[…] Αυτός ο μετριοπαθής ποιητής, που πέρασε τη ζωή του αποτραβηγμένος και χωρίς φιλοδοξίες στις ταβέρνες της Πειραϊκής, κατάφερε όσο λίγοι συνομήλικοί του να εκφράσει τη μελαγχολία της γενιάς του. Χάρη σε μια γλώσσα ουσιαστική που δεν επιδιώκει σύνθετες λέξεις, ηχηρά επίθετα, και στο ανεπιτήδευτο των παραστάσεών του, κατέδειξε τον τρόπο με τον οποίο το ημίφως του συμβολισμού μπορούσε να εγκλιματιστεί με φυσικότητα στην Ελλάδα και να αποκτήσει γνήσια ελληνική ιθαγένεια· […]
Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 323.
[…] από την άποψη της λυρικής διάθεσης, μπορούμε να μνημονεύσουμε τον Πορφύρα και το λιγοστό έργο του: μια ποιητική συλλογή Σκιές (1920) και μια οψίτυπη, Οι μουσικές φωνές (1934). Κι οι δυο συγκεντρώνουν την παλαιότερη εργασία του: βγαίνει κι αυτός από τον κύκλο της Τέχνης και του Διόνυσου. Ρέμβη, νοσταλγία, μελαγχολία, είναι τα φυσικά θέματα της ποίησής του, που είναι πάντα ευγενική, σεμνή, δοσμένη σε μισόλογα και αποχρώσεις. Όταν πάει να υψώσει την φωνή του, ο λυρισμός φεύγει. […].
Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 544-545.
Ο Πορφύρας υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, ο γνησιότερος και συνεπέστερος ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες συμβολιστές ποιητές. Ο Συμβολισμός, με όλα όσα προϋποθέτει, δεν ήταν γι’ αυτόν απλώς μια σχολή ή μια τεχνοτροπία, ανάμεσα στις άλλες, που την ακολούθησε σε μια φάση ή περίοδο της δημιουργίας του, την πιο γόνιμη έστω και την πιο σημαντική, όπως π.χ. ο φίλος του ο Χατζόπουλος, αλλά αποτέλεσε ένα είδος πίστης και στάσης ακλόνητης απέναντι στη ζωή και στην ποίηση, συνυφασμένης με τον ψυχισμό και την προσωπικότητά του. Γι’ αυτό και επινοεί και χρησιμοποιεί με τρόπο αβίαστο και φυσικό τα σύμβολά του […]. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και η ποίησή του αναβλύζει μονότροπη, συγχρόνως όμως και τόσο ειλικρινής. Αυτή είναι, πιστεύω, η κυριότερη αιτία για την οποία η λιγοστή, χαμηλόφωνη και διακριτική ποίηση του Λάμπρου Πορφύρα άφησε φανερά τα ίχνη της στη δεύτερη γενιά των Ελλήνων συμβολιστών ποιητών. Οι απηχήσεις της, «όχι και τόσο αισθητές με την πρώτη ματιά», πάντως υπαρκτές στο έργο του Καρυωτάκη, γίνονται περισσότερο ευδιάκριτες στο έργο των ποιητών εκείνων που ακολούθησαν συνειδητά, βαθαίνοντας την κοίτη του, με το ρεύμα του Συμβολισμού και έφεραν ακόμα πιο κοντά την ποίησή τους με τη μουσική. Έτσι, την ποιητική του δημιουργία προϋποθέτουν ορισμένα τουλάχιστον, αλλά από τα καλύτερα ποιήματα του Ρώμου Φιλύρα (Εαρινό, Καρτέρι, Μπόρα του Μάη κ.ά.), του Κώστα Ουράνη (Νοσταλγίες, Η ζωντανή νεκρή, Φθινοπωρινό πάρκο, Χινοπωριάτικοι καιροί, Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι κ.ά.), του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (Μελαγχολία, Όταν βραδιάζη, Πόθος, Ήταν ένα βαθύ κ’ εξαίσιο βράδι, Dolente, Απόψε πρόβαλεν ο κάμπος κ.ά.), του Μήτσου Παπανικολάου (Βράδιασμα, Θάλασσα του βορρά κ.ά.).
Ο Τέλλος Άγρας, άλλωστε, πάντα εύστοχος κριτικός, το έχει δηλώσει κατηγορηματικά: «Ο Πορφύρας (…) επιδράσεις επί νεαρωτέρων έσχε πολλάς».
Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Η εποχή και η ζωή του Λάμπρου Πορφύρα». Λάμπρος Πορφύρας, Τα ποιήματα (1894-1932), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1993, 106 & 107 [σειρά: Νεοελληνική Βιβλιοθήκη].
πηγές