Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Ρόζα Εσκενάζυ (1895/1897 – 2 Δεκεμβρίου 1980)

Η Ρόζα Εσκενάζυ το 1932
Η Ρόζα Εσκενάζυ (1895/1897 – 2 Δεκεμβρίου 1980) ήταν Ελληνίδα εβραϊκής καταγωγής τραγουδίστρια του ρεμπέτικου και της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής. Οι ηχογραφήσεις και οι εμφανίσεις της στα μουσικά κέντρα διήρκεσαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τη δεκαετία του 1970.

Η Εσκενάζυ γεννήθηκε ως Σάρα Σκιναζί. Ήταν παιδί μιας φτωχής εβραϊκής σεφαραδίτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Σ' ολόκληρη τη διάρκεια της καριέρας της έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της και ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1910. Στην πραγματικότητα, ήταν κατά τουλάχιστον μια δεκαετία μεγαλύτερη και το πιθανότερο είναι ότι γεννήθηκε ανάμεσα στο 1895 και το 1897. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Εκτός από τη Ρόζα, ο Αβραάμ Σκιναζί και η σύζυγός του, Φλώρα, είχαν δύο γιους, τον Νισίμ, που ήταν ο μεγαλύτερος, και τον Σάμη.

Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Την εποχή εκείνη η πόλη γνώρισε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να αυξηθεί κατά 70% την περίοδο από το 1870 έως το 1917. Ο Αβραάμ Σκιναζί βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.

Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της Ρόζας βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Ρόζα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα – ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της – να γίνει καλλιτέχνις. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Η ΜΠΟΕΜΙΣΣΑ, 1933

Τα πρώτα επαγγελματικά χρόνια

Η Σάρα δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει το όνειρό της παρά μόνο μετά την επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή αυτή η οικογένειά της έμενε σ΄ ένα νοικιασμένο διαμέρισμα κοντά στο θέατρο Grand Hotel και πολλές από τις γειτόνισσές τους εμφανίζονταν στο θέατρο αυτό. Η Σάρα βοηθούσε καθημερινά δύο από τις χορεύτριες αυτές να κουβαλούν τα ρούχα της δουλειάς τους στο θέατρο, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν μαζί τους στη σκηνή. Εκεί ήταν που ξεκίνησε τελικά την καριέρα της ως χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής. Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της.

Ο Ζαρντινίδης πέθανε από άγνωστη αιτία γύρω στο 1917, αφήνοντας τη Ρόζα με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935.

Αθήνα

Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι. Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records.



K. Lambros, R. Eskenazi, A. Tomboulis (Athens, c. 1930)

Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της Ρόζας για τη Columbia, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια στην εταιρεία, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής. Ορισμένα από τα τραγούδια αυτά ήταν παραδοσιακά, ιδιαίτερα από την Ελλάδα και τη Σμύρνη. Ωστόσο, η σημαντικότερη συνεισφορά της στη τοπική μουσική σκηνή αφορούσε τις ηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών και, πιο συγκεκριμένα, της Σμυρνέικης σχολής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κατείχε ξεχωριστή θέση στη δημοτικότητα της μουσικής αυτής μέσα στη λαϊκή κουλτούρα της χώρας κι ακόμη και σήμερα η ιδιαίτερη φωνή της ταυτίζεται με το μουσικό αυτό είδος.

Λίγο αφότου ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις, η Ρόζα άρχισε επίσης να εμφανίζεται στο κέντρο «Ταΰγετος» στην Αθήνα ιδιοκτησίας της οικογένειας Σερελέα. Μαζί της εμφανίζονταν ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας, ο βιολιστής Δημήτρης Σέμσης (ή Σαλονικιός), ο Αγάπιος Τομπούλης στο ούτι, ο Λάμπρος Σαββαϊδης στο κανονάκι και ο Λάμπρος Λεονταρίδης στην πολίτικη λύρα (ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες της). Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά.

D. Semsis, A. Tomboulis,
R. Eskenazi (Athens, 1932)
Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία.

Διεθνής καριέρα

Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές. Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιείς» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Σύντομα όμως η ίδια η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα δεχόταν καίριο πλήγμα. Το 1940 η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα και το 1941 ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη χώρα. Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό.

Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν. Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς.

ΤΑ ΚΕΡΙΑ ΤΑ ΣΠΑΡΜΑΤΣΕΤΑ

Τα μεταπολεμικά χρόνια

Στη μακρά διάρκεια της καριέρας της η Ρόζα ανέπτυξε καλές σχέσεις όχι μόνο με τον Βασίλη Τουμπακάρη, τον διευθυντή της Columbia Records, αλλά και με τον Μίνωα Μάτσα, που είχε ιδρύσει στο μεταξύ την Odeon/Parlophone. Το γεγονός αυτό της επέτρεψε να προωθήσει πολλούς άλλους γνωστούς καλλιτέχνες, όπως τη Μαρίκα Νίνου και τη Στέλλα Χασκήλ. Τους έβαλε στο σωματείο των μουσικών, την «Αλληλοβοήθεια», και ύστερα από λίγο καιρό άρχισαν να ηχογραφούν τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.

Το 1949, η Ρόζα, που τραγουδούσε την εποχή αυτή στην Πάτρα, πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούρια ταυτότητα. Το γεγονός που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της εμφανίστηκε όταν συνάντησε εκεί τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν νεαρό αξιωματικό της αστυνομίας, που ήταν περίπου 30 χρόνια νεότερός της. Παρόλη όμως τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους, ερωτεύτηκαν. Η σχέση αυτή επρόκειτο να διαρκέσει, με διάφορους τρόπους, έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.

Μολονότι η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε πολλές περιοδείες στα Βαλκάνια, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1952, προκειμένου να τραγουδήσει στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες της διασποράς. Η περιοδεία αυτή, που χορηγός της ήταν το ελληνικό εστιατόριο και μπαρ «Πάνθεον» στη Νέα Υόρκη, διήρκεσε τελικά πολλούς μήνες.

Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από περιοδείες της Ρόζας στο εξωτερικό. Το 1955 ο Αλβανός ιμπρεσσάριος Ayden Leskoviku από την Balkan Records Company την προσκάλεσε να εμφανιστεί και να ηχογραφήσει στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη όπου είχε γεννηθεί. Τελικά η Ρόζα ηχογράφησε γύρω στα 40 τραγούδια και έλαβε περίπου 5.000 δολάρια για τις ηχογραφήσεις αυτές. Αν κι επρόκειτο για μια σχετικά χαμηλή αμοιβή, η Ρόζα έλεγε αργότερα ότι η αμοιβή της για τις εμφανίσεις αυτές, μαζί με τα φιλοδωρήματα, ήταν δέκα φορές υψηλότερη από το ποσό αυτό.

Λίγο καιρό μετά την Κωνσταντινούπολη, η Ρόζα έφυγε για δύο ακόμη περιοδείες στην Αμερική. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη, το Ντητρόιτ και το Σικάγο. Στις 5 Ιουλίου του 1958, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού της στις ΗΠΑ, παντρεύτηκε τον Frank Alexander. Ο γάμος όμως αυτός ήταν μόνον κατ’ όνομα. Η Ρόζα τον έκανε για να πάρει άδεια εργασίας στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Εσκενάζυ αγάπησε την Αμερική και θα είχε εγκατασταθεί εκεί εάν δεν είχε αφήσει πίσω της την άλλη της μεγάλη αγάπη, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα το 1959 για να βρίσκεται κοντά του. Με τα χρήματα που είχε βγάλει στην Αμερική αγόρασε για τους δυο τους ένα μεγάλο σπίτι στην Κηπούπολη, καθώς και δύο φορτηγά και μερικά άλογα. Μαζί με τον Φιλιππακόπουλο θα ζούσαν στο σπίτι αυτό έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.

ΧΑΡΙΚΛΑΚΙ


Παρακμή και επανάκαμψη

Η Εσκενάζυ βρισκόταν πια στα εξήντα της και η μουσική σκηνή στην Ελλάδα είχε αλλάξει σημαντικά μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, δηλαδή από την εποχή που εκείνη είχε ξεκινήσει την καριέρα της. Το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο είχαν χάσει πια τη δημοτικότητά τους και έτσι η Ρόζα, όπως και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του είδους αυτού, εμφανίζονταν πια περιστασιακά σε επαρχιακά φεστιβάλ και σε μικρότερης εμβέλειας καλλιτεχνικά γεγονότα. Μολονότι ηχογράφησε μερικά τραγούδια στα χρόνια που ακολούθησαν, επρόκειτο κυρίως για επανεκτελέσεις των παλαιότερων γνωστών επιτυχιών της που ηχογράφησε σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες στην Αθήνα.

Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον για την πρώιμη περίοδο της δουλειάς της. Η RCA κυκλοφόρησε δύο 45άρια δισκάκια που περιείχαν τέσσερα τραγούδια της (περιλαμβανομένου του «Αμανέ Σαμπάχ») με τον βιολιστή Δημήτρη Μανισαλή, αλλά η κυκλοφορία τους ήταν περιορισμένη. Όλο αυτό το σκηνικό όμως άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικατορίας στην Ελλάδα. Ξαφνικά η ελληνική νεολαία άρχισε να ενδιαφέρεται για τα αστικά λαϊκά τραγούδια του παρελθόντος και κυκλοφόρησαν πολλές σημαντικές συλλογές. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η «Ρεμπέτικη Ιστορία», μια συλλογή από έξι δίσκους ρεμπέτικης μουσικής, η οποία πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Έπειτα από ένα μακρύ διάστημα μακριά από το προσκήνιο, η Ρόζα, που ήταν πια στα εβδομήντα της, έγινε σταρ και πάλι.

Αυτό που έκανε τη διαφορά κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν η μεγάλη διάδοση της τηλεόρασης. Η Ρόζα προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε σε μια σειρά από εκπομπές. Το 1973 εμφανίστηκε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, «Το Μπουζούκι» (σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μάρου) και το 1976 σε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία περιείχε συνεντεύξεις και τραγούδια. Όλο αυτό το διάστημα όμως η Ρόζα δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της που βρίσκονταν στα μουσικά κέντρα και έτσι εμφανίστηκε σε κάποιες εβδομαδιαίες παραστάσεις στο «Θεμέλιο», μια μπουάτ στην Πλάκα.

Καθώς ήταν μια από τις ελάχιστες τραγουδίστριες του ρεμπέτικου που ζούσαν ακόμα, οι καλλιτέχνες και οι μουσικολόγοι της εποχής αυτής άρχισαν να μελετούν το ύφος της μουσικής της, στο οποίο έβλεπαν την «αυθεντικότητα» του μουσικού αυτού είδους. Όλο αυτό επηρέασε σημαντικά μια νέα γενιά ερμηνευτών, όπως η Χάρις Αλεξίου (με την οποία είχαν εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση), η Ελένη Βιτάλη και η Γλυκερία αργότερα. Δυστυχώς, παρόλο που οι μουσικοί και οι ακαδημαϊκοί ενθουσιάζονταν με το ταλέντο της, όπως και με τη γνώση της σχετικά με έναν μουσικό κόσμο που είχε χαθεί, το ευρύτερο κοινό δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και θεωρούσε τη Ρόζα περισσότερο ως κάτι το αξιοπερίεργο. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στην Πάτρα, τον Σεπτέμβριο του 1977. Θαυμαστές της κάθε ηλικίας ήρθαν για να τη δουν να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και για να πάρουν μια γεύση από τη μουσική του παρελθόντος.

ΒΑΛΕ ΜΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ 

Τα τελευταία χρόνια της Ρόζας

Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Παρόλο που είχε γεννηθεί Εβραία, βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή το 1976 και πήρε το όνομα Ροζαλία Εσκενάζυ. Τα επόμενα δύο χρόνια άρχισε να εμφανίζει σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ και συχνά έχανε τον προσανατολισμό της καθώς επέστρεφε στο σπίτι της. Το καλοκαίρι του 1980 έπεσε κάτω και έσπασε το γοφό της. Έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μήνες, με τον Χρήστο να βρίσκεται διαρκώς δίπλα της για να τη φροντίζει. Επέστρεψε για λίγο καιρό στο σπίτι της, αλλά στη συνέχεια ξαναβρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική εξαιτίας μιας μόλυνσης. Άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική αυτή στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.

Την έθαψαν σε έναν πρόχειρο τάφο στο χωριό Στόμιο της Κορινθίας. Το 2008 το πολιτιστικό σωματείο του χωριού συγκέντρωσε χρήματα και πρόσθεσε μια επιτύμβια στήλη, που έγραφε «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις»...

Βιογραφίες

Το 1982, δύο χρόνια μετά τον θάνατο της Ρόζας, ο Κώστας Χατζηδουλής δημοσίευσε ένα μικρό βιβλίο με τα απομνημονεύματά της, με τίτλο «Αυτά που Θυμάμαι». Το βιβλίο βασιζόταν σε συνεντεύξεις που είχε δώσει η Ρόζα όταν ήταν πλέον σε μεγάλη ηλικία και περιείχε μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφίες, ιδιαίτερα από την πρώιμη περίοδο της καριέρας της.

Το 2008, ο σκηνοθέτης Roy Sher (και η Roy Sher Productions) ξεκίνησε να γυρίζει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ με τίτλο Καναρίνι μου Γλυκό, το οποίο αναφέρεται στη ζωή και την καριέρα της Ρόζας Εσκενάζυ. Η ταινία, που είναι μια διεθνής συμπαραγωγή, ακολουθεί τρεις νέους μουσικούς από την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ισραήλ, οι οποίοι ξεκινούν ένα οδοιπορικό προς αναζήτηση της πιο ξακουστής και αγαπημένης ελληνίδας τραγουδίστριας του ρεμπέτικου. Η ταινία αυτή προβλήθηκε στους κινηματογράφους την άνοιξη του 2011.



Ρομέν Γκαρί (21 Μαΐου 1914 - 2 Δεκεμβρίου 1980)

Ο Ρομέν Γκαρί (Romain Gary, 21 Μαΐου 1914 - 2 Δεκεμβρίου 1980), ψευδώνυμο του Ρομάν Κατσέβ, ήταν Γάλλος συγγραφέας λιθουανικής καταγωγής. Πρόκειται για τον μοναδικό λoγοτέχνη που βραβεύτηκε δύο φορές με το Βραβείο Γκονκούρ, την δεύτερη με άλλο όνομα.

Ο Ρομάν Κασέβ γεννήθηκε στις 21 Μαΐου του 1914 στη Βίλνιους. Ήταν γιος του Arieh Leib Kacew και της Mina Owczynska, και οι δύο Εβραίοι. Ο Ρομάν μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα του, αφού ο πατέρας του, από το 1925, τους εγκατέλειψε και ως το 1928 έζησαν με την οικογένεια της μητέρας του στη Βαρσοβία. Ο Ρομέν Κασέβ (που λέγεται ήδη Ρομέν, αλλά όχι ακόμα Γκαρί) έφτασε με τη μητέρα του στη Νίκαια, σε ηλικία 14 ετών και μέσα σε έντονο κλίμα αντισημιτισμού και ξενοφοβίας, που επικρατούσε στη Γαλλία τη δεκαετία του '30. Η μητέρα του έγινε διευθύντρια στην πανσιόν Mermonts. Ο Ρομέν φοιτούσε στο Λύκειο Μασσενά. Διακρίθηκε στη γαλλική γλώσσα, και μάλιστα βραβεύτηκε το 1931 και το 1932, αλλά «στα άλλα μαθήματα, εκτός από τα γερμανικά που μιλά και γράφει πολύ σωστά, είναι μέτριος».

Έπειτα από μια σύντομη παραμονή στην Αιξ-αν-Προβάνς, ο Ρομέν Κασέβ πήγε στο Παρίσι για να κάνει τις νομικές του σπουδές. Μετά κόπων και βασάνων, πήρε το πτυχίο το 1938, ενώ παράλληλα προετοιμαζόταν για να καταταχθεί στο γαλλικό στρατό. Διάβαζε ως τα ξημερώματα και περνούσε τον περισσότερο καιρό του γράφοντας. Εκείνη την εποχή δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα στο Γκρενγκουάρ, ένα εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό, με πολιτικό και λογοτεχνικό περιεχόμενο: «Ο Γκαρί αρνήθηκε σθεναρά τις γενναιόδωρες αμοιβές (...) όταν το περιοδικό εκδήλωσε φασιστικές και αντισημιτικές ιδέες. Έγραψε μια επιστολή στο διευθυντή του περιοδικού για να του δηλώσει: "δεν τρώω απ' αυτό το ψωμί».

Έλαβε τη γαλλική υπηκοότητα το 1935 και κλήθηκε να υπηρετήσει στην αεροπορία το 1938. Το 1940, εντάχθηκε στην Ελεύθερη Γαλλία όπου υπηρέτησε στις Ελεύθερες γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις. Αυτή την περίοδο ο Ρομέν Κασέβ επιλέγει το πολεμικό όνομα "Γκαρί" (σημαίνει κάψε ! στα ρώσικα), που θα γίνει και το ψευδώνυμό του. Στο τέλος του πολέμου ήταν ανθυπολοχαγός και πήρε τον τίτλο του Συντρόφου της Ελευθερίας.

Μετά το τέλος των εχθροπραξιών, ξεκινά μια καριέρα διπλωμάτη στην υπηρεσία της Γαλλίας. Διαμένει στη Βουλγαρία, στην Ελβετία, στη Νέα Υόρκη (στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, 1952-54), στη Βολιβία, έπειτα ως πρόξενος της Γαλλίας στο Λος Άντζελες από το 1957 ως το 1961, οπότε και απομακρύνεται από το Υπουργείο Εξωτερικών.

Ήταν σύζυγος της Βρετανίδας συγγραφέα Λέσλι Μπλαντς και της Αμερικανίδας ηθοποιού Τζιν Σίμπεργκ, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Ντιέγκο. Είχαν ήδη χωρίσει, όταν η Τζιν Σίμπεργκ αυτοκτόνησε (Σεπτέμβριος 1979). Ένα χρόνο μετά, στις 2 Δεκεμβρίου του 1980, στο Παρίσι, έδωσε τέλος στη ζωή του με μία σφαίρα στο στόμα. Στο γράμμα που άφησε, έγραψε: «καμία σχέση με την Τζιν Σίμπεργκ».

Η υπόθεση "Εμίλ Αζάρ"

Έπειτα από την εξαφάνισή του από το συγγραφικό στερέωμα, μάθαμε πως, με το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ, έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα, που είχαν αποδώσει σε έναν συγγενή του, τον Πολ Πάβλοβιτς, ο οποίος είχε αποδεχτεί το ρόλο του Αζάρ στον τύπο και την κοινή γνώμη. Έτσι, ο Ρομέν Γκαρί είναι ο μοναδικός συγγραφέας που τιμήθηκε δύο φορές με το Βραβείο Γκονκούρ, την πρώτη για το μυθιστόρημα Les Racines du ciel, το 1956 και τη δεύτερη με το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ για το μυθιστόρημα La Vie devant soi, το 1975. Με το έργο Vie et mort d'Émile Ajar, που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, αποκαλύπτει πως ο Ρομέν Γκαρί είναι ο Εμίλ Αζάρ.

Όμως, Αζάρ και Γκαρί δεν είναι τα μόνα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας. Δημοσίευσε ένα πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα με το ψευδώνυμο Σατάν Μπογκά, Les Têtes de Stéphanie, και μία σατιρική αλληγορία με το ψευδώνυμο Φόσκο Σινιμπάλντι, Ο άνθρωπος με το περιστέρι.

Υστεροφημία

Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, κυρίως Η λάμψη μιας γυναίκας (1979) από τον Κώστα Γαβρά, με τους Ιβ Μοντάν και Ρόμι Σνάιντερ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, και La Vie devant soi του Μοσέ Μισράχι, που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, το 1977. Στο ρόλο της Μαντάμ Ρόζα η Σιμόν Σινιορέ κέρδισε το Βραβείο Σεζάρ καλύτερης ηθοποιού. Επίσης, ο Ζυλ Ντασέν σκηνοθέτησε, το 1970, την "Υπόσχεση την αυγή", όπου τη μητέρα του Ρομέν Γκαρί υποδύεται η Μελίνα Μερκούρη.

Ο Ρομέν Γκαρί σεναριογράφησε και σκηνοθέτησε, επίσης, δύο ταινίες, Les oiseaux vont mourir au Pérou (1968) και Police Magnum (Kill!) (1968).

Για τα τριάντα χρόνια από το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι έκθεση με τίτλο "Des Racines du ciel à la vie devant soi", στο Musée des lettres et manuscrits (Paris 7e), από τις 3/12/2010 ως τις 03/04/2011.

Εργογραφία

Με το όνομα Ρομέν Κατσέβ 
1935 : L'Orage, (Η θύελλα)—μτφ. Μαρία Μουρκούση, στο βιβλίο "Ο Έλληνας... και άλλα διηγήματα", εκδ. "Κασταλία", 2008
1935 : Une petite femme, (Μια μικρόσωµη γυναίκα)—μτφ. Μαρία Μουρκούση, στο βιβλίο "Ο Έλληνας... και άλλα διηγήματα", εκδ. "Κασταλία", 2008
1937 : Le Vin des morts (Το κρασί των νεκρών)

Με το ψευδώνυμο Ρομέν Γκαρί
1945 : Éducation européenne (Ευρωπαϊκή θητεία)—μτφ. Νάσος Δετζώρτζης, εκδ."Οι φίλοι του Βιβλίου", 1947 & εκδ. "Γκοβόστη", 2007
1946 : Tulipe (θεατρικό)
1949 : Le Grand Vestiaire
1952 : Les Couleurs du jour (Τα χρώματα της μέρας)
1956 : Les Racines du ciel (Οι ρίζες τ' ουρανού) (Βραβείο Γκονκούρ)
1960 : La Promesse de l'aube (Η υπόσχεση της αυγής)—μτφ. Αντρέας Βαχλιώτης, εκδ."Χατζηνικολή", 1989
1961 : Johnnie Cœur
1962 : Gloire à nos illustres pionniers (διηγήματα)
1963 : Lady L.
1965 : The Ski Bum
1965 : Pour Sganarelle (Frère Océan 1)
1966 : Les Mangeurs d'étoiles (La Comédie américaine 1)
1967 : La Danse de Gengis Cohn (Frère Océan 2)
1968 : La Tête coupable (Frère Océan 3)
1969 : Adieu Gary Cooper (La Comédie américaine 2)
1970 : Chien blanc
1971 : Les Trésors de la Mer Rouge
1972 : Europa (μυθιστόρημα)
1973 : Les Enchanteurs
1974 : La nuit sera calme (φανταστική συνέντευξη)
1975 : Au-delà de cette limite votre ticket n'est plus valable (Πέρα από το σημείο αυτό το εισιτήριό σας δεν ισχύει πια)—μτφ. Α.Βαχλιώτης, εκδ. "Χατζηνικολή", 1985
1977 : Clair de femme (Λάμψη γυναίκας)—μτφ. Ν.Χαραλαμπίδης, εκδ. "Μπαρμπουνάκης"
1977 : Charge d'âme ("Ψυχικό φορτίο"—μτφ. Α.Γιαννακοπούλου, εκδ. "Γκοβόστης", 2013
1979 : La Bonne Moitié
1979 : Les Clowns lyriques
1980 : Les Cerfs-volants (Οι χαρταετοί)—μτφ. Ντόρα Ζαγκούρογλου, εκδ. "Καστανιώτης", 1994
1981 : Vie et mort d'Émile Ajar (μετά θάνατον)

Με το ψευδώνυμο Φόσκο Σινιμπάλντι
1958 : L'Homme à la colombe (Ο άνθρωπος με το περιστέρι)—μτφ. Α.Βαχλιώτης, εκδ. "Χατζηνικολή", 1985Με το ψευδώνυμο Σατάν Μπογκάτ
1974 : Les Têtes de Stéphanie

Με το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ
1974 : Gros-Câlin
1975 : La Vie devant soi (Η ζωή μπροστά σου) (Βραβείο Γκονκούρ)—μτφ. Ρ.Μουρελάτου-Ιγγλέση, εκδ. "Πύλη"
1976 : Pseudo
1979 : L'Angoisse du roi Salomon (Το άγχος του βασιλιά Σολομώντα)—μτφ. Ρ.Μουρελάτου-Ιγγλέση, εκδ. "Παπαζήσης"


Ταινίες
1968 : Les oiseaux vont mourir au Pérou
1972 : Police Magnum (Kill!)

Τραγούδι
1971 : Kill'em all


ΒΙΒΛΙΑ - ΕΠΙΛΟΓΗ 

Λευκός Σκύλος

"[...] Δεκαεπτά εκατομμύρια Αφροαμερικανοί στο σπίτι μας, ε, αυτό πια παραπάει, ακάμη και για έναν επαγγελματία συγγραφέα. Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να με κάνεις να γράψω ένα ακόμα βιβλιο. Έχω ήδη κάνει λογοτεχνία τον πόλεμο, την κατοχή, τη μάνα μου, την ανεξαρτησία της Αφρικής, την ατομική βόμβα, αρνούμαι κατηγορηματικά να κάνω λογοτεχνία τους Αφροαμερικανούς. Και ξέρεις καλά πώς λειτουργώ: όταν σκοντάφτω πίνω σε κάτι που δεν μπορώ να αλλάξω, που δεν μπορώ να λύσω, που δεν μπορώ να αποκαταστήσω, το εξαφανίζω. Το χώνω μέσα σε ένα βιβλίο. [...] Ε, λοιπόν, ή ξαποστέλνεις εσύ το φυλετικό ζήτημα από το σπίτι μας, ή διαφορετικά θα το ξαποστείλω εγώ. Θα παραχώσω τα δεκαεπτά εκατομμύρια τους Αφροαμερικανούς σου σε ένα βιβλίο, και μετά κλείνει το ζήτημα. Νόμιμη άμυνα."



Ψυχικό Φορτίο

"Προηγμένο καύσιμο". Αυτό είναι το όνομα που έδωσαν οι επιστήμονες στη νέα μορφή ενέργειας με την οποία ανάβουν οι λάμπες, κινούνται τα αυτοκίνητα, λειτουργούν οι ξυριστικές μηχανές, αλλά και κατασκευάζονται οι ατομικές "υπερβόμβες". Αυτό το προηγμένο καύσιμο δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ανθρώπινες ψυχές που παγιδεύονται με ειδικούς "ανιχνευτές" και με την κατάλληλη "επανεπεξεργασία" χρησιμοποιούνται για να γεμίσουν τις μπαταρίες. Πόσο άνετα θα νιώθατε αν μαθαίνατε πως η αγαπημένη σας γυναίκα θα ζει και... θα φωτίζει αιώνια ως λάμπα των 100 watts, ή πως ο γείτονάς σας, ένας παλιός αντιστασιακός, βρίσκεται τώρα μέσα στον κινητήρα ενός Citroen; Η χρήση, όμως, αυτής της ενέργειας έχει μια μικρή παρενέργεια...

Μ ένα γλυκόπικρο μυθιστόρημα-θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, ο Romain Gary βάζει, αυτή τη φορά, στο στόχαστρό του το ενεργειακό πρόβλημα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επιστήμη και τι θα απογίνει, μέσα σε όλα αυτά, η ψύχη; Κι ο αναγνώστης διαβάζει με κομμένη την ανάσα...

Ο Έλληνας ...Και Άλλα Διηγήματα

Αυτή η συλλογή συγκεντρώνει διηγήματα που γράφτηκαν μεταξύ του 1935 και του 1967, αλλά ο εντοπισμός τους ήταν τότε αδύνατος, καθώς είχαν «διασκορπιστεί» σε διάφορα περιοδικά που σήμερα δεν υπάρχουν πια: "Η θύελλα" (1935), "Μια μικρόσωμη γυναίκα" (1935), "Ανθρωπογεωγραφία" (1943), "Σμηνίας Γκναμά" (1946), "Δέκα χρόνια μετά ή η πιο παλιά ιστορία του κόσμου" (1967)· το ίδιο ισχύει για τον "Έλληνα" και για το "Με κομμένη την ανάσα" (1970), τα οποία παρέμεναν ανέκδοτα μέχρι σήμερα. Αυτά τα κείμενα εμπεριέχουν ήδη σε λανθάνουσα μορφή την εμμονή του Romain Gary στα θέματα του διχασμού προσωπικότητας, της φυγής και της αυτοκτονίας, τα οποία θ ακολουθήσουν το συγγραφέα έως το τέλος της ζωής του.

Μια μέρα, βουτώντας προς το ναυάγιο για το συνηθισμένο ενάμισι λεπτό της ρέμβης του χωρίς αναπνευστικά βοηθήματα, ο Μπίλι είδε ένα πτώμα να αιωρείται πάνω από τη γέφυρα, παγιδευμένο στο δίχτυ των σκουριασμένων συρμάτων και των μπερδεμένων αλυσίδων. Ο τύπος είχε μακριά ξανθά μαλλιά, ήταν το μόνο πράγμα πάνω του που εξακολουθούσε να δείχνει ζωντανό, καθώς επέπλεαν και κυμάτιζαν μέσα στο βαθυγάλαζο φόντο, και ξανθά γένια, τα αρρενωπά και έντονα χαρακτηριστικά του ήταν πρησμένα αλλά άθικτα ακόμη, όπως άλλωστε και τα ορθάνοιχτα γαλανά του μάτια που κοιτούσαν τον Μπίλι διαπεραστικά, σχεδόν αυστηρά, ο νεκρός και ο ζωντανός αιωρούνταν ο ένας απέναντι στον άλλο ενώ τους χώριζε μονάχα η αιωνιότητα. Ο Μπίλι γύρισε κολυμπώντας στην ακτή και δεν είπε τίποτα σε κανέναν για τη συνάντησή του, σαν να εκτελούσε εντολή του πεθαμένου να μην τον προδώσει και είχε την παράξενη αίσθηση πως του είχε δώσει το λόγο του.

Πέρα Από Το Σημείο Αυτό Το Εισιτήριό Σας Δεν Ισχύει Πια

Πετυχημένος επιχειρηματίας, γοητευτικός άντρας και ευτυχισμένος με τη νεαρή βραζιλιάνα ερωμένη του, ο Ζακ Ρενιέ, 59 χρονών, αντιμετωπίζει προβλήματα στη δουλειά του. Μετά από τις αγχώδεις εκμυστηρεύσεις ενός φίλου που κατατρέχεται από το μύθο του ανδρισμού, μέσα του ριζώνει ο φόβος της σεξουαλικής κάμψης, τον κυριεύει, δεν τον αφήνει πια.
Τολμώντας να θίξει ένα θέμα-ταμπού, την αντρική κλιμακτήριο, ο Γκαρύ ξεσήκωσε μια παθιασμένη πολεμική με επίμονους απόηχους. Αυτό το ωμό, σκληρό, βιβλίο που κυριαρχείται από ένα πικρό χιούμορ, είναι και ένα ερωτικό μυθιστόρημα γεμάτο τρυφερότητα.


Ευρωπαϊκή Θητεία

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που παρουσιάζει ο κ. Gary να πάσχουν, να οργίζονται, να ανδραγαθούν, να πεθαίνουν, κάνουν στις σελίδες του βιβλίου του μια θητεία, την ευρωπαϊκή τους θητεία, τη θητεία τους στο αίτημα και στην ιδέα μιας Ευρώπης (πάντα υπό την πολιτιστική έννοια της λέξης) ωριμότερης, συνεπέστερης προς τις αξίες που ανέδειξε ο πολιτισμός της, και πιο σύμμετρης με την αξία που λέγεται άνθρωπος -μιας, αν επιτρέπεται η έκφραση, Ευρωπαϊκής Οικουμένης, όπου δεν θα υπάρχει ούτε το μίσος ούτε η ασχήμια της καρδιάς, ούτε η πείνα ούτε άνθρωποι που να κρυώνουν, αλλά θα υπάρχει ελευθερία, "θα χει μουσική, θα χει βιβλία, θα χει ψωμί για όλους, και ζεστασιά αδερφική". Κι αν αυτό δεν είναι να ρθει ποτέ, γιατί "πώς να εξαναγκάσεις τα μερμήγκια να ξεκόψουν από το δρόμο τους, το δρόμο που εκατομμύρια άλλα μερμήγκια τον είχαν ακολουθήσει πριν από τούτα, και άλλα ακόμα εκατομμύρια μερμήγκια τον είχαν χαράξει"- πάντα μένει η άλλη θητεία: το χρέος του ανθρώπου που εγνώρισε την Κόλαση, να δείξει στους άλλους, να τους δείχνει συνεχώς, ακατάβλητα, πεισματικά, το Μέγα Σκότος της, για να τους κάμει, και αν ακόμα είναι ανίκανοι να φτάσουν στο Φως, ν ατενίζουν τουλάχιστον προς αυτό, έστω και ο καθένας τους μόνος.

Οι Χαρταετοί

Για τον Λουντό, τον αφηγητή, ο μοναδικός έρωτας της ζωής του αρχίζει στα δέκα του χρόνια, το 1930, όταν στο δάσος της γενέτειράς του Νορμανδία συναντά τη μικρή Λίλα Μπρόνικα, Πολωνέζα αριστοκράτισσα που παραθερίζει εκεί με τους γονείς της. Μετά το θάνατο των δικών του, το μικρό αγόρι έχει για κηδεμόνα το θείο του Ανβρόσιο Φλερύ, τον επονομαζόμενο "τρελοταχυδρόμο", γνωστό σε όλο τον κόσμο και για τους θαυμάσιους χαρταετούς του. Προικισμένος με την εκπληκτική "ιστορική μνήμη της οικογένειάς του, πιστός στις αξίες της υποχρεωτικής δημόσιας εκπαίδευσης, ο μικρός Νορμανδός δε θα ξεχάσει ποτέ τη Λίλα. Θα επιδιώξει να γίνει αντάξιός της, θα μελετήσει, θα υποφέρει από ζήλια για τον όμορφο Γερμανό Χανς φον Σβέντε, θα γίνει γραμματέας του κόμητα Μπρόνικι πριν από την αναχώρηση της οικογένειας στην Πολωνία, όπου θα τους ξαναβρεί τον Ιούνιο του 1939, ακριβώς πριν από την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Έτσι αρχίζει ο χωρισμός για τους νεαρότατους εραστές. Οι χαρταετοί, σύμβολο της τόλμης, της ποίησης και της ελευθερίας, θα τον βοηθήσουν να ξεπεράσει τις δοκιμασίες, να υπερασπίσει την πατρίδα του και τις ανθρώπινες αξίες και να ξαναβρεί τον έρωτά του.















Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

Κάρι Γκραντ (18 Ιανουαρίου 1904 – 29 Νοεμβρίου 1986)

Ο Άρτσιμπαλντ Αλεξάντερ Λιτς (18 Ιανουαρίου 1904 – 29 Νοεμβρίου 1986), γνωστότερος με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Κάρι Γκραντ ήταν Άγγλος ηθοποιός που πρωταγωνίστησε σε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες της χρυσής περιόδου του αμερικανικού κινηματογράφου. Οι γνωστότερες του ταινίες είναι οι εξής: Διαζύγιο με Προθεσμία (The Awful Truth, 1937), Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη (Bringing Up Baby, 1938), Κοινωνικά σκάνδαλα (The Philadelphia Story, 1940), Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου (His Girl Friday, 1940), Υπόθεση Νοτόριους (Notorius, 1946), Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων (North By Northwest, 1959) και Ραντεβού στο Παρίσι (Charade, 1963). Η συμμετοχή του σ' αυτές τις ταινίες σε συνδυασμό με τον άνετο χαρακτήρα του και τη γοητευτική του εμφάνιση έδωσαν στο όνομά του θρυλική υπόσταση. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δεύτερο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών. Το 1970 τιμήθηκε με ειδικό βραβείο Όσκαρ για την προσφορά του στην 7η τέχνη

Ο Άρτσιμπαλντ Λιτς γεννήθηκε στο Χόρφιλντ του Μπρίστολ στην Αγγλία από τον Ιλάια Τζέιμς Λιτς και την Έλσι Μαρία Κίνγκντον. Ήταν μοναχογιός και η παιδική του ηλικία δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Η μητέρα του, που είχε χάσει ένα παιδί, το οποίο πέθανε πριν τη γέννηση του Γκραντ, έπασχε από κατάθλιψη. Ο πατέρας του την έκλεισε σε ίδρυμα και είπε στον εννιάχρονο Άρτσι ότι έφυγε για μακρινό ταξίδι. Ο Γκραντ έμαθε την αλήθεια και συνάντησε την έγκλειστη σε ίδρυμα μητέρα του αφότου έκλεισε τα τριάντα. Το 1918 απεβλήθη από το σχολείο και αποφάσισε να ακολουθήσει τον θίασο του Μπομπ Πέντερ σε περιοδείες ανά την Αγγλία, ως ακροβάτης. Το 1920 ο θίασος ταξίδεψε στην Αμερική και μαζί και ο Γκραντ. Ο θίασος επέστρεψε στην Αγγλία, αφήνοντας πίσω του τον Γκραντ που αποφάσισε να κάνει πατρίδα του τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις ΗΠΑ ο Γκραντ συνέχισε να περιοδεύει με πλανόδιους θιάσους δουλεύοντας ως πότε ως ακροβάτης, πότε ως ζογκλέρ και ενίοτε ως τραγουδιστής και χορευτής.

Charade

Πρώτες επιτυχίες (Δεκαετία του 30)

Μετά από κάποιες επιτυχίες σε κωμωδίες του Μπρόντγουεϊ ο Γκραντ πήγε στο Χόλιγουντ όπου υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία παραγωγής Paramount. Το όνομα Κάρι Λόκγουντ που είχε διαλέξει για καλλιτεχνικό ψευδώνυμο δεν άρεσε στους παραγωγούς και τον ανάγκασαν να το αλλάξει. Τότε υιοθέτησε το επίθετο Γκραντ, παρατηρώντας ότι τα αρχικά του ήταν τα ίδια με εκείνα των ονομάτων του Κλαρκ Γκέιμπλ και του Γκάρι Κούπερ ανερχόμενων κινηματογραφικών αστέρων της εποχής. Οι πρώτες ταινίες που γύρισε ήταν αδιάφορες, με πιο αξιόλογες το Ξανθή Αφροδίτη (Blonde Venus) πλάι στη Μάρλεν Ντίτριχ και το "Του Φέρθηκε Σκάρτα" (She Done Him Wrong) πλάι στη σεξοβόμβα Μέι Γουέστ. Το She Done Him Wrong ήταν μεγάλη επιτυχία του 1934 κι έσωσε την Paramount από χρεωκοπία. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο Βιρτζίνια Τσέριλ, ο γάμος τους όμως δε διήρκεσε πολύ καθώς ένα χρόνο αργότερα οι δυο τους χώρισαν. Το 1937 υπέγραψε συμβόλαιο με την Columbia και η συμμετείχε στις ταινίες Αόρατο ζεύγος (Topper) και Διαζύγιο με Προθεσμία (The Awful Truth) τον έκανε αστέρα πρώτου μεγέθους. Ακολούθησαν οι ταινίες: Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη (Bringing Up Baby, 1938), Μαζί σου για πάντα (Holiday, 1938) και Κοινωνικά σκάνδαλα (The Philadelphia Story) με συμπρωταγωνίστρια την Κάθριν Χέπμπορν καθώς και τα: Ποια απ' τις δυο; (My Favorite Wife) και Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου (His Girl Friday, 1940). Στα τέλη της δεκαετίας του 30 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά.

Δεκαετία του 40

Μετά τις συνεργασίες του με την Κάθριν Χέπμπορν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, ο Γκραντ θεωρήθηκε ο καταλληλότερος ηθοποιός για τις σοφιστικέ κομεντί της περιόδου. Πολλές από τις ταινίες που γύρισε κατά τη δεκαετία του 40 ήταν κωμωδίες. Με γνωστότερες το Ανθρώπινη δικαιοσύνη (The Talk Of The Town, 1942) του Τζορτζ Στίβενς, το Αρσενικό και παλιά δαντέλα (Arsenic and old lace, 1944) του Φρανκ Κάπρα και το Ένας Άγγελος στη Γη (The Bishop's Wife, 1947). Παρά την επιτυχία του, οι μόνες φορές που προτάθηκε για όσκαρ ήταν εκείνες που πρωταγωνίστησε σε μελοδράματα. Έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για όσκαρ το 1941 για την ταινία του Τζορτζ Στίβενς Νύχτα Γεμάτη Έρωτα (Penny Serenade), έχασε όμως από το Γκάρι Κούπερ. Η δεύτερη υποψηφιότητα που έλαβε ήταν για το Στο διάβα της ζωής (None But The Lonely Heart) το 1944 σε σκηνοθεσία του δραματουργού Κλίφορντ Όντετς, εκείνη τη χρονιά το όσκαρ πήγε στον Μπινγκ Κρόσμπι για την ταινία Ο Δρόμος της Αγάπης (Going My Way). Το 1945 χώρισε και από τη δεύτερη σύζυγό του Μπάρμπαρα Χάτον. Οι δυο τους παρέμειναν φίλοι και μετά το διαζύγιο, όμως οι φήμες που ήθελαν τον Γκραντ αμφισεξουαλικό πλήθαιναν.

Ο Κάρι Γκραντ στο τρέιλερ της
ταινίας του Άλφρεντ Χίτσκοκ
Το κυνήγι του κλέφτη
 (To Catch A Thief, 1955)
Συνεργασία με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ

Το 1941 ξεκίνησε μια μακρά συνεργασία με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, αρχίζοντας από τις Υποψίες (Suspicion), όπου συμπρωταγωνιστούσε με την Τζόαν Φοντέιν, περνώντας από την Υπόθεση Νοτόριους (Notorious, 1946) και από Το Κυνήγι του Κλέφτη (To Catch A Thief, 1955), όπου συμπρωταγωνιστούσε με τις Ίνγκριντ Μπέργκμαν και Γκρέις Κέλι αντίστοιχα και καταλήγοντας Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων (North By Northwest, 1959). Ο Χίτσκοκ ήθελε τον Γκραντ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Σχισμένο παραπέτασμα (Torn Curtain, 1966), αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει να αποσυρθεί μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του Περπάτα, μην τρέχεις (Walk, Don't Run, 1966). Έτσι ο Χίτσκοκ προσέλαβε τον Πολ Νιούμαν για να εμφανιστεί στο πλευρό της Τζούλι Άντριους. Η σημαντικότερη υπηρεσία που προσέφερε στον Χίτσκοκ ήταν ότι έπαιζε τους δραματικούς ρόλους με μια δόση κωμωδίας και αστικής εκλέπτυνσης. Ο Γκραντ ήταν ο αγαπημένος ηθοποιός του Χίτσκοκ, ο οποίος ήταν γνωστός για την αντιπάθεια που έτρεφε για τους ηθοποιούς. Κάποτε είχε δηλώσει για τον Γκραντ ότι ήταν ο μοναδικός ηθοποιός που αγάπησε σε ολόκληρή του τη ζωή.

Στο τιμόνι της παραγωγής

Στα τέλη του 1949 ο Γκραντ παντρεύτηκε για τρίτη φορά, με την ηθοποιό Μπέτσι Ντρέικ, με την οποία εμφανίστηκε σε δυο ταινίες. Αυτός ο γάμος διήρκεσε 13 χρόνια κι οι δυο τους χώρισαν το 1962. Η Ντρέικ ώθησε τον Γκραντ στη χρήση του LSD και στις αρχές της δεκαετίας του 60 ανέφερε πόσο πολύ τον βοήθησε η θεραπεία με το συγκεκριμένο ναρκωτικό, που η χρήση του ήταν ακόμα νόμιμη στις ΗΠΑ να βρει εσωτερική γαλήνη. Πέρα από τη συνεργασία του με τον Χίτσκοκ κατά τη δεκαετία του πενήντα συμμετείχε στις κωμωδίες Αποπλάνησις ενηλίκου (People Will Talk, 1951) σε σκηνοθεσία Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, στην ταινία Ο Βαρνάβας, η Εντβίνα, η Μαϊμού και το Μπογκόμολετς (Monkey Business, 1952) σε σκηνοθεσία του Χάουαρντ Χοκς και πλάι στις Τζίντζερ Ρότζερς και Μέριλιν Μονρόε και στην ταινία Μεγάλε μου Έρωτα (An Affair To Remember, 1957) στο πλευρό της Ντέμπορα Κερ. Το 1956 ίδρυσε δική του εταιρία παραγωγής, την Grantley Productions, για τις οποίες τη διανομή είχε αναλάβει η εταιρία Universal. Ταινίες που κυκλοφόρησαν από την εταιρία του Γκραντ ήταν οι Αδιακρισίες (Indiscreet, 1958), το Επιχείρησις κομπινεζόν (Operation Petticoat, 1959), το Η ωραία και ο εκατομμυριούχος (That Touch of Mink, 1962) και το Ο γερόλυκος φωνάζει (Father Goose, 1964).
Ο Κάρι Γκραντ το 1973
σε φωτογραφία του Άλαν Γουόρεν.

Απομάκρυνση από το χώρο του θεάματος

Το 1963 ο Γκραντ πρωταγωνίστησε στην ταινία Ραντεβού στο Παρίσι (Charade, 1963) πλάι στην Όντρεϊ Χέπμπορν και την επόμενη στο Ο γερόλυκος φωνάζει (Father Goose, 1964) πλάι στην Λέσλι Καρόν. Τελευταία του ταινία έμελλε να είναι το Περπάτα, μην τρέχεις (Walk, Don't Run, 1966). Το 1965 κλέφτηκε και παντρεύτηκε στο Λας Βέγκας την ηθοποιό Ντάιαν Κάνον με την οποία απέκτησε μια κόρη που γεννήθηκε πρόωρα το 1966, τη Τζένιφερ Γκραντ. Ο γάμος του με την Κάνον έληξε το 1967 όταν οι δυο τους υπέγραψαν τα χαρτιά του διαζυγίου. Στα τέλη της δεκαετίας δέχτηκε μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας καλλυντικών Fabergé, η θέση αυτή σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του μυαλό του απέφερε πολλά εκατομμύρια.

Τελευταία χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γκραντ, έγινε διοικητικό μέλος και των εταιριών Hollywood Park Inc., Western Airlines και Metro-Goldwyn-Mayer. Το 1970 του απένειμαν Τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στο χώρο του κινηματογράφου. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 έκανε περιοδείες ανά τις ΗΠΑ, όπου προβάλλονταν στιγμιότυπα από τις ταινίες του κι απαντούσε σε ερωτήσεις από το κοινό. Το 1981 παντρεύτηκε για πέμπτη φορά τη Μπάρμπαρα Χάρις που έμεινε στο πλευρό του μέχρι και το θάνατό του από εγκεφαλική αιμορραγία το 1986. Για τρεις δεκαετίες περίπου, ο Γκραντ δούλεψε τους ρόλους με όπλο αυτή την ξεχωριστή, προσωπική χάρη. Η επιρροή του ήταν τόσο σημαντική ώστε να θεωρείται πρότυπο για πολλούς άνδρες της εποχής του.Κάποτε μάλιστα δήλωσε ειρωνευόμενος <<Όλοι θέλουν να γίνουν Κάρι Γκραντ. Ακόμα κι εγώ θέλω να γίνω Κάρι Γκραντ>>.


 Υπόθεση Νοτόριους 



 







ΒΑΣΩ ΚΟΣΜΙΔΟΥ - ΙΟΡΔΑΝΟΥ "Μια στιγμή πόνου, εισητήριο Ζωής.."


Πίνακας: Pino Daeni

Η Κατερίνα κρατούσε, την απόλυσή της στο χέρι...
Ένα άψυχο χαρτί, έκρυβε τόσα συναισθήματα μαζεμένα. Πόνο, οργή, αδικία, απογοήτευση...
Το τσαλάκωνε, μέσα στη χούφτα της, όπως αυτό τσαλάκωσε την ψυχή της, την αυτοπεποίθησή της...
Πότε πήρε δύο συγκοινωνίες και έφτασε στο σπίτι της στο Πειραιά;
Σπίτι, ένα μικρό διαμερισματάκι ήταν...
Άλλωστε, περίμενε ειδοποίηση, από τον άντρα της, όταν όλα θα ήταν έτοιμα στο νησί του, την Μυτιλήνη, θα την καλούσε.
Είχαν πάρει απόφαση, να συνεχίσουν εκεί τη ζωή τους, αφού στην Αθήνα, μόνο η ανεργία, κρεμόταν πάντα σαν απειλή πάνω στα κεφάλια τους...
Ο Μάνος, είχε εκεί αρκετές ρίζες ελιές και ένα πατρικό σπίτι, έφυγε για να το επιδιορθώσει και να δει τι θα κατάφερναν εκεί, αν θα μπορούσαν να ριζώσουν τα όνειρα τους στο νησί
Δύο είχαν απομείνει και αρκετά μεγάλοι...
Δεν κατάφεραν να αποκτήσουν παιδιά, από αναβολή σε αναβολή το πήγαιναν λόγω οικονομικών στενοτήτων.
Τώρα εκείνη σχεδόν στα 50 και αυτός στα 54.
Η Κατερίνα, πέταξε την απόλυση στα σκουπίδια, έμεινε για ώρες σιωπηλή, δεν απαντούσε ούτε στο κινητό που χτυπούσε συνέχεια.
_ Τι σημασία έχει;
Δεν θέλω με κανέναν να μοιραστώ, αυτό το βάρος μέσα μου...
Δεν θέλω άλλα, λυπάμαι Κατερίνα μου, δεν θέλω να ακούσω τίποτα.
Είχε ήδη πάρει μια βαλίτσα και την γέμιζε, ούτε που κοιτούσε τι έριχνε μέσα.
Ευτυχώς που υπάρχουν τα λίγα χρήματα της αποζημίωσης από την απόλυση.
Εισητήριο και βουρ στο πλοίο για Μυτιλήνη. Βραδινό ταξίδι, αξημέρωτη της φαινόταν η νύχτα, δεν βόλευε πουθενά το σώμα και τη ψυχή της. Την έτρωγε η αγωνία και το άγχος, τι θα έλεγε στο Μάνο. Και αυτός γιατί άργησε να την ειδοποιήσει; Την "βίλα" επιδιόρθωνε;
Μάλιστα της είχε πει, ότι βρήκε και μια δουλειά, λίγες ώρες σε μια καλή ξενοδοχειακή μονάδα και προσπαθούσε να βάλει μια τάξη στα λογιστικά της, αφού η επίσημη δουλειά του, αυτή ήταν.
Μια μικρή ελπίδα, για ένα ξεκίνημα, μια δουλειά και ίσως να έβγαζαν και από τις ελιές κάτι.
_ Που ξέρεις, μπορεί κι εγώ κάτι να βρω, στην επιχείρηση αυτή, τι στο καλό έμπειρη λογίστρια είμαι, αλλά οτιδήποτε άλλο, δουλειά θέλω, το ταμείο ανεργίας γρήγορα τελειώνει και σιγά τα χρήματα...
Χαμογέλασε, κάπως τα τακτοποίησε στο μυαλό της, έβαλε μια χαραμάδα στη ψυχή της να μπαίνει η ελπίδα και αποκοιμήθηκε έστω για μια ώρα...
Να και τα φώτα του λιμανιού, δεν είχε χαράξει ακόμα;
Τώρα την βασάνιζε πότε έχει συγκοινωνία για το χωριό του άντρα της. Θα μπορούσε να τον πάρει στο κινητό να έρθει με το σαραβαλάκι του να την πάρει.
7 π.μ ξεκινούσε το αστικό λεωφορείο για τον προορισμό της.
Τακτοποιήθηκε σε ένα κάθισμα, σε τρία τέταρτα θα ήταν κοντά στο Μάνο. 25 χρόνια πρώτη φορά έμειναν τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μακριά ο ένας από τον άλλον.
Κατέβηκε, από το λεωφορείο, λίγο ποδαρόδρομο και νάτη έξω από τη πόρτα, είχε φωτίσει αρκετά, πράγματι έξω ο Μάνος είχε κάνει αρκετή δουλειά. Χαμογέλασε.
Ενώ η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, όχι από έρωτα, από αγάπη ναι.
Τον αγαπούσε τον άντρα της, παρά τις δύσκολες στιγμές που πέρασαν.
Έζησαν και καλές και όμορφες!
Ήδη είχε χτυπήσει 3 φορές...
_ Γιατί δεν ανοίγει; Αφού το αυτοκίνητο εδώ...
Η πόρτα άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σε έναν Μάνο, που λες ότι έβλεπε φάντασμα...
_ Τι θέλεις εδώ; Πώς; Γιατί; Σε ειδοποίησα;
Κίτρινος...
Η Κατερίνα σπρώχνει τη πόρτα και τον Μάνο, είχε πάρει είδηση πίσω από τον άντρα της την γυναικεία φιγούρα...
Δεν χρειάζεται να περιγράψουμε σκηνές...
Ναι, ένα τρίτο πρόσωπο
Ευτυχώς, τα λιγοστά χρήματα, έφταναν για μια βραδιά σε φτηνό ξενοδοχείο και εισητήριο επιστροφής. Το εισιτήριο θα το έβγαζε το πρωί. Πέταξε σε μιαν άκρη την βαλίτσα της. Όσο φόρτιζε το κινητό της, άδειαζε το μέσα της, ένιωθε περίεργα, πνιγόταν. Κρέμασε την τσάντα της, βούτηξε το κινητό της, κατέβηκε σαν τρελή σκάλες, διέσχισε δρόμους και χρόνο και βρέθηκε σε μιαν παραλία... Έρημος, κάπου για καφέ, για λίγο νερό, ούτε νερό δεν πρόλαβε να πιει... Ερημιά .. Κάθησε σε μια ξύλινη βάρκα που ήταν αναποδογυρισμένη, σαν την ζωή της...
Ξέσπασε, έβρισε, γέλασε και έκλαιγε μαζί...
Η απόγνωση κυκλοφορούσε σε όλο το "είναι" της. Να γυρίσει πίσω να κάνει τι;...
Γύρισε τη βάρκα, χωρίς κουπιά... ακυβέρνητη κι αυτή, όπως και η λογική της...
Την έσυρε μέχρι εκεί που έσκαγε το κύμα...θα την έβαζε μέσα στη θάλασσα, θα έμπαινε και αυτή μέσα, κάπου θα την πήγαιναν τα κύματα, αρκετά είχαν δυναμώσει, είχε δυναμώσει και ο αέρας, ενώ αυτή είχε αδειάσει από ζωή, από όνειρα, αδύναμη να διαχειριστεί, απόλυση, κέρατο, κοροϊδία... Και ο χωρισμός σε αυτήν την ηλικία....
Είχε αγκαλιάσει τη βάρκα, σαν σανίδα σωτηρίας.
Δύο χέρια, ένιωσε στη πλάτη, όχι να την αρπάζουν απότομα για να μην κάνει την τρέλα, αλλά να την αγγίζουν απαλά. Πριν σπρώξει την σαπιόβαρκα στα αφρισμένα πια κύματα, νιώθει πάλι το απαλό άγγιγμα και κάτι σαν λυγμό...
Γυρίζει τα θολωμένα μάτια της, από τα δάκρυα, αντικρίζουν δύο παιδικά ματάκια, κυλούσαν ποτάμια, ανείπωτου πόνου...
Αφήνει τη σανίδα σωτηρίας, ίσως τώρα βρήκε άλλη...
Αγκαλιάζει το παιδί που βρέθηκε μπροστά της το σφίγγει στην αγκαλιά της.
_ Κοριτσάκι πως βρέθηκες εδώ;
_ Πάρε με μαζί. Στη πατρίδα μου πηγαίνεις;
Μα, έφυγε η βάρκα, τώρα;...
Η βάρκα...την πήραν τα κύματα, αρκετά μέσα.
Ένα κοριτσάκι απελπισμένο, γύρω στα οχτώ, μιλούσε σπαστά ελληνικά και έκλαιγε, ενώ ήθελε να φύγει κι αυτό με βάρκα την ελπίδα...
Αυτά ήξερε η Κατερίνα...
Σκούπισε τα μάτια της, μια κοιτούσε τη βάρκα που χανόταν και μια κοιτούσε το κοριτσάκι που βρισκόταν μπροστά της, σε κακό χάλι, πιο χάλι από το δικό της...
Έριξε τη ζακέτα της στη μικρή.
Όταν άρχισε να γεμίζει το μυαλό της, σκέφτηκε, πως ίσως είχε δραπετεύσει από τις δομές φιλοξενίας προσφύγων ή από κάπου τέλος πάντων...
Φτάνοντας στο δρόμο κρατώντας τη μικρή από το χέρι, βλέπει να σταματά ένα αυτοκίνητο... Να και ο Μάνος...
_ Που με βρήκες;
Αυτός μια κοιτούσε τη γυναίκα του μια το κοριτσάκι.
_ Να σου εξηγήσω Κατερίνα. Έτρεξα πίσω σου, βρήκα το ξενοδοχείο, μου είπαν πως έφυγες σχεδόν τρέχοντας, σε έψαχνα...
Μα το κοριτσάκι, πρέπει να είναι αυτό που αναζητά η αστυνομία, έφυγε από το χώρο φιλοξενίας...
_ Πήγαινέ μας στην αστυνομία, αφού πάρουμε κάτι να φάει η μικρή και ένα καφέ για μένα. Εξηγήσεις...δεν πεινάω για κάτι τέτοιο Μάνο.
Θέλω να μάθω για τη μικρή μόνο. Σταμάτα να μιλάς και ξεκίνα...
Κάθησαν στο πίσω κάθισμα.
Η μικρή αγκάλιασε την Κατερίνα...
_ Μην αφήσεις εσύ εμένα, φοβάμαι και τώρα που έφυγε η βάρκα μας, πως θα πάω στη μαμά μου;...
Ο αστυνομικός υπηρεσίας μάλλον ήταν ένας συμπαθητικός άνθρωπος...
_ Η μικρή...μα πώς, πού, τη ψάχνουμε δυο μέρες...
Οι εξηγήσεις από την Κατερίνα δόθηκαν.
Έμαθε και εκείνη πως η μικρή είναι ορφανή, οι γονείς της χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου πριν 5 χρόνια, από τα 3 της φιλοξενείται από δομή σε δομή προσφύγων σε πρόχειρα σχεδόν παραπήγματα. Την έστελναν σχολείο, μα δεν το ήθελε, ενώ έξυπνη είναι. Κάποια παιδιά την κορόιδευαν.... Τώρα την ξαναέστειλαν δεν άντεξε τα πειράγματα... κάτι για τη μαμά και το μπαμπά της έλεγαν πως πνίγηκαν και όχι δεν είναι στη πατρίδα σου, δεν έχεις γονείς, ούτε πατρίδα... τέτοια της έλεγαν.... Παιδί, για τέτοιες σκληρές αλήθειες...
Η Κατερίνα, βρήκε δουλειά στη Μυτιλήνη και βοηθά εθελοντικά εκεί που φιλοξενείται η μικρή... Μαρία, έτσι την λένε, αφού κανείς δεν ήξερε τίποτα για αυτήν όταν την έσωσαν...
Εθελοντικά,, βοηθά την Κατερίνα και τον Μάνο, δικηγόρος, να βρεθεί τρόπος, να υιοθετήσουν τη μικρή Μαρία.
Άλλωστε η Μαρία πηγαίνει σχολείο τώρα πια και έχει μαμά και μπαμπά, έτσι τους φωνάζει.
Που να καταλάβει από χαρτιά και διαδικασίες ... Ξέρει ότι την αγαπούν!
Α ναι, ξέχασα, το τρίτο πρόσωπο μια περαστική Αγγλίδα, μια αδυναμία και ένα λάθος του Μάνου. Μια αληθινή συζήτηση Κατερίνας και Μάνου, μια συγνώμη με συνείδηση... ένα λάθος στα 25 χρόνια έγγαμου βίου...
Μια ευκαιρία για ευτυχία
Μια ευκαιρία για νέο ξεκίνημα...
Και μια απόφαση, η Μαρία μέχρι να βγουν οι επίσημες αποφάσεις φιλοξενείται από το ζευγάρι....
_ Μαμά, μπαμπά, που άραγε έφτασε η βάρκα;...
.
Βάσω Κοσμίδου Ιορδάνου
25/11/2019
.
Από την υπό έκδοση συλλογή : "Ορθή πορεία Ψυχής"
(Ποιήματα, Κείμενα, διηγήματα)
.






Μουσική βραδιά "ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ" - Αφιέρωμα στη στιχουργό ΕΛΕΝΗ ΛΙΑΚΟΥ



ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ "ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ" Τρίτη 3/12/19 8μμ



Τρίτη 3 -12- 2019
ώρα 8 μ.μ.
POLIS ART CAFE 

Συντονισμός/παρουσίαση: συγγραφέας/διανοήτρια Παναγιώτα Μπλέτα

Ανάγνωση του βιογραφικού της στιχουργού από την Ευστρατία Καραγεώργη.

Ομιλητές : 
Γαβρίλης Ιστικόπουλος, Ποιητής 
Κώστας Μπαλαχούτης, Διευθυντής μουσικού ηλεκτρονικού περιοδικού «ΟΓΔΟΟ», συγγραφέας, στιχουργός

Μουσική επιμέλεια : 
τραγουδοποιός/ερμηνευτής Γιάννης Απόδιακος
κιθάρα: Γιάννης Απόδιακος
πλήκτρα: Μάκης Μέρλος
μπουζούκι : Γιάννης Χαραλαμπάκης.

Ερμηνεύουν :
Νάντια Καραγιάννη,
Τάκης Κωνσταντακόπουλος, 
Γιάννης Λεκόπουλος, 
Ελένη Ασημακοπούλου, 
Βαγγέλης Δούβαλης.

Υπό την αιγίδα του Διεθνή Πολιτιστικού Συλλόγου "Ορίζων".

Χορηγοί επικοινωνίας : loner radio.

Γραφιστική επιμέλεια : Valerio nats

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ







Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Βουλγαρία: Ένας αδικημένος τουριστικός προορισμός... - Φωτογραφικό άλμπουμ του Βασίλη Γκανά



Μια όμορφη και με φιλικούς αλλά όχι εκδηλωτικούς ανθρώπους χώρα, που κόντρα σε όποιες προκαταλήψεις μου άφησε άριστες εντυπώσεις! Χτυπημένη, και αυτή, από την οικονομική κρίση, κάτι που διαπιστώνει κανείς σε κάθε βήμα, κάνει μεγάλες προσπάθειες να ορθοποδήσει και όλα δείχνουν πως τα καταφέρνει. 
Στα Βουλγαρικά εδάφη υπάρχουν σημάδια από την ιστορία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Υπάρχουν ευρήματα από την Θρακική, Ελληνική και Ρωμαϊκή αρχιτεκτονική. Στη Βουλγαρία έχουν καταγραφεί πάνω από 40.000 πολιτιστικά μνημεία από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, ενώ 36 έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα μνημεία. Υπάρχουν πάνω από 300 μουσεία και πινακοθήκες, ενώ 7 ιστορικά μνημεία συμπεριλαμβάνονται στη λίστα για την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO.
Ένα άλλο παγκόσμιο χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι η λαϊκή της μουσική και οι χοροί! 
Σε κάθε περίπτωση όμως Βουλγαρία δεν σημαίνει Μπάνσκο, αφού έχει πολλές ομορφιές και αξιοθέατα και αυτό θα προσπαθήσω να τεκμηριώσω!

Μπάνσκο


Μπάνσκο: Είναι μια πόλη 9.212 κατοίκων στο όρος Πιρίν της Βουλγαρίας, σε υψόμετρο 936 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην πόλη υπάρχει σιδηροδρομικός σταθμός. Η πόλη είναι μεγάλος τουριστικός προορισμός ειδικότερα κατά την χειμερινή περίοδο λόγω του ομώνυμου χιονοδρομικού κέντρου, που διαθέτει άριστη οργάνωση με καλή ποιότητα χιονιού. Μετά από την διοργάνωση του πρώτου φεστιβάλ τζαζ στην πόλη, το Μπάνσκο απέκτησε διεθνές πολιτιστικό ενδιαφέρον. Στο παρελθόν ήταν κοινότητα κυρίως κτηνοτρόφων και ταξιδευτών εμπόρων, και πλέον έχει γίνει διεθνές κέντρο χειμερινού και θερινού τουρισμού. Οι κορυφές των βουνών κοντά στην πόλη, οι πολυάριθμες λίμνες και τα αιωνόβια πευκοδάση το καθιστούν δημοφιλή περιοχή για αναψυχή. Το μερίδιο της Βουλγαρίας στον Ευρωπαϊκό χειμερινό τουρισμό αυξάνεται σταθερά και το Μπάνσκο ανταγωνίζεται ολοένα και περισσότερο χιονοδρομικά κέντρα στη Γαλλία και την Ελβετία, λόγω του συγκριτικά χαμηλότερου κόστους, αλλά όχι της ποιότητας.

Το υψηλότερο σημείο του χιονοδρομικού κέντρου βρίσκεται στα 2.560 μέτρα και το χαμηλότερο στα 1000 μέτρα. Το Μπάνσκο διαθέτει πίστες σκι 75 χιλιομέτρων, εκ των οποίων το 35% απευθύνεται σε αρχάριους , το 40% σε έμπειρους και το 25% σε προχωρημένους σκιέρ και snowboarders. Το 80% αυτών των εκτάσεων είναι εξοπλισμένο με μηχανήματα τεχνητού χιονιού. Χάρη στα 170 κανόνια χιονιού TechnoAlpin και τους οδοστρωτήρες της εταιρείας Kassbohrer, η σεζόν ξεκινάει εγγυημένα τον μήνα Δεκέμβριο και λήγει τον Μάιο. Επιπλέον λειτουργούν ένα οκταθέσιο κλειστό τελεφερίκ, ένα εξαθέσιο, έξι τετραθέσια και ένα τριθέσιο τελεφερίκ. Υπάρχουν επίσης διαθέσιμοι έξι αναβατήρες για σκι και δέκα παιδικοί αναβατήρες.








Ένα δείγμα της και ιδιαίτερης και μοναδικής αρχιτεκτονικής των κτισμάτων του Μπάνσκο...

Φιλιππούπολη - Plovdiv


Φιλιππούπολη (Plovdiv): Μια πανέμορφη πόλη και η δεύτερη σε πληθυσμός της Βουλγαρίας, μετά τη Σόφια, που απλώνεται πάνω σε επτά χαμηλούς λόφους και είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης. Η παλιά πόλη είναι το διαμάντι του Πλόβντιβ ίσως και ολόκληρης της Βουλγαρίας. Χαρακτηριστικό της παλιάς πόλης είναι τα υπέροχα αρχοντικά του 18ου και 19ου αιώνα τα περισσότερα από τα οποία είναι αναπαλαιωμένα και ανακαινισμένα εξαιρετικά και λειτουργούν σαν μουσεία και γκαλερί τέχνης. Σχεδόν όλα αυτά τα σπίτια-μουσεία βρίσκονται στον ιστορικό δρόμο ul. Saborna...






Plovdiv: Το σπίτι του Chimayo στην ul. Saborna 18, χτίστηκε μεταξύ 1862-1865, και ανήκει στο διαδεδομένο αρχιτεκτονικό στυλ της εποχής του νεοκλασικισμού. Από το 1984 το κτίριο στεγάζει τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του διάσημου Βούλγαρου καλλιτέχνη Zlatyu Boyadziev




Plovdiv: Το εντυπωσιακότατο αρχοντικό του Έλληνα εμπόρου από τη Θεσσαλονίκη, Δημήτρη Γεωργιάδη που χτίστηκε το 1848 και αποτελεί ένα πολιτιστικό μνημείο, στεγάζοντας το μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης. Το σπίτι είναι αντιπροσωπευτικό της διαδεδομένης αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα του Plovdiv και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ζούσαν εκεί απόγονοι του Γεωργιάδη μέχρι που το πούλησαν στον Δήμο του Plovdiv.





Plovdiv: Λιθόστρωτα δρομάκια και καλντερίμια το χαρακτηριστικό της παλιάς πόλης...






Plovdiv: Η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που θεωρείται ο αρχαιότερος ναός της πόλης, καθώς θεμελιώθηκε το 337 μ.Χ. στη θέση ενός αρχαίου ειδωλολατρικού ναού στην ακρόπολη σε έναν από τους αμυντικούς λόφους της Φιλιππούπολης. Πήρε το όνομά της από τον αυτοκράτορα Μεγάλο Κωνσταντίνο και την μητέρα του, Έλενα. Κατά τη διάρκεια των ετών, το κτήριο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Το σημερινό οικοδόμημα κατασκευάστηκε το 1832 με τη βοήθεια των κατοίκων...






Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Plovdiv...







Plovdiv: Το σημαντικότερο αξιοθέατο του ιστορικού Ρωμαϊκού Plovdiv. Το καλοδιατηρημένο αρχαίο ρωμαϊκό θέατρο της Φιλιππούπολης όπου μια κατολίσθηση το 1972 στάθηκε η αφορμή να αποκαλυφθεί. Το αμφιθέατρο κτίστηκε τον 2ο αιώνα μ.Χ και είναι χωρητικότητας 6.000 ατόμων. Είναι κτισμένο σε μια εντυπωσιακή τοποθεσία που προσφέρει μια όμορφη πανοραμική άποψη της πόλης...




 Plovdiv : Εδώ ένα ελληνικό κλιμάκιο, επί τω έργω, στα πλαίσια πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ των δυο χωρών...



Πλόντβιντ: Μουσικές στιγμές στα πλακόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης..







Φιλιππούπολη: Το λαογραφικό μουσείο της πόλης, με μοναδικά εκθέματα, το οποίο στεγάζεται στο σπίτι του Έλληνα εμπόρου Αργύρη Κουγιουμτζόγλου που έζησε εκεί και κατασκευάστηκε το 1847...


Σύγχρονη Φιλιππούπολη...

Μοναστήρι της  Ρίλα.




1Ρίλα:Το μεγαλύτερο και διασημότερο Ορθόδοξο μοναστήρι στη Βουλγαρία είναι αυτό του Αγίου Ιωάννη της Ρίλα, ή αλλιώς Μοναστήρι του Ρίλα.
Ενα μνημείο του χριστιανισμού που επισκέπτονται καθημερινά εκατοντάδες τουρίστες και ντόπιοι κι αποτελεί αξιοθέατο της χώρας.
Βρίσκεται στα Όρη Ρίλα, σε ύψος 1.147 μέτρων και 117 χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας, Σόφιας, στη βαθειά κοιλάδα του ποταμού Ρίλσκα. Εχει πάρει το όνομά από τον ιδρυτή του, τον ερημίτη Ιωάννη (Ιβάν) της Ρίλα (876 – 946 μ.Χ. Ολόκληρο το συγκρότημα της μονής καταλαμβάνει μια έκταση 8.800 m² και αποτελείται από μια μονόκλιτη βασιλική, κελιά όπου μένουν οι μοναχοί και έναν πύργο....




Ορθόδοξο μοναστήρι Ρίλα: Το 1976 ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο της Βουλγαρίας και το 1983 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Από το 1991 υπάγεται εξ’ ολοκλήρου στην Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Το 2008 προσέλκυσε 900.000 επισκέπτες. Το μοναστήρι απεικονίζεται στην πίσω όψη του χαρτονομίσματος του 1 λέβα, που εκδόθηκε το 1999.
Σύμφωνα με την παράδοση, τη μονή ίδρυσε ο ερημίτης Άγιος Ιωάννης της Ρίλας, από τον οποίο και πήρε το όνομά της, κατά την περίοδο του Τσάρου Πέτρου Α’ (927-968). Ο ερημίτης ζούσε, στην πραγματικότητα, σε μια σπηλιά χωρίς υλικά αγαθά κοντά στο μοναστήρι, το οποίο χτίστηκε από τους μαθητές του. Τα λείψανά του φυλάσσονται στη μονή...







 Σόφια



Σόφια: Μια πανέμορφη πόλη με πολύ πράσινο και απέραντο πάρκο! Με όμορφα κτίρια και με πολλούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς που σε κάποιες περιπτώσεις δύσκολα συνδυάζονται μεταξύ τους! Σημαντικότερο αξιοθέατο και ταυτόχρονα σήμα κατατεθέν, ο καθεδρικός Ναός Αλεξάντερ Νιέφσκι! Επιβλητικός και μεγαλοπρεπής μπορεί να χωρέσει και 10.000 άτομα! Χτίστηκε τη δεκαετία του 1880 για να τιμήσει ο Βουλγαρικός λαός τους Ρώσους απελευθερωτές της χώρας μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878. Το νεο-βυζαντινό αρχιτεκτονικό στιλ του ναού με τους τρούλους, τα μωσαϊκά, τους θρόνους από όνυχα και αλάβαστρο και τους πολυτελείς πολυελαίους ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνη την εποχή στη Ρωσία. Τα μάρμαρα του ναού «ταξίδεψαν» έως εδώ από το Μόναχο, το μέταλλο από το Βερολίνο και τα μωσαϊκά από τη Βενετία
Εντυπωσιάζουν οι επίχρυσοι τρούλοι καθώς και οι δώδεκα καμπάνες του! Και φυσικά στο εσωτερικό του η έλλειψη καθισμάτων. Λέγεται ότι ο λόγος που ο ναός δεν έχει καθίσματα είναι επειδή θεωρούνταν ασέβεια το να κάθονται οι πιστοί στη λειτουργία...







Σόφια: Ο Ναός της Αγίας Σοφίας! Διακρίνεται και ξεχωρίζει ανάμεσα στα ευρωπαικού τύπου κτήρια της περιοχής.Χαρακτηριστικές οι εικόνες αγίων πάνω στους τούβλινους τοίχους. Μοιάζει σαν πινακοθήκη. Ενδιαφέρουσες και οι αρχαιότητες στον προαύλιο χώρο σκεπασμένες με γυάλινη στέγη .




Σόφια: Η Ρώσικη εκκλησία! Πραγματικά εκθαμβωτική με τους λαμπερούς της τρούλους να εντυπωσιάζουν! Σκοτεινή, με ωραίες εικόνες και μια ατμόσφαιρα κατάνυξης και δεν ξέρω γιατί οι παρακλησεις απευθύνονται στο Άγιο Σεραφείμ.....




Σόφια: Μια από τις κεντρικές λεωφόρους...




Σόφια: Το προεδρικό μέγαρο, στο μεγάλο κεντρικό δρόμο κατασκευασμένος από κυβόλιθους (καλντερίμι)...










Σόφια: Το προεδρικό κτίριο που είναι τεράστιο και οι προεδρικοί φρουροί "αμίλητοι και ακούνητοι".Η αλλαγή φρουράς πραγματοποιείται ανά ώρα...






Σόφια: Το Largo στο ιστορικό κέντρο. Ένα σύμπλεγμα με διάφορα κτήρια, αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που χτίστηκαν από την εποχή του κομμουνισμού...






Σόφια: Το άγαλμα της Σοφίας βρίσκεται στην διασταύρωση των λεωφόρων Мария-Луиза (Μαρία Λουίζα) και Тодор Александров (Τοντόρ Αλεξάντροβ). Είναι έργο του γλύπτη Γκεόργκι Τοντόροβ Τσαπκανόβ και του αρχιτέκτονα Στάνισλαβ Κωνσταντίνοβ και τοποθετήθηκε το 2000 στην θέση όπου μέχρι το 1991 υπήρχε το άγαλμα του Λένιν.
ο άγαλμα έχει οκτώ μέτρα ύψος και είναι φτιαγμένο από χαλκό και μπρούντζο, ενώ είναι τοποθετημένο σε στύλο δεκαέξι μέτρων ύψους. Το στεφάνι στο δεξί της χέρι συμβολίζει την φήμη, η κουκουβάγια στον αριστερό της ώμο την σοφία, ενώ το στέμμα που φοράει στο κεφάλι συμβολίζει την δύναμη. Η μορφή της Σοφίας θυμίζει και την προσωποποίηση της αρχαίας πόλης Σαρδικής που υπάρχει και στο έμβλημα της πόλης.. Δεν θα έλεγα πάντως πως είναι ό,τι πιο καλαόσθητο έχω δεί...






Σόφια: Το παλάτι της δικαιοσύνης, που βρίσκεται στην αρχή της Vitosha (η Ερμού της Σόφιας), την είσοδο του οποίου κοσμούσαν δυο τεράστια μαύρα (προφανώς ψεύτικα) λιοντάρια. Το λιοντάρι είναι το εθνικό ζώο της Βουλγαρίας και το βρίσκουμε να κοσμεί το εθνικό οικόσημο της αλλά και το νόμισμα της χώρας...




Σόφια 

 Σαντάνσκι




...Και ελληνικό μαγαζί στο Σαντάνσκι!




 Σαντάνσκι: Ξενοδοχείο δίπλα στο ποτάμι...


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΚΕΙΜΕΝΑ : ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ 

πηγές πληροφοριών