Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

" ΕΡΗΜΩΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ" ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΜΙΝΑΣ ΤΣΙΛΙΒΙΓΚΟΥ & ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ



Αρκετά χρόνια νωρίτερα, η άνοιξη μας βρήκε να διασχίζουμε απ' άκρη σ' άκρη την πόλη μέσα απ' τα στενά της σοκάκια για να φωτογραφίσουμε ό,τι είχε απομείνει από τον παλιό οικισμό ...πόρτες ξύλινες, χρωματιστές, κλειστές, ανοιχτές, κάποιες μεταλλικές με σχέδια ή χωρίς ...σπίτια το ένα δίπλα στο άλλο, ερειπωμένα, κάποια απομονωμένα, ελάχιστα συντηρημένα.
Κάθε φορά, μετά το κλικ της κάμερας, στεκόμουν και σκεφτόμουν πόσες ιστορίες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν πίσω απ' αυτές τις πόρτες, πίσω απ' αυτά τα μισογκρεμισμένα ντουβάρια με τα σπασμένα παράθυρα ...έκλεινα τα μάτια και συμμετείχα σε στιγμές χαράς και λύπης, γαλήνης και έντασης ...διακριτικά μοιραζόμουν στιγμιότυπα από την ζωή τους, ένα γλέντι αρραβώνα, ένα κυριακάτικο τραπέζι, τον ερχομό ενός μωρού, έναν θυμό που γινόταν παρελθόν μετά από μια θερμή αγκαλιά, καρδιές ραγισμένες που άφηνε πίσω της μια απώλεια...
Λίγο η καλή διάθεση της μέρας, λίγο η τάση που έχουμε ως άνθρωποι να εξωραΐζουμε εμπειρίες που δεν βιώσαμε, το αποτέλεσμα ήταν να πλάθω μόνο όμορφες εικόνες καθημερινότητας ...εικόνες που προέρχονταν μέσα απ' τις κοινωνικές τους συναναστροφές, απ' τις συντροφικές και οικογενειακές τους σχέσεις ...εικόνες που αναδείκνυαν την ουσιαστική επικοινωνία, αλλά και τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων αυτών...δεσμοί που χτίζονταν πάνω στα θεμέλια της αγάπης, της εμπιστοσύνης, του σεβασμού, της αλληλεγγύης, της προθυμίας ...θεμέλια που αποτελούσαν προϋπόθεση για στέρεη ζωή! Όλα σημαντικά και όλα ασήμαντα τώρα πια. Τα πρόσωπα έρχονται και φεύγουν. Νομοτέλεια! Τα συναισθήματα είναι που φωλιάζουν και δυσκολεύονται να φύγουν...
Κι αν τα είδα όλα όμορφα μην αναρωτηθείτε γιατί...φαντασία είναι αυτή, ό,τι θέλει κάνει!

Αφιερωμένο αυτό το φωτογραφικό οδοιπορικό σε εκείνους που πέρασαν και δε θα επιστρέψουν ποτέ ξανά σ' αυτά τα σπίτια ...που μαζεύουν από ψηλά τώρα πια, το ασημί του φεγγαριού, το χρυσαφί του ήλιου και το μπλε της θάλασσας.

Μίνα Τσιλιβίγκου



Το κάθε σπίτι σε πάει μέχρις ένα σημείο. Όχι παραπέρα. Παραπέρα σε πάει ένα άλλο σπίτι.  Ιωάννα Καρυστιάνη



Πεισμωμένα
παλιά σπίτια
αρνούνται να πεθάνουν
αρνούνται να ζήσουν
να πουν ο,τιδήποτε

εκτός από
ξεχασμένα
πορτόφυλλα ανοιχτά
χωρίς αντίκρυσμα

Σπίτια
δεν γνωριστήκαμε

Φαντάσματά σας
στοιχειώνουν
τους περιπάτους μου.

Κατερίνα Κούσουλα - Άνω Πόλη



Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι,
έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι-βράδυ.
Μη ζητάς, κορίτσι μου, ένα κορδελάκι
από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι.

Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι,
έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι-βράδυ.

Στίχοι: Νότης Περγιάλης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος






Σε κάποιο δρόμο σκοτεινό
Απ’ όλους ξεχασμένο...
Είναι ένα σπίτι ορφανό
Από καιρό κλεισμένο.

Σ’ αυτό το σπίτι το παλιό
Με τα σβησμένα φώτα...
Καίει ακόμα μια φωτιά
Πίσω απ’ αυτή την πόρτα.

Αυτή είναι η αγάπη μας
Που καίει δυο αιώνες...
Τα καλοκαίρια μοναχή
Κι έρημη τους χειμώνες.

Δεν έχει σκάλα για να πας
Αυλή για να περάσεις...
Μόνο από νύχτα κι ερημιά
στο σπίτι αυτό θα φτάσεις.

Το σκουριασμένο το κλειδί
στην πόρτα δε γυρίζει...
Μόνο μια σπίθα απ’ τη φωτιά
Τα βράδια μας φωτίζει.
Μουσική : Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι : Μιχάλης Μπουρμπούλης




Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ
Μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά
Απ” τους δικούς μας ν” ακούγονται μόνον οι φωνές
Άδειες και μακρινές και τα κλειδιά
Να μη χωράνε πια στις κλειδαριές

Κι έτσι θα μένουν οι βασιλιάδες
Ακίνητοι και σκοτεινοί στα διπλανά δωμάτια
Με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι
Οι θρόνοι τους γυμνοί τ” άλογα στα παχνιά δεμένα
Θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά.
Νάνος Βαλαωρίτης  Οι Πόρτες 



Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή, δίχως σύρτη ούτε μάνταλο
στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ’ το ρολόι
η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα-
κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ

Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς

Ιβάν Γκολ - Οι πόρτες 


Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε με τον ἀδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας.
Γι᾿ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε
Γιώργος Μαρκόπουλος - Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι




Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες –
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

Είναι και μαύρες πόρτες καμένες σε μια πυρκαγιά,
κι άλλες τιναγμένες από μιαν έκρηξη
κι άλλες πού μεταφέρουν ένα σκοτωμένο σύντροφο.
Απόσπασμα
Γιάννης Ρίτσος " Το χρέος των ποιητών "


Και τώρα, κλείστε ερμητικά τις θύρες. Τελειώσαν
όλα. Να φύγουν κι’ οι στερνοί, να μείνω μοναχή μου.
Όλα δικά μου ήταν εδώ μέσα κι’ όλα μου λείψαν
κ’ έμεινε τόσο απίστευτα μοναχική η ψυχή μου.

Να φύγουν όλοι! Ακάλεστοι κι’ ας ήρθανε με δώρα.
Τίποτα δεν εταίριασε στην εξαίσια γυμνότη
που με τριγύριζε λαμπρή. Μεγαλειώδεις πλάνες
που εμπρός τους με ταπείνωσαν ικέτη και δεσμώτη.
Μαρία Πολυδούρη " Ηχώ στο Χάος " (απόσπασμα)


Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·
Oδυσσέας Ελύτης 








― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.»

Γ. Σεφέρης - Ο γυρισμός του ξενητεμένου





Ερήμωσε η παλιά γειτονιά.
Τα σπίτια γέρασαν,
αδειάσανε οι δρόμοι.
Έχουν πολύ καιρό να ακουστούν,
γέλια χαρούμενων παιδιών.
Στους δρόμους κουρασμένα αυτοκίνητα,
στα πεζοδρόμια αποσταμένοι πεζοπόροι.
Κι εγώ βαδίζω κουρασμένος στα στενά της.
Εκεί μεγάλωσα.
Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν;
Ξαναγυρνώ συχνά μες στα στενά της.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - Παλιά γειτονιά


Τώρα πια

στην πατρίδα, στο παλιό μου πατρικό
σπιτικό
που ο καιρός και η εγκατάλειψις, αλοίμονο,
το ’χουνε σχεδόν ρημάξει,
τώρα λέγω πια
η ζωή μου βάρκα με χωρίς κουπιά
σαν σε απάνεμο λιμανάκι θε να αράξει.
Θα κυλούν γαλήνιες οι ώρες στην ατμόσφαιρα,
θα κυλούν γαλήνιες οι ώρες στην ψυχή μου…

Ορέστης Λάσκος - Αγριόχηνες




Φοβόσουν να βλέπεις το σπίτι ν' αδειάζει.
Άκουγες τη φωνή του παλιατζή
κι έκρυβες τα κλειδιά της αποθήκης
με το μαγκάλι της γιαγιάς και την πινακωτή.
Σ' άρεσε να κλείνεσαι με τις ώρες στα δωμάτια,
μελετώντας τα πράγματα που μοιράστηκαν τη ζωή μας.
Έπαιρνες το πανί κι εγώ δεν ήξερα
αν ήταν για να τα ξεσκονίσεις
ή για να τα χαϊδέψεις,
προσπαθώντας μάταια κι εσύ να κρατηθείς,
αν και μπορούσες να το βλέπεις καθαρά :
Πριν από τα σπίτια είμαστε εμείς που αδειάζουμε.

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ  Άδειο σπίτι


Οι φτωχές μας καλύβες σηκώνουνε τις μεγάλες Πατρίδες.
Κι οι καλοί πατριώτες
τεχνουργούν για τα χέρια μας δυνατές αλυσίδες.
Αν πονούμε, μας δείρανε όμοια οχτροί κι όμοια φίλοι,
κι αν το λέμε, αν το ξέρουμε της ζωής το τραγούδι,
το μάθαμε απ’ του χάρου τα χείλη.

Φ Αγγουλές Αν το λέμε…



 Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στο βάθος
ἄλλους τους κράτησε για πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες το βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμό
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θα ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δεν θα χρειάζεται πια καμία ἐξήγηση

Τάσος Λειβαδίτης 



Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.


Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ - Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι


Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει.
Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει,
καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.

Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει,
καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω −
μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.

Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν,
καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν,
πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.

Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια,
καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει,
κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;

Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει
κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει,
ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;
"Προβελέγγιος, Αριστομένης -Η ποίησις των ερειπίων



Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα


Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ερείπια της Παλμύρας 


Εκεί που κάποτε ήταν το πατρικό μας ένα κομμάτι αγρός τέσσερις τοίχοι από φως που στροβιλίζει ο δυνατός αέρας
όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις αποκαΐδια
δόντια χρυσά, νομίσματα, στολίδια

εδώ ξεκουραζόμαστε απ’ τη ζωή
φύλλα ξερά φύση νεκρή
χώμα ελαφρύ σ’ ένα μαντήλι.
Νίκος Δαββέτας, «XIII» 


Κλειδωμένη η αμφίβια πόρτα
- και στο μέσα σκότος βυθισμένη ζει
και στο φώς έξω κολυμπάει.
Επάνω της την πλάτη του ακουμπώντας
ένα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην επισκευή. Έχει σπάσει.

Και η φύση που όλα τα καλοπιάνει
και την ακμή λατρεύει
και στη φθορά χατίρι δε χαλάει
επισκευάζει τη ρωγμή στο σκαλοπάτι
πολύχρωμα γεμίζοντάς την
με τσουκνίδες, γαϊδουράγκαθα, μολόχες,
δαφνόφυλλα και πικροπαπαρούνες.
Και γίνεται αίφνης
ανοιξιάτικος
ευδιάθετος γραφικός αισιόδοξος ο τρόμος
για την ερείπωση της εγκατάλειψής μας.
Κική Δημουλά - Επισκευαστικά δάνεια( Απόσπασμα)

Με πέτρες λιθοβολισμών το ‘στησα ετούτο το μνημείο.Γ. Ρίτσος





Το παλιό μου σπίτι κατηφορίζει τις νύχτες
φορτώνεται στον ώμο παράθυρα όνειρα πουλιά
την παλιά φωτογραφία
τις ζωγραφιές στον τοίχο
το κράνος και τ’ άρβυλα στη γωνιά
το γιασεμί που σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι
με συναντά παράνομα
όταν ο αέρας λυσσομανά
κι εγώ αγωνίζομαι να κρατηθώ
καταγράφω στο τετράδιο τους νεκρούς
καθώς κάθονται αμέριμνοι στο τραπέζι της αυλής
πίνοντας το κρασί ή το ούζο τους

Νίκος Ορφανίδης - Το παλιό μου σπίτι



Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι, στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει. Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα. Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι, στοιχειό είναι και με προσκαλεί · ψυχή, και με προσμένει. Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα· και ανόθευτο και αχάλαστο και με προσμένει ακόμα. Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα. Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι, στοιχειό είναι και με προσκαλεί · ψυχή, και με προσμένει.

Κωστής Παλαμάς - Το Σπίτι Που Γεννήθηκα


Το σπίτι μου λεγότανε το σπίτι των λουλουδιών, αφού παντού
σκάγανε γεράνια: ήταν ένα όμορφο σπίτι
με σκυλιά και παιδάκια.Ραούλ, θυμάσαι;
Θυμάσαι, Ραφαήλ;Φεντερίκο, θυμάσαι;
Κάτω από το χώμα;
Θυμάσαι το σπίτι μου με τα μπαλκόνια, όπου
το φως του Γενάρη έπνιγε τα λουλούδια στο στόμα σου;
Νερούντα - Εξηγώ μερικά πράγματα



Το σπίτι στην ανηφοριά
και στο παλιό δρομάκι
Τα παραθύρια του κλειστά,
θάνατος και φαρμάκι.

Να θυμηθείς αποβραδύς
ν’ αλλάξεις δρόμο, μην το δεις,
το σπίτι στην ανηφοριά
μονάχο του μέσ’ στο βοριά.

Το σπίτι στην ανηφοριά
του φύγαν οι γειτόνοι
Και δεν περνά περαστικός
μήτε πουλί ζυγώνει.
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Δήμος Μούτσης








Μένω σε κάποια γειτονιά, φτωχική γειτονιά που 'χει σπίτια χαμηλά Όλοι οι άνθρωποι εκεί έχουν πάντα γιορτή και μοιράζουνε φιλιά Μπρος απ' τις άσπρες τις αυλές οι γριές και οι νιές για τον έρωτα μιλούν Κι όλοι σ' αυτή τη γειτονιά, τη μικρή γειτονιά μέρα-νύχτα τραγουδούν Άσπρες κορδέλες τα κορίτσια φοράνε και τ' αγόρια κοιτάνε που ξυπνάνε νωρίς Μα δεν με νοιάζει κι ούτε βάζω μαράζι την δική μου αγάπη δεν την ξέρει κανείς
Στίχοι: Θάνος Σοφός Μουσική: Λυκούργος Μαρκέας Πρώτη εκτέλεση: Τόνης Μαρούδας






Όποιος μπορεί να φροντίζει την ερημία του έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του Ο. Ελύτης



Γυρίζει η σκέψη μου σ' ένα σπιτάκι
επαρχιώτικο, απλό, ζεστό.
Μπρος του ένα τούρκικο, στενό σοκάκι,
το περιβόλι του πλάι το χλωρό.

Εκεί πρωτάνοιξα τα μάτια κι είδα
την πλάση αιχμάλωτη σε μιάν αυλή,
στα στήθη μου άνθισεν η πρώτη ελπίδα
σαν ένα λούλουδο σε χαραυγή.

Εκεί πρωτάκουσα, το Μάη το μήνα,
το αηδόνι ολόγλυκα να κελαηδεί,
εκεί η ξανθόμαλλη παιδούλα, η Ρήνα,
το πρώτο μου 'δωκε κι αθώο φιλί.

Εκεί -μου τό 'πανε σκληροί γειτόνοι-
η Ρήνα πέθανε κάποιο πρωί...
Χειμώνας ήτανε κι αργό το χιόνι
έπεφτε πένθιμα σ' όλη τη γη!

Σωτήρης Σκίπης - Το παλιό σπιτάκι 


Δρομάκια σκοτεινά που η αγάπη περνά ντροπαλή τα δειλινά. Καντάδα σιγανή που γλυκά συγκινεί κάποια γρίλλια φωτεινή. Αυλόπορτα βαρειά που στολίζ' η μουριά κι η κληματαριά. Μεσ' την καρδιά μου έχω κλείσει και φυλαγμένα έχω βαθειά το φτωχικό σου το ξωκλήσι και μιά γαζία σου ξανθιά. Παληά γειτονιά στο δρομάκι το στενό σου η κάθε γωνιά γιά μια αγάπη μιλεί. Παληά γειτονιά τραγουδάει το δείλινό σου σ' ανθούς και κλωνιά γιά ένα πρώτο φιλί. Χαγιάτι φτωχικό με το βασιλικό και την γλάστρα την παληά. Αξέχαστες βραδυές που σκορπάει ευωδιές η ανθισμένη αμυγδαλιά Αγάπες, στεναγμοί, γέλια, δάκρυα, λυγμοί, όρκοι και φιλιά κάθε καρδούλα την σημώνει τη νύχτα ο έρως ελαφρά και το φεγγάρι ασημώνει κάποια μικρούλα ανηφόρια

Συνθέτης: Bianco Eduardo Στιχουργός: Σακελλάριος Αλέκος.

Το ακούμε σε δεύτερη εκτέλεση. Από την μουσική συλλογή του Ν.ΣΔΡΕΓΑ...Σημειώσεις: Από την οπερέττα "Αρζεντίνα" του Κεντρικόν με τους Τρίο Λ. Ποζέλι, Κυριακό Πέτρο Λιάσκα Τ, σε κείμενα των Σαββίδη, Αιμίλιου και Σακελλάριου, Αλέκου Τ. Μουσική Eduardo Bianco le roi du tango et l'auteur de Plegaria et Destino. Αναφέρεται στο "Τραγούδι" Ιουν 1938.





Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη….
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή, μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή,
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τοπίο



Ανεβαίνω πέτρινα σκαλοπάτια. Βατόμουρα στραγγαλίζουν κρίνα.
Δεκαοχτούρες μετράνε την ανατολή κι ένας αγέρας έρχεται απ' τα πεύκα.
Βαθυπράσινο μυστικό στόμα.
Δαγκώνει το κλειδί στην πόρτα. Επιθύριο χεράκι τρυφερής ηλικίας ανοίγει
βλέφαρα μιας άλλης εποχής. Είναι όλοι εκεί συγκεντρωμένοι. Ποντιακά,
Τούρκικα, Ελληνικά, Αρμένικα σε στόματα ξεχασμένα. Πιο μέσα σηκώνεται
ο πατέρας σκουπίζει τα μουστάκια με φιλάει κι η μάνα κλαίγοντας
αγκαλιά με οδηγεί και στρώνει το τραπέζι. Κάθεται, μιλάει για το σπιτικό.
Χρόνια μέσα στα χρόνια όνειρα ξεφλουδίζονται σα φίδια.
Ανοίγει το κλειδωμένο σπίτι. Φευγάτη η σκεπή πεσμένοι οι τοίχοι χάσκουν.
Χάσκουν και πάνω από τις πέτρες το λιμάνι η θάλασσα πέρα η Θάσος πιο
μακριά το Όρος. Φεύγουν τα σύννεφα σαν καπνός από χορτάρι κι η
θάλασσα καλειδοσκόπιο καθώς ψαρόβαρκες γυρίζουν, λαχανιάζουν οι
μηχανές σκούζουν οι γλάροι. Νύχτες του έρωτα σύννεφα παρταλιασμένα.

Καταποντίζομαι στα χρόνια που ξεφλουδίζονται σα φίδια.
Ο εκσκαφέας ο φορτωτής γεμίζουν τα ανατρεπόμενα με πέτρες χώματα
σανίδια φορέματα. Ξεριζώνουν τα δέντρα. Πεύκα συκιές ροδακινιές μηλιές
κυδωνιές καρυδιά. Ο κήπος που χέρια στοργικά διαμόρφωσαν. Σιδερένια
νύχια εξαφανίζουν τον ουρανό.
Τώρα οικόπεδο 250 τετραγωνικά. Αλλοι άνθρωποι θα χτίσουν τα σπίτια τους.
Κατεβαίνω για τη θάλασσα και περπατώ στα κύματα.
Κρατώ επιθύριο χεράκι*. Δεν έχει φωνή.
Κανένα δεν μπορεί να ξυπνήσει.
Ελεύθερος φεύγω.

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου - Το σπίτι




Άμοιρη! το σπιτάκι μας εστοίχειωσεν
από την ομορφιά σου την θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
από την ομορφιά σου κάτι μένει.

Κάτι σα μόσκου μυρωδιά, κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα, θολό κι ανέγγιχτο
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.


Όξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας· και τότε αντάμα
τα πράματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα... και ένα κλάμα...

Κι απ' τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
ρυθμίζει αργά, φριχτά, το μοιρολόι...

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ -  Lacrimae Rerum


Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με νάρθω μαζί σου.
Γιάννης Ρίτσος - Η σονάτα του Σεληνόφωτος 







Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια

μέσ’ από τ’ ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινες τους φλέβες να φουσκώνουν

μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές του ανέμου

Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκκαλά τους απ’ το βάρος
και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει

Ορέστης Αλεξάκης - Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν



Εκκλησάκι έρημο εγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρείς ότι το έχτισε ερείπωση.
Τα κεραμίδια στον τρούλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στη γηραιά καμπούρα της ανάτασης.
Τα μικρά παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβά στον τοίχο
σαν εικονίτσες που σεισμός τις μετακίνησε
από της πίστης το ίσιο.
Βιτρό
στα τζάμια συνθεμένα
με πολυκαιρινής βροχής σταγόνες ραγισμένες.

Άραγε να ζει μέσα η αγιότης
τρεφόμενη με σβηστά κεράκια μόνο;
Κική Δημουλά - Επισκευαστικά δάνεια ( Aπόσπασμα)

Φωτογραφίες : Μίνα Τσιλιβίγκου 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ "ΣΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ"


Αύριο είπε θα μας βρίσουν
με ψέματα. Τύλιξε τότε
την μαυροκόκκινη σημαία
και την πέταξε στο βόρβορο
της Έρσης.
Την έσκισε κι έβαλε ένα κόκκινο κομμάτι
μέσα απ το πουκάμισο.
Έβγαλε απ την καρδιά του τη γαλανόλευκη
και την έβαλε ψηλά για να την βλέπουν.
Ύστερα ο τόπος του ανάσανε
έλαμψαν οι δώρειες κολόνες.
Οι Έλληνες είδαν τα παιδιά τους και γαλήνεψαν
Είμαστε είπε κύματα της θάλασσας
είμαστε η σκέψη της ελεύθερης Αθήνας.
Κάποιοι βέβαια λύγισαν,
κάποιοι άλλοι όμως έγιναν Τιτάνες και κολόνες.
Έτσι βάσταξε αδέρφια η Ακρόπολη
κι έγιναν οι νέοι μας θυσία.
Φέρτε μας κρασί και Άνοιξη.
Φέρτε στο λαό μας τα αρπαγμένα.

Να θυμόσαστε το δίκιο σας, μας φώναξε.
Να ζητάτε πάντα αυτά που μας οφείλουν.
Κλότσησε γερά την υποτέλεια
κι έσπασε του φόβου τη δειλία.
Σήμερα είπανε πως σώπασε, μα ανέβαινε ψηλά
ακροπατώντας στα αρχαία λαξεύματα του βράχου.
Έψαχνε λέει στη Βόρεια κλιτύ, μιαν είσοδο
ήθελε να υψώσει καθώς λένε τη σημαία.
Με χολή μας πότισε η Άνοιξη
με σιωπές κλειστήκαμε στα σπίτια.
Δε σε κλάψαμε λεβέντη, δε δακρύσαμε.
βλέπουμε τη θλίψη και σιωπούμε.
Δεν τους κλαίνε ρε Μανώλη εδώ τους ήρωες
δεν τις κλαίνε καπετάνιο τις κολόνες.

ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ















Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "ΆΜΑ ΔΕ ΤΩ ΉΡΙ….."


«Απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο, / η άνοιξη μου γνέφει και μου χαμογελά / και στέλνει στο περβάζι μου / με δυό μικρά πουλιά, / απόκοσμο κελάηδημα, ουράνια χαρά»
(Από τη συλλογή ποιημάτων του Γ. Αλεξανδρή, ¨ Ανατολικά της – Ω¨)

   «Άμα δε τω ήρι αρχομένω….». Να αναγνωριστεί ο τύπος «τω ήρι». Αυστηρή εντολή του φιλολόγου και απορημένα μάτια των μαθητών. Μα πώς συμβαίνει αυτό; Η άνοιξη είναι γένους θηλυκού και όχι ουδετέρου. Κάποιο λάθος θα έγινε.

    Ο Όμηρος γράφει «έαρος πολυανθέος εν πετάλοισι» (στα πέταλα της πολυανθισμένης άνοιξης), ο Ιπποκράτης θεωρεί την άνοιξη ως την καλύτερη εποχή για την κυοφορία της γυναίκας «Ώρη δε εαρινή αρίστη κυήσιος». Σήμερα έχουμε το επίθετο εαρινός με τα συνοδευτικά ουσιαστικά, όπως: εαρινή ώρα, εαρινή ισημερία, εαρινό τμήμα ή εαρινή επίθεση.

Άνοιξη – Γέννηση – Ανάσταση

    Όλα θηλυκού γένους. Δεν μπορεί να είναι όλα σύμπτωμα. Να! Και η αμυγδαλιά γένους θηλυκού είναι. Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν την Άνοιξη μέσα από γυναικείες μορφές, όπως τη νύμφη Χλωρίδα, τη Θάλεια, την Θαλλώ (αυτή που φέρει την ανθοφορία), την χάριτα Ανξώ (ανάπτυξη φυτών) και βέβαια τη Δήμητρα (θεά της γεωργίας και της βλάστησης) όπως και της κόρης της Περσεφόνης.

    Το έαρ, του έαρος, τω ήρι….. Δεν μπορεί η άνοιξη να είναι ουδετέρου γένους. Κάποιο λάθος θα έγινε στα σημαινόμενα. Ίσως ο τύπος τω ήρι να ήταν παλιότερα επίρρημα. Η άνοιξη δεν μπορεί να είναι μια ουδέτερη κατάσταση. Αλίμονο…

    Άσκοπες γλωσσικές αναζητήσεις και μαθητικοί εφιάλτες ή καημοί. Μέχρι να βρουν το γένος, την πτώση και την κλίση του τύπου «τω ήρι» έφυγε η άνοιξη της ζωής τους, μαράζωσαν τα όνειρά τους. Ξοδεύτηκε η νιότη τους στις δοτικές και τους συνηρημένους τύπους.

    Οι ειδικοί ορίζουν την Άνοιξη ως μια από τις τέσσερις εποχές του έτους. Οι ψυχολόγοι την τοποθετούν στους αμυντικούς μηχανισμούς του ανθρώπου ενάντια στη φθορά – ήττα του από το χρόνο. Τα φυτά την υποδέχονται ως το πανηγύρι της φύσης και τα λουλούδια ως νοσταλγία γονιμοποίησης. Οι κοινωνιολόγοι την ταυτίζουν με τα φαινόμενα της κοινωνικής έκρηξης. Οι ιστορικοί μας με τη μέθοδο των συνειρμών μάς παραπέμπουν με τη μέθοδο των συνειρμών στην εθνική επέτειο της εθνικής ανεξαρτησίας. Η αισθητική ως κλάδος της φιλοσοφίας έχει εντάξει την άνοιξη στο χώρο του «ωραίου». Οι ποιητές με το δικό τους τρόπο ορίζουν την ποίηση ως «εποχή των εποχών» και έκφραση της αγνότητας και αθωότητας.


● «Άνοιξη είναι η παιδική ηλικία του έτους» (Alfred Tennyson)

● «Η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη» (Bernard Williams)

● «Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες» (Ελύτης)

● «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ρθει» (Pablo Neruda).

    Για κάποιους άλλους (άτομα, λαοί…) η άνοιξη ίσως να σημαίνει τον οργασμό της φύσης, το ειδύλλιο της μέλισσας με τα άνθη και τη γύρη. Ίσως, ακόμη, για άλλους η άνοιξη να παραπέμπει στο ζωγραφικό πίνακα του Μποτιτσέλι («Primavera») ή στη γνωστή μουσική σύνθεση του Vivaldi («Οι τέσσερις εποχές»).

Η Άνοιξη για τους Έλληνες

    Για τους Έλληνες η άνοιξη δεν συνιστά μόνο την αέναη κυκλική κίνηση του χρόνου αλλά συνδέθηκε με την προσδοκία και την ελπίδα ως εθνικό ζητούμενο. «Ακόμη τούτη η άνοιξη ραγιάδες ραγιάδες…» Η κρυφή προσμονή, η αθεράπευτη αισιοδοξία αλλά και η σταθερή απόφαση των υπόδουλων Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.
Η άνοιξη όσο καμιά άλλη εποχή βάδισε παράλληλα με τους πόθους και τις αγωνίες των Ελλήνων, αναθέρμανε τις ελπίδες τους και τους γαλούχησε στην ιδέα πως το «ωραίο» συνάδει με την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Αντίθετα υπήρχαν και περιπτώσεις που η ωραιότητα της ανοιξιάτικης φύσης λειτούργησε ανασταλτικά – σύμφωνα με τον ποιητή – στην απόφαση των αγωνιστών του Μεσολογγίου για αντίσταση και «ηρωικό» θάνατο «Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι.»

    Γι΄ αυτό η αισθητική αντίληψη του νεοέλληνα και η ταύτιση της Άνοιξης με την ομορφιά και τη νιότη άφησε ένα παράπονο στον Αθανάσιο Διάκο λίγο πριν τον ηρωϊκό και αποθεωτικό θάνατό του. «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά…» Πρόκειται για μία αδιαπραγμάτευτη αισθητική απαίτηση και ταυτόχρονα ανθρώπινη επιθυμία αλλά και βιοθεωρία (στάση ζωής) να μην μολυνθεί η ομορφιά και η ζωή από την ασχήμια – μαύρο του θανάτου και τη βαρβαρότητα του ανθρώπου όταν επιστρέφει στον πρωτογονισμό. «Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα».

Άνοιξη και Εξέγερση

    Στα σημαινόμενα της άνοιξης χρεώνεται μεταφορικά και η κοινωνική και πολιτική των ανθρώπων σε ό,τι περιθωριοποιεί και εξοστρακίζει την προσωπική και εθνική αξιοπρέπεια και ελευθερία. Στην άνοιξη, δηλαδή, είναι ενσωματωμένη μια επαναστατική δύναμη, από την οποία ούτε οι ποιητές μπόρεσαν να απαλλαγούν από τη δεσποτεία των φυτών και λουλουδιών της άνοιξης. Ο Ελύτης στην πανδαισία των χρωμάτων της ανοιξιάτικης φύσης ανιχνεύει την πιο αυθεντική και διαχρονική επαναστατική πράξη «Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών».

    Ποτέ άλλοτε, επίσης, μία παροιμία κι ένα δίστιχο δεν συμφώνησαν σε τέτοια έκταση, αυτό που ο λαός γνωρίζει εμπειρικά και το ερμηνεύει. Ο αγώνας, δηλαδή, που χρειάζεται για να απαλλαγεί η άνοιξη από το βαρύ φορτίο του χειμώνα. Ένας αγώνας επίπονος και συλλογικός «Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη». Ανάλογη ήταν και η επισήμανση των αρχαίων «μία χελιδών έαρ ου ποιεί» ή του Αριστοτέλη «Το γαρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα».

    Έτσι ένα δίστιχο «Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή / για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή» (Ελύτης) και μια παροιμία μπόρεσαν να ορίσουν τα κοινωνικά και πολιτικά σημαινόμενα της άνοιξης.

    Εν τω μεταξύ πέρα από τις ποικίλες ιστορικές ταυτίσεις και κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές της άνοιξης, τα φυτά και τα λουλούδια μας θυμίζουν τον παράδεισο της ανθοφορίας των δέντρων. Τα αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν στις παλιές φωλιές τους επικυρώνοντας πανηγυρικά τον ερχομό της άνοιξης.

    Οι κανονιοφόροι του Έρωτα και το «Ερέχθειο» των πουλιών γονιμοποιούν με θετικά συναισθήματα και σκέψεις τους ανθρώπους που εναγωνίως και επίμονα προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την αλληλουχία των κρυφών μηνυμάτων και νοημάτων της άνοιξης. Σε λίγο την ατμόσφαιρα θα την πλημμυρίζουν οι νότες του εμβληματικού όσο και σπαρακτικού.


« Ω γλυκύ μου έαρ…»

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/














ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΡΡΟΣ "ΑΤΙΤΛΟ"


Marc Chagall - Over the town

Δεμένος σπίτι
γλυκά ενθυμούμαι
την άνοιξη
και την πρωταπριλιά
λες κι είναι ψέμα
Τώρα κλεισμένοι
σε τούτα τα κελιά
να μας γελάσουν θέλουμε
και να μας πουν το ψέμα
Πως λεύτεροι είμαστε
ξανά σαν τα πουλιά
Πως τάχα όνειρο
που είδαμε κακό
είναι ό,τι ζούμε
κι όταν ξυπνήσουμε
ό,τι αγαπήσαμε
θα είναι εδώ
να τ' αγκαλιάσουμε
να ξαναγεννηθούμε.








ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ "Της Μουσικής και του Έρωτα " , Ποιητική Συλλογή

Τίτλος: Της Μουσικής και του Έρωτα 
Συγγραφέας: Αλεξία Αθανασίου 
Διαστάσεις σελίδας: 17χ25cm 
Σελίδες 60 
ISBN: 978-618-5423-66-7 
Εκδόσεις: 24γράμματα / Γιώργος Δαμιανός 
Εικόνα εξωφύλλου: Jacques - Louis David (1748 - 1825) Patroclus (1780), 
Museum Thomas - Henry 


Ποιήματα της συλλογής 

i.Λήθη 

"Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει 
κ' είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει." 
Κ. Γ. Καρυωτάκης 

Η Φρίντα Κάλο 
το σακατεμένο της σώμα 
ζωγραφίζει ξανά και ξανά...(Το αίμα 
                      κυλάει στον καμβά.) 
Ο Διονύσιος Σολωμός 
- υπό τους ήχους καταιγίδας- 
το κρασί του αργοπίνοντας 
σχεδιάζει το Γ' Σχεδίασμα. 
(Κύματα τινάζονται• ως πάνω τα Μουράγια.) 
Ο Χαλεπάς, μ' έμπνευση στιβαρή, 
στιβαρή μεταγγίζει την ψυχή στ' απαστράπτοντα μάρμαρα. 
(Απ' την υπερένταση - ή, απ' τον έρωτα; - 
παραμιλάει• κάποτε, μόνος του, γελάει.) 
...Αιμορραγούν, ακόμη, οι σκέψεις μου για σένα. 
Αλμυρές, των κυμάτων οι σταγόνες 
    (θεριεύει η παράνοια) 
λούζουν τις Ωδές που σου γράφω 
στη σμιλεμένη σου επιτίθενται μορφή. 
Ξεθώριασαν οι λέξεις στο χαρτί.- 
Λίαν συντόμως, λυτρωτικά ξεθωριάζοντας, 
(η Φρίντα, ο Διονύσιος, ο Γιαννούλης 
σβήσαν πλέον το κερί τους), 
              θα σβήσει και η αγάπη μου. 


ii.Ερωτικός Πίνακας 

ΙΙ 

"Ερωτικός• σαν Όνειρο που ψάχνει Σώμα ν' ακουμπίσει." 

Οι Μουσικές του Παγκανίνι απόψε σε αποκοίμισαν 
(ο Νικολό...Παράξενος 
Ιππότης Ανελέητων Καιρών) 
και όπως ξαπλώνεις στα κατάλευκα σενδόνια 
     -Αγνώστου Καλλιτέχνη το Άγαλμα- 
μοιάζεις να ταξιδεύεις σε Οίνους αφρισμένους 
Ωκεανών Πλανήτη Ανεξερεύνητου. 
Βαμμένοι πράσινα της κάμαράς σου οι τοίχοι 
      -Βρύων η απόχρωσις Σμαράγδων- 
κάδρα φιλοξενούν παλαιικά 
μα Θάλασσες των Βίκινγκς Ασημόχροες 
Πειρατικά που ψάχνουν λυσσωδώς 
           ματόβρεχτή τους λεία. 

Φουρτούνα ξέσπασε και Ιστιοφόρο 
στους βράχους χτύπησε• διαλύθηκε το κύτος. 
Αμπάρια ανοίξαν• - τα πολύτιμα σεντούκια τους 
σε Άστερη σύρθηκαν Στεριά, 
Χρυσός Μαύρα Μαργαριτάρια δραπετέψαν 
και (σαν να 'σαι μαγνήτης) τρέχουν πάνω σου 
σκούρες θηλές σου γυροφέρνουν με λαγνεία 
στομάχι γραμμωμένο προσκυνούν γοφών το σμίλεμα... 
      Απόψε τα βιολιά του Παγκανίνι σε αποπλάνησαν 
και Ερωτικός - σαν Όνειρο που ψάχνει Σώμα ν' ακουμπίσει - 
Χρυσό στη Γύμνια φόρεσες Μαύρο Μαργαριτάρι. 



Η Αλεξία Αθανασίου είναι κερκυραία και ζει μόνιμα στο Νησί των Φαιάκων. Έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα επ. φαντασίας και την ποιητική συλλογή "Η Συνάντηση" μαζί με την Κατίνα Βλάχου και τον Βασίλη Πανδή (εκδόσεις Φιλύρα 2019). 
Η συλλογή "Της Μουσικής και του Έρωτα" είναι το πρώτο της προσωπικό ποιητικό βιβλίο.