ήπιες.

Οι δυο ήρωες συναντιούνται σε ένα σημείο της ιστορίας για να αναμετρηθούν αλλά  από αντίπαλοι και εχθροί καταλήγουν φίλοι. Από εκεί και μετά αντιμετωπίζουν μαζί τους κινδύνους μέχρι τον θάνατο του Ενκιντού.  Οι θεοί αποφασίζουν να τιμωρήσουν  τον  Ενκιντού  για τον θάνατο του Ταύρου των Ουρανών. Έτσι, εκείνος αρρωσταίνει και πεθαίνει. Ο Γκίλγκαμες θρηνεί για το χαμό του φίλου του μένοντας  επτά μέρες και επτά νύχτες πάνω από το νεκρό του σώμα.



Άγαλμα που απεικονίζει τον ήρωα Γκίλγκαμες
Ο Μεγάλος Κατακλυσμός

Μετά τον θάνατο του Ενκιντού ο Γκίλγαμες  ταξιδεύει μέσα από επικίνδυνα μονοπάτια  για να συναντήσει τον Ουτναπιστίμ και τη γυναίκα του, τους μόνους ανθρώπους που γλίτωσαν από το Μεγάλο Κατακλυσμό και τους δόθηκε η αθανασία από τους θεούς. Ο Γκίλγκαμες προσπαθεί αλλά αποτυγχάνει να κερδίσει την αθανασία του και επιστρέφει στην Ουρούκ συνειδητοποιώντας πως οι άνθρωποι αποκτούν την αθανασία μόνο με τον πολιτισμό  και με τα δημιουργήματα τους.

Ένα βασικό επεισόδιο του έπους, λοιπόν, είναι ο Κατακλυσμός. Πρόκειται άλλωστε για το πρώτο τμήμα που μεταφράστηκε το 1876 από τις πλάκες με τη σφηνοειδή γραφή καθώς ήταν η πιο γνωστή ιστορία αφού την ήξεραν οι άνθρωποι από τη Βίβλο. Στο έπος του Γκίλγκαμες υπάρχει μια αρχαιότερη εκδοχή της. Η αιτία του Κατακλυσμού είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι  αναπαράγονται πολύ γρήγορα , κάνουν φασαρία και δεν αφήνουν τους θεούς να κοιμηθούν. Γι’ αυτό και εκείνοι στέλνουν την πλημμύρα. Στο έπος του Γκίλγκαμες δεν είναι ηθικό το ζήτημα αλλά περισσότερο  οικολογικό δηλαδή υπερπληθυσμός και ηχορύπανση.

Η ιστορία με τον Κατακλυσμό ελάχιστη σχέση έχει με την κεντρική ιστορία. Υπήρχε μια παλιά λογοτεχνική παράδοση στην Εγγύς Ανατολή για εγκιβωτισμένες ιστορίες πολύ πριν το έπος, που υιοθέτησε και το έπος. Εξάλλου η ιστορία του Κατακλυσμού ανάγει το έπος του Γκίλγκαμες σε ιστορία της ανθρωπότητας. Φαίνεται σαν να αποτελεί ο Κατακλυσμός το μεταίχμιο ανάμεσα σε μια προηγούμενη μυθική περίοδο ζωής των ανθρώπων όπου τα πάντα ήταν πιθανά ακόμη και να γίνει κανείς αθάνατος ή να κοιμηθεί με μια θεά και τη σημερινή ανθρώπινη ζωή. Όταν ο  Γκίλγκαμες επισκεφτεί τον  Ουτναπιστίμ, ο κόσμος της ιστορίας συναντά τον κόσμο του μύθου.

Σκηνή πάλης από το έπος του Γκίλγκαμες
Οι θεοί στο έπος του Γκίλγκαμες

Οι θεοί και στο έπος του Γκίλγκαμες, όπως και στον Όμηρο, αλληλεπιδρούν με τους ανθρώπους, αγαπούν, θυμώνουν, ζηλεύουν,  ερωτεύεται ο ένας τον άλλο,  αποπλανεί ο ένας τον άλλο, εξαπατά ή απειλεί. Όμως ο κόσμος των θεών διαχωρίζεται με σαφήνεια από τον κόσμο των ανθρώπων. Τα όνειρα βοηθούν τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν με τους θεούς, να ερμηνεύσουν τα σημάδια τους, μια έννοια που είναι άγνωστη στη σημερινή εποχή.

Ο Γκίλγκαμες δεν υποκύπτει στη γοητεία της θεάς Ιστάρ-Ινάννα, κόρης του θεού Άνου. Η θεά ζητάει από τον πατέρα της να στείλει τον Ταύρο του Ουρανού για εκδίκηση, τον οποίο και καταφέρνουν να σκοτώσουν ο Γκίλγκαμες κι ο Ενκιντού. Όμως αργότερα οι θεοί τιμωρούν με θάνατο τον Ενκιντού γι’ αυτή του την πράξη και βυθίζουν στο πένθος τον Γκίλγκαμες. Χαρακτηριστική είναι η αλαζονεία του βασιλιά απέναντι στον έρωτα της θεάς, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος είναι κατά τα δυο τρίτα θεός.

Το έπος του Γκίλγκαμες και τα Ομηρικά Έπη

Όσον αφορά τα κοινά τους σημεία μπορούμε να σημειώσουμε τα ακόλουθα:

  • Η επανάληψη όχι μόνο στίχων αλλά και ολόκληρων αποσπασμάτων : Αυτό είχε να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι τα ποιήματα αυτά προορίζονταν για να απαγγελθούν και να ακουστούν από το κοινό και όχι να διαβαστούν. Οπότε το κοινό δεν μπορούσε να ελέγξει τις επαναλήψεις, οι οποίες ήταν χρήσιμες στο να παρατείνουν τον χρόνο της απαγγελίας.
  • Ο ήρωας είναι άνδρας και συνήθως έχει θεϊκές ιδιότητες όπως ο Αχιλλέας και ο Γκίλγκαμες.
  • Οι ήρωες κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι που τους προξενεί δεινά και θλίψη και επιπλέον επιφέρει αλλαγές στη συμπεριφορά και τη στάση ζωής τους, όπως ο Γκίλγκαμες και ο Οδυσσέας.
  • Το θέμα της φιλίας ανάμεσα σε δυο άνδρες που πολεμούν μαζί, όπως ζευγάρια φίλων Γκίλγκαμες-Ενκιντού, Αχιλλέας-Πάτροκλος και το μοτίβο της απώλειας του ενός φίλου.
  • Οι καταβάσεις: Στο έπος του Γκίλγκαμες περιγράφεται η πρώτη κατάβαση στην παγκόσμια λογοτεχνία δηλαδή το ταξίδι ενός ζωντανού στον κόσμο των νεκρών. Και στη Οδύσσεια ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο για να συνομιλήσει με συγγενείς του.
  • Μπορούμε να σημειώσουμε την ύπαρξη πολιτικής κρίσης και στις τρεις περιπτώσεις: Ο Γκίλγκαμες είναι ένας βασιλιάς με απολυταρχική εξουσία και ο λαός του είναι δυσαρεστημένος, ο Οδυσσέας απουσιάζει από τη Ιθάκη και υπάρχει κενό εξουσίας και ανταγωνισμός διαδόχων ενώ η Ιλιάδα ξεκινά με τον έντονο διαπληκτισμό του πρώτου ήρωα, Αχιλλέα, με τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα.
Διαφορές του έπους του Γκίλγκαμες με τα Ομηρικά Έπη

  • Καταρχάς, το έπος του Γκίλγκαμες εμφανίζει πολλά κενά σε αντίθεση με τα Ομηρικά έπη που είναι ιδιαιτέρως επεξεργασμένα στη σύνθεσή τους.
  • Το έπος του Γκίλγκαμες είναι πολύ πιο σύντομο και λιγότερο σύνθετο από τα ομηρικά έπη. Πρέπει να ήταν στο σύνολό του περίπου 3000 γραμμές από τις οποίες διασώζονται οι 2000. Δηλαδή 50 – 60 σελίδες ενώ τα ομηρικά έπη είναι περίπου 300 σελίδες έκταση το καθένα.
  • Στα Ομηρικά έπη ο αφηγητής επικαλείται τη Μούσα για να  αφηγηθεί την ιστορία ενώ στο  Γκίλγκαμες ο αφηγητής αναφέρει το όνομα του ίδιου του ήρωα που έχει γράψει ο ίδιος την ιστορία του και περιγράφει το μεγαλείο του. Στην ανατολίτικη λογοτεχνία δεν υπάρχει επίκληση στη Μούσα για έμπνευση. Πάντως και στο  Γκίλγκαμες και στα Ομηρικά έπη  απ΄την αρχή γίνεται μνεία στον βασικό πρωταγωνιστή, στον Οδυσσέα, στον Αχιλλέα και στον Γκίλγκαμες. Στα Ομηρικά έπη όμως αποφεύγεται να ειπωθεί το όνομα του ήρωα από τους πρώτους στίχους.
    Ο ήρωας βασιλιάς Γκίλγκαμες

Σύγκριση  του ήρωα Γκίλγκαμες με τον ήρωα Οδυσσέα

Ο Γκίλγκαμες ήταν ο βασιλιάς της Ουρούκ, μιας μεγάλης πόλης στη Μεσοποταμία, κατά τα δυο τρίτα θεός και το ένα τρίτο άνθρωπος και κυβερνούσε με απολυταρχικό τρόπο.  Σωματικά ήταν πολύ δυνατός, όμορφος, θαρραλέος και περήφανος. Λύνει τα προβλήματα με τη βία και είναι πιστός φίλος του Ενκιντού. Επιθυμεί την αθανασία αλλά τελικά πείθεται πως αυτή ανήκει μόνο στους θεούς. Μαθαίνει από τα λάθη του, αλλάζει στάση ζωής μετά την περιπέτειά του και παύει να είναι αλαζόνας

Ο Οδυσσέας ήταν  βασιλιάς τη Ιθάκης και Τρωικός ήρωας που  προσπαθεί να επιστρέψει σπίτι του μετά τον πόλεμο. Προσβάλλει τον θεό Ποσειδώνα και αντιμετωπίζει τις συνέπειες. Είναι έξυπνος και κερδίζει αυτό που επιθυμεί με ραδιουργίες. Είναι επίσης περήφανος και αγαπά τη δόξα. Παραμένει πιστός στους συντρόφους του. Είναι θνητός και δεν επιθυμεί την αθανασία. Μετά το τέλος της περιπέτειάς του αλλάζει στάση ζωής και μαθαίνει να αποφεύγει τους πειρασμούς.

Εν κατακλείδι, οι ειδικοί λένε πως οι αρχαίοι Έλληνες ήταν γνώστες της ανατολίτικης λογοτεχνίας αλλά τη υιοθέτησαν προσαρμόζοντας την στη δική τους εποχή και στο δικό τους πολιτισμικό πλαίσιο. Γιατί όταν η λογοτεχνία ταξιδεύει έξω από τον χώρο και τον χρόνο που δημιουργήθηκε, τότε αποκτά ένα νέο περιεχόμενο. Το αρχαίο έπος γράφτηκε για να εξυμνήσει ηρωϊκά κατορθώματα τόσο της πολεμικής όσο και της ειρηνικής ζωής. Γι’ αυτό κεντρική αξία του καταλήγει να είναι πάντα η ανθρωπιά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


  • «Το έπος του Γκίλγκαμες» / μετάφραση Αύρα Ward. – 2η έκδ. – Αθήνα : Ιστός, 2001
  • Michaux Gil, (2003) «Gilgamesh and Homer: a comparative study of motif sets, distinctions and similarities», (Translated from Dutch by Bert Cruysweegs ),Máthesis nº 12 (2003)
  • «Προλεγόμενα στο Ομηρικό ζήτημα» στο «Όμηρος. Οδύσσεια» επιμέλεια σειράς Γιάννης Κορδάτος· μετάφραση Ζήσιμος Σιδέρης. – Αθήνα : Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος (Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων · 10)

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://artic.gr/to-epos-tou-gilgamesh/

🍁

Το παρακάτω απόσπασμα από το ΄Επος είναι ο θρήνος του ήρωα για το θάνατο του Ενκιντού, φίλου, συντρόφου και προστάτη του στις τιτανικές αναμετρήσεις με τους θεούς.

"Ακούστε με μεγάλοι της Ουρούκ,
θρηνώ τον Ενκιντού, το φίλο μου,
βαριαστενάζω σα γυναίκα που θρηνεί,
κλαίω τον αδελφό μου.
Ε! Ενκιντού, τ' αγριολούλουδο και η γαζέλλα
που στάθηκαν πατέρας σου και μένα
και τα τετράποδα που βόσκαγαν μαζί σου
θρηνούν για σένα.
Του κάμπου και των λιβαδιών τ' αγρίμια,
οι δρόμοι μες τ' αγαπημένο σου κεδρόδασο
νύχτα και μέρα μουρμουρίζουν.
Και ο μεγάλος της τειχόκλειστης Ουρούκ
θρηνεί για σένα
το δάχτυλο της ευλογίας
τεντώνεται σε θρήνο.
Ε! Εκιντού, αδελφέ μου,
τσεκούρι ήσουν στα πλευρά μου
κι η δύναμή μου, το ξίφος πούσερνα στη ζωή μου
κι η ασπίδα πούμπαινε μπροστά μου
φανταχτερό μου ένδυμα, το λαμπρό στολίδι.
΄Ακουσε, γύρω όλη η χώρα αντηχεί
σα μια μητέρα που θρηνεί.
Τα μονοπάτια που διαβήκαμε μαζί, θρηνούν,
κι ο πάνθηρας, κι ο τίγρης και τ' αγρίμια
που κυνηγούσαμε μαζί
και το λιοντάρι, το ελάφι, η λεοπάρδαλη,
ο αίγαγρος, ο ταύρος κι η ελαφίνα.
Και το βουνό που το ποτίσαμε
και σφάξαμε το φύλακά του
θρηνεί για σένα.
Και ο Ουλά, ποτάμι του Ελάμ και
ο αγαπητός μας Ευφράτης
απ' όπου παίρναμε νερό για τα ασκιά μας
και οι πολεμιστές της τειχογύριστης Ουρούκ,
της πόλης όπου σκότωσες τον Ταύρο του Ουρανού,
θρηνούν για σένα.
Κι όλοι της Εριντού οι άνθρωποι
θρηνούν για σένα, Ενκιντού.
Κι οι θεριστές κι οι ζευγολάτες
που κουβαλούσανε καρπό για σένα
τώρα για σένανε θρηνούν.
Κι η πόρνη, που με λάδι ευωδιαστό σε άλειψε
κλαίει πικρά για σένα τώρα.
Κι οι υπηρέτες που μ' αρώματα σ'αλείψανε το σώμα
θρηνούν για σένα τώρα.
Του παλατιού οι γυναίκες που τη σύζυγο σούφερναν
μης δικής σου εκλογής το δαχτυλίδι,
κλαίνε πικρά για σένα τώρα.
Κι οι νιοι που στάθηκαν αδέλφια σου,
σα νάσανε γυναίκες,
ακούρευτα αφήσανε σε πένθος τα μαλλιά τους.
Τύχη κακή με έχει καταστρέψει.
Μικρέ μου αδερφέ, Εκιντού, αγαπημένε φίλε,
γιατί ο ύπνος τούτος σε κρατεί;
Χάθηκες μες στην ερημιά και δεν μπορείς ν' ακούσεις."


🍁


Αποσπάσματα από το e-book 

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

 Ω!, Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου. Στάθηκε ο άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα. Ήταν ο βασιλιάς που γνώριζε του κόσμου όλες τις χώρες. Ήταν σοφός, είδε τα μυστήρια και γνώριζε τα απόκρυφα, μας έφερε μια ιστορία για την πριν από τον κατακλυσμό εποχή. Έκανε ένα πολύ μεγάλο ταξίδι. Κουράστηκε, ταλαιπωρήθηκε και ξαναγύρισε στον τόπο του, για να γράψει σε μια πέτρα όλη του την ιστορία. Όταν οι θεοί δημιούργησαν τον Γκιλγκαμές, του έδωσαν τέλειο σώμα. Ο Σαμάς, ο ένδοξος ήλιος, τον προίκισε με ομορφιά, ο Αντάντ, ο θεός της θύελλας, τον προίκισε με θάρρος. Οι μεγάλοι θεοί έκαναν τόσο τέλεια την ομορφιά του, που όμοιά της άλλη να μην υπάρχει. Τον έκαναν κατά τα δύο τρίτα Θεό και κατά το ένα τρίτο άνθρωπο. Στην Ουρούκ έκτισε τείχη, ένα μεγάλο οχυρωματικό έργο και τον ευλογημένο ναό του Εαννά, για το θεό του στερεώματος, τον Ανού και για την Ιστάρτη θεά του έρωτα. Και το Ιερό αυτό μπορεί να το δεις ακόμα και τώρα. Το εξωτερικό τείχος έμοιαζε με εξωτερική κορνίζα και έλαμπε με τη λάμψη του χαλκού και το εσωτερικό τείχος δεν έχει το όμοιό του. Αναρριχήσου στα τείχη επάνω της Ουρούκ! Περπάτησε κατά μήκος τους. Κοίταξε τα θεμέλια της ταράτσας και εξέτασε και το χτίσιμό τους. Δεν είναι από ψημένα κι ωραία τούβλα; Τα θεμελίωσαν οι εφτά σοφοί.

.................................................................

7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ


Η μοίρα που καθόρισε ο πατέρας των θεών, ο Ενλίλ των βουνών για το Γκιλγκαμές, εκπληρώθηκε: "Στη σκοτεινιά του κάτω κόσμου θα του δείξουν ένα φως. Σ' όλη την ανθρωπότητα από όσα γνωρίζουμε κανένας άλλος δεν άφησε για τις ερχόμενες γενιές μνημείο που να μπορεί να συγκριθεί με το δικό του. Οι ήρωες και οι σοφοί σαν κάθε καινούργιο φεγγάρι έχουν την αύξησή τους και την ελάττωσή τους. Οι άνθρωποι θα λένε: "Ποιός μπόρεσε ποτέ να κυβερνήσει με περισσότερο μεγαλείο και δύναμη από αυτόν;". Κι όπως στο μήνα το σκοτεινό, το μήνα των σκιών, φως δεν υπάρχει χωρίς αυτόν. Ω Γκιλγκαμές, αυτό είναι το νόημα του ονείρου σου. Σου δόθηκε η βασιλική χάρη, αυτή ήταν η μοίρα σου. Η αιώνια ζωή δεν ήταν στη μοίρα σου. Μα γι' αυτό να μην στενοχωριέσαι, να μη θλίβεσαι και να μη βασανίζεσαι. Σου δόθηκε η δύναμη να δένεις και να λύνεις, να είσαι η σκοτεινιά και το φως της ανθρωπότητας. Σου δόθηκε η υπεροχή πάνω στο λαό, τέτοια, που κανένας δεν γνώρισε, νίκες στις μάχες, ώστε κανένας να μη γλυτώσει από το σπαθί σου. Και νίκες στις επιδρομές και στις αρπαγές, από τις οποίες κανένας δεν έλπιζε να επιστρέψει. Αλλά μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης. Να είσαι δίκαιος με τους υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος μπροστά στον ήλιο". 

Ο βασιλιάς τεντώθηκε κατάχαμα και δεν θα ξανασηκωθεί. 
Ο κύριος της Κουλάμπ δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί. 
Πέρασε πάνω από το κακό και πια δεν θα γυρίσει. 
Παρ' όλο που στα χέρια ήταν δυνατός δεν θα ξαναγυρίσει. 
Ήταν σοφός, ευχάριστος στην όψη και πια δεν θα ξαναγυρίσει. 
Τράβηξε πέρα στο βουνό και πια δεν θα ξαναγυρίσει. 
Στης μοίρας το κρεβάτι ξάπλωσε και δεν θα ξανασηκωθεί. 
Απ' το πολύχρωμο το στρώμα δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί. 

Οι κάτοικοι της πόλης, μεγάλοι και μικροί, δεν έμειναν ασυγκίνητοι. Όλοι άρχισαν το θρήνο, όλοι οι άντρες που είναι από σάρκα και από αίμα, άρχισαν το θρήνο. Η μοίρα είχε πει: σαν το πιασμένο στο αγκίστρι ψάρι έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι, σαν τη γαζέλα που την έχουν πιάσει σε θηλιά. Βαριά κάθισε απάνω του ο απάνθρωπος Ναμτάρ, ο Ναμτάρ που δεν έχει ούτε χέρια ούτε πόδια, που δεν πίνει νερό κι ούτε φαγητό τρώει. Για το Γκιλγκαμές, το γιο της Νινσούν, έξω ζυγίζουνε τις προσφορές. Κι είναι η αγαπημένη του γυναίκα, ο γιος του, η αγαπημένη του παλλακίδα, οι μουσικοί του, οι παλιάτσοι του και όλο το σπιτικό του, οι υπηρέτες του, οι επιστάτες του και όλοι όσοι ζούσαν στο παλάτι, ζυγίζανε τις προσφορές τους για το Γκιλγκαμές, το γιο της Νινσούν, την καρδιά της Ουρούκ. Ζυγίζανε τις προσφορές τους για την Ερεσκιγκάλ, τη βασίλισσα του θανάτου και για όλους τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Και ζύγιζαν τις προσφορές για το Νατμάρ, που είναι η μοίρα. Ψωμί για το Νέτι, το φύλακα της Πύλης, ψωμί για το Νινζιζίντα, το φιδοθεό, τον κύριο του Δέντρου της Ζωής. Το ίδιο και για τον νεαρό τσοπάνη, για την Ενκί και την Νινκί, για τον Ντιντουκούγκα και τον Εντουκούγκα, για τον Ενμούλ και τον Νινμούλ, για όλους τους προγονικούς θεούς που είναι συγγενείς του Ενλίλ. Ένα συμπόσιο για το Σουλπαί, το Θεό των Συμποσίων. Για το Σαμουκάν, το θεό των κοπαδιών, για τη μητέρα Νινχουρσάγκ και για τους θεούς της δημιουργίας στο χώρο της δημιουργίας. Για κείνους που κατοικούν στον ουρανό, ιερείς και ιέρειες, ζυγίζουνε τις προσφορές για το νεκρό. Ο Γκιλγκαμές, ο γιος της Νινσούν, τοποθετήθηκε στον τάφο. Στο χώρο των προσφορών ζυγίζουνε το ψωμί της προσφοράς. Στο χώρο της σπονδής χύνουν το κρασί. Κείνες τις ημέρες ο άρχοντας Γκιλγκαμές αναχώρησε, ο γιος της Νινσούν, ο βασιλιάς, ο απαράμιλλος, που όμοιός του δεν στάθηκε άνθρωπος και που δεν ξέχασε τον Ενλίλ, τον κύριό του. Ώ! Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου

✔ Κατεβάστε το e-book:

 PDF

 





ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

Ο Μανώλης Α. Κατσούλης, γεννήθηκε τον Γενάρη του 1951 στην Αθήνα. Είναι έγγαμος πατέρας, τεσσάρων παιδιών. Οι γονείς του, συμμετείχαν στην αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών, την περίοδο 1940 - 1944. Κατά τη δικτατορία, συστρατεύεται με δυο φίλους του σε οργάνωση, που κατά τη διάρκεια αντιστασιακής αποστολής τους, δολοφονούνται απ’ το καθεστώς. Σχεδόν ταυτόχρονα, το 1971, έκδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ», προσπαθώντας να εκφράσει τους πόθους, τους στόχους και τα οράματά του, απ’ τη νεανική του ηλικία, για μια Ελλάδα δημοκρατική κι ελεύθερη.

Από μικρός, είχε τη μανία να σκαρώνει έμμετρο αλλά και διηγηματικό, σχεδόν πάντα λυρικό, λόγο, σε σχολικές και τοπικές εφημερίδες. Ορισμένα ποιήματά του, ο ίδιος τα μελοποιούσε για να γίνουν τραγούδια του νέου κύματος που άνθιζε στην εφηβεία του.

Ποιήματα, με τη δική του προικισμένη και ξεχωριστή λυρική διάθεση, που απεικονίζουν τον εσωτερικό του κόσμο, στρέφονται, άλλα συμβολικά κι άλλα ευθεία, ενάντια στις κατεστημένες ιδέες αλλά και στο δικτατορικό καθεστώς, χτυπώντας ταυτόχρονα τα ρυθμικά τύμπανά τους, για μια νέα κοινωνία με ιδεολογική καθαρότητα, απαλλαγμένη από φανατικές αγριότητες.

Πάντα με κριτική ασυμβίβαστη ματιά, αλλά και με αγάπη, προτρέπει τους αναγνώστες, να μιμηθούν τους ήρωές του, ν’ αγωνιστούν για έναν κόσμο καλύτερο, ασφαλέστερο και πιο δίκαιο, ώστε να υποδεχτούν τις νέες γενιές που έρχονται, προσφέροντάς τους ευνοϊκότερες συνθήκες και περισσότερο φως.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Τι κι αν

έχασα τον πόλεμο;

Τι κι αν

απ’ τη φυλή μου

χάθηκαν πολλοί;

Είχα νικήσει

απ’ την αρχή,

όταν έπεσαν

οι πρώτες σφαίρες.


Ο Γιαν Πάλαντς, ήταν Τσέχος φοιτητής, σύμβολο της αντίστασης κατά των Σοβιετικών εισβολέων στην Τσεχοσλοβακία, ο οποίος το 1968 αυτοπυρπολήθηκε. Στην τσάντα του βρέθηκε ένα σημείωμα, γραμμένο σε μαθητικό τετράδιο, που έγραφε: «Επειδή οι λαοί μας βρίσκονται στα πρόθυρα της απελπισίας, αποφασίσαμε να διαμαρτυρηθούμε για να ξυπνήσουμε τη λαϊκή συνείδηση...».

Ο Μανώλης Κατσούλης, παρά τις απαγορεύσεις και τη σκληρή λογοκρισία που επέβαλε το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, σ’ ένα ακόμα απ’ τα ποιήματά του, υμνεί αυτόν τον αγωνιστή που πέθανε για την ελευθερία του λαού του, προτρέποντας να τον μιμηθούν οι συμπατριώτες του. Αυτό βέβαια θα το πληρώσει ακριβά, αυτός και όλη η οικογένειά του, αφού μετά την έκδοση του βιβλίου του, απολύεται από τη Διεύθυνση της Φαρμακοβιομηχανίας που εργαζόταν σαν μηχανικός-εφαρμοστής. Διακόπτεται η αναβολή στράτευσής του, λόγω σπουδών, και κατατάσσεται στο στρατόπεδο νεοσυλλέκτων της Τρίπολης, όπου παρουσιάζονται, ως επί το πλείστον, όσοι είναι χαρακτηρισμένοι αριστεροί.

Το βιβλίο του, «ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ», αναπαράγεται και μοιράζεται στους χώρους του Πολυτεχνείου, που βρίσκεται υπό κατάληψη. Αντιστασιακοί στίχοι του διαβάζονται κι απαγγέλλονται απ’ τους φοιτητές, λίγο προτού το τεθωρακισμένο όχημα μάχης της Χούντας ρίξει την πόρτα, βάφοντας μ’ αίμα την εξέγερση. Το προαύλιο του εκπαιδευτικού ιδρύματος ποτίζεται με αίμα και τσαλακωμένες Ελληνικές σημαίες. Λίγες μέρες μετά γίνεται χώρος προσκυνήματος.


ΓΙΑΝ ΠΑΛΑΝΤΣ

…………………………….

Όσο κι αν όμως οι ληστές

να μας κρατούν σκλάβους,

όσο κι αν θέλουν,

με τη φωτιά που άναψες εσύ,

Γιαν Πάλαντς,

εσύ και μύριοι άλλοι

που προηγήθηκαν,

αλλά και που θα ακολουθήσουν,

απ’ τα σκοτάδια της σκλαβιάς,

τις ελευθερίες των λαών μας,

με τα σκοινιά που τις κρατούν δεμένες,

τον Ήλιο απ’ τη δύση

θα τραβούν και θ’ ανατέλλουν.

Νόμος:

Φωτιά και Φως να ’ναι αγκαλιά.



Το 1976 απολύεται, αφού έχει εκτίσει 30 μήνες τη στρατιωτική του θητεία, απ’ το στρατόπεδο του Πυροβολικού στον Έβρο. Το 1984 διορίζεται στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, Διπλωματούχος Μηχανολόγος Εργοδηγός, εκλέγεται πρόεδρος στην Πανελλήνια Ένωση Εργαζομένων ΚΤΕΟ της χώρας και αντιπρόεδρος της ομοσπονδίας του ΥΠ.Μ.Ε.

Παράλληλα με τη λογοτεχνική του ενασχόληση, αρθρογραφεί για εξειδικευμένα θέματα, όπως είναι η Οδική Ασφάλεια και η Αντιρύπανση. Ασχολείται με τη στατιστική ανά περιοχή·της συμπεριφοράς των οδηγών, της ποιοτικής κατάστασης των οχημάτων και των προβλημάτων του οδικού δικτύου. Γνώστης των προβλημάτων της Ανατολικής Αττικής, αρθρογραφεί στον τοπικό και ημερήσιο Τύπο. Συμμετέχει στην έκδοση των εφημερίδων, «ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ» και «ΑΛΛΑΓΗ ΓΛΥΚΩΝ ΝΕΡΩΝ». Το 1994 – 2002 εκλέγεται Δήμαρχος στον Δήμο των Γλυκών Νερών Αττικής, τον οποίον οργανώνει, αναμορφώνει κι εξοπλίζει μ’ επιτυχία, με μεγάλα τεχνικά έργα.

Σε διεθνές επίπεδο συνεργάζεται με παγκόσμιους φορείς (Κύπρο, Ευρωπαϊκή Ένωση, Βαλκάνια, Καναδά, Αμερική) για την ειρήνη, τη διεθνή αλληλεγγύη, την προστασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα εναντίον του πυρηνικού εργοστασίου στο Ακκούγιου (Akkuyu) της Τουρκίας.

Κατά τη διάρκεια της Δημαρχιακής θητείας του, αρχαιολογικές ανασκαφές, φέρνουν στο φως Μυκηναϊκό νεκροταφείο με δεκάδες λακοειδείς τάφους και τουλάχιστον έναν μεγάλο θολωτό τάφο με τεράστιο δρόμο στην περιοχή Φούρεσι των Γλυκών Νερών. Με παραστάσεις του στα αρχαιολογικά συμβούλια, στα υπουργεία, στις δικαστικές αίθουσες και με κινητοποιήσεις των κατοίκων που φτάνουν να κάνουν εικονικές ανασκαφές, καταφέρνει να σώσει το αρχαίο μνημείο προσωρινά. Δυστυχώς, μετά απ’ την οκταετή θητεία του στον Δημαρχιακό θώκο, οι αρχαιολόγοι αφανίζουν τον αρχαίο τάφο, αφού δίνουν άδεια και χτίζεται πολυώροφη οικοδομή πάνω σ’ αυτόν. Η Αττική χάνει έναν Θολωτό, και όχι μόνον, Μυκηναϊκό τάφο στο μέγεθος του τάφου του Αγαμέμνονα.

Το 2002 εκδίδεται απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο του: «Ο άνθρωπος –λύκος» το οποίο επανεκδόθηκε απ’ τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ το 2020 κι επίσης, τον ίδιο χρόνο, εκδίδεται απ’ τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ το βιβλίο: «Ο Χρονοταξιδιώτης στον Ήλιο του Μεσονυκτίου».

Μετά από 50 γεμάτα χρόνια ενασχόλησής του με τη λογοτεχνία, σαν το κύμα της θάλασσας που ήταν και η αγαπημένη του πλατφόρμα, ο καμβάς που έστηνε να εξελίσσονται με το πνεύμα της αγάπης αλλά και της εξέγερσης οι στίχοι του, τα ποιήματά του πηγαινοερχόντουσαν σε διάφορες κατευθύνσεις, έχοντας να κάνουν βέβαια με τα ιστορικά, πολιτικά, οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα, που απασχολούσαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο την πατρίδα του αλλά και τον κόσμο γενικότερα.



«Τα μάτια σου

μοιάζουν με τα βότσαλα

που αλλάζουν χρώμα,

ανάλογα με το ποιος τα χαϊδεύει,

το κύμα της ακρογιαλιάς

ή

οι αχτίδες του Ήλιου».


Με εικόνες και παραστάσεις, αλλά και με συνεχείς ανατροπές, ταυτίζει τον εαυτό του με τον στίχο, λατρεύει την ομορφιά και τον έρωτα και τοποθετεί την τέχνη πάνω απ’ την πολιτική του σταδιοδρομία κι οτιδήποτε άλλο. Άλλοτε, τον συνεπαίρνει η προσπάθεια να περιγράψει ρομαντικά, μ’ ευαισθησία και μ’ αισθησιασμό, τα γεγονότα που συνέπλεκαν η φαντασία και το όραμα με το θυμητικό του, τονίζοντας με την ένταση των συναισθημάτων του την ομορφιά αλλά και την ασχήμια, όπου την ανακαλύπτει. Άλλοτε, με ποιητικό, ιδεολογικό, φιλοσοφικό πάθος και προβληματισμό, ψάχνοντας τις αλήθειες και τα μυστικά που έκρυβε ο χωρόχρονος απ’ τις αισθήσεις του, κατέφευγε στον ασαφή συμβολισμό, αφήνοντας ανοιχτές τις κερκόπορτες του υλικού και ιδεατού κόσμου.

Είναι βέβαιο, η χαραυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, που ακολουθούσε τους ρυθμούς των ανατροπών και του πειραματισμού του εικοστού αιώνα, στην παγκόσμια ποίηση, πως τον έχουν επηρεάσει. Περισσότερο τον εκφράζει η ποίηση στην αρχαία Ελλάδα αλλά και το κίνημα του συμβολισμού, που ξεκίνησε τον δέκατο ένατο αιώνα στη Γαλλία μ’ αισθητισμό, κι αναπτύχθηκε σ’ όλο τον κόσμο, με την ξεχωριστή του εκδοχή από χώρα σε χώρα, π.χ στη Γερμανία, ο Φρίντριχ Νίτσε κυριαρχεί και φιλοσοφεί, κτίζοντας το σπίτι του υπεράνθρωπου, στη Ρωσία οι ποιητές προσανατολίζονται να ψάχνουν τα μυστικά του κόσμου και να δημιουργούν κοινωνικές ανατροπές.

Όσο αυξάνονται πληθυσμιακά οι χώρες, αναπτύσσεται η ταχύτητα και κυριαρχεί ο τεχνολογικός πολιτισμός, εξαπλώνονται και παγκοσμιοποιούνται οι παράλογοι αιματηροί πόλεμοι, καταστρέφεται το περιβάλλον και λιγοστεύουν οι γήινοι πόροι, αρχίζουν τα ψυχολογικά προβλήματα, μεγαλώνει ο φόβος, η μοναξιά, ο ατομικισμός, απομακρύνεται ο ρομαντισμός και η ποίηση εισέρχεται στην υπηρεσία των υπαρξιακών ζητημάτων. Η ψυχανάλυση, το υποσυνείδητο και ο ρητορικός επαναστατικός λόγος, ανάλογα με τη χώρα και τα προβλήματά της, εγκαθίστανται στους στίχους και διαμορφώνουν γενικότερα και προσανατολίζουν την τεχνοτροπία του λογοτεχνικού έργου. Βέβαια, διάφορα μικρά κινήματα, πολλές φορές εθνικής εμβέλειας, προσπαθούν να διαφοροποιηθούν υπό τη σκιά του γενικότερου λογοτεχνικού κλίματος. Για παράδειγμα παλαιότερα, το 1905, Ρώσοι και Ιταλοί ποιητές, που ονομάστηκαν Φουτουριστές, απέρριψαν τη λογική κατασκευή προτάσεων και σύνταξης, καθώς και την παραδοσιακή γραμματική. Παρουσίαζαν συχνά για ποίηση, μια ασυνάρτητη σειρά από λέξεις γδυμένες απ’ το νόημά τους και χρησιμοποιημένες, μόνο και μόνο για την επιρροή που εξασκούσε στον αναγνώστη ο ήχος τους.

Αυτό βέβαια κράτησε για λίγο, αλλά επηρέασε τελικά την ποίηση και πολλές άλλες τέχνες μέχρι και σήμερα.

Διάφορες θεωρίες, προσανατολίστηκαν μέσ’ απ’ την ποίηση να δημιουργήσουν μια παγκόσμια γλώσσα. Καταργούν εντελώς τις ρομαντικές εικόνες και τις περιγραφές της φύσης. Εγκαταλείπουν· το στιχουργικό μέτρο, τις στροφές, την ομοιοκαταληξία, τον εσωτερικό ρυθμό, αφήνοντας περιθώρια για παρανοήσεις, ερασιτεχνικές δοκιμές και αδόκιμες πρωτοτυπίες.

Σ’ όλη την ευρωπαϊκή ποίηση, παρατηρείται εξελικτικά η καθιέρωση του ελεύθερου στίχου, μ’ εξαίρεση τη Ρωσία, όπου σε γενικές γραμμές διατηρούν την παραδοσιακή ποίηση με κάποιες, όχι ουσιαστικές, παραλλαγές.

Ο Μανώλης Κατσούλης, είναι λάτρης του Αρχαιοελληνικού Πολιτισμού, σε βαθμό που κάποιος έφορος της Β ́ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, τον αποκάλεσε «προβληματικό και παθιασμένο» για την επιμονή του στη διαφύλαξη και την ανάδειξη των αρχαιοτήτων. Δεν μπορεί να ξεπεράσει τον οχαδερφισμό του Νεοελληνικού Κράτους και των υπνωμένων Ελλήνων απέναντι σ’ αυτόν τον πνευματικό θησαυρό. Έτσι, στα μυθιστορήματα και στα ποιήματά του, κάθε τόσο υψώνει καθάρια τη φωνή του, ενδυναμωμένη με την περίσσια φαντασία κι ευαισθησία του, για ν’ απαγγείλει στη σιγαλιά της νύκτας, την ώρα που σχεδόν τα πάντα κοιμούνται, ότι η παρακαταθήκη, τα κειμήλια, τα φυλακτά αυτού του αιώνιου Έθνους, βρίσκονται ή στην επιφάνεια, στο κάλλος, στη γοητεία, στη μαγεία αυτής της γης ή θαμμένα πριν από χιλιετηρίδες στο εσωτερικό της και περιμένουν να βγουν, άφθαρτα, προκλητικά παθιασμένα με την ομορφιά, στο φως.

Η γραφίδα του, χρησιμοποιείται με τον καλύτερο τρόπο και δεν ξεχνά, ότι είναι πολύ σημαντικός όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ως πολιτική και πολιτιστική προσωπικότητα. Κι ακόμη, πως βρίσκεται πάνω σ’ αυτή τη δαντελωτή κατοικία των Θεών που πλέει χωρίς πυξίδα στ’ άπλετο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας κι είναι ποτισμένη με ποίηση, τραγούδια και μ’ αίμα για την αγάπη, τον έρωτα και την ελευθερία.

Έτσι κάθε τόσο ξαναζωντανεύει, μ’ έναν ξεχωριστό αλλά και πολλές φορές δραματικό τρόπο, μορφές, ήθη κι έθιμα, λησμονημένα στα ηλιοφώτιστα αλλά και σκοτεινά βάθη των περασμένων αιώνων.

Το να μαζέψει όλη αυτή τη δουλειά (2.000 σελίδων) μέχρι σήμερα σε τέσσερα βιβλία, κάνει το εγχείρημα να φαίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον, συγκρουσιακό και προκλητικό. Στην Ελλάδα κι όχι μόνον, πλέον, όλο και περισσότεροι, περιμένουν πολλά απ’ αυτόν και το έργο του.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

i.ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ Σαν ρόδισαν τα σύννεφα και φλόγισε ο ουρανός, αντί για σένα έφτασε μια κόρη των Θεών, που ’χε κορώνα στα μαλλιά ασημοχρυσαφένια. Κι ανάβλυσε αρώματα και χρώματα μαβιά. Και πάθος ξεσήκωσε στη θάλασσα και μένα. Και μου ’πε: Η ακρογιαλιά, θα ’ ναι από ’δω και μπρος, νόστος ασήκωτος, βαρύς, μαχαίρι καρδιακό, του θρήνου το κελάρυσμα, του πόνου η σειρήνα. Οι πύρινες αχτίδες της, σαν της ματιάς σου το φως, διπλοσκιές ποτέ ξανά δε θ’ άδραχναν σ’ ακρογιαλιές. Τα δάκρυα του ουρανού, τ’ ουράνιου τόξου ριζικό και τα σπαθιά των αστεριών, με πάπυρους θα τα έστελνε, πνιγμένα μες στο αίμα. Γέλια, αγάπες, έρωτες, παιχνίδια κάτω απ’ τα νερά, πύργους, φωτιές στις αμμουδιές και πετριές στα αφρόνερα, μαζί, μόνο μες στα όνειρα θα τα έβλεπα ξανά κι ακόμα στα φαντάσματα του νου μου, τα χαμένα.


ii. ΑΙΩΝΙΑ ΔΙΨΑ Αχ, γυναίκα! Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα; Πώς να στολίσω με τα χείλη μου τον διάφανο λαιμό σου; Πώς με τ’ ακροδάχτυλά μου να χτενίσω τα φτερά του πάθους σου; Πώς με τις κραυγές και τα δάκρυά μου να σκοτώσω τις ερινύες σου; Αχ, γυναίκα! Μεταμορφώθηκες σε Δάφνη για να γλυτώσεις απ’ τον πόθο μου, αφού ο φτερωτός Θεός της αγάπης και του έρωτα με χτύπησε με τα βέλη του κι άναψε μέσα μου ένα τρομερό πάθος για σένα. Σαν απαρηγόρητος Απόλλωνας, σε ικετεύω και μ’ ένα κλαδί σου, στόλισα το μέτωπο και τη χρυσή λύρα μου. Αχ, γυναίκα! Βγήκες απ’ τα έγκατα της Γης σαν ρόδο. Τα ποτάμια γέμισαν με τους πόθους σου. Σαν κοχύλι έκλεψες την πνοή απ’ τον άνεμο για ν’ αναστήσεις τα παιδιά σου. Μάρτυρες του όρκου μου τα πέταλα των λουλουδιών που αντέγραψαν από σε· την αφή απ’ τα στήθη σου, τα χρώματα των ματιών σου, τ’ άρωμα της αναπνοής σου. Αχ, γυναίκα! Πόσο μικρός θα ’ταν ο κόσμος χωρίς εσένα; Άχρωμος κι άχρονος και ψεύτικος. Η μέρα του, χωρίς Ήλιο. Η νύχτα του, χωρίς άστρα και Φεγγάρι. Οι εποχές του, χωρίς Καλοκαίρι. Η Άνοιξή του, χωρίς άνθη κι αρώματα. Το Καλοκαίρι του, χωρίς θάλασσα και δρόσους. Το Φθινόπωρό του, χωρίς καρπούς. Ο Χειμώνας του, χωρίς χιόνι. Κι όταν, ο παγερός άνεμος περνάει αντιλαλώντας τη σιωπή, μαδώντας τα πέταλά σου: Ο κόσμος γίνεται φτωχότερος. Το Φεγγάρι κρύβεται και καλεί τις κόρες της νύχτας να θαμπώσουν τ’ άστρα. Το ηλιοβασίλεμα αποστερείται τα χρώματά του. Ο φάρος καταρρέει και χάνει το φως του. Κι όταν, στις μύχιες ώρες του βραδινού απ’ το τραπέζι λείπει το ποτήρι σου, αιώνια δίψα η αλήθεια σου, ασταμάτητη αναδύεται γεμάτη νοσταλγία χορεύοντας στους ρυθμούς που βγαίνουν απ’ το ζωηρό τραγούδι του κρασιού. Στο βάζο μαραίνονται τα λουλούδια. Το μυαλό μου σε συλλογίζεται γυμνή, τυλιγμένη στο μεταξωτό τρυφερό δέρμα σου, σε φέρνει σαν την όαση των ηλιόλουστων ημερών, σαν το χαμόγελο των Αλκυονίδων, στην καρδιά του Χειμώνα. Η καρδιά μου αλλοπαρμένη, δυστυχισμένη, ριγεί σαν τα στάχυα του κάμπου στο έλεος του ανέμου, θρηνώντας τον χαμένο θησαυρό της.

iii. ΜΙΑ ΟΛΟΦΩΤΗ ΜΕΡΑ Ξέρω ότι δεν μπορώ να είμαι άλλο μόνος. Χωρίς αγάπη, μοιάζω να μην πατάω καλά στα πόδια μου. Κι όταν ακόμα περπατάω στην ακτή, σταματάω και κοιτάζω τα μακρινά βουνά που ξαπλώνουν πίσω απ’ τη θάλασσα, και νομίζω πως σε βλέπω. Εκεί, ανάμεσα στην άχνα του γαλάζιου, βάζεις φωτιά στη σκέψη μου. Κι όταν δύει ο Ήλιος, ακτινοβολείς σαν πορφυρό γυαλί. Αχ, τι όμορφη που λάμπεις. Το σκοτάδι της νύχτας προσπαθεί αλλά δεν μπορεί να σε κρύψει. Νυχτολούλουδό μου, πνοή ζωής το τροπικό άρωμά σου. Αναμφίβολα είσαι αυτό που τόσα χρόνια περίμενα, αναπτέρωνε τις ελπίδες μου και ζέσταινε τα όνειρά μου. Μυστηριώδες κορίτσι, ωχ, αρχίζω και σ’ ερωτεύομαι, θέλω να σε κάνω δικό μου, ακόμα και τα κύματα συμφωνούν παφλάζοντας και η παλίρροια μεγαλώνει την επιθυμία μου. Ναι, είσαι αυτό που έψαχνα. Δεν είμαι μόνος τώρα πια, ίσα ίσα που σε νιώθω μέσα μου πιο ζωντανά, καθώς μ’ αγγίζουν τα φωτισμένα βλέμματα που στέλνουν τα ολόγιομα φεγγάρια σου και τότε θέλω να σου δώσω τόσα φιλιά, στα κοραλλένια χείλη σου και στα ολοπόρφυρα μάγουλά σου. Θέλω να έρθω κοντά σου με χίλιες αγκαλιές, να σε νανουρίσω για να κοιμηθείς. Έλα μαζί μου. Η ζωή είναι σύντομη. Θέλω την τρυφερότητα απ’ το άγγιγμά σου. Κάνε με πιλότο των αναμνήσεων σου κι άφησε ν’ αναβοσβήνουν λαμπιόνια, κατακόκκινες πύρινες σφαίρες, στον Διαστημικό Σταθμό της καρδιάς σου. Ψάξε τις ελπίδες σου στ’ αστέρια μπορεί να είναι κάπου εκεί. Κάνε τα όνειρά σου γιρλάντες με την εκτυφλωτική λάμψη του αδύνατου και κρέμασέ τες στο Φεγγάρι. Κοίτα, πόσο ομόρφυνε η αγάπη μας το πρωινό και το ηλιοβασίλεμα. Ακόμα και τα σκοτάδια της νύχτας πνίγουν μέσα στη σιωπή κι απαλύνουν τον θόρυβο των συναισθημάτων σέρνοντας πίσω τους μια ολόφωτη μέρα. Τόσα αρώματα και χρώματα και τόσες μουσικές δε γεύτηκα ποτέ. Από το βιβλίο: ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


iv. ΛΥΠΑΜΑΙ

Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ για ό,τι σου ’χω κάνει, αφού ήμουν η αιτία να σου ραγίσει η καρδιά. Είναι προφανές πως τώρα έχω μετανιώσει αλλά και πως εσύ είσαι καλά, αφού είσαι όρθια, μ’ έχεις ξεπεράσει ορθώνοντας ανάμεσά μας, με τη σιωπή σου, έναν αδιαπέραστο τοίχο. Η μνήμη μου έχει σταματήσει και δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα άλλο, παρά μόνο τις ωραίες εκείνες διαδρομές, καθώς βαδίζαμε χέρι χέρι, στα μονοπάτια του κόσμου. Πόσες φορές δεν έχω αναρωτηθεί, αν θα ’θελες να με ξανακούσεις, να μου δώσεις μια ακόμη ευκαιρία, να σου ζητήσω συγνώμη και να κάνουμε πιο όμορφα πράγματα, αγάπη μου. Πόσο θα ’θελα, να τα ξεπεράσουμε όλα, ώστε να ξαναζήσουμε εκείνα τ’ ανεπανάληπτα πρωινά και τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, που οι φλόγες του Σύμπαντος χόρευαν και τραγουδούσαν τον έρωτά μας. Κι όταν κτυπάει το τηλέφωνό μου, οι χτύποι της καρδιάς μου ακούγονται πιο δυνατοί, ο νους μου λαχταρά να ’σαι σύ στη γραμμή με τη ζεστή σιγανή φωνή, με τη φωτιά της αγάπης να μηδενίζει την όποια απόσταση μας χώριζε. Τώρα πια, όμως, ποτέ δεν είσαι σύ. Μόνο μια φωνή που βγαίνει από μέσα μου, την ακούω κάθε φορά: «Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις». Και σε καλώ, χιλιάδες φορές το έχω κάνει, γιατί θέλω να σου πω: «Εγώ φταίω που γκρεμίστηκε ο μαγικός κόσμος μας, που ξεκίνησε σαν άνεμος με ορμητικά φτερά πάνω στην άμμο των μεγάλων προσδοκιών, που χάριζε στον νου και στο σώμα μας την αναπνοή και κατέληξε ο θρήνος ενός ανολοκλήρωτου έρωτα». Αλλά το τηλέφωνό σου έχει πλέον σιωπήσει. Πόσο θα ’θελα, τουλάχιστον για μια φορά, να σηκώσεις το ακουστικό, να μ’ ακούσεις να σου λέω, με το παράπονο του ποιητή που έχασε τη σύντροφό του: «Σ’ αγαπώ», κι ακόμα: «Τι κρίμα, έγινε αυτό που φοβόμασταν. Όλη η μαγεία έμεινε στο χθες. Ξεμείναμε, αγάπη μου, από διαδρομές κι απομείναμε ν’ αγναντεύουμε, με δάκρυα στα μάτια και με βουβά χείλη, ένα κομμάτι χθεσινού ουρανού από ξεθωριασμένες ακρογιαλιές, με ουράνια τόξα, πάνω από λευκές θάλασσες». Αλλά το τηλέφωνό σου έχει πλέον σιωπήσει και η αγάπη όταν γίνεται σιωπή, σέρνει μαζί της δεινά και πόνους. Η αγάπη όταν γίνεται σιωπή, γίνεται η πιο δυνατή κραυγή και σαν όλες τις κραυγές, σκοτώνει.... «Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ, γιατί η φωτιά της αγάπης σου έσβησε για πάντα, όπως η ζωή σβήνει για πάντα με τον θάνατο». Στον Αστερισμό του Κύκνου









Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ "Αλήθειες"



Κι εμείς στενέψαμε τις μέρες μας σε άκρες και περιθώρια,
μακρύναμε τις νύχτες μας στη σιωπή του μοναχισμού,
αφουγκραστήκαμε τις εκκλήσεις,κοιταχτήκαμε στις συστάσεις
κι αποδεχτήκαμε με θεωρίες,αφορισμούς και δοκιμασίες
την άσπονδη καθημερινότητα της αναγκαστικής καταφυγής
πότε με την υποψία και το βόλεμα των δόκιμων συσπειρώσεων
και πότε με τη σιγουριά και το φόβο των στοχαστικών ακροβολισμών.
*
Αριθμήσαμε ιστορικές περγαμηνές,παραδόσεις και γεγονότα,
προβληθήκαμε ως της συνέχειας εχέφρονες ευαγγελιστές,
προστρέξαμε ευσύνοπτοι μάρτυρες της αρετής και της προοπτικής
και πιστώσαμε την αλήθεια, συνείδηση,συνέπεια κι ευθύνη.
*
Κι εκείνοι αναμετρήθηκαν παράμερα με ιδέες και δοξασίες,
μονολόγησαν αυτάρεσκα στη διαφορά και τη γνώση,
παλινδρόμησαν σε ίδιες πρακτικές και ξένες εμπειρίες
κι ανασυντάχθηκαν αυτόκλητοι κι αυτόνομοι μπροστάρηδες,
ενάντια στην ομαδική συμμόρφωση και την υποταγή,
μακριά από ύποπτα κελεύσματα και τη δόλια προτροπή,
μ' επίγνωση αυθόρμητης συμπεριφοράς και λόγου επιρροή.
*
Μονοδρόμησαν στην εξαίρεση και την επιθετική προβολή
ανδρώθηκαν στην άρνηση ,το πείσμα και την ανυπακοή,
αυτομόλησαν στη στράτευση του επίδοξου οραματιστή
και έχρισαν την αντίπραξη αλήθεια και σύληση υπαρξιακή.
*
Αλήθειες ο ισχυρισμός, η αντίθεση, το δοκούν και η πλάνη.
Παράλληλη κι ομόσπονδη γραφή του καθενός ο χρόνος και ο χώρος
και σύμπτυξη ανερμάτιστη ο λόγος ο προσωπικός κι η στάση.
Αλήθειες η σύμπραξη και η συνοχή, η αντιδικία και η συνενοχή.

Γιώργος Αλεξανδρής
5-2-2022