Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Ενώ εσύ μου φώναζες…

Το παρακάτω κείμενο είναι της Κατερίνας Μάλλιου και έχει δημοσιευθεί αρκετές φορές. 

 Ο σκοπός όμως για τον οποίο το αναδημοσιεύω είναι πως η ψυχολογία των παιδιών είναι το σημαντικότερο εφόδιο τους. Για αυτό θα πρέπει όλοι (γονείς και μη) να προσέχουμε πολύ τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα παιδιά. 

 Μεγαλώνοντας πάντα κουβαλάς συμπεριφορές και καταστάσεις που έχεις βιώσει στην παιδική ηλικία. Είναι αυτές που σε ορίζουν σαν άνθρωπο. Καλές και κακές. 

 Ένα παιδί το οποίο έχει μεγαλώσει με φωνές και έντονους διαπληκτισμούς είναι πολύ πιθανό μεγαλώνοντας να γίνει φοβισμένος και ανασφαλής ενήλικας. 

 Με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ζήσει τη ζωή του όπως θέλει αλλά να κάθεται στη γωνία και να υπομένει πράγματα και καταστάσεις που δεν του αρέσουν μόνο και μόνο για να μην δυσαρεστήσει τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν. Γιατί στην ουσία τους φοβάται. 
 Στην αντίθετη περίπτωση μπορεί να ακολουθήσει και αυτός το παράδειγμα των γονιών του και να γίνει και ο ίδιος αυτό που μισούσε κάποτε. 

Για αυτό καλό θα ήταν να σκεφτόμαστε πολύ προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους μικρούς μας φίλους Ειδικά όταν υποτίθεται ότι θέλουμε το καλύτερο για αυτούς.



Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να σε φοβάμαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, τραυμάτιζες την αυτοπεποίθηση μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν είχα αξιοπρέπεια επειδή ήμουν μικρός…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να μην τολμάω, να μη δοκιμάζω, να μην προσπαθώ να ανακαλύπτω, να μην παίρνω πρωτοβουλίες, για να μη θυμώνεις…

Ενώ εσύ μου φώναζες, με έκανες να νιώθω ασήμαντος και αδύναμος…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου έδειχνες ότι δεν μπορούσα να σε εμπιστεύομαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν μπορούσα να σου μιλήσω αν είχα κάποιο πρόβλημα ή κάποιος μου έκανε κακό, γιατί φοβόμουν πώς θα αντιδρούσες…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι όταν αγαπάμε κάποιον, έχουμε δικαίωμα να του φερόμαστε άσχημα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, η φωνή σου δεν με άφηνε να σκεφτώ τα λόγια σου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ίδρωνα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το στομάχι και τα αυτιά μου πονούσαν…

Ενώ εσύ μου φώναζες, θύμωνα που δεν νοιαζόσουν για αυτά που ήθελα να σου πω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, αναρωτιόμουν που πήγε ο μπαμπάς μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να φωνάζω κι εγώ…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ήμουν μόνος μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, σκεφτόμουν ότι δεν μ’ αγαπάς πια…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι επιτρέπεται να φέρομαι άσχημα σε κάποιον πιο αδύναμο από μένα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες πώς να φερθώ στα παιδιά μου όταν μεγαλώσω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, δεν φανταζόσουν τον αγώνα που πρέπει να δώσω τώρα που μεγάλωσα, για να μη γίνω σαν εσένα…


Πηγές: Μικροί Μεγάλοι
https://antikleidi.com

ΧΡΙΣΤΙΝΗ ΣΚΟΥΛΟΥΔΗ - ΤΣΕ....


....καθώς μέτραγα την αηδία στον άδειο πάτο του μπουκαλιού

θα νικήσουμε σκεφτόμουν τη φύση του πιθήκου
με μια εγγραφή στο ατιμώρητο ποινικολόγιο της αδιάφορης 
κούρσας που με κολλημένο το κλάξον εκστασιάζει τη λαγνεία των τροχών της στο κάθε καβατζωμένο σούρουπο της σήψης
Σε στάση ξιφασκίας ο θυρωρός ζυγίζει τ'αχαμνά του
κραυγάζοντας "θα σου ξεσκίσω τις πόρτες απουσία "
.... η φυσαρμόνικα σηκώνει το κλάμα στη θέα της παγωμένης λάσπης στην άδεια παλάμη του παιδιού της απέναντι γωνίας.
Καταπίνοντας τους καπνούς του το υπόγειο ξερνάει τεκίλες
στην απέναντι βιτρίνα στους ήχους μιας ξεχειλωμένης σάμπας
.... το δάκρυ κατάβαση κάνει στην υδρορροή του απέναντι καπνοπωλείον καρφώνοντας το καλογυαλισμένο άρβυλο του φασίστα ,η σιωπή πνίγει τα στιλέτα του σχεδίου στις κωλότσεπες της απελπισίας, vencheremos μαλάκα μου λέω, γατζώνω το αίμα στο σάλιο και μπήγω το στιλέτο στο άδειο το βλέμμα ...καρφώνω και στριφογυρίζω τις δίνες και τα δεινά στις κόγχες στον επόμενο σκοπό του ... .....Comandante Che Guevara Hasta Siembre..... ξερνώ τις φυτεμένες πρόκες μου και μ'ένα σφύριγμα και ένα πόθο στα σκέλια στήνω την επόμενη σκηνή ανάμεσα στα μπούτια και τα βυζιά της Ντολόρες ....γελώ τ'ανάλαφρα βήματα και στρίβω τη γωνία του Εδουάρδο.... τη μυρωδιά μιας γαζίας καψουρεύομαι μέχρι να χαθώ...στις ιδρωμένες αγκαλιές των Ουρανών .....

XΡοή χριστίνη σκουλούδη 22-10-2017









Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

ΒΙΚΥ ΔΡΑΚΟΥΛΑΡΑΚΟΥ " Εγώ αγάπη "


Εγώ..
Αγάπη σφιχτά θα σε κρατώ
και το φεγγάρι θα προσέχω
μην κρυφτεί στη συννεφιά
και στο βυθό χαθούμε.

Καρτέρι θα στήνω στον καιρό
το θυμό απ΄τα κύματα να μερεύω
δίχτυα θα ρίχνω στη βαρυχειμωνιά
στα ανοιχτά μαζί να κολυμπάμε.

Εσύ..
Αγάπη ψηλά βοήθησέ με να πετάξω
τον ήλιο να βρω φίλο να τον πιάσω
να τον πλανέψω και το φως του να κλέψω
το πρόσωπό μου με τη λιακάδα του να λούσω.

Να βλέπεις..
στο διάβα σου αν τ΄αστέρια σου σβηστούν
κι αν σκοτεινιάσει στα βήματά μου να πατάς
αν τύχει και χαθείς απ΄το όνειρο που πίστεψες
σε δρόμους μοναχούς που δεν ξέρουν ν΄αγαπάνε..
Βικυ Δρακουλαρακου









ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ " Η λασπωμένη σημαία "


Ένα μισοζώντανο κορμί με απλανές βλέμμα, σωριασμένο στο χιονισμένο δρόμο, ανίκανο να κουνηθεί, της έγνεφε με ένα κομματιασμένο χέρι που σπαρταρούσε. Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι, και τα δικά του και τα δικά της. Τον φόρτωσε όπως-όπως στο μουλάρι και τον πήρε στο μαντρί. Τρεις ημέρες αργότερα τον έθαψε στον αυλόγυρο. Δεν μπόρεσε να της πει ούτε τ’ όνομά του. Μόνο «μάνα» έλεγε. Εκείνη τον φιλούσε στο μέτωπο κι αυτός ξανά «μάνα, μάνα», μέχρι που έσβησε. Η μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του κάτι έγραφε, μα εκείνη γράμματα δεν γνώριζε.

-ο-ο-ο-

«Η δασκάλα μας είπε να ψάξουμε για ενθύμια ή μαρτυρίες από τον πόλεμο του σαράντα για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου», ανάγγειλε ο κανακάρης της. «Θα ρωτήσω τον παππού», συνέχισε και η μαμά του έχασε τον ύπνο της.
«Τι γυρεύει πάλι αυτή η χαμένη», έβρισε μέσα της καθώς θυμήθηκε πως ο πατέρας της, ο μεγαλομπακάλης της μικρής τους κωμόπολης, το μόνο που έκανε στην Κατοχή ήταν να κρύβει και να μοσχοπουλά τα τρόφιμα και να γεμίζει με λίρες το σεντούκι τους.
«Το σημαιοφόρο τον ανακοίνωσε;», ρώτησε δειλά.
«Είπε θα μας πει την ημέρα της γιορτής», απάντησε ο μικρός.
Ως προνοητική μαμά είχε καταστρώσει μακροχρόνιο σχέδιο. Τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια. Όταν ο μοναχογιός πήγε στο σχολείο, εκείνη φρόντισε να εκλεγεί στο Σύλλογο Γονέων. Όσο ανέβαινε τις τάξεις ο κανακάρης, τόσο ανέβαινε κι εκείνη στην ιεραρχία του Δ.Σ.: μέλος, γραμματέας, ταμίας, αντιπρόεδρος και φέτος, ο γιος στην Έκτη κι εκείνη πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων-Κηδεμόνων. Είχε γίνει το δεξί χέρι του Διευθυντή. Αυτή να φροντίσει να πλυθούν και να κρεμαστούν οι κουρτίνες, αυτή να βρει μπογιατζή για την αίθουσα εκδηλώσεων, αυτή να νοικιάσει τη μικροφωνική για τις σχολικές γιορτές. Έ, φέτος ήταν η σειρά του Διευθυντή να της το ανταποδώσει, τουτέστιν να χρίσει τον γιόκα της σημαιοφόρο.
Από τότε που τον γέννησε, ονειρευόταν αυτή τη στιγμή. Να τον δει να βαδίζει με βήμα καμαρωτό στην κεντρική λεωφόρο, με τη μπλε στολή κρατώντας τη γαλανόλευκη, να φθάνει στην εξέδρα, στην κεντρική πλατεία, μπροστά από τους επισήμους και εκείνη, καλοχτενισμένη, καλοβαμμένη, με την μεταξωτή εσάρπα στους ώμους, με τα χρυσαφικά της να αστράφτουν στα αυτιά, στο λαιμό και στα χέρια της, να δέχεται τα συχαρίκια από την μικρή κοινωνία της μικρής κωμόπολης.
Να ξεπλύνει και την ντροπή που ένιωθε από παιδάκι, όταν έβλεπε να ξινίζουν τη μούρη τους κάτι ψηλομύτες, μόλις έλεγε το επώνυμό της και τη ρωτούσαν «του παντοπώλου;». Αυτό το «παντοπώλου», που έκρυβε πίσω του τη σπόντα «του μαυραγορίτη» -όλα ήταν πασίγνωστα στην μικροκοινωνία τους- είχε φροντίσει να το διορθώσει καθώς από τα δεκαεννιά της είχε γίνει σύζυγος ανθυπασπιστού. Μόνο που της βγήκε αχαΐρευτος, μπαστουνόβλαχο τον έλεγε η μάνα της, ούτε στις δεξιώσεις την πήγαινε ούτε στα επίσημα γεύματα, ούτε καν στο τσάι της κυρίας διοικητού. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στο καφενείο για τάβλι και την Κυριακή στο γήπεδο να φωνάζει για την ομάδα.
Αλλά τον κανακάρη της τον μεγάλωνε αλλιώς. Είχε όνειρα αυτή. Για Εύελπι τον προόριζε και για την ώρα σημαιοφόρο. Το Διευθυντή τον είχε του χεριού της, ήταν όλα καλά μελετημένα. Άλλωστε, τη δικαιούταν τη σημαία το αστέρι της. Δεκάρι σε όλα τα μαθήματα είχε στην Πέμπτη. Εντάξει, υστερούσε λίγο στην έκφραση, στις εκθέσεις, αλλά είχε βοηθήσει εκείνη καλώντας τη δασκάλα στο σπίτι δυο τρεις φορές, είτε για καφέ είτε για ένα απεριτίφ, οπότε σιγούρεψε το δεκάρι και στην έκθεση-έκφραση.
Με την περσινή δασκάλα τα είχε πάει καλά, αλλά η φετινή, της Έκτης, προέκυψε κάπως ακατάδεχτη και πάει να της καταστρέψει το σχεδιασμό. Άκου, ενθύμια από το σαράντα! Ποιος φυλάει παλιατσαρίες κυρά μου; ήθελε να της πει, αλλά συγκρατήθηκε. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, διότι είχε ένα στόχο να επιτύχει.
Στη σκέψη της επανήλθε το προσφιλές θέμα. Μόνο τρεις από την τάξη είχαν πλήρη δεκάρια, το ένα το είχε η κόρη μιας Αλβανίδας καθαρίστριας που αν δεν αδιαφορούσε από μόνη της θα εύρισκε τρόπο να την παραγκωνίσει, οπότε ο υιός είχε σίγουρη τη σημαία για τη μία από τις δύο παρελάσεις είτε της 28ης Οκτωβρίου είτε της 25ηςΜαρτίου.
«Μαμά», ήρθε τρέχοντας ο μικρός. «Κοίτα τι μου έδωσε ο παππούς;», φώναξε κρατώντας έναν στρατιωτικό μπερέ. «Τον φορούσε όταν πολέμησε στην Αλβανία», καμάρωσε ο πιτσιρικάς και τον φόρεσε κι εκείνος χαιρετώντας στρατιωτικά.
Εκείνη δαγκώθηκε. Ήξερε πως ο πατέρας της δεν είχε πολεμήσει. Είχε επιστρατευτεί, όπως όλοι οι συνομήλικοί του, αλλά δεν είχε πάει στο μέτωπο, καθότι είχε τις προσβάσεις του στο καθεστώς.
«Ωραία! Είναι ό,τι πρέπει», απάντησε ενώ μέσα της παρακαλούσε να μη βρεθεί καμιά πικρόχολη και θυμηθεί την αλήθεια για τον παντοπώλη.

-ο-ο-ο-

Όπως κάθε μεσημέρι, η Φλώρα πρόσμενε με στρωμένο το τραπέζι την εγγονή της, την Ελβίρα, να γυρίσει από το σχολείο. Στα εβδομήντα πέντε χρόνια της είχε ζήσει πολλά, μα ήταν ακόμα δραστήρια και ενεργή. Όταν έπεσε το παλιό καθεστώς, η ζωή στο χωριό τους, το Ντρένοβο, έξω από την Κορυτσά, έγινε δύσκολη. Ο γιος και η νύφη της, τής άφησαν την Ελβίρα και ήρθαν στην Ελλάδα προς αναζήτηση τύχης. Τρία χρόνια αργότερα έφεραν κι αυτήν στην ορεινή κωμόπολη όπου έστησαν το νέο τους σπιτικό. Ο γιος στις οικοδομές, η νύφη της καθαρίστρια σε σπίτια, κι εκείνη στη φροντίδα της μικρής Ελβίρας, που ήταν το καμάρι και η ελπίδα της. Φέτος τέλειωνε το δημοτικό. Ρουφούσε τα γράμματα, όπως το σφουγγάρι το νερό.
«Δασκάλα θα γίνω γιαγιά», έλεγε και ξανάλεγε και η Φλώρα θυμόταν τη δική της ζωή στα βουνολάγκαδα της Μοράβα και σκούπιζε κρυφά ένα δάκρυ. Θυμόταν το μαντρί που μεγάλωσε, μαζί με τα πρόβατα του πατέρα της. Το καλοκαίρι στα κορφοβούνια, το χειμώνα κοντά στο χωριό, στο οροπέδιο του Ντρένοβο. Θυμόταν τους Ιταλούς που λέγανε ότι η γλώσσα που μιλούσαν μοιάζει με Ιταλικά. Μετά τους Έλληνες που λέγανε ότι αφού είστε ορθόδοξοι πρέπει να μάθετε ελληνικά ώστε να καταλαβαίνετε το Ευαγγέλιο. Κι έπειτα τους κομμουνιστές που τους άφησαν να μιλάνε όπως ήθελαν αλλά τις εκκλησιές τις έκλεισαν και δεν τους άφηναν να βαφτίζουν τα παιδιά με θρησκευτικά ονόματα. Έτσι το γιο της τον έβγαλε Λεόν αλλά τον φώναζε Λιόντα και την εγγονή της Ελβίρα, που πα να πει «πανέμορφη», τους είχε πει ο ληξίαρχος.
Μπερδεμένοι οι συντοπίτες της, ανάκατοι, ούτε ήξεραν τι να πιστέψουν. Οι περισσότεροι ήταν Χριστιανοί, άσχετα αν δεν πατούσαν στην εκκλησία. Άλλοι μιλούσαν σλάβικα μα σε πολλά σπίτια υπήρχε και μια γιαγιά Αρβανίτισσα, άλλοι λαλούσαν τα γκρέκικα αλλά με βαριά προφορά, διαφορετική από εκείνους στο Αργυρόκαστρο, και οι περισσότεροι τα αρμούνικα μα κάποιοι είχαν και έναν παππού που γνώριζε ελληνικά κι έψελνε στην εκκλησιά. Υπήρχαν και μουσουλμάνοι που μιλούσαν αλβανικά και μερικοί τούρκικα ή βουλγάρικα. Μπερδεμένες φυλές με κοινή μοίρα, συνέχιζαν για δεκαετίες να δουλεύουν στα χωράφια και στα βοσκοτόπια τους, στα εργαστήρια ή στα μαγαζιά τους, χωρίς να σκέφτονται και πολύ το μέλλον καθώς το καθεστώς τους είχε πείσει ότι περιβάλλονται από εχθρούς. Ώσπου προέκυψε η ανατροπή και οι νέοι σκαρφάλωσαν την οροσειρά της Μοράβα και ξεχύθηκαν να χορτάσουν την πείνα τους στην Ελλάδα. Εκεί όλοι έγιναν Κώστας, Γιάννης, Νίκος ή Βαγγέλης. Τι σημασία είχαν τα ονόματα πλέον;
«Γιαγιά», η Ελβίρα, που μπήκε φουριόζα στο σπίτι, διέκοψε την αναπόλησή της.
«Κοπιλούδαμ’», χαμογέλασε η Φλώρα και την αγκάλιασε.
«Η δασκάλα είπε να βρούμε κάτι από τον πόλεμο του σαράντα για τη γιορτή. Θυμάσαι να μου πεις καμιά ιστορία;».
Έβαλε φαγί στα πιάτα και έπιασε να τρώει αλλά το μυαλό της ταξίδεψε πάλι στο βουνό της, στη χιονισμένη Μοράβα του σαράντα. Νιόπαντρη βοσκοπούλα ήταν, όταν φτάσανε οι Έλληνες. Τους καλοδέχτηκαν, γιατί με τους Ιταλούς είχαν υποφέρει καθώς συμπεριφέρθηκαν σαν κατακτητές. Συνεργάστηκαν μόνο με όσους δήλωσαν υποταγή στον Πάπα και με τους μουσουλμάνους. Όσο για τους υπόλοιπους, τους έπαιρναν τα ζώα χωρίς να πληρώνουν, μπαίνανε στα σπίτια όποτε γούσταραν, άρπαζαν κορίτσια για το κέφι τους, δεν τους σταματούσε κανείς.
Ναι, τους καλοδέχτηκαν τους Έλληνες. Θυμήθηκε τα λασπωμένα πρόσωπα, τα παγωμένα πόδια τους, την κούραση, μα και το φωτεινό χαμόγελο της νίκης που είχαν όλα τα παλληκάρια.
Ναι, τους είχαν καλοδεχτεί τους Έλληνες. Τους ένιωθαν δικούς τους ανθρώπους, αν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν καλά-καλά τι τους λέγανε. Τους βοήθησαν. Κι εκείνη είχε βοηθήσει. Στη μεγάλη μάχη της Μοράβα, στην προέλαση προς την Κορυτσά, είχε κουβαλήσει στην πλάτη της παξιμάδια για το τσάι τους και ξύλα για τα καζάνια και για να ζεσταίνονται. Και κάλτσες είχε πλέξει από το μαλλί των προβάτων τους.
Ναι, τους είχαν καλοδεχτεί τους Έλληνες, κι ας μην συνταιριάζανε οι λαλιές τους.
Ήταν ακόμα στο βουνό εκείνο το Νοέμβρη, γιατί φοβήθηκαν να κατεβούν στην κοιλάδα. Στο μαντρί τους, τους βρήκε ο πόλεμος. Τα ζωντανά τους ήταν τα πρώτα θύματα. Μέσα Νοέμβρη ήταν, οι φαντάροι είχαν φύγει βιαστικά προς την Κορυτσά να προλάβουν τους Ιταλούς που υποχωρούσαν, όταν βρήκε γερμένο κάτω από ένα έλατο, σωριασμένο στο χιόνι, ένα μισοζώντανο κορμί με απλανές βλέμμα. Ανίκανος να κουνηθεί, της έγνεφε με το κομματιασμένο του χέρι. Σπαρταρούσε τυλιγμένος σε ένα γαλανόλευκο πανί. Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι, και τα δικά του και τα δικά της. Τον φόρτωσε στο μουλάρι και τον πήρε στο μαντρί. Τρεις ημέρες αργότερα τον έθαψε στον αυλόγυρο. Δεν μπόρεσε να της πει ούτε τ’ όνομά του. Μόνο «μάνα» έλεγε. Εκείνη τον φιλούσε στο μέτωπο κι αυτός ξανά «μάνα, μάνα», μέχρι που έσβησε. Η μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του κάτι έγραφε, μα εκείνη γράμματα δεν γνώριζε.
«Τον βάφτισα σημαιοφόρο», τέλειωσε την ιστορία της η Φλώρα. Έτσι τον θυμόταν στις αναμνήσεις της, όταν χάιδευε το λερωμένο από το αίμα του λασπωμένο πανί που φύλαξε στο σεντούκι της.
-ο-ο-ο-

Η σχολική γιορτή είχε σχεδόν τελειώσει. Τα παιδιά έδειχναν τα ενθύμια που είχαν φέρει από τα σπίτια τους και διάβαζαν τις ιστορίες τους. Η κυρία ανθυπασπιστού, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Σε λίγο θα γινόταν η κλήρωση για τους σημαιοφόρους αλλά δεν είχε καταφέρει να πείσει τη δασκάλα. Καλά το κατάλαβε από την αρχή ότι είναι μυστήρια. Στο γραφείο που πήγε και τους βρήκε, ο Διευθυντής -άλλος μουρόχαβλος και αυτός- είπε μια κουβέντα ότι θα ήταν καλό για το σχολείο να επιλεγεί ως σημαιοφόρος ο γιος της προέδρου του Συλλόγου Γονέων, η οποία τόσο βοηθάει το σχολείο, αλλά μόλις εκείνη η κατσίκα της Έκτης επέμεινε να τηρηθεί ο κανονισμός και να γίνει κλήρωση μεταξύ των τριών αριστούχων, αυτός δεν μίλησε καθόλου. Διευθυντής… σου λένε μετά. Της ήρθε να βάλει τις φωνές. «Πού τους βλέπεις τους τρεις αριστούχους, κυρά μου; Η μάνα της Αλβανίδας δεν καταδέχθηκε να έρθει καν στη γιορτή».
«Τα αριστεία δεν είναι για τους γονείς», της πέταξε η κατσίκα σα να είχε ακούσει τη σκέψη της κι απομακρύνθηκε. Ευτυχώς, γιατί με την φούρκα που είχε, θα την ξεμάλλιαζε.
Στη γιορτή κόντεψε να λιγοθυμήσει. Η αφήγηση του γιού της -εκείνη του την είχε γράψει αποβραδίς- που μίλησε για τα ανδραγαθήματα του παππού του στο μέτωπο φορώντας τον μπερέ, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Χλιαρά χειροκροτήματα, ενώ το αυτί της έπιασε και ένα πικρόχολο σχόλιο: «Σιγά μην τα έκανε αυτά ο παντοπώλης».
Το χειρότερο ήρθε, όταν η κόρη της Αλβανίδας αφηγήθηκε την ιστορία της γιαγιάς της. Σείστηκε το θέατρο από το χειροκρότημα, όταν σηκώθηκε η γιαγιά Φλώρα, που τόλμησε το παλιοθήλυκο να την φέρει στη γιορτή ντυμένη με την ηπειρώτικη στολή που είχε φυλάξει, λέει, από το γάμο της.
«Έχουμε μπροστά μας την ιστορία ζωντανή», αναφώνησε ο Διευθυντής και έδωσε συγχαρητήρια στο κορίτσι. «Αυτές οι γυναίκες κουβάλησαν στην πλάτη τους τη λευτεριά», συνέχισε. Η κυρία ανθυπασπιστού είχε χάσει το χρώμα της. Μα το χειρότερο γι’ αυτήν δεν είχε έρθει ακόμα.
Η γιαγιά Φλώρα ξεδίπλωσε την ποτισμένη με το αίμα του άγνωστου σημαιοφόρου, λασπωμένη σημαία, που είχε φυλάξει για πενήντα πέντε χρόνια στο σεντούκι της και την παρέδωσε στην εγγονή της.
«Νομίζω πως δικαιωματικά η Ελβίρα Τόπη είναι η φετινή σημαιοφόρος μας», αναφώνησε ο Διευθυντής, την ώρα που η κυρία ανθυπασπιστού έβγαινε από την αίθουσα κυνηγώντας τα έξι χαμένα χρόνια της ζωής της.

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 28η Οκτωβρίου 2017











ΦΙΛΙΩ ΚΑΡΑΜΙΧΑΛΗ - ΟΛΑ ΟΣΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ



Φιλιω Καραμιχαλη!! - Από την Ποιητική Συλλογή " ΠΤΥΧΕΣ της ΨΥΧΗΣ**** "








Ανάβρα Μαγνησίας: Το θαύμα που δεν ολοκληρώθηκε… Φωτογραφικό άλμπουμ του Βασίλη Γκανά


Είχα ακούσει τόσα πολλά και πάντα ήθελα να διαπιστώσω από κοντά το θαύμα της Ανάβρας. Πρόκειται για ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό που βρίσκεται στις δυτικές πλαγιές της Όθρυος, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων και σε απόσταση 40 χλμ από τον Αλμυρό. Οι άνθρωποι εκεί κατάφεραν να γίνουν γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο, αφού το χωριό μετά από συστηματική προσπάθεια, που ξεκίνησε το 1992, με μπροστάρη τον Δήμαρχο Δημήτρη Τσουκαλά κατάφερε, όχι μόνο να σταθεί όρθιο, αλλά να γίνει πρότυπο ανάπτυξης. Πέτυχαν κάτι φανταστικό και απλησίαστο για τα ελληνικά δεδομένα και όλα τα μεγάλα ΜΜΕ του κόσμου έστειλαν ανταποκριτές και αφιέρωσαν μεγάλο χώρο, περιγράφοντας το θαύμα της Ανάβρας. Εκμεταλλευόμενοι όλες τις δυνατότητες απορρόφησης κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή ένωση και τις Ελληνικές υπηρεσίες, με απόλυτη σύμπνοια και αλληλεγγύη, πέτυχαν μέσα από διαδικασίες αυτοδιαχείρισης και καινοτόμων δράσεων, να γίνουν το σημείο αναφοράς όλων των ΜΜΕ του κόσμου. Έτσι οι 700 περίπου κάτοικοι, όλοι τους κτηνοτρόφοι, απολάμβαναν εισοδήματα από 30 έως 100 χιλιάδες ευρώ και μια ποιότητα ζωής που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την πλούσια Ελβετία.

Οι υποδομές του υποδειγματικές: Το αιολικό πάρκο, που δίνει έσοδα 100.000 ευρώ ετησίως στην κοινότητα, τα τρία υπερσύγχρονα κτηνοτροφικά πάρκα που στεγάζουν το χειμώνα (όταν η Ανάβρα αποκλείεται από τα χιόνια) 25.000 ζώα, το πρότυπο σφαγείο, που θυμίζει χειρουργείο, το διώροφο πάρκινγκ των 60 θέσεων, το γυμναστήριο με τα τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα, τα γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, το λαογραφικό μουσείο και φυσικά το περιβαλλοντικό-πολιτιστικό πάρκο, έκτασης 240 στρεμμάτων.
Η κοινωνική μέριμνα κατέχει πρώτιστη θέση: νηπιαγωγείο και δημοτικό του «κουτιού», αγροτικό ιατρείο (πάντοτε στελεχωμένο), δωρεάν στέγαση για τους δασκάλους και τους γιατρούς, «Βοήθεια στο σπίτι», σχεδιασμός για γηροκομείο, ακόμα και για πισίνα!
Άρχισε λοιπόν ο κόσμος να μη φεύγει προς τα αστικά κέντρα, αλλά να επιστρέφει στο χωριό του. Με ποσοστό ανεργίας στο μηδέν και με μέσο όρο ηλικίας τα 40 έτη, ο πληθυσμός διπλασιάστηκε μέσα στα τελευταία 15 χρόνια.
Όμως δεν προέβλεψαν, όλοι όσοι πέτυχαν αυτό το θαύμα, πως εδώ είναι Ελλάδα και τέτοιες καινοτόμες δράσεις δεν έχουν καμία τύχη σε βάθος χρόνου, αφού θα έρθει μια άλλη πολιτική που θα προσπαθήσει να διορθώσει τα λάθη των προηγούμενων, χωρίς να κρατήσει τα όποια καλά υπήρχαν. Απλά αλλαγή και πάλι από την αρχή! Έτσι προέκυψε ο Καλλικράτης χωρίς να ενσωματώσει ότι καλό είχε ο Καποδίστριας. 
Τι ακριβώς έγινε; Έγινε κάτι που μόνο στην Ελλάδα μπορούσε να γίνει: Ενώ ο νόμος "Καποδίστριας" (1998), για τη συνένωση των δήμων και κοινοτήτων, εξαίρεσε την Ανάβρα ως απομακρυσμένη από τα αστικά κέντρα περιοχή, με ομοιογένεια γεωλογικού ανάγλυφου, πληθυσμού, απασχόλησης των κατοίκων κ.α. στη συνέχεια με το νόμο "Καλλικράτη" (2011) η κοινότητα καταργήθηκε και ενσωματώθηκε στο Δήμο Αλμυρού χάνοντας την αυτονομία της και φυσικά αναστέλλοντας ή καταργώντας (εκ των πραγμάτων) κάθε πρωτοβουλία ή καινοτόμο δράση... 
Αποτέλεσμα; Η απόλυτη απογοήτευση για ότι αντίκρισα. Η Ελλάδα δεν εξαιρεί από τη μιζέρια της ούτε έναν τόπο που κατάφερε με τις δικές του δυνάμεις να υπερβεί κατά πολύ τον πήχη των δυνατοτήτων του και των εμποδίων που θέτει η ίδια η πολιτεία μέσω των διαχειριστών της εξουσίας, με τις απαραίτητες εξαιρέσεις πάντα....


 Εδώ η είσοδος στο χώρο των πηγών της Ανάβρας και στο Περιβαλλοντικό Πολιτισμικό πάρκο "ΓΟΥΡΑ"


 Η δημιουργία του πάρκου είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας των κατοίκων, να να προφυλάξουν, να αναδείξουν και να αξιοποιήσουν το φυσικό περιβάλλον, όσο και τα πολιτισμικά στοιχεία που συνδέονται με αυτό.


Το πάρκο έχει συνολική έκταση 240 στρέμματα, είναι περιφραγμένο και εκτείνεται γύρω από τις πηγές και το παρόχθιο τμήμα του ποταμού Ενιπέα.


Έχουν γίνει πολλά έργα (περίφραξη, δίκτυο μονοπατιών, πλακοστρωμένα μονοπάτια, γέφυρες σε πέντε βασικά σημεία και κυρίως ανάδειξη, μέσα από αναστηλώσεις, της πολιτιστική κληρονομιάς της περιοχής.


Εδώ άπλωναν(και απλώνουν)τα ρούχα και συνεχίζεται και σήμερα το έθιμο της δρυστέλας ,όπου οι νοικοκυραίοι πλένουν ρούχα και χαλιά με τα ορμητικά νερά των πηγών. Μια περιφραγμένη έκταση, συνολικού εμβαδού 240 στρεμμάτων, που αποτελεί ταυτόχρονα και μουσείο παράδοσης. Άλλη μια ευκαιρία για να εισπράττει η κοινότητα έσοδα, καθώς πολλά σχολεία εκδηλώνουν ενδιαφέρον για επίσκεψη και αναμένεται να μπει συμβολικό εισιτήριο για τα έξοδα συντήρησής του.




Όπως λέει και ο πρώην (πλέον) δήμαρχος και πρωτεργάτης «Είχαμε ενταχθεί στο πρόγραμμα δημιουργίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και εξασφαλίσει ένα κοινοτικό κονδύλι ύψους 11 εκατ. ευρώ. Οι μελέτες ήταν έτοιμες για ένα μικρό υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, που θα εκμεταλλευόταν τα νερά του ποταμού Ενιπέα και για ένα σύστημα τηλεθέρμανσης, που θα παρείχε, μέσω υπόγειων αγωγών, σε κάθε σπίτι θέρμανση και ζεστό νερό. Αν δεν υπήρχε ο Καλλικράτης η Ανάβρα θα ήταν σήμερα παγκόσμιο φαινόμενο. Ως ένας οικισμός που θα κάλυπτε εντελώς τις ενεργειακές του ανάγκες από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ρεύμα, νερό, θέρμανση, όλα δωρεάν για τους κατοίκους του»


Κατά μήκος του ποταμού λειτουργούσαν πολλές υδροκίνητες εγκαταστάσεις (μαντάνια, ντριστέλες, νερόμυλοι)


Αιωνόβια πλατάνια, με τα νερά να κυλούν από κάτω και να δημιουργούν τόσες αντανακλάσεις και τόσες όμορφες εικόνες, είναι ένα θέαμα απερίγραπτης ομορφιάς...


Πολλά γεφύρια στο πάρκα αναπαριστούν μια εποχή που πέρασε και που σε αυτήν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία και το εμπόριο.






Το έργο βασίστηκε στη μελέτη πολυπληθούς ομάδας επιστημόνων (αρχιτέκτονες, τοπογράφος, μουσειολόγος, γεωλόγος, δασολόγοι, ιχθυολόγοι κ.ά.) και με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ο.Π.Α.Α.Χ.). Η υλοποίηση του έργου έγινε σε δύο φάσεις (2006, 2008) και η συνολική δαπάνη ανέρχεται στο ποσόν των 1.500.000,00 €.




Απώτερος στόχος του όλου εγχειρήματος είναι η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης και η ευαισθητοποίηση, τόσο του τοπικού πληθυσμού όσο και των επισκεπτών –και κυρίως των παιδιών-, για την προστασία του φυσικού πλούτου με όπλα την πληροφόρηση και την αναψυχή.





Μερική άποψη του χωριού...


 Στην πλατεία του χωριού...


Και μια οικογενειακή στιγμή κάποιων κατοίκων του πάρκου...


Ίσως ο απόλυτος συμβολισμός του εγχειρήματος, σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα...

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΚΕΙΜΕΝΑ : ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ 

πηγές πληροφοριών 










Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας (Ε.Π.Ο.Κ.) - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΧΡΟΝΙΑΣ 2016-2017


Ο Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας (Ε.Π.Ο.Κ.) θα δεχθεί βιβλία προς αξιολόγηση και βράβευση στο πλαίσιο του 8ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού και του 3ου Παγκόσμιου Καλλιτεχνικού Διαγωνισμού που προκηρύσσει για το έτος 2017.
Μπορείτε να αποστείλετε στην ακόλουθη διεύθυνση βιβλία (έως 2) εκδόσεων έτους 2016 και 2017:
Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας (Ε.Π.Ο.Κ.)
Υπόψη κ.Ηρακλή Ζαχαριάδη, Προέδρου Ε.Π.Ο.Κ.
Μικράς Ασίας 55 – Τ.Κ.11527 – ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ΑΘΗΝΑ

Στον εξωτερικό φάκελο να φαίνεται η ένδειξη «ΓΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΧΡΟΝΙΑΣ 2016-17»
Σε ένα μικρότερο φάκελο εσωκλείστε τα ακόλουθα προσωπικά σας στοιχεία:
- Oνοματεπώνυμο
- Διεύθυνση κατοικίας-ταχ.κώδικας
- Τηλέφωνο (σταθερό και κινητό)
- Email

Τελική ημερομηνία αποστολής βιβλίων η 31η Ιανουαρίου 2018

Τα ονόματα των βραβευμένων βιβλίων θα ανακοινωθούν στην ιστοσελίδα του Ε.Π.Ο.Κ. www.epok.gr , καθώς και η ημερομηνία τής βράβευσης. Όσοι δεν παρευρεθούν στην τελετή βράβευσης μπορούν να παραλάβουν τα βραβεία τους με αντιπρόσωπό τους την ημέρα της βράβευσης, ή ταχυδρομικά με αντικαταβολή, μετά από συνεννόηση με τη Γραμματεία.

Για περισσότερες πληροφορίες:
- κ.Ηρακλή Ζαχαριάδη, Πρόεδρο ΕΠΟΚ 6937554184
- κα Ελένη Καραγιάννη – Βαρνάβα, Γενική Γραμματέα ΕΠΟΚ 6997017933
- στην ιστοσελίδα του ΕΠΟΚ www.epok.gr



O ΠΡΟΕΔΡΟΣ  - ΗΡΑΚΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ 
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ - ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ-ΒΑΡΝΑΒΑ