Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Εργατικές και προλεταριακές εμπειρίες στο « Κάποτε στην Ελλάδα». (Ανάλυση, από τη σκοπιά της προλεταριακής λογοτεχνίας, δύο σύγχρονων διηγημάτων -«Στο Καπηλειό» του Κώστα Λίχνου και το «Είχαμε λίγο Ουρανό» του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη)

 



Εργατικές και προλεταριακές εμπειρίες στο « Κάποτε στην Ελλάδα»

Μια ερμηνευτική προσέγγιση 

Νόπη Ταχματζίδου - Βαγγέλης Λαγός

 

Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται σε δύο διηγήματα που περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο «Κάποτε στην Ελλάδα», των εκδόσεων Γράφημα που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2022. Το ένα είναι το διήγημα του Κώστα Λίχνου «Στο Καπηλειό» και το άλλο το «Είχαμε λίγο Ουρανό» του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη. Πρόκειται για ιστορικά διηγήματα που αναδεικνύουν και επεξεργάζονται όψεις της ζωής και της πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης κατά το πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα. Από αυτή την άποψη, αποτελούν πολύ ενδιαφέροντα σύγχρονα δείγματα της λογοτεχνίας της εργατικής τάξης και της προλεταριακής λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνία της εργατικής τάξης και η προλεταριακή λογοτεχνία συνιστούν ένα νεωτερικό λογοτεχνικό είδος που παλαιότερα είχε εννοιολογηθεί ως «στρατευμένη πεζογραφία» ή «ιδεολογικό μυθιστόρημα». Τα έργα αυτά, εστιάζουν θεματικά στην εργατική και λαϊκή εμπειρία, συνείδηση και ταυτότητα αναδεικνύοντας τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας της εργατικής τάξης και της φτωχολογιάς, τις σχέσεις στις εργατικές κοινότητες, την εμπειρία της ανεργίας, τους αγώνες και τις διεκδικήσεις των υποτελών τάξεων, την εμπειρία της οικονομικής μετανάστευσης, τα ζητήματα της ένταξης και αποκατάστασης των προσφύγων κ.α.

Στο πλαίσιο αυτό, η προλεταριακή λογοτεχνία, ως υποκατηγορία της λογοτεχνίας της εργατικής τάξης, επεξεργάζεται μυθοπλαστικά τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες της συγκρότηση της μαχητικής και επαναστατικής εργατικής ταξικής συνείδησης και ταυτότητας. Επίσης ανασυγκροτεί και επεξεργάζεται την εμπειρία της ριζοσπαστικής και επαναστατικής πολιτικής δράσης, τα εμπόδια που αυτή συναντά και την καταστολή που υφίσταται. Άμεσα ή έμμεσα, ρητά ή υπόρρητα, τα έργα αυτής της λογοτεχνίας επιδιώκουν να αναδείξουν, να επεξεργαστούν και να προάγουν τα συμφέροντα αυτών που δεν έχουν φωνή, δηλαδή των κυριαρχούμενων της καπιταλιστικής κοινωνικής δομής.

Στην Ελλάδα, το λογοτεχνικό αυτό είδος, αναπτύσσεται κυρίως από τη δεκαετία του 1920 και εξής δίνοντας έμφαση στα στοιχεία του νατουραλισμού και του κοινωνικού ρεαλισμού. Αρκεί εδώ να θυμίσουμε ότι το ποίημα του Κ. Βάρναλη « Οι Μοιραίοι» δημοσιεύεται το 1922, ενώ σ’ αυτή τη δεκαετία δημοσιεύουν έργα τους και οι Κ. Χατζόπουλος, Κ. Θεοτόκης και Δ. Βουτυράς.

Τα κείμενα των Λίχνου και Τζαμπαλάτη ανασυγκροτούν και επεξεργάζονται μυθοπλαστικά το θέμα της υποκειμενικής βίωσης της ταξικής ταυτότητας και της σχέσης της με τους ταξικούς αγώνες και τη ριζοσπαστική και επαναστατική πολιτική. Σ’ αυτό το πλαίσιο, και τα δύο κείμενα εγκιβωτίζουν το υποκειμενικό βίωμα της ταξικής ταυτότητας τόσο στις κοινές για την εργατική τάξη συνθήκες όσο και στις ευρύτερες κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις. Τα δύο αυτά κείμενα αναφέρονται σε δύο διαφορετικές ιστορικές περιόδους που είναι μεγάλης σημασίας τόσο από την άποψη της εξέλιξης της κυρίαρχης ιδεολογίας (ηγεμονία και κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας) όσο και για την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων και της ριζοσπαστικής ταξικής πολιτικής που η εθνικιστική ιδεολογία (είτε ως κρατική ιδεολογία, είτε ως αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης είτε ως απάντηση στην ανάπτυξη άλλων εθνικιστικών κινημάτων στα Βαλκάνια εκείνη την περίοδο) αντιστρατεύτηκε.

Στο κείμενο του Λίχνου η αφήγηση τοποθετείται στις αρχές Μαρτίου του 1929, κατά τη διάρκεια του απεργιακού αγώνα των μεταλλωρύχων του Λαυρίου και εντάσσεται στην ιστορικότητα μιας ευρύτερης περιόδου, η οποία χαρακτηρίζεται από όξυνση τόσο του κοινωνικού ανταγωνισμού και της εργατικής διεκδικητικότητας (ενίσχυση και επέκταση της εργατικής συνδικαλιστικής δράσης, διεισδυτικότητα των ριζοσπαστικών και επαναστατικών ιδεών σε ευρύτερα εργατικά στρώματα, μαχητικοί εργατικοί αγώνες) όσο και της καταστολής της.

Αντίστοιχα, στο κείμενο του Τζαμπαλάτη η αφήγηση μετατοπίζεται 20 χρόνια πριν από την περίοδο στην οποία αναφέρεται ο Λίχνος και μας πηγαίνει στο τέλος Φεβρουαρίου του 1909 κατά τη διάρκεια της απεργίας των καπνεργατών του Βόλου. Πρόκειται και εδώ για μια σύνθετη και πυκνή σε εξελίξεις και γεγονότα εποχή, κατά την οποία έλαβαν χώρα σημαντικές κοινωνικές ανακατατάξεις, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αλλά και κρίσεις, στο πλαίσιο των οποίων η εργατική τάξη διεκδικούσε όλο και σθεναρότερα τη συνδικαλιστική της οργάνωση, οι σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές και αναρχικές ιδέες άρχιζαν να διεισδύουν σε ευρύτερα εργατικά στρώματα, ενώ ο δημοτικισμός, η συγκρότηση της πολιτικής Αριστεράς και οι φεμινιστικές ιδέες προκαλούσαν τον φόβο και την οργή των πολιτικών, οικονομικών και κρατικών ελίτ.    

Και τα δύο κείμενα ανασυγκροτούν και επεξεργάζονται μυθοπλαστικά το ιστορικό υλικό τους μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του κεντρικού τους ήρωα. Έτσι, στο κείμενο του Λίχνου, ο Κωνσταντής, ένας άνεργος, εδώ και δυο μήνες, λιμενεργάτης στο λιμάνι του Πειραιά που πλέον καταφεύγει στο καπηλειό και στο κρασί για να κάνει κάπως ανεκτή τη θλιβερή και μοναχική καθημερινότητά του, αφηγείται το συναπάντημά του με την ταξική πολιτική και τον αγώνα των μεταλλωρύχων του Λαυρίου μέσα από την αγωνιώδη προσπάθειά του να βρει τρόπο να μεθοκοπήσει, μιας και είναι εντελώς άφραγκος.  

Αντίστοιχα, στο κείμενο του Τζαμπαλάτη, ο ανώνυμος, αναρχικός προλετάριος καπνεργάτης αφηγητής εξιστορεί την προσπάθειά του να αξιοποιήσει την όξυνση της εργατικής αγωνιστικότητας και μαχητικότητας στον Βόλο της εποχής, για να θέσει σε εφαρμογή, το «μεγάλο όραμά» του, δηλαδή, όπως εξομολογείται στους λιγοστούς, αλλά μαχητικούς, συντρόφους του, καθώς πίνουν το κρασί τους στο καφενείο που συνήθιζε να συναντιέται αυτή η ομάδα των αναρχικών προλετάριων, «τη δημιουργία μιας αναρχικής ουτοπίας στην πράξη, στο τώρα».

Η ταξική ανισότητα, η εκμετάλλευση, η φτώχεια, οι εργατικοί αγώνες και η καταστολή τους, συχνά ένοπλη με τραυματίες και νεκρούς, συνιστούν το κοινό ιστορικό και κοινωνιολογικό υπόβαθρο, επάνω στο οποίο οι δύο αφηγήσεις φιλοτεχνούν δύο διαφορετικές και αντιστικτικές μεταξύ τους εργατικές ταξικές εμπειρίες και ταυτότητες.

Από τη μία πλευρά, το κείμενο του Λίχνου, ξεδιπλώνει την εργατική εμπειρία και την ταυτότητα που αντιστοιχούν στην ταξική υποτέλεια. Ο πρωταγωνιστής-αφηγητής, ο Κωνσταντής, αντιλαμβάνεται την αδήριτη ταξικότητα της πραγματικότητάς του, αλλά αδυνατεί να την αμφισβητήσει έμπρακτα. Αντίθετα, έχει εσωτερικεύσει τη ριζική υποτέλεια του άνεργου εργάτη, η οποία τον στρέφει εναντίον του εαυτού του (αλκοολισμός, αλλοτρίωση, μοναξιά και ντροπή) και των ομοίων του (κλοπή του πενιχρού εισοδήματος της καθαρίστριας μάνας του για να μεθοκοπήσει στο καπηλειό). Η πραγματικότητα τον καθηλώνει και τον περιορίζει στη θέση του παρατηρητή τόσο της δικής του προσωπικής αθλιότητας όσο και των ευρύτερων κοινωνικών αδικιών και αδιεξόδων αλλά και της πολιτικής κυριάρχησης που αντιμετωπίζουν οι ταξικοί του ομόλογοι στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής ηγεμονίας. Βαθιά χωμένος στις δυσκολίες της προσωπικής του ζωής, στην ανεργία, στην κοινή ζωή με την παραδουλεύτρα μάνα, ακόμη και στην προσωπική μοναξιά, αναζητά περισσότερο τρόπους απόδρασης από μια πραγματικότητα λυπηρή και απολύτως ακυρωτική.

Καταφεύγει στο κρασί και όχι στην ενεργό συνδικαλιστική και πολιτική δράση παρ’ όλο που συναναστρέφεται στον καφενέ έναν άνθρωπο-φορέα επαναστατικής ιδεολογίας. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να μην ονομάζεται, αλλά τα χαρακτηριστικά του αποδίδονται λογοτεχνικά με λεπτομέρειες, που αφορούν όχι μόνο την εξωτερική του εμφάνιση αλλά και τη δράση του, δηλωτικές της ιδιότητάς του ως «κομμουνιστής–σύντροφος» και πάντως ως αντίπαλος της κυρίαρχης πολιτικής και της καταστολής των εργατικών αγώνων και των επαναστατικών κινημάτων.

Από την άλλη πλευρά, το κείμενο του Τζαμπαλάτη σκιαγραφεί την εμπειρία και την ταυτότητα της εργατικής ριζοσπαστικοποίησης και επαναστατικότητας. Ο ανώνυμος, εδώ, ήρωας εμφορείται από την επαναστατική ιδεολογία του αναρχισμού και φλέγεται από επιθυμία να την πραγματώσει στο παρόν και στον χώρο που εργάζεται και ζει. Ο ήρωας έχει πλήρη γνώση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης, που επικρατεί, διατηρεί όμως στην καρδιά του την ελπίδα και την προσδοκία της αλλαγής. Μάλιστα, δεν αρκείται σε μια απλώς θεωρητική προσήλωση στην ιδέα της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, αλλά προβαίνει σε συγκεκριμένους σχεδιασμούς και πράξεις όχι μόνο για να τονίσει την αναγκαιότητα ανατροπής των κυρίαρχων και άδικων πολιτικών αλλά και για να ριζοσπαστικοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερους «συντρόφους- εργάτες» σ’ αυτόν τον σκοπό, χωρίς να φοβάται το προσωπικό κόστος αυτών των επιλογών.

Στο κείμενο του Λίχνου ο ανώνυμος απολυμένος προλετάριος περιπλανάται μόνος από καφενέ σε καφενέ αναζητώντας μια διέξοδο, έστω παροδική, πάντως όχι πολιτική, από τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει. Είναι και νιώθει μόνος μέσα σε μια κοινωνία που φαίνεται εχθρική προς αυτόν. Οι λίγες σχέσεις που έχει με άλλους ανθρώπους π.χ. με τη μητέρα του και τον ανώνυμο θείο κυριαρχούνται από την ντροπή για την κατάστασή του και αδυνατούν να τον κινητοποιήσουν στην κατεύθυνση της ενεργητικής δράσης.

Αντίθετα, ο ανώνυμος επαναστάτης προλετάριος του Τζαμπαλάτη απολαμβάνει τη χαρά των κοινωνικών σχέσεων και  συναναστροφών, της συντροφικότητας και της συλλογικής δράσης, της ανταλλαγής των ιδεών αλλά και της προσδοκίας της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής. Είναι αναγνωρίσιμος ως κοινωνική και πολιτική μονάδα, αγαπητός ως φορέας καινοτόμων ιδεών από τους συντρόφους του, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται τόσο η αγωνιστικότητά του όσο και η ικανότητα διαμόρφωσης σχεδίων δράσης για την αντιμετώπιση της κρατικής καταστολής.

Η συμμετοχή στους εργατικούς αγώνες και στην ταξική πολιτική σκιαγραφείται επίσης με διαφορετικό τρόπο στα δύο διηγήματα.

Στο κείμενο του Λύχνου, ο Κωνσταντής βρίσκεται να συμμετέχει σε έναν εργατικό αγώνα στην Ελευσίνα παρακινούμενος από την επιθυμία να εξασφαλίσει το μεθοκόπημα στο καπηλειό και χωρίς να συνειδητοποιεί πλήρως το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνει ή την κρισιμότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης ή ακόμη τους κινδύνους που πρόκειται να αντιμετωπίσει. Αισθάνεται μεν αλληλέγγυος με τους άλλους εργάτες, αλλά η στάση αυτή είναι κυρίως διαισθητική, αφού δεν προκύπτει από τη συνειδητή και ενεργό συμμετοχή στις εργατικές διεκδικητικές συλλογικότητες και δράσεις. Στην περίπτωση του Κωνσταντή, η ταξική συνείδηση είναι αυθόρμητη και πηγάζει από την εργατική, ατομική και συλλογική, εμπειρία, χωρίς, όμως, κάποια πολιτική διαμεσολάβηση. Απουσιάζει, επομένως, το πολιτικό στοιχείο ως προσανατολισμός και στόχευση της εργατικής διεκδικητικής δράσης. Ο Κωνσταντής συγκινείται από την αγωνιστικότητα των απεργών και οργίζεται με την επιθετικότητα και τη βιαιότητα των δυνάμεων καταστολής. Παρότι φοβάται τη βία της αστυνομίας, η συμμετοχή στον συλλογικό αγώνα και η απηνής καταστολή τού γεννούν έντονα συναισθήματα που χρωματίζουν με νέα χρώματα την εργατική εμπειρία και συνείδηση Με την καρδιά πάλλουσα και το βήμα τρεμάμενο, προχωρούσα μαζί με τους άλλους, συνεπαρμένος απ’ ένα αίσθημα αδερφοσύνης, υπερηφάνειας και αδαμάστου οργής.»). Έτσι, καθώς η σύγκρουση των δυνάμεων καταστολής με τους απεργούς εργάτες καταλήγει στη διάλυση της συγκέντρωσης, ο Κωνσταντής δεν έχει πού αλλού να πάει και  κατευθύνεται και πάλι προς το γνωστό καταφύγιο της υποτέλειας και της θλιβερής ζωής του, το καπηλειό,∆εν εγνώριζα κατά πούθε πήγαινα, αλλά αλλού να κατευθυνθώ πέρα απ’ το καπηλειό δεν έβρισκα»). Όμως, αυτή τη φορά, η πορεία προς το καπηλειό είναι διαφορετική. Η συμμετοχή στη συλλογική δράση, η αντιμετώπιση του κοινού κινδύνου, η συλλογική διεκδίκηση έχουν διαφοροποιήσει τη ρουτίνα της υποταγής του προκαλώντας την ανάδυση ξεχασμένων συναισθημάτων αλλά και της, εδώ και καιρό, χαμένης συνειδητότητας.


«Πρώτη φορά εβάδιζα προς το καπηλειό δίχως ντροπή και με τα πόδια
μου να με κινούνε με σθένος, λες κι είχα στο μυαλό μου κά-
ποιον σκοπό σοβαρό. Κι είχε περάσει καιρός πολύς, από τότε
που ’νιωσα τελευταία πως είχα κάποιον σκοπό στη ζωή μου.»

 

 

Εντούτοις, η αποσπασματική εμπειρία της συμμετοχής σε μια συλλογική διεκδικητική δράση, χωρίς αυτή να προσανατολίζεται από το πολιτικό περιεχόμενο που μπορεί να προσδώσει η ένταξη και δράση στο πλαίσιο της ταξικής πολιτικής συλλογικότητας, δεν είναι σε θέση να σπάσει από μόνη της τις αλυσίδες της υποτελούς ταξικής συνείδησης. Έτσι, ο Κωνσταντής θα βιώσει την αποσπασματικότητα και τα όρια της πρόσφατης αγωνιστικής του εμπειρίας, καθώς η είσοδός του στο καπηλειό, σ’ έναν κατεξοχήν λαϊκό δημόσιο χώρο, συνοδεύεται από την απογοήτευση που προκαλεί η απόφαση των αρχών να απαγορεύσουν την πώληση οινοπνευματωδών «για να αποφευχθεί η πρόκλησις ταραχών». Τελικά, θα συμπεράνει, όλα αυτά μόνο αποτέλεσμα είχαν «να απαγορευτεί το κρασάκι» και να ακυρωθεί, έτσι, η παρηγοριά του μεθοκοπήματος.

Στο διήγημα του Τζαμπαλάτη ο ανώνυμος αφηγητής είναι δραστήριος αγωνιστής της τάξης του, ενταγμένος στις εργατικές συλλογικότητες και τους αγώνες τους, αλλά και πολιτικοποιημένος και ριζοσπαστικοποιημένος στο πλαίσιο του αναρχισμού. Η αφήγησή της απόπειράς του να αναβαθμίσει την εργατική αγωνιστικότητα και διεκδικητικότητα σε επαναστατική πολιτική δράση στοχεύοντας στην άμεση υλοποίηση της αναρχικής ουτοπίας, σκιαγραφεί λιγότερο γνωστές όψεις της επαναστατικής προλεταριακής εμπειρίας και ταυτότητας της περιόδου.

Εδώ, ο εργατικός αγώνας και η συλλογική δράση δεν αντιμετωπίζονται μόνο μέσα στο πλαίσιο της εργατικής ταξικής διεκδικητικότητας, αλλά εγκιβωτίζονται στην επαναστατική ταξική πάλη και δράση. Έτσι, η απεργία, η συγκέντρωση διαμαρτυρίας και η σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής δεν εξαντλούν το νόημά τους στη διεκδίκηση εργατικών αιτημάτων, αλλά, για τον προλετάριο αφηγητή και τους επαναστάτες συντρόφους του, συνιστούν αναγκαίες «στιγμές» μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας επαναστατικού μετασχηματισμού του κόσμου στο «εδώ και τώρα». Πρόκειται για μια πολύμορφη και πολυεπίπεδη διαδικασία που συνθέτει την εργατική εμπειρία, τον κοινωνικο-πολιτικό στοχασμό, την επιστημονική σκέψη και τη συλλογική δράση σ’ ένα ριζοσπαστικό σχέδιο για τον κόσμο. Αυτό το τελευταίο, δε σχηματοποιείται μόνο στο επίπεδο της θεωρίας και της πολιτικής δράσης, αλλά, επιπλέον, αποκτά υλική υπόσταση στα αρχιτεκτονικά σχέδια της αναρχικής κομμούνας που ο αφηγητής έχει επεξεργαστεί και επιδιώκει να υλοποιήσει αξιοποιώντας την εργατική αγωνιστικότητα και μαχητικότητα. Έτσι, η σύγκρουση με τις δυνάμεις του καθεστώτος δεν αποτελεί μόνο τη δραματική κορύφωση της εργατικής συλλογικής δράσης, αλλά και το όχημα με το οποίο αυτή θα αποτολμήσει το άλμα προς την ουτοπία. Στο διήγημα του Τζαμπαλάτη η αφήγηση της  σύγκρουσης δεν επικεντρώνει στη δραματικότητα της καταστολής του εργατικού αγώνα και στην αποσπασματική αφύπνιση της ταξικής συνείδησης, όπως συμβαίνει στο διήγημα του Λίχνου, αλλά αντιμετωπίζεται ως καταλύτης για τη μεταστοιχείωση του προλεταριακού επαναστατικού φαντασιακού σε υλική πραγματικότητα. Η αφήγηση της σύγκρουσης, εδώ, είναι περισσότερο η αφήγηση μιας κρίσιμης μάχης που ο αφηγητής και οι σύντροφοί του ελπίζουν ότι θα βάλει τον τροχό της ιστορίας σε κίνηση, ώστε να πραγματωθούν τα επαναστατικά σχέδια. Από την άποψη αυτή, η καταστολή, παρ’ όλη την ένταση και δραματικότητά της Αρχίζουμε να τρέχουμε και οι τρεις με όλη τη δύναμή μας
προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε κάθε βήμα μου κυλούσαν χίλια δάκρυα από τα μάτια μου.»)
δεν είναι το τέλος, αλλά μόνο μια αναβολή. Οι επαναστάτες δεν τη βιώνουν μόνο ως άρνηση αλλά και ως μέτρο της απόστασης που κάλυψαν προς την ουτοπία για να στραφούν, με ελπίδα, προς το μέλλον.

 

«Η πολυπόθητη ουτοπία, αυτό το όνειρο που πιστεύαμε ότι δεν θα προλαβαίναμε να ζήσουμε, ήταν τόσο κοντά μας, τόσο δίπλα μας, που σχεδόν την αγγίξαμε. Τότε θυμήθηκα τα λόγια τού, αγαπημένου συντρόφου μου, Νίκου: «Όσα κι αν καταστρέψει το κράτος, οι ιδέες είναι αθάνατες και ταξιδεύουν στο πέρας της αιωνιότητας μέχρι να συναντήσουν τους επόμενους, αυτούς που θα είναι πιο δυνατοί από εμάς, αυτούς που θα καταφέρουν να κάνουν την ουτοπία
πράξη»

              

Τέλος, τα δύο διηγήματα κάνουν νύξεις για δύο διαφορετικές εκδοχές της γυναικείας εργατικής εμπειρίας και ταυτότητας.

Στο κείμενο του Λίχνου η γυναίκα υπάρχει ως μάνα και αδελφή, ως ρόλος στενά συγγενικός δηλαδή, ενώ η λογοτεχνική απόδοση των προσώπων επικεντρώνεται στις σκληρές συνθήκες της εργατικής ζωής. Οι γυναίκες-συγγενείς του Κωνσταντή παρουσιάζονται να «ξενοδουλεύουν», να αγωνιούν για την επιβίωση, χωρίς να αναπτύσσουν συνείδηση ούτε της τάξης, στην οποία αντικειμενικά εντάσσονται, ούτε του φύλου τους, παρόλη την εμφάνιση (ή και την εδραίωση ακόμη) του φεμινιστικού κινήματος και των απαιτήσεων, κοινωνικών και ευρύτερα πολιτικών, που ακολούθησαν την ανάπτυξή του.

Αντίθετα στο κείμενο του Τζαμπαλάτη, αν και ο αφηγηματικός χρόνος είναι κατά πολύ προγενέστερος του αφηγηματικού χρόνου του κειμένου του Λίχνου, η γυναίκα παρουσιάζεται ως εργαζόμενη, όμορφη, με συνείδηση της θέσης αλλά και του ρόλου της ως γυναίκας, ικανή όχι μόνο να εμπνεύσει ανατρεπτική κοινωνικοπολιτική δράση αλλά και να την υποστηρίξει. Αντανακλάται, επομένως, στο κείμενο η δυναμική που το γυναικείο κίνημα δημιουργούσε την περίοδο αυτή στην Ευρώπη και μάλιστα σε συνδυασμό με τα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα του σοσιαλισμού και του αναρχισμού.

Τα δυο διηγήματα, αν και διαφοροποιούνται στις επιμέρους θεματικές που επεξεργάζονται, εντούτοις, αποτελούν σύγχρονες εκφάνσεις της λογοτεχνίας της εργατικής τάξης και της προλεταριακής λογοτεχνίας ανατρέχοντας στην Ελλάδα της πρώτης τριακονταετίας του εικοστού αιώνα. Σκιαγραφούν διαφορετικές εκδοχές της εργατικής εμπειρίας και συνείδησης, του εργατικού βιώματος και της ταξικής ταυτότητας, αλλά και τους ποικίλους τρόπους κοινωνικής και πολιτικής έκφρασης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων, τη δύσκολη ανάδυση και τον αγώνα για την εδραίωση και διάδοση των ριζοσπαστικών κοινωνικο-πολιτικών ιδεολογιών στους κόλπους της εργατικής τάξης. Εικονογραφούν, έτσι, ιστορικά πλαισιωμένες, υποκειμενικές εκδοχές ευρύτερων κοινωνικο-πολιτικών βιωμάτων και εμπειριών, τα οποία, όντας θραύσματα μιας άλλης ιστορίας, αυτής των «από κάτω», αντιμετωπίζονται, συχνά, με αδιαφορία ή αποσιωπώνται, καταφέρνουν, όμως, μέχρι και σήμερα, να συναντούν τους αφηγητές τους.

 

Νόπη Ταχματζίδου                           -                          Βαγγέλης Λαγός

Φιλόλογος, απόφοιτος Φιλοσοφικής Σχολής,                            Kοινωνιολόγος στο Πάντειο

Πανεπιστημίου Κρήτης                                                              Πανεπιστήμιο

 

 







ΒΙΚΥ ΠΡΑΣΙΝΟΥ - Ποιήματα από την Ποιητική Συλλογή "Το τελευταίο Εσύ."



Το τελευταίο Εσύ. Βίκυ Πρασίνου. Εκδόσεις Άλφα Πι.
ISBN: 978-960-632-125-2
Σελίδες 74



Στα ποιήματα της συλλογής συναντιούνται
η χαρά με τα δάκρυα,
η αθωότητα με την ενοχή,
ο φόβος με την τόλμη,
η ελπίδα του Ονείρου με τη ματαιότητά του.

«Το τελευταίο Εσύ» είναι μια ύστατη:
απόπειρα επικοινωνίας
με το Αδάμαστο μιας ψυχής
που θέλει να κρατηθεί περιχαρακωμένη
μέσα στη μοναξιά της.

Η ποίηση γίνεται κραυγή διαμαρτυρίας
απέναντι στην απομόνωση
και στα κάθε λογής εμπόδια
που ορθώνει ο ψυχισμός του ανθρώπου,
παρακωλύοντας τον δρόμο
προς την ευτυχία.

Το τελευταίο Εσύ…
48 έμμετρα ποιητικά βήματα
πάνω στο φλεγόμενο μονοπάτι της Αγάπης.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ 

Πικρά βοτάνια

Της Γης ζητώ μερίδιο και τ’ Ουρανού τ’ αστέρια
κι από τη θάλασσα ποθώ γαλάζια μια ματιά,
μα με κεντούν μες την καρδιά μαρτύρια δυο μαχαίρια
που μου αρνούνται της χαράς μικρή σταλαγματιά.

Να γίνω θέλω μάγισσα, να βρω πικρά βοτάνια
του Φεγγαριού περάσματα και των χλωμών σκιών,
να περπατώ στα χθόνια και σκοτεινά πλατάνια
εκεί που οι ασφόδελοι γεννιούνται των νεκρών.

Την σκέψη σου θα κυνηγώ, το βλέμμα σου που καίει
εκατηβόλο σαν περνά μεμιάς στα θηλυκά,
σαν παρακάλια αγνοεί, του πόθου τα ελέη
του πόνου και του σπαραγμού τα δόλια σωθικά.

Ποιος είσαι πες! Ποιος είσαι ’συ που την Αγάπη διώχνεις
και με ψυχρά τα βήματα τα τρίστρατα περνάς;
Γλυκιά φροντίδα τρυφερή στα βάραθρα την σπρώχνεις
και της Σελήνης τη θωριά καθόλου δε μετράς.

Της αποφράδας στέρησης κατέχεις το νυστέρι
και με ζωνάρι δένεσαι σε μαύρο ριζικό,
της μοναξιάς ακούραστο κι αδιάκοπο νυχτέρι
το καρτερείς πολύτιμο κι ατόφιο μυστικό.

Μη μ’ ονομάζεις Μήδεια ή Κίρκη ή Εκάτη
του Έρωτα το άδυτο σαν σκέφτομαι, ριγώ,
με σμύρνα και μ’ απήγανους -πικρή οφθαλμαπάτη-
θα φτιάξω φίλτρα μαγικά στον πόνο να πνιγώ.

Με άγριο κρίνο κολχικό τις θύμησες θα σβήσω
σαν του καημού σου ο λυγμός γλυκά μ’ απομυζά…
Κι εσύ, δεντρί μου, ξέχνα με, τον Χάρο σαν φιλήσω,
ν’ αγγίξεις νυχτολούλουδο, βιολέτας τα ριζά.

🍁

Παραίτηση

Περπάτησες λαβύρινθους -γενναίος ιχνηλάτης-
μέσα στη σκέψη βάδισες μ’ ορθούς βηματισμούς,
γυναίκας έψαχνες βουλή, το ίχνος μιας απάτης
του ψεύδους τους ψελλίζοντες λαθραίους εμπαιγμούς.

Σφυροκοπά στα στήθη σου αμφίβολη μια λέξη
μια υποψία άναρχη τριγύρω της θωρεί,
θηρεύει μες τα πρόσωπα της προδοσίας βλέψη
και βγάζει απαξίωσης σφυρήλατο σπαθί.

Τους ίδιους κύκλους σμίλεψες σε πέτρα λαξεμένη
χίλιες φορές αρνήθηκες Αγάπης την ορμή,
λυμφατική μια θύμηση μες το σκοτάδι μένει
και ξαγρυπνά στο πύρινο της μοναξιάς κορμί.

Σαν δαίμονας του Έρωτα -μαυλιστική αρπάγη-
βουβή πάνω στα χείλη σου κι ανένδοτη σιγή,
αργοσαλεύει στην καρδιά ανήμερη ανάγκη
να κάνεις χώρια το μαζί και το μαζί πληγή.

Και σαν θα σμίγει το φιλί με φόβου την ακίδα
θα γίνεις παγερός Θεός και θύελλας βροχή,
λύκος αδάμαστος, τρελός βοριάς στην καταιγίδα
και μιας παραίτησης δειλής μοιραία προσφυγή.

Του Έρωτά μας όνειρα σεπτά μα κουρασμένα
λευκά, αθώα κι άσπιλα περιστεριού φτερά
θα κείτονται αφτέρωτα σε κλίνη μεταξένια,
θα γίνονται της θλίψης μας η ξάγρυπνη φρουρά.

Σε ταφική πυρά θα μπω να περπατήσω,
υγρή φωτιά το δάκρυ μου, του πόνου αλαλαγμός
σαν πρωθιέρεια στο βωμό τυφλά θα γονατίσω,
λατρείας παρανάλωμα και φλογερός δαυλός.

🍁

Βιλανέλα I : Στον κόσμο της σκιάς

Της νύχτας μια απόκοσμη γαλήνη
σαν άγγιγμα θανάτου αμυδρό
στον κόσμο της σκιάς με παραδίνει.

Ο ήχος της ζωής σαν σιγοσβήνει,
θυμίζει της σιωπής το ουρλιαχτό
-της νύχτας μια απόκοσμη γαλήνη.

Μες το σκοτάδι στοιχειωμένο φθίνει
το πνεύμα της αγάπης σου νεκρό,
στον κόσμο της σκιάς με παραδίνει.

Μιας μνήμης που την σκέψη μου βαρύνει
αόρατο ακούω τον αχό,
της νύχτας μια απόκοσμη γαλήνη.

Σαν μπαίνω μες του χρόνου την οδύνη
και συναντώ σημάδι σου θολό
στον κόσμο της σκιάς με παραδίνει.

Το βλέμμα σου αθώρητο με κρίνει,
το βήμα σου σωπαίνει ηχηρό.
Της νύχτας μια απόκοσμη γαλήνη
στον κόσμο της σκιάς με παραδίνει.


🍁

Άλωση

Αυτή τη συστολή στο βήμα πάνω
σαν φόβος που κοιτάζει λάγνο θύτη,
πριν πάρει τη μορφή σκληρού γρανίτη,
αυτήν θ’ αγγίξω πριν γλυκά πεθάνω.

Στα βλέφαρα υγρή σιωπή πού χάνω
νικά το φως αθέατου πλανήτη,
γαλάζιο βλέμμα λίθου λαζουρίτη
θα με θωρεί σαν τη ματιά σου ψάχνω.

Τη μοναξιά σου κρύβεις στο σκοτάδι…
Για μια φορά μονάχα θα προσπέσω
ικέτιδα για τ’ άσπιλό της χάδι.

Μιας ενοχής το ψέμα θα φορέσω
που μοιάζει σαν θλιμμένο χτυποκάρδι,
σαν άλωση μιας πόλης εκ των έσω.


🍁

Σε άντρο μισανθρώπων

Δισταχτικός ο έρωτας σκορπίζει
στον άνεμο ελπίδα τσακισμένη.
Μια μάταιη απάντηση κρυμμένη
σε άντρο μισανθρώπων τριγυρίζει.

Μοιραία εμμονή με βασανίζει
μπροστά σε σταυροδρόμι διχασμένη,
ο λόγος, η σιωπή τι θα μου φέρνει
-τι απ’ τα δύο πιο πολύ θ’ αξίζει;

Τα άλλο μου μισό κομμάτι ψάχνω
σαν άξεστο κι ανήμπορο θα νιώθει,
αφού τους φόβους του κρυφά αδράχνω.


Στενάζουν οι αληθινοί μου πόθοι…
Σαν μ’ απαρνιέσαι, ύστατό μου σπλάχνο,
θα σου μιλώ από την άλλη Όχθη.



(Από την ποιητική συλλογή «Το τελευταίο Εσύ», εκδόσεις Άλφα Πι, 2022)











ΗΛΙΑΣ ΓΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "Ο πολιτισμός της ξαπλώστρας"

 Έναν άνθρωπο, έναν λαό, τον κόσμο ολόκληρο αλλά και τον πολιτισμό μας μπορείς να τον γνωρίσεις ασφαλέστερα από πράγματα απλά χωρίς εμβαθύνσεις κοινωνιολογικές, γλωσσικές, ψυχολογικές ή φυλετικές.

Η παραλία με το απαραίτητο για το καλοκαίρι αξεσουάρ της, την ξαπλώστρα, είναι το ακαταμάχητο κριτήριο αξιολόγησης του επιπέδου και του περιεχομένου τόσο των ανθρώπων όσο και του πολιτισμού τους. Κι αυτό γιατί τον άνθρωπο και τον πολιτισμό μπορείς να τον γνωρίσεις στην βαθύτερη διάστασή του από τις συνήθειες της καθημερινότητας και των στιγμών χαλάρωσης.

Στην παραλία και στην ξαπλώστρα – όσο κι αν ακρίβυνε – ο άνθρωπος θα αναζητήσει αυτό που η εργασία και η θλιβερή όσο και μονότονη καθημερινότητά του τού στερεί. Εξάλλου, όπως τόνισε και ο ημέτερος Καστοριάδης, το φαντασιακό είναι αυτό που μάς κανοναρχεί και μάς αποκαλύπτει.

Φτωχοί και πλούσιοι, λευκοί και έγχρωμοι, ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι, ομόγλωσσοι και αλλόγλωσσοι, ομοεθνείς και αλλοεθνείς εμφανίζουν την ίδια συμπεριφορά. Η θάλασσα, ο καυτός ήλιος, η άμμος και η εσώτερη επιθυμία να ζήσουμε το φαντασιακό επιβάλλουν μία αδήριτη πολιτιστική ομοιογενοποίηση.

Στα παραπάνω μπορεί να προστεθεί και το βίωμα της ματαιοδοξίας να μάς υπηρετούν οι άλλοι, έστω και για λίγο, αφού στον υπόλοιπο χρόνο νιώθουμε πως εμείς υπηρετούμε τους άλλους. Ήδη την ώρα που γράφεται το παρόν κείμενο κάποιος παρακείμενός μου λουόμενος ζητά επίμονα τασάκι για το τσιγάρο του.

Βέβαια, εκείνα τα στοιχεία της παραλίας και της ξαπλώστρας που διαμορφώνουν τον πολιτισμό μας και τον αποκαλύπτουν είναι η θέση που κατέχουν στις επιλογές μας, όσο χρόνο ο ήλιος, η θαλασσινή αύρα και η άμμος συνθέτουν το οικείο περιβάλλον των διακοπών μας.

Στα στοιχεία αυτά ανήκουν με αξιολογική σειρά – όχι κατ’ ανάγκην αποδεκτή από όλους – το κινητό, ο καφές, το βιβλίο και η μπύρα. Όλα αυτά είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας του πολιτισμού μας που στο βαθύτερο υπόστρωμά του εμπεριέχει και την καθημερινότητά μας, όπως αυτή διαμορφώνεται από όλα εκείνα τα «αντικείμενα» και τις μικρές – προσωπικές στιγμές που νοηματοδοτούν την κενότητα της ζωής μας.

Μία γρήγορη και σύντομη καταγραφή – ανάλυση των παραπάνω στοιχείων ίσως θα βοηθούσε τόσο στην πολυπόθητη αυτογνωσία μας όσο και στην μέτρηση του δείκτη του πολιτισμού μας. Καλές και αναγκαίες οι ψυχολογικές αναλύσεις, αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει από την έρευνά του και τον «πολιτισμό της ξαπλώστρας».

 


Α. Το δεσποτάτο του Κινητού

Ποιος δεν θα μπορούσε δια γυμνού οφθαλμού να διαπιστώσει την απόλυτη κυριαρχία του κινητού στις ξαπλώστρες; Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει την δεσποτεία του στις προτιμήσεις των λουομένων; Πρόκειται για τον απόλυτο ολοκληρωτισμό ενός τεχνολογικού πολυεργαλείου που άλλαξε τις συνήθειές μας και έδωσε άλλο περιεχόμενο στην έννοια του χώρου και του χρόνου. Με το δάχτυλο κολλημένο στο πληκτρολόγιο επικοινωνούμε με ανθρώπους και ιδέες από όλον τον κόσμο. Η εικόνα μάς μαγεύει και η ενημέρωση μάς δίνει την αίσθηση ότι εμείς συνδιαμορφώνουμε την πραγματικότητα που μάς περιβάλλει.

Το κινητό εκτόπισε την παραδοσιακή συνήθεια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και μάς εγκλώβισε στην αγωνία και στον ναρκισσισμό των likes. Τα τελευταία αποτελούν τον κατεξοχήν παράγοντα αυτοεπιβεβαίωσής μας. Δεν είναι και λίγο ή αμελητέο πράγμα να σε βλέπουν ή να σε διαβάζουν, όπου γης, 100-500 άνθρωποι καθημερινά. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουμε και προκαλούμε το ενδιαφέρον των άλλων. Εσωτερική ανάγκη ή ματαιοδοξία; Ελευθερία ή αυτοαιχμαλωσία;

Εξάλλου μία selfie στην αμμουδιά τρέφει και συντηρεί την ποθητή εικόνα για τον εαυτό μας. Οι άλλοι θα υποχρεωθούν να μάς βλέπουν όπως εμείς θέλουμε. Το κακό είναι πως ζούμε μόνον με τις ψευδαισθήσεις της εικόνας μας και αδιαφορούμε για το «όντως είναι» του Εγώ μας. Αυτό δεν το γνωρίζουν οι «άλλοι» και εμείς το προσπερνάμε όταν δεν μάς κολακεύει. Έτσι αισθανόμαστε ασφαλείς και σίγουροι για τον εαυτό μας και ονειρευόμαστε την παραλία του επόμενου καλοκαιριού, αφού πρώτα τον χειμώνα θα βλέπουμε τις φωτογραφίες της ξαπλώστρας μας που θα επιβεβαιώνουν πως και η δική μας η ζωή είναι υποφερτή ή θα δικαιώνουν τον στίχο από την «Δραπετσώνα» που ακούγεται λίγο πιο μακριά, πως κι «Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί».

Β. Η απόλαυση του Καφέ

Την εξουσία του κινητού στην ξαπλώστρα απειλεί μόνον ο καφές σε όλες τις παραλλαγές του. Κινητό και καφές συνυπάρχουν στο χέρι, αφού πρώτα συμφώνησαν σε ένα modus vivendi. Εξάλλου ο καφές παρέχει άλλη απόλαυση (υλική, γευστική…) σε σχέση με το κινητό. Όπως και να το δούμε ένας καφές ως συμπλήρωμα του κινητού και της θέασης του απέραντου γαλάζιου της θάλασσας είναι ο απόλυτος συνδυασμός για έναν άνθρωπο που μάχεται για μία φευγαλέα στιγμή ευτυχίας.

 

Όλοι ποθούμε να νιώσουμε την χαρά ενός καφέ δίπλα στο κύμα, κάτω από τις ακτίνες ενός καυτού ήλιου ή μιας σκιάς ενός καφενείου δίπλα στην γαλήνια θάλασσα. Νιώθουμε έτσι πως χανόμαστε σε μια εφικτή στιγμή ευτυχίας στην απεραντοσύνη του πελάγους που μάς καλεί να δούμε την αθέατη πλευρά της ζωής. Ένας καφές δίπλα στο κύμα συντηρεί την αμεριμνησία μας και πυροδοτεί την φιλοσοφική μας διάθεση. Τα πιο ωραία και πρωτότυπα κείμενά μου τα έγραφα σε αυτό το περιβάλλον που δημιουργεί ο καφές στην παραλία.

Γ. Το Βιβλίο: Ο «μεγάλος ασθενής»

Στον πολιτισμό της ξαπλώστρας το βιβλίο δεν βρίσκει εύκολα θέση. Έχασε την μάχη ολοκληρωτικά. Η εικόνα, το εύκολο, το εύπεπτο, το επιφανειακό και το φθηνό επέφεραν θανάσιμο πλήγμα στο σώμα του βιβλίου. Οι λίγες εικόνες με λουόμενους να κρατούν ένα βιβλίο προκαλούν τον θαυμασμό κάποιων ή ενδεχομένως και τα πικρόχολα σχόλια κάποιων άλλων.

Κι αυτό γιατί οι περισσότεροι έχουν ταυτίσει την ανάγνωση ενός βιβλίου με την μέγιστη δυνατή αυτοσυγκέντρωση και προβληματισμό. Τα δύο αυτά, όμως, είναι μη συμβατά και ανοίκεια με την νοοτροπία που γεννά η ξαπλώστρα που με την σειρά της επωάζει την ελαφρότητα και την μέθη του επιφανειακού.


Παρήγορο φαινόμενο η εικόνα κάποιων ξένων τουριστών που επιμένουν να διαβάζουν στην ξαπλώστρα. Αντίθετα, σπανίζουν οι αντίστοιχες εικόνες με Έλληνες λουομένους. Ίσως είναι κι αυτό μία διαφορά νοοτροπίας που υπόρρητα φανερώνει και κραυγάζει την ποιότητα του πολιτισμού μας. Ας το προσέξουμε λίγο κι ας έχουμε από καιρό δεχτεί το requiem του γραπτού λόγου και του βιβλίου­.

Δ. Η γεύση της ξανθιάς Μπύρας

Οι γευσιγνώστες και οι μερακλήδες απολαμβάνουν την θάλασσα και την άνεση της ξαπλώστρας με την βοήθεια μιας κρύας μπύρας. Είναι λίγοι αυτοί και ευδιάκριτοι στην αμμουδιά. Η εικόνα μιας ξανθιάς μπύρας δίπλα στην άμμο μόνον ευωχία μαρτυρά και μια βαθιά επιθυμία για έντονη ζωή. Η αντίθεση θερμοκρασίας ανάμεσα στην καυτή άμμο και σε ένα δροσερό ποτήρι μπύρας δημιουργεί και διαμορφώνει μία άλλη αντίληψη ζωής. Είναι εικόνα καθαρά ελληνική και το οικόσημο της ελληνικής παραλίας και του ελληνικού καλοκαιριού.

Επιμύθιον

Είμαστε, λοιπόν, η καθημερινότητά μας και ιδιαίτερα οι στιγμές ξεγνοιασιάς. Είναι αυτά που συνθέτουν την άλλη πλευρά του Εγώ μας και του πολιτισμού μας. Η ακριβής ακτινογραφία της παραλίας και της νοοτροπίας που γεννά η ξαπλώστρα πολλά μπορεί να μάς αποκαλύψει και διδάξει. Κι αυτό γιατί στην παραλία και στην ξαπλώστρα ο άνθρωπος ζει από την μία πλευρά την πραγματικότητα κι από την άλλη το φαντασιακό (αυτό που θα ήθελε να είναι και να ζει).

­ * Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε στον ίσκιο μιας ομπρέλας δίπλα στην θάλασσα του Αγίου Νικολάου Κρήτης (Άμμος) και τα στοιχεία είναι πραγματικά. Όταν αναζήτησα ένα στυλό και μία κόλλα αναφοράς ή τετράδιο σε ένα παρακείμενο Super Market και περίπτερο να γράψω το άρθρο αυτό στάθηκα άτυχος. Ο περιπτεράς πιο ειλικρινής μού είπε πως στην παραλία κανείς δεν γράφει. Εδώ μόνον το κινητό, ο καφές, το παγωτό και η μπύρα ευδοκιμούν. Πόσα μπορεί να μάθει κάποιος σε μία παραλία και σε μία ξαπλώστρα!

 ΑΠΟ https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/

 

 





 

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ " Αφέντρα και Κυρά"


Κόκκινα γραμμένα χείλη,
φλογάτα σύννεφα στο δείλι,
μήλα ρόδια και σταφύλι,
να τα κοιτώ,
να τα ποθώ,
να τα φιλώ.

Μαύρα μάτια ζωγραφιά,
παιχνίδι ίσκιος αντηλιά,
γλύκασμα μάγια και γητειά,
να απορώ,
να λαχταρώ,
να ‘μολογώ.

Πρόσωπο γλυκό φεγγάρι,
χρώμα γέλιο και δοξάρι,
άστρο θα ‘ρθει να σε πάρει,
να καρτερώ,
να ξενυχτώ,
να διακονώ.

Έλα αφέντρα και κυρά,
δρόμοι παράθυρα ανοιχτά,
όνειρα έρωτας χαρά,
να σε καλώ,
να σε θωρώ,
να σε χαρώ.

Γιώργος Αλεξανδρής


Φωτογραφία: Rimel Neffati






ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Η Άγια Φουτίδα σντ’ Κώμ’ και το αρχαίο τέμενος του Ηρακλή"

 

Αγ. Φωτίδα. Η πηγή-αγίασμα στα ανατολικά του ναού (φωτ. Θ. Μπελίτσος, 1995)


Κάθε χρόνο την 1η Αυγούστου γίνεται ο πανηγυρικός εορτασμός της εκκλησίας της Αγίας Φωτίδας, που βρίσκεται στον οικισμό Κώμη του Ρωμανού. «Το παναγύρ τς Αγιά Φουτίδας σντ Κώμ», όπως το λέγαν, έχει παραδοσιακά παλλημνιακή απήχηση και συγκεντρώνει πλήθος προσκυνητών από τα υπόλοιπα χωριά του νησιού, κυρίως της ανατολικής περιοχής, από τις περιφέρειες του Μούδρου και του Κοντοπουλίου. Σε παλιότερες εποχές γινόταν και γλέντι με όργανα, παρά το ό,τι τη μέρα αυτή ξεκινά η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου και τα εδέσματα είναι νηστίσιμα. Λόγω εποχής στα γεύματα κυριαρχούσαν οι ντομάτες, τα νεράγγουρα κι οι μελιτζάνες και μερικοί το λέγαν σκωπτικά: «παναγύρ της αγιαμελιτζανάρας». Γινόταν επίσης εμποροζωοπανήγυρη. Οι κάτοικοι προμηθεύονταν το γουρτζέλι (γουρουνάκι) της χρονιάς, όσοι δεν το είχαν αγοράσει έγκαιρα στο ανάλογο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου ή όσοι είχαν την ατυχία να ψοφήσει το γουρτζελούδ’ τους. Επίσης, ψώνιζαν λαγήνια κι άλλα μικροπράγματα.

Ο χώρος έχει και αρχαιολογικό ενδιαφέρον καθώς εκεί εντοπίζονται ίχνη αρχαίου τεμένους του Ηρακλή που αποτελούσε το κέντρο της αρχαίας εορτής των Οργεώνων καθώς και μεσαιωνικά σπαράγματα.

Αγ. Φωτίδα 1953. Το πάνδημο πανηγύρι. (φωτ. αγνώστου)


Ο οικισμός και τα αρχαία κατάλοιπα

 Ο μικρός οικισμός είναι ακατοίκητος. Βρίσκεται δύο χιλιόμετρα περίπου ανατολικά του Ρωμανού, στην κοινότητα του οποίου ανήκει. Έχει 15 ως 20 μισοερειπωμένα κτίσματα, τα οποία χρησιμοποιούνται ως μάντρες, ορνιθώνες, αχερώνες και αποθήκες από κατοίκους του Ρωμανού. Το ταπεινό αυτό οικοχάλασμα φέρει το σαφώς αρχαιοελληνικό όνομα «Κώμη», όπως και ο γειτονικός λόφος «Κωμίτ’ς» (Κωμίτης), τα οποία προδίδουν οικιστική και πληθυσμιακή συνέχεια από την αρχαιότητα (Ρόκκος: 1994, σ. 252). Πραγματικά στην περιοχή βρέθηκαν επιγραφές από τις οποίες αποδεικνύεται ότι εκεί υπήρχε ναός του Ηρακλή καθώς και τάφοι και άλλα ευρήματα της προϊστορικής, αρχαϊκής και κλασικής εποχής (Μοσχίδης: 1902 και 1907, σ. 120).

Ως τα τέλη του 19ου αιώνα διακρίνονταν τα θεμέλια εντυπωσιακού αρχαίου ναού του Ηρακλή. Το 1904 ο Γερμανός αρχαιολόγος Carl Fredrich φωτογράφισε τα ερείπια και υπολόγισε ότι ο ναός είχε διαστάσεις 15x32μ, δηλαδή κάλυπτε επιφάνεια 480 τ.μ. Στην αρχαία Λήμνο ο Ηρακλής ήταν ο προστάτης των Οργεώνων. Αυτοί ήταν ένα είδος συνεταιρισμού με κοινό ταμείο που είχαν ιδρύσει οι Αθηναίοι έποικοι της Λήμνου. Ήταν επίσημα αναγνωρισμένο σωματείο από την αθηναϊκή πολιτεία. Είχαν επιλέξει ως προστάτη, «έφορο», τον Ηρακλή. Στην εορτή του ναού θυσίαζαν ζώα, τα οποία πρόσφεραν σε κοινό συμπόσιο, αφού προηγουμένως έδιναν ένα μέρος από το σφάγιο στον ιερέα ή στην ιέρεια. Εκτός από τους «εταίρους», όπως λέγονταν τα μέλη των Οργεώνων, μετείχαν και ξένοι, οι οποίοι θυσίαζαν το ζώο τους πληρώνοντας ένα χρηματικό ποσό. Στην Κώμη βρέθηκαν δυο επιγραφές που δημοσίευσε ο ιστορικός Αργύριος Μοσχίδης στις αρχές του 20ού αιώνα, στις οποίες περιγράφεται η οργάνωση και τα οικονομικά στοιχεία των Οργεώνων στα 314/313 π.Χ. (Μοσχίδης: 1902 και 1907, σ. 119-121 και Κτιστάκη: 2002). 

Κώμη, 1918. Η παλιά πέτρινη κρήνη (φωτ. F.L.W. Sealy)

Η επιλογή του Ηρακλή δεν ήταν τυχαία. Ας θυμηθούμε πως οι περισσότεροι άθλοι του ήρωα σχετίζονταν με την ανακούφιση της αγροτιάς. Όταν σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας, ένας βοσκός ήταν ο πρώτος που του απέδωσε θεϊκές τιμές, διότι γλίτωσαν τα ζωντανά του. Κυνήγησε τις Στυμφαλίδες όρνιθες, διότι κατέστρεφαν κοπάδια και σοδειές. Η εξόντωση της Λερναίας Ύδρας ήταν η προσπάθεια να τιθασεύσει τη λίμνη Λέρνη που πλημμύριζε τους αγρούς. Με τον έλεγχο των υδάτων σχετίζονταν τα υδραυλικά έργα στον Αλφειό και Πηνειό ώστε τα νερά τους να καθαρίσουν τους στάβλους του Αυγεία. Η αρπαγή των βοδιών του Γηρυόνη και των μήλων των Εσπερίδων συμβολίζουν την προσπάθεια να εισαχθούν νέες ράτσες ζώων και νέες ποικιλίες φυτών στον ελλαδικό χώρο.

Γίνεται αντιληπτό πως επέλεξαν να ιδρύσουν το τέμενος του Ηρακλή την Κώμη, διότι βρισκόταν στην καρδιά της εύφορης πεδιάδας της ανατολικής Λήμνου. Δεν γίνεται να μη σταθούμε στον αγροτικό χαρακτήρα που είχε ανέκαθεν η Λήμνος. Στα ομηρικά έπη αναφέρεται πως τροφοδοτούσε με κρασί το στρατόπεδο των Αχαιών πολιορκητών της Τροίας και πως η «χρυσή άμπελος» αποτελούσε το έμβλημα της γενιάς της Υψιπύλης. Στους κλασικούς χρόνους σημαντική ήταν η παραγωγή σιτηρών, μέρος της οποίας εισέπρατταν οι Αθηναίοι υπέρ του ιερού της Δήμητρας, της θεάς της γεωργίας, στην Ελευσίνα. Στην αγροτική κοινωνία του νησιού έζησε και γαλουχήθηκε, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Απολλόδωρος ο Λήμνιος, ο οποίος συνέγραψε την πραγματεία «Περί γεωργίας και ψιλής και πεφυτευμένης», την οποία συνιστούσε ο Αριστοτέλης στους επιθυμούντες να ασχοληθούν με την γεωπονία (Μοσχίδης: 1907, σσ. 57, 123, 125. Αριστοτέλους Πολιτικά 11).

Να, λοιπόν, γιατί στις αρχές Αυγούστου, αφού είχαν σοδιάσει τα σιτηρά, οι Οργεώνες τιμούσαν τον προστάτη τους Ηρακλή κι εύρισκαν την ευκαιρία να εορτάσουν και να ξεδώσουν από τις σκληρές αγροτικές δουλειές. Μια γιορτή που υιοθετήθηκε και αφομοιώθηκε αργότερα από τη χριστιανική θρησκεία.

Τον αρχαίο ναό διαδέχθηκε βυζαντινός οικισμός με εκκλησία, όπως προκύπτει από υπολείμματα τειχών και μαρμάρων που εντόπισε ο Fredrich χωμένα μέσα στα καλύβια του αγροτικού οικισμού. Δυστυχώς, πολλά από αυτά χρησίμευσαν ως έτοιμο οικοδομικό υλικό για τις γύρω μάντρες, με αποτέλεσμα το 1918 ο Άγγλος F.L.W. Sealy να μη βρει σχεδόν τίποτα από τα αρχαία κτίσματα. Κομμάτια μαρμάρινων και γρανιτένιων κιόνων εντοπίζονται μέχρι σήμερα στα γύρω εξωκλήσια. Επίσης, έχουν εντοπιστεί αρχαίοι τάφοι (Τουρπτσόγλου: 1986, σσ. 556, 559).

Κώμη, η είσοδος του έρημου οικισμού (φωτ. Ευθ. Παλάντζας, 2014)


 

Ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά ανώνυμα το 1785 από τον Γάλλο λόγιο Choiseul-Gouffier. Το 1858 ο Γερμανός αρχαιολόγος Alexander Conze που πέρασε από εκεί, σημειώνει την Κώμη τόσο στο κείμενο όσο και στο χάρτη του. Αναφέρει επίσης, ότι ανάμεσα στην Κώμη και στον κόλπο του Μούδρου υπήρχε μια λιμνοθάλασσα, η Λίμνη της Κώμης, η οποία έχει αποξηρανθεί σήμερα. Πριν φτιαχτεί ο αμαξιτός δρόμος, οι παλιοί θυμούνται μια πέτρινη κολώνα που είχε μπει ως σημάδι μέσα στη λίμνη για να βρίσκουν βατό πέρασμα στα λασπόνερα. Ως τον 19ο αιώνα στην Κώμη ζούσαν μόνο Οθωμανοί. Κάθε χρόνο περίπου σαράντα «ατλήδες» (καβαλάρηδες) από την Κώμη συμμετείχαν στις αλογοδρομίες του Αγίου Γεωργίου Καλλιόπης σε ξεχωριστό, δικό τους, αγώνα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, αναφέρονται και μικτοί γάμοι Οθωμανών της Κώμης με χριστιανές γυναίκες από το Ρωμανού, με συνέπεια το 1923 κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, κάποιες οικογένειες να αποχωριστούν από τον μουσουλμάνο πατέρα που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Λήμνο.

Η Κώμη ουδέποτε υπήρξε σπουδαίος οικισμός. Στο κτηματολόγιο του 1874 καταγράφηκαν εκεί μόλις έξι σπίτια. Στις απογραφές του 1863 και του 1874 που έκανε η μητρόπολη Λήμνου δεν απογράφηκαν Χριστιανοί στον οικισμό, στον οποίο κατοικούσαν μόνο λίγοι Οθωμανοί γαιοκτήμονες (Μπελίτσος: 1994, σ. 82, 98, 101). Στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν ακόμα λίγοι Τούρκοι ενώ άλλοι ζούσαν στη Μύρινα κι έρχονταν το καλοκαίρι με τις οικογένειές τους για παραθερισμό. Υπήρχε πηγάδι και μια πέτρινη βρύση, την οποία φωτογράφησε ο Sealy το 1918, λίγο πριν κατεδαφιστεί. (Μπουλώτης: 1994, σ. 86). Σήμερα τα ίχνη της δεν διακρίνονται. Το 1953 αντικαταστάθηκε από μια νεότερη, μεγαλύτερη μεν, αλλά όχι εξ ίσου καλαίσθητη με την παλιά. 

Κώμη, το δρομάκι με τις γκντεριδιές (χαρουπιές), φωτ. Δημ. Μπουλώτης 2018.


Ως ξεχωριστός οικισμός η Κώμη δεν καταγράφηκε σε καμιά απογραφή του ελληνικού κράτους παρά το ό,τι ως την δεκ. ’70 υπήρχαν κάποιοι κάτοικοι που μένανε στις μάντρες. Το δρομάκι που διασχίζει το έρημο χωριό και οδηγεί προς την Αγ. Φωτίδα είναι κατάφυτο με χαρουπιές, γκντεριδιές στα λημνιά. Τα γκντερίδια αποτελούσαν ζωοτροφή για τους χοίρους και τις κατσίκες. Από την κατεργασία τους (άλεσμα κλπ) βγαίνει το χαρουπάλευρο και το χαρουπόμελο, αλλά δεν έχω ακούσει ότι γινόταν κάτι τέτοιο στη Λήμνο.

 

Η Αγιά-Φωτίδα

 

Ο ναός της Αγ. Φωτίδας από τα ΒΔ (φωτ. Θ. Μπελίτσος, 1995)


Από τα μέσα του 19ου αιώνα η ιδιοκτησία της γης άρχισε να μεταβιβάζεται σε πλούσιους Έλληνες, πλοιοκτήτες ή μετανάστες στην Αίγυπτο και την Μικρασία. Σταδιακά οι αγροί πέρασαν στην κατοχή τους (Παντελίδης: 1876, σ. 14) και κάποιοι τους καθαγίαζαν χτίζοντας εκκλησάκια. Κάπως έτσι σκέφτηκαν και οι κάτοικοι του Ρωμανού κι αποφάσισαν να κτίσουν ναό στην Κώμη, κοντά στο πηγάδι-αγίασμα που υπάρχει εκεί, δίπλα στα χαλάσματα του αρχαίου τεμένους. Τον αφιέρωσαν στην Αγία Φωτίδα, την αδελφή της Αγίας Φωτεινής, ίσως επειδή σύμφωνα με τις Γραφές ο Ιησούς συνάντησε τη Σαμαρείτιδα δίπλα σε ένα πηγάδι:

«…έρχεται ουν ο Ιησούς εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού, ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας, εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή, ώρα ην ωσεί έκτη. Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς, δος μοι πιείν...» (κατά Ιωάννη δ΄ 5-7).

Στο αέτωμα του πρόναου, σε μαρμάρινη επιγραφή, αναγράφονται οι κτήτορες:

Το αέτωμα του πρόναου με τις επιγραφές (φωτ. Στέφ. Τσατάλμπασης, 2014)



ΙΔΡΥΤΑΙ: 
ΠΑΠΑΘΕΟΦΑΝΗΣ
ΚΑΤΑΚΟΥΖΗΝΟΣ ΠΑΡΚΑΣ
 
ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΑΙ 1964:
ΑΝΘΟΥΛΑ Ε. ΡΑΚΑΤΖΗ
‘‘ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΡΙΑ’’
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

 

Από τα ονόματα των δύο ιδρυτών συμπεραίνουμε ότι ο αρχικός ναός κτίστηκε γύρω στο 1850-1860. Ο παπά-Θεοφάνης Λαμπίδης ήταν ιερεύς στο Ρωμανού πριν από το 1854. Το όνομά του αναφέρεται και μεταξύ των ανακαινιστών της κεντρικής βρύσης του χωριού το 1849. Συγκεκριμένα, στη βρύση αυτή, η οποία κοσμείται από ορισμένα σχέδια (ήλιος, σελήνη και σταυρός με τα γράμματα «ΙC XC NICA»), υπάρχει η παρακάτω επιγραφή:

 

ΑΥΤΗ Η ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ
 ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ Κου
 ΠΑΠΑ Χ΄΄:ΙΩ. κ. ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ Κου
 ΠΑΠΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥ κ. Χ΄΄ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΑΩΜΘ΄ 1849

 

Ο παπά-Θεοφάνης υπήρξε σημαντική προσωπικότητα για το Ρωμανού. Ήταν καλλιεργημένος και είχε μετατρέψει το σπίτι του σε σχολείο για δέκα χρόνια περίπου, γύρω στα 1850. Επίσης, ήταν αρχαιολάτρης. Συνέλεγε και αντέγραφε αρχαίες επιγραφές και σ’ αυτόν οφείλεται η διάσωση μιας σημαντικής επιγραφής του 2ου-3ου αιώνα π.Χ. από την Ηφαιστία την οποία αργότερα, το 1900, δημοσίευσε με σχόλια ο Αργύριος Μοσχίδης στην εφ. Νέα Ημέρα της Τεργέστης (Μοσχίδης: 1900).

Ο έτερος των ιδρυτών, ο Κατακουζηνός Πάρκας (ή Μπάρκας), υπήρξε πλούσιος πλοιοκτήτης και αναφέρεται το 1833 σε προικοσύμφωνο (Γεροντούδης: 1971, σ. 10).

Από τότε ο ναός θα ανακαινίστηκε πολλές φορές, αλλά το μέγεθός του, σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες, παρέμεινε το αρχικό, που είναι αρκετά μεγάλο για τα δεδομένα του οικισμού. Μια ανακαίνιση πρέπει να έγινε το 1928, αν κρίνουμε από τη χρονολογημένη αγιογραφία που υπάρχει στη θύρα της Ωραίας Πύλης, με θέμα τον Ιησού προσευχόμενο στο όρος των Ελαιών. Την υπογράφει ο αγιογράφος Μάνος Παπαμαλής (1901-1993) από το Πορτιανού, ο οποίος από τα μέσα της δεκ. ’30 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καβάλα. Ήταν γιος του λαϊκού ζωγράφου-αγιογράφου Γρηγορίου Παπαμαλή (1871-1941) από τα Μοσχονήσια που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Πορτιανού από τις αρχές του 20ού αιώνα (Κοντέλλης: 1998, σ. 225). Της ίδιας εποχής ή παλιότερες είναι οι δώδεκα μικρές εικόνες των Αποστόλων και η εικόνα του Αγίου Κεραμίου, οι οποίες στολίζουν το τέμπλο του ναού της Αγ. Φωτίδας. Όλες αυτές είναι επιτόπιες διαπιστώσεις που έκανα στα μέσα της δεκ. ’90.

"Ο Ιησούς στο Όρος των Ελαιών", Μάνος Παπαμαλής 1928 (φωτ. Θ. Μπελίτσος 1995)

Ανακαίνιση έγινε και το 1964, όπως μας πληροφορεί η ως άνω κτητορική επιγραφή, από την προσκυνήτρια Ανθούλα Ε. Ρακατζή, τον Ευστράτιο Ρηγόπουλο και τη Μαριάνθη Φραγκούλη. Αλλά το ενδιαφέρον των πιστών δεν εξαντλήθηκε. Το 1976-77 έγινε νέα συντήρηση του ναού και αντικαταστάθηκαν οι παλιές μεγάλες εικόνες του τέμπλου. Η εκκλησία σοβατίστηκε και βάφτηκε, με αποτέλεσμα να μην διακρίνονται τα ίχνη της παλιάς λιθοδομής για να διαπιστώσουμε αν έχουν ενσωματωθεί σε αυτήν αρχαία μάρμαρα, κάτι που συνηθιζόταν παλιά. Μόνο ένα κομμάτι μαρμάρινου κίονα υπάρχει στον περίβολο. Το 1995, έγιναν εργασίες συντήρησης, τρίφτηκαν τα μάρμαρα του δαπέδου και γενικά η ετήσια κοσμοσυρροή συντηρεί το ενδιαφέρον των επιτρόπων της Αγ. Φωτίδας. Το 2009-2010 έγινε μια ακόμα ανακαίνιση με δαπάνη της οικογένειας του Βάιου Παφτίνου, όπως αναφέρει νεότερη επιγραφή.

 

Άλλα εξωκλήσια

Ο Άγ. Γιάννης Κώμης, όπως ήταν παλιά (φωτ. Παντελής Πραβλής)


 

Ο Άη Γιάννης. Η επικράτηση των Χριστιανών στις ιδιοκτησίες της περιοχής επιβεβαιώνεται και από το εξωκλήσι του Άη Γιάννη που βρίσκεται μέσα σε έναν αγρό, εκατό μέτρα δυτικά της Κώμης. Σύμφωνα με μια λιθανάγλυφη επιγραφή στο βορινό τοίχο του, κτίστηκε το 1877. Έχει μια πολύ όμορφη εικόνα του απόστολου και ευαγγελιστή Ιωάννη, η οποία παραδόξως φέρει ημερομηνία «29 Αυγούστου 1915». Το παράδοξο έγκειται στο ό,τι στις 29 Αυγούστου δεν γιορτάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αλλά ο Πρόδρομος, ο λεγόμενος Άη Γιάννης ο Παραξ’σμός ή Αποκεφαλιστής, καθώς τιμάται η ανάμνηση της Αποτομής της κεφαλής του Ιωάννη Βαπτιστή.

Το όμορφο αυτό ξωκλήσι σήμερα δεν υπάρχει στην παλιά του μορφή. Λίγα χρόνια ύστερα από το 1995 που είχα επισκεφτεί την περιοχή και έκανα μια πρώτη δημοσίευση για το θέμα στη «Φωνή του Μούδρου», «ανακαινίστηκε εκ βάθρων» τουτέστιν κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε άλλο το οποίο δεν θυμίζει τα παραδοσιακά πέτρινα ξωκλήσια του νησιού (Μπελίτσος: 1996 και 2012).

 

Η Άγια Καματερή. Τετρακόσια περίπου μέτρα ανατολικά της Κώμης, στ’ αριστερά του αμαξιτού δρόμου προς το Κοντοπούλι, υπάρχει άλλος ένας ναΐσκος, στον περίβολο του οποίου είχα εντοπίσει κομμάτι μαρμάρινου κίονα στα μέσα της δεκ. ’90 που είχα επισκεφτεί το μέρος. Στις σημειώσεις μου τον είχα καταγράψει ως ναό του Αγίου Αντωνίου. Πριν από λίγα χρόνια διάβασα πως λέγεται Άγια Καματερή, σε ένα σχόλιο του Αντώνη Μπαλή, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από το Ρωμανού και ανέφερε ένα ενδιαφέρον ιστορικό σχετικά με την ανέγερση του ναού, το οποίο παραθέτω αυτούσιο:

«Πάνω από την Άγια Φωτίδα είναι η Άγια Καματερή. Φτιάχτηκε προς τιμή του αδερφού της γιαγιάς μου, που, όντας στον στρατό των ΗΠΑ, σκοτώθηκε στην Ευρώπη, στον Α΄ παγκόσμιο. Η σωρός του πήγε Αμερική και επέστρεψε στο χωριό μας σε στρατιωτικό φέρετρο με περτσίνια, που μη μπορώντας να το ανοίξουν μπήκε έτσι στον τάφο… μπορείς να το δεις από έξω στον τάφο, στην Αγία Ελένη» (Αντώνης Μπαλής: 2018).

Πανηγύρι Αγ. Φωτίδας, 1948 περίπου. Χρυσόστομος Καπάνταης, βιολί. Χρήστος Παντζαράς, σαντούρι. Χαράλαμπος Προσκεφαλάς, κλαρίνο (φωτ. αγνώστου).


Κάθε καλοκαίρι, την πρώτη μέρα του Αυγούστου, το μικρό και έρημο χωριουδάκι της Κώμης ζωντανεύει από τους προσκυνητές και τους πραματευτάδες. Οι ψαλμωδίες από την εκκλησία, οι φωνές των παιδιών γύρω από τους πάγκους με τα παιγνίδια και το σκούξιμο των γουρτζελιών που αλλάζουν ιδιοκτήτη, θυμίζουν παλιότερες εποχές, χαμένες ίσως για πάντα στη λήθη του χρόνου, όταν ακουγόταν ακόμα η λημνιά συντυχιά:

«Πάμι αγορούδιμ στην Αγιά Φουτίδα, σντ Κώμ, να πάρωμ γουρτζελούδ, θέλ η μάνασ δυο κμάρια απ τς λαηνάδες κι άμαν έχ κατσίβελοι, θέλου και μια σκαλίδα. Παραγύστερα θα σι τρατάρω ένα σαμσά ή κανά λουκούμ και γαζόζα. Να πιώ κι εγώ κανέ ρακί με κομμάτ μελτζανούδις, ντοματούδια και τίποτις φούλια και τσάγαλα, και σα τζιτζνίσνε οι λυριστήδες, παίξι λυρούδαμ παίξι! Θα χορέψουμι το μπαλαρτό να φραθούμε κομμάτ».

Καλό μήνα!

Θοδωρής Μπελίτσος, 31.7.2022

Πηγές:
Γεροντούδης Λεωνίδας, «Η νήσος Λήμνος», Αθήναι 1971.
Κοντέλλης Κώστας Χ., «Το Πορτιανού της Λήμνου», 1998.
Κτιστάκη-Τραγάρα Ευτυχία, «Οι Οργεώνες της Λήμνου», Η Φωνή της Ατσικής 10 (Μάιος-Ιούλιος 2002).
Μοσχίδης Αργύριος, «Επιγραφαί του ιερού του Ηρακλέους από την Κώμη Λήμνου», Αμάλθεια Σμύρνης φ. 7.339 (Ιανουάριος 1902).
Μοσχίδης Αργύριος, «Η Λήμνος», Αλεξάνδρεια 1907.
Μοσχίδης Αργύριος, «Λημνιακαί επιγραφαί», Νέα Ημέρα Τεργέστης 1349/2337 (7/20-10-1900).
Μπελίτσος Θ., «Η Λήμνος και τα χωριά της», 1994.
Μπελίτσος Θ., «Η Αγία Φωτίδα της Κώμης», Η Φωνή του Μούδρου 123 (Ιανουάριος 1996) και Λημνιακά 2012, σελ. 211-213.
Μπελίτσος Θ., «Κώμη» στο «Λήμνος. Ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά», εκδ. Γ. Κωνσταντέλης 2010, σελ. 280-281.
Μπουλώτης Χρήστος, «Παραδοσιακές κρήνες της Λήμνου», Αρχαιολογία 50 (1994), σελ. 79-86.
Παντελίδης Γεώργιος, «Ιστορία της νήσου Λήμνου», Αλεξάνδρεια 1876.
Ρόκκος Μανόλης, «Η ιστορία της Λήμνου και τα σημερινά της τοπωνύμια», Ονόματα 14 (1994), σελ. 247-255.

Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», εκδ. Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1986.













"Novel..rights" A poem by Imad Eddin



 رواية..الحقوق.!

********************************************
شلال..من..ماء..!
يخرج..من..جبل...!
و..فارس..رمضاء..!
يعرج..على..جمل..!
يريد..الإرتواء..!
الرجل..نزل..!
قد..خلع..حزامه..!
و..رماه..بجانبه..!
شرب..و..إغتسل..!
و..عاود..و..إرتحل..!
و..ملكه..بقى..مكانه..!
و..بعد..!
أقبل..غلام..!
راكبا..حمار..!
شرب..و..إغتسل..!
 حمد..و..إستغفر..!
  و..عاود..و..إستأنس..!
بذات..الحزام..!
صدف..!
الطفل..!
فتح..الملتف..!
فحصد..الذهب..!
أموالا..و..جواهر..نفائس..!
أخذها..وإنصرف.!.
و..بعد..!
الرحيل..بقليل..!
يقبل..للسقاء..!
شيخ..عجوز..!
ليشرب..و..يغتسل..! 
و..بينما..هو..!
على..الحال..!
يعود..الفارس..للشﻻل..!
و..الرجل..المسن..يسأل..!
عن..الأمر..المفقود..!
فيجيب..الهرم..!
عن..سئله..بﻻ..علم...!
فأشهر..المغوار..!
 السيف..!
 و..قطع..الرأس..فطار..!
و..نيف..!
و..أصل..الحكاية..!
فمنذ..زمان..!!
الشيخ..الكبير..!
قد..قتل..!
والد..فﻻن..!
حين..كان..صغير..!
أما..الغلام..!
و..منذ..مئات..الأيام..!
أبوه..قد..عمل..!
سنين..!
عند..والد..!
صاحب..الحزام..!
عشرين..!
بعد..السنه..!
و..لم..يعطه..حقه..!
سبحانك..ربي..!
قد..آن..الأوان..!
الفارس..أخذ..!
بحق..أبيه..!
من..شيخ..الظﻻم..!
و..ذاك..الغلام..أخذ..!

بحق..أبيه..!
من..فارس..الحزام..!
و..تنتهي..الرواية..!
**********
*********************************
عماد الدين التونسي


Novel..rights.!

A waterfall..from..water..! Coming out..from..a mountain...! And.. Fares.. Ramada..! Limp..on..camel..! He wants..the perfusion..! The man.. came down..! He might..take off his belt..! And... he threw it next to him...! Drink..and..wash..! And..come back..and..go away..! And..his..remained..his place..! And..after..! I accept..boy..! Riders..a donkey..! Drink..and..wash..! Hamad..and..forgive me..! And.. come back.. and.. domesticate..! The same..the belt..! seashell..! Child..! Open.. coiled..! Reap..gold..! Money..and..gems..preciousness..! 

He took it..and left.!. And..after..! Leaving.. in a little while..! He accepts.. for the saqqa..! Sheikh.. old..! To drink..and..to take a bath..! And..while..he..! Anyway..! The knight returns to the waterfall...! And..the old man..asked..! About..the matter..missing..! He answers..the pyramid..! About..a question..no..knowledge...! Months..commando..! Sword..! And..cut off..the head..breakfast..! And..Neff..! And..the origin..the story..! Since..time..!!

Since..time..!!
 Sheikh..the great..! May..kill..! Father..so-and-so..! When..was..small..! As for..the boy..! And..hundreds..days ago..! His father..has..worked..! years..! When..father..! Owner..the belt..! twenty..! After..the year..! And..he didn't..give him his right..! Glory be to God..! Might..it's..time..! The knight..taken..! Really.. Dad..! From..sheikh..darkness..! And..that..the boy..taken..! Really.. Dad..! From.. Fares.. Belt..! And..the novel ends..!

 Imad Eddin