Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Λουί Αραγκόν ( 3 Οκτωβρίου 1897 - 24 Δεκεμβρίου 1982)



Ο Λουί Αραγκόν (Louis Aragon, Παρίσι, 3 Οκτωβρίου 1897 - Παρίσι, 24 Δεκεμβρίου 1982) ήταν Γάλλοςποιητής, μυθιστοριογραφός και δημοσιογράφος και για πολλά χρόνια μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Πήρε μέρος στο κίνημα του ντανταϊσμού ενώ αργότερα αποτέλεσε μαζί με τον Αντρέ Μπρετόνπρωτεργάτη του υπερρεαλισμού. Διετέλεσε εκδότης και τακτικός συνεργάτης των υπερρεαλιστικών περιοδικών Litterature και La Revolution Surrealiste.

Έργα

Εκδόσεις έργων του Αραγκόν στα ελληνικά

Μυθιστορήματα

Anicet ou le Panorama (Ανισέ ή το πανόραμα), 1921
Les Aventures de Télémaque (Οι Περιπέτειες του Τηλέμαχου), 1922
Le Paysan de Paris (Ο Παριζιάνος χωρικός), 1926
Les Cloches de Bâle (Οι καμπάνες της Βασιλείας), 1934 ― ελλην.μετάφρ.Γ.Παπακυριάκης, "ΟΔΥΣΣΕΑΣ"
Les Beaux Quartiers (Οι καλές συνοικίες), 1936 ― ελλην.μετάφρ. Μαν.Κορνήλιος, "ΟΔΥΣΣΕΑΣ"
Les Communistes (Οι Κομμουνιστές) (6 τόμοι), 1949-1951 & 1966-1967
Blanche ou l'oubli (Μπλάνς ή η Λησμονιά), 1967

Ποίηση

Les Yeux d'Elsa (Τα μάτια της Έλσας), 1942 ― ελλην.μετάφρ. Αλέξ. Μπάρας, "ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ"

Δοκίμια

Περί του ύφους, 1928


André Breton et Louis Aragon

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 


Ύπνος βαρύς σαν μόλυβδος

στον Philippe Soupault

Ο αγουροξυπνημένος κοιμώμενος ατενίζει τη ζωή με μάτια μικρού παιδιού
Κοιμώμενε πιο σύννεφο σκιάζει το γαλάζιο του μετώπου σου
Ο άνθρωπος κουνάει ένα κεφάλι πιο βαρύ κι από την καταιγίδα
Θα ήθελε να παίξει στις τέσσερις γωνιές μα δεν μπορεί Είν’ ολομόναχος
Η σφαίρα του ήλιου ματαίως του δίνεται
Ματαίως τα γείσα των γεφυρών
Ματαίως
Ο Ερρίκος ο Δ΄ τον προσκαλεί σ’ ένα παιχνίδι κυνηγητό
Ο κόσμος κυλά κατ’ απ’ τα πόδια του και δίπλα του οι περαστικοί έχουν πάντα το ίδιο πρόσωπο
Οι πιο βιαστικοί μοιάζουν πιο νέοι κι οι πιο ηλικιωμένοι βαριούνται τη ζωή τους(2)
Βλέποντας την δεν θα πιστεύαμε πως η πόλη δεν είναι από χαρτόνι ούτε πως τα βράδυα
Ψεύτικη σαν τις κόρες των ματιών των γυναικών και των επιστήθιων φίλων
Τι κινδύνους διατρέχω Ακίνητος στο παραπέτο του σύμπαντος
Αν ήταν να χαθώ σ’ αυτή τη δαγεροτυπία η όψη των σπιτιών στις οχτώ η ώρα θερινή
Ο ίλιγγος η διακόσμηση γίνονται το πρόσωπο της ζωής
Το πρόσωπο της κόρης εκείνης που τόσο αγάπησα
Για τις παλάμες της τα μάτια της και την ηλιθιότητα της
Πόσο ψευδόσουν υπέροχα τοπίο του έρωτα
Κι εκείνη η μικρή σπηλιά στο κούφωμα των ώμων σου
Και τ’ ανατριχιάσματα που κυλούσαν σαν τις σταγόνες στο πρόσωπο μου
Οργή οργή μα τραγουδούσες με χαμηλή φωνή σαν να ‘σουν η πιο αθώα στη γη
Και δεν έβρισκες παρά σύμφωνα κουφά
Ήχοι τραβηγμένοι από το αίμα για να ονοματίσουν τα χείλη τα χάδια
Ό,τι χόρευε ανάμεσα σε δυο σώματα η φλόγα της επιθυμίας κερί
Το βούισμα των μυγών στα φρούτα είμαι εγώ
Κι όταν αφηνόμουν ελεύθερος άφηνες με νόημα το μπράτσο σου να κρέμεται ώριμο
Μπορεί δίχως κόπο να νυστάζει
Δεν είναι νεκρό Κινείται σ’ έναν κόσμο πιο ελαστικό
Μη μου μιλάτε για το φως του ήλιου
Προσμένω την κόρη της ανάμνησης να ξαναγεννηθεί
Τρύπα φρικτή στη μνήμη
Μια λίμνη που μπορεί κανείς να δει ανθρώπους να πνίγονται να καταβυθίζονται να κρατούν από την ασφυξία το λαιμό τους αλλά να μην μπορούν να πιουν ούτε μια γουλιά νερό
Καμία μεταμέλεια δεν δύναται να σε ξυπνήσει
Κι αισθάνεσαι το κρεβάτι κάτω από τους νεφρούς σου
Ίσαμε και το έσχατο τούτο στήριγμα να κατακρημνιστεί και να κατρακυλήσεις στο κενό
Σε μια χώρα του ονείρου υπόγεια
Ξαναπέφτω λοιπόν κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια
Τα βιβλία είναι ακόμα πορφυρά και επίχρυσα
Δεν υπάρχει παρά μονάχα μία γραμμή για το μέλλον
Εκεί ανάμεσα στ’ αναρριχητικά φυτά δασών οικείων
Ανάβαμε φωτιές με σπασμένα κλαδιά ξερά κι η πυξίδα έδειχνε ακόμα το Βορρά
Αρκεί οι βαστάζοι να μην εξεγείρονταν
Αρκεί οι κοιμώμενοι να μην ξυπνούσαν
Σώμα μου σε φωνάζω μ’ ένα όνομα που τα χείλη έχουνε λησμονήσει από την πρώτη μέρα της δημιουργίας
Το σώμα μου το σώμα μου είν’ ένας κόκκινος χορός είν’ ένα μαυσωλείο μια πιστολιά στα περιστέρια πίδακας πυρετός
Ποτέ ξανά δεν θα τραβήξω τον νέον αυτόν από την αγκαλιά του δάσους.
Από τη συλλογή "Η αέναη κίνηση(1)"
(1925)
Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


https://www.vakxikon.gr/



Οι ποιητές
(Αποσπάσματα)
Λόγια σε πρώτο πρόσωπο
Δεν υπάρχει σπιθαμή
από τη σάρκα μου
ή την ψυχή μου
πού να μη φέρνει
το σημάδι μιας ουλής
τη θύμηση μιας πληγής˙
Η θάλασσα στα μάκρη της
έκανε δίχως οίκτο την καρδιά μου
ένα καρούλι.
Τρίζει μέσα μου αυτή η καρδιά
σαν πόρτα.
Το σώμα μου θυμάται στο πετσί του
όλες τις πληγές των χρόνων.
Κρατώ ό,τι πρέπει ατόφιο
ίσαμε να χαθώ
και με το να κρατάς σφιχτά τον κόσμο
δεν είσαι παρά μια πληγή
το ξεθωριασμένο παλιόδερμα
ενός βρωμοταμπούρλου.
Για να θριαμβεύσω πάνω στη δοκιμασία
βουτηγμένος ζωντανός σε καυτό λάδι
δεν μού χρειάστηκε να περιμένω
τα χρόνια του Διοκλητιανού.
Ρίχτηκα με φυσικότητα στα θηρία,
είναι ένα πανάρχαιο παιχνίδι,
κάτω απʼ τα νύχια τους
άνθρωποι πού τραγουδάνε.
Είμαι ο γέροντας της Πάτμου
την επαύριο των διωγμών
ο πού κουρνιάζει στο βάθος σπηλιάς
έχοντας ο ουρανός μια σχισμή
σαν γυναικείο αιδοίο
και η μέρα του ξεπροβάλει
από τούτη την χοάνη
ο αγέρας από δώ
φυσάει το πάθος του.
Για να ʼρθω δώ
πού βρίσκομαι
τα πόδια γδέρνονται
στις πέτρες του αναχώματος.
Αυτοί πούʼ ναι απέξω
δεν το αποκοτούν
έχουν αλλιώτικες έγνοιες
πάνε κάθε της νύχτας
να σηκώσουν τα δίχτυα τους
βλέπω να γλιστρούν από δω,
μακριά στα νερά
οι βάρκες και οι πυρσοί τους.
Είναι λοιπόν πρωί-πρωί
στις αμμουδιές
πού χτυπούν τα πουλιά
πού ακούω να πέφτουν
χτυπημένα τα φτερά
με το άγγιγμα του βέλους.
Άλλοι πού δε ζουν
με το κυνήγι ή το ψάρεμα
υφαίνουν μαλλί
και πλέκουν καλάμια.
Αθώο αρχιπέλαγος
πώς να ζήσεις και να πεθάνεις
στην ευκρίνεια των σημάτων.
Τοπίο στην λεπτομέρεια
κάτω από τις καρτερικές οπλές
περαστικών κοπαδιών
όπου τίποτα δεν μπορεί να περιμένει
παρά την ώχρα του ουρανού
και την αγρανάπαυση
ενός πελώριου ροδώνα
στα δυτικά.
Από το ανέκδοτο στην Ελλάδα ποιητικό έργο του Λουί Αραγκόν, διάλεξα να μεταφράσω αποσπάσματα από τους «Ποιητές» (Les poètes, 1960) όπως βρίσκεται στην ανθολόγηση με τίτλο ARAGON του Ζορζ Σαντούλ για την σειρά Poètes dʼ aujourdʼ hui των εκδόσεων Seghers (Paris, 1967).Στάθης Λειβαδάς
Πάτρα, Σεπτέμβρης 2014
μτφρ:Στάθης Λειβαδάς
ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Στου δάσους μέσα τα θαμνάκια χθόνιες
Πετάξαν υποψίες και υπόνοιες
Των αστεριών οι στίχοι στο σκοτάδι
Πιαστήκαν απ' το πάνστιλπνο μαγνάδι
Της μοσχοβολισμένης γύρω νύχτας
Στιχάκια ίδια
Πουλιά που κάθονται στα κεραμίδια

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ

Η φωνή η στεντόρεια των ρευμάτων
Γλυκά με νανουρίζει με κοιμίζει
Τοπίο ονείρου η εξοχή
Να ζεις χωρίς ανακωχή
Και να ξυπνάς αυτό που μου θυμίζει
Λόγια των γονιών μου των φευγάτων
μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

https://diastixo.gr/

Louis Aragon - Elsa Triolet

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ
Τόσο βαθιά τα μάτια σου πόσκυψα να πιω πάνω
Κι είδα τους όλους ήλιους σ’ αυτά ν’ αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω

Κάτω από σύννεφο πουλιών μουντός ωκεανός
Και φέξιμο ύστερα ουρανών στα μάτια σου ανεφέλων
Το θέρος κόβει σύννεφα στις ρόμπες των αγγέλων
Πάνω απ’ τα στάχυα ο ουρανός τόσο είναι γαλανός

Πασχίζει η αύρα του γλαυκού τα νέφη ν’ αλαφιάσει
Τα μάτια σου πιο διάφανα στο δάκρυ τους υγρά
Που κι ο ουρανός ο απόβροχος ζηλιάρης τα τηρά
Γαλάζιο τόσο το γυαλί στο μέρος πόχει σπάσει

Μάνα των εφτά βάσανων σελαγισμέ μου υγρέ
Εφτά ρομφαίες πέρασαν το πρίσμα των χρωμάτων
Οι ωραίες μέρες έχουνε πικρό το χάραμά των
Η μελανόστικτη ίριδα στα μαύρα είναι πιο μπλε

Τα πονεμένα μάτια σου ρήγμα διπλό ανοιγμένο
Απ’ όπου μεταγίνεται το θαύμα σαν μεμιάς
Οι Μάγοι οι τρεις αντίκρισαν με χτύπο της καρδιάς
Το φόρεμα της Παναγιάς στη φάτνη κρεμασμένο

Λόγια στου Μάη τη μουσική και στον πολύ καημό
Θα ’φτανε κι ένα μοναχό στόμα να δώσει πλέρια
Μονάχα ένα άπειρο στενό και θα ’πρεπαν στ’ αστέρια
Τα μάτια σου με των Διδύμων τον αστερισμό

Ούτε παιδί που εκστατικό θαυμάζει ωραίες εικόνες
Δε στήνει μάτια σαν κι εσέ μεγάλα φωτερά
Δεν ξέρω αν λες και ψέματα σα γίνονται γλαρά
Άγριες θαρρείς απ’ τη βροχή κι ανοίγονται ανεμώνες

Να κρύβονται άραγε αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Που εντόμων μέσα της σφοδρός ερωτισμός ανάφτει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ σαν το ναύτη
Μεσαύγουστο από κύματα πόχει άξαφνα αρπαχτεί

Τράβηξα αυτό το ράδιο από ουρανίτη ουσία
Τα δάχτυλά μου καίγοντας σ’ απρόσιτη φωτιά
Κοντά μου είσαι παράδεισε κι ωστόσο είσαι μακριά
Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου κι Ινδία

Κι ήρθε ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια
Σε βράχους που τους κόρωσαν οι ναυαγοί μα εγώ
Πάνω απ’ τη θάλασσα έβλεπα ζευγάρι λαμπερό
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας
Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης
Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας», Καστανιώτης 2000

http://ppirinas.blogspot.com/



Elsa Triolet et Louis Aragon , 1945 
Photo Henri Cartier-Bresson


Στην πρωτοπορία της τέχνης και της ζωής

Μικρό αφιέρωμα στον κορυφαίο Γάλλο κομμουνιστή ποιητή και πεζογράφο, με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατό του
Εφημερίδα Ριζοσπάστης Κυριακή 26 Γενάρη 2003

Από τη σουρεαλιστική «έκρηξη»...

Ο Αραγκόν ήταν πρωτοπόρος, τόσο στην αισθητική, όσο και στην πολιτική του επιλογή. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα δεν υπολείπεται σε σπουδαιότητα της επιρροής του στα ευρωπαϊκά γράμματα. Οπως και άλλοι, μετέπειτα διάσημοι, καλλιτέχνες και διανοούμενοι της γενιάς του, γνώρισε από κοντά το μακελειό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, υπηρετώντας στο μέτωπο σαν νοσοκόμος, αφού από το 1915 είχε γραφτεί στην ιατρική σχολή του Παρισιού. Το 1917 αρχίζει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Η λήξη του πολέμου θα σημάνει και τη λήξη των ψευδαισθήσεων για τους ευρωπαϊκούς λαούς, ενώ η Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση θα δείξει την προοπτική. Η δυτική προοδευτική ευρωπαϊκή διανόηση, αηδιασμένη από τον πόλεμο θα εκφραστεί μέσα από ριζοσπαστικά καλλιτεχνικά κινήματα, των οποίων η διάρκεια θα είναι σύντομη μεν, καθοριστική ωστόσο ως προς τις επιρροές στη μελλοντική πνευματική παραγωγή. Το «Νταντά» θα είναι το πρώτο από τα κινήματα αυτά που θα συσπειρώσει αυτή τη διανόηση, μεταξύ αυτής και τον Αραγκόν. Το 1920 θα εκδώσει την ντανταϊστική ποιητική συλλογή «Πυροτεχνήματα» που θα είναι και το πνευματικό του «εισιτήριο» στη λογοτεχνία.

Τρεις σπουδαίοι:
Αραγκόν, Ρίτσος, Τσαρούχης
στην υποδοχή του πρώτου 
Ηδη, από το 1919, μαζί με τον Αντρέ Μπρετόν και τον Φιλίπ Σουπό εκδίδουν το μοντερνιστικό περιοδικό «Λογοτεχνία». Η ίδια ομάδα, ακόμη πιο προωθημένη ιδεολογικά και αισθητικά από το «νταντά» - το οποίο είχε ήδη κλείσει τον κύκλο του - θα αποχωρήσει από αυτό το 1922 και μαζί με τον επίσης μεγάλο Γάλλο κομμουνιστή, επίσης, ποιητή, Πολ Ελιάρ, θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία του σουρεαλιστικού κινήματος. Ο Αραγκόν αναδεικνύεται μεταξύ των κυριότερων εκφραστών του σουρεαλισμού με έργα όπως η ποιητική συλλογή «Αέναη κίνηση», το μυθιστόρημα «Ο χωρικός του Παρισιού», η συλλογή δοκιμίων «Πραγματεία ύφους» κ.ά. Η φαντασία, η ευρηματικότητα της γραφής, η βιαιότητα της έκφρασης - συστατικά στοιχεία του σουρεαλισμού - βρίσκουν στον Αραγκόν τις καλύτερες στιγμές τους και δημιουργούν τομή στα ευρωπαϊκά γράμματα με βάθος που ούτε καν οι σουρεαλιστές μπορούσαν να προβλέψουν.

Από τη γέννησή του το σουρεαλιστικό κίνημα απέρριψε και πολέμησε με λύσσα, κάθε αστική έκφανση της αντιδραστικής αντίληψης «τέχνη για την τέχνη». Ηταν μοιραίο, οι σουρεαλιστικές συγκεντρώσεις να είναι ταυτόχρονα και ουσιαστικά, πολιτικές. Αλλωστε, πολλοί από τους μετέπειτα σουρεαλιστές είχαν στο παρελθόν έρθει σε επαφή με τους εξόριστους μπολσεβίκους, με επιφανέστερο από αυτούς τον ίδιο τον Λένιν. Πολλοί ντανταϊστές επίσης εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα και επιφανείς Γερμανοί ντανταϊστές πήραν μέρος στην επανάσταση του '19. Ηταν επόμενο λοιπόν να συνδεθεί ο βασικός πυρήνας των σουρεαλιστών με το κομμουνιστικό κίνημα. Γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα την ομαδική προσχώρηση της «ηγεσίας» του κινήματος (Αραγκόν, Μπρετόν, Ελιάρ, Περέ) στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα το 1927.

... στη ρήξη

Το 1930 ο Αραγκόν θα ταξιδέψει στην ΕΣΣΔ και συγκεκριμένα στο Χάρκοβο, για να συμμετάσχει, εκ μέρους των σουρεαλιστών, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επαναστατών Συγγραφέων. Δυο χρόνια πριν είχε γνωρίσει τη γυναίκα της ζωής του, την Ελσα Τριολέ. Το ταξίδι αυτό θα είναι καθοριστικό, τόσο για την εμβάθυνσή του στον διαλεκτικό υλισμό, όσο και για τις αισθητικές του αναζητήσεις που θα τον φέρουν σε επαφή με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η επιστροφή του θα είναι καθοριστική και για το σουρεαλιστικό κίνημα, αφού θα σημάνει την πρώτη σοβαρή ιδεολογική αντιπαράθεση στους κόλπους του, η οποία θα οδηγηθεί στη γνωστή - και θορυβώδη, όπως ταίριαζε στους σουρεαλιστές - ρήξη του Αραγκόν με τους φίλους του, το 1932. Την επόμενη χρονιά θα διαγραφεί από το ΚΚΓ όλη η σουρεαλιστική ομάδα που εντάχθηκε το 1926, πλην του Αραγκόν, ο οποίος θα παραμείνει μέλος του Κόμματος μέχρι το τέλος της ζωής του. Εδώ βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί, ότι από τους διαγραφέντες σουρεαλιστές, πολλοί εξακολούθησαν να έχουν στη συνέχεια επαφή με το προοδευτικό κίνημα, όπως ο Ελιάρ, ο οποίος, θυμίζουμε, συνάντησε τους αντάρτες του ΔΣΕ στα βουνά και «τραγούδησε» τον αγώνα του ελληνικού λαού για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό.
Πάντως, ο Αραγκόν δεν είχε στο μυαλό του τη διάλυση του σουρεαλιστικού κινήματος. Το αντίθετο. Επιχείρησε να το εμπλουτίσει με τον μαρξισμό γιατί εκεί έβλεπε την προοπτική αυτού του κινήματος. Σε ένα άρθρο του μάλιστα μετά την επιστροφή του από την ΕΣΣΔ γράφει, μεταξύ άλλων: «Η αναγνώριση του διαλεκτικού υλισμού σαν μοναδικής επαναστατικής φιλοσοφίας, η κατανόηση και η ανεπιφύλακτη αποδοχή αυτού του υλισμού από τους ιδεαλιστές διανοούμενους, όσο συνεπείς κι αν είναι, για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων θεμάτων της επανάστασης - να ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης των σουρεαλιστών...».

Μια ιστορική συνάντηση

Ο ποιητής θα στρατευτεί και στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αυτή τη φορά σαν αντιστασιακός. Το 1942 άρχισε να εκδίδει και το παράνομο περιοδικό «Τα γαλλικά γράμματα». Μέσα στην καρδιά του πολέμου θα γράψει πολλά αντιστασιακά έργα, αλλά και το εξάτομο μυθιστόρημα «Οι Κομμουνιστές» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τη «Σύγχρονη Εποχή»).
Ο Αραγκόν ωστόσο δε θα εγκαταλείψει τον σουρεαλισμό ως αισθητική έκφραση και μάλιστα δε θα τον δει σε αντιπαράθεση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό αλλά και την πολιτική στράτευση. Οσο και αν οι σουρεαλιστές, πρώην φίλοι του, τον κατηγόρησαν για τα έργα του μετά το '30, όπως το αφηγηματικό ποίημα «Κόκκινο μέτωπο» και την ποιητική συλλογή «Ζήτω τα Ουράλια», ο Αραγκόν απέφυγε να τους κατηγορήσει και απαντούσε μέσα από το έργο του, αλλά και από τα κριτικά του κείμενα. Πάνω σε αυτό, αλλά και σε άλλα σημαντικά θέματα, ο Αραγκόν μίλησε και μέσα από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη», στη συνέντευξη που παραχώρησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Αθήνα το 1980.
Η συνάντησή του με την αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ που τον καλωσόρισε (η οποία αποτελούνταν από το μέλος του ΠΓ, Ρούλα Κουκούλου και το μέλος της ΚΕ, Γιώργη Μωραΐτη) ήταν κάθε άλλο παρά εθιμοτυπική και όχι μόνο λόγω των συντροφικών δεσμών. Ο Αραγκόν, όπως και πολλοί άλλοι ξένοι διανοούμενοι, συμπαραστάθηκε ενεργά στους Ελληνες πολιτικούς κρατούμενους στα μαύρα μετεμφυλιακά χρόνια. Γι' αυτό και τα πρώτα λόγια του στην αντιπροσωπεία του Κόμματος εξακολουθούν να συγκινούν: «Νιώθω μεγάλη συγκίνηση γιατί αυτή τη στιγμή είμαι μαζί σας. Οταν επισκέπτομαι τις διάφορες χώρες δέχομαι εθιμοτυπικές επισκέψεις. Η δική σας όμως δεν είναι τέτοια. Ημουν και θα είμαι πάντα στο πλευρό του ΚΚΕ». Και όταν η αντιπροσωπεία της ΚΕ τον ευχαρίστησε γι' αυτή τη συμπαράσταση στους εξόριστους αγωνιστές, ο Αραγκόν απάντησε: «Είστε οι σύντροφοί μου. Αυτό ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω απέναντί σας. Ηταν χρέος τιμής». Μεταξύ των αγωνιστών υπέρ των οποίων πρωτοστάτησε για την απελευθέρωσή τους ο Αραγκόν, ήταν και ο Γιάννης Ρίτσος. «Ο Ρίτσος είναι ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμουν μέσα από τα ποιήματά του χωρίς ακόμα να τον έχω γνωρίσει προσωπικά, την εποχή που τον καταδίωκαν. Ο Ρίτσος είναι αναμφισβήτητα ένας μεγάλος Ελληνας». Οι δύο ποιητές συναντήθηκαν την ίδια μέρα που μίλησε ο Αραγκόν στο «Ρ».

Κριτική ματιά

Στο «Ρ» ο Αραγκόν ξεκαθάρισε βασικά πράγματα. «Οσο για μένα» είπε σε μια αποστροφή του λόγου του, «ήμουνα πάντα σουρεαλιστής δεν είναι έτσι; Δεν ξέρω αν αυτό είναι κακό. Θέλω να πω, ότι πάντα έπαιρνα από το σουρεαλισμό τα σημαντικά εκείνα στοιχεία που αυτή η τέχνη κλείνει μέσα της, πράγμα που θα εξακολουθήσω να κάνω. Ομως πρέπει και πάλι να το πούμε ότι οι εποχές και οι συνθήκες είναι διαφορετικές κι έτσι πρέπει να κρίνουμε τα πράγματα. Γι' αυτό κι εγώ σήμερα είμαι πάρα πολύ προσεκτικός σε όσους έχουν επιβιώσει από αυτό το κίνημα που μπορεί να μην είναι όλοι της γενιάς μου, αλλά μοιάζουν μ' εκείνους». Για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ο Αραγκόν έγραψε και είπε πολλά, κυρίως όταν βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπιστεί το έργο και την ιδεολογία του απέναντι στους επικριτές του: «Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην ανάπτυξη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και την ανάπτυξη των παλιότερων λογοτεχνικών σχολών. Εκείνες δεν μπορούσαν να ζήσουν παρά μόνο σε μιαν αποκλειστική πολεμική, καταδικάζοντας κάθε τι που δεν ήταν αυτές οι ίδιες. Η πάλη του σ.ρ. είναι άλλου είδους. Διεξάγεται αλλού. Και γι' αυτό το λόγο ο σ.ρ. μπορεί να επωφεληθεί απ' ό,τι γεννιέται έξω από αυτόν, μπορεί πάντοτε να ερμηνεύει, να προσανατολίζει προς τη δική του κατεύθυνση ακόμα και στοιχεία που είναι αντίθετα. Γιατί ο τελικός σκοπός του δεν είναι να οδηγήσει στο θρίαμβο ενός στιλ, αλλά στο θρίαμβο μιας αντίληψης για τον κόσμο. Το να θεωρούμε το σ.ρ. σαν μια συγκροτημένη τέχνη που αντιτίθεται σε άλλες που την ανταγωνίζονται, μου φαίνεται ελάχιστα σοβαρό. Εχω, από τη μεριά μου - για το σ.ρ. - μιαν αντίληψη ανοιχτή, που επιτρέπει στον καλλιτέχνη που την ασπάζεται να πλουτίζει ο ίδιος και η τέχνη του, όχι μόνο σε ένα κλειστό λιβάδι, αλλά παντού όπου θα βρει τη βοσκή του, διατηρώντας πάντα την κριτική επιφύλαξη των αντιλήψεών του. Ο σ.ρ. είναι η εμπροσθοφυλακή της πρωτοπόρας λογοτεχνίας. Αυτό όμως προϋποθέτει πως η λογοτεχνία υπάρχει πέρα απ' αυτή την εμπροσθοφυλακή».

Υπήρξαν όμως πάντα εκείνοι που είχαν σχεδόν «θριαμβολογήσει» για ορισμένα μεταπολεμικά του έργα και κριτικά κείμενα (το ιστορικό μυθιστόρημα «Η Μεγάλη Εβδομάδα», 1958, κ.ά.) τα οποία είχαν εκληφθεί ως «απομάκρυνση» από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Απλώς δεν είχαν κατανοήσει το αισθητικό «σύμπαν» του ποιητή. Ο ίδιος είχε απαντήσει εκείνη την εποχή: «Λυπάμαι πολύ που τους απογοητεύω, αλλά πέφτουν ολότελα έξω. Η "Μεγάλη Εβδομάδα" δεν είναι εγκατάλειψη αλλά ανάπτυξη της μεθόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Οι φοβισμένοι...

Το ότι ο Αραγκόν ήταν συνεχώς στην πρώτη γραμμή της τέχνης και της ζωής δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τα πολλά βραβεία (μεταξύ αυτών και το Βραβείο Λένιν το 1957) ούτε από τις θέσεις, όπως αυτή του διδάκτορα στα Πανεπιστήμια της Πράγας και της Μόσχας και του μέλους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Ο Αραγκόν ενοχλούσε και φόβιζε στη ζωή και εξακολουθεί να ενοχλεί και να φοβίζει μετά το θάνατο, με το έργο του, όσους πραγματικά πρέπει να φοβούνται. Την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατός του, μια γαλλική νεοφασιστική οργάνωση έβγαλε την εξής ανακοίνωση: «Οι λέξεις μάς λείπουν σήμερα για να διαδηλώσουμε τη χαρά μας. Δεν είμαστε απ' εκείνους τους φιλελεύθερους, που θα χύσουν κροκοδείλια δάκρυα για τον θάνατο ενός αντιγάλλου. Μετά από τον θάνατο του Μέντες Φρανς και του Μπρέζνιεφ, προαναγγέλλεται πράγματι ένας ωραίος χειμώνας για τους εθνικόφρονες»! Το σίγουρο είναι και πως τα κόμματα της γαλλικής αστικής τάξης - και όχι μόνο της γαλλικής - έτρεφαν τα ίδια αισθήματα για τον ποιητή, έστω και αν το μέγεθος της προσφοράς του στη λογοτεχνία της πατρίδας του επέβαλλε το στοιχειώδη σεβασμό και την αναγνώριση. Μάλιστα, στον παραπάνω λίβελο απάντησε ο Φρανσουά Μιτεράν μέσω ενός γράμματός του στο ΚΚΓ! Ακόμη και δυο μήνες πριν το θάνατό του, όταν γιορταζόταν το ιωβηλαίο του, ο Πανίκος Παιονίδης γράφει ότι «εξαπολύθηκε μια τέτοια κακόβουλη επίθεση ενάντια στους οργανωτές των γιορτασμών, που ανάγκασε τον Ζαν Ριστάτ, γνωστό ποιητή και διευθυντή του λογοτεχνικού περιοδικού του ΚΚ Γαλλίας "Ντιγράφ" να πάρει τον λόγο στην "Ουμανιτέ" και να υπερασπίσει μια δόξα ολόκληρης της Γαλλίας, που εκείνες τις μέρες ήταν φανερό πια ότι έφευγε».

Ο κομμουνιστής Αραγκόν θα «βγάζει» τη σουρεαλιστική του «γλώσσα» στους εκμεταλλευτές, μέχρι την τελική νίκη...

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

Βιβλιογραφία: 1) «Ριζοσπάστης» 17/10/19802) Αρθρο του Πανίκου Παιονίδη από τη «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ», Τεύχος 157, 19823) «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια»4) Λήμμα του Τίτου Πατρίκιου στο «Βιογραφικό Λεξικό»

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://www.rizospastis.gr/









ΑΘΗΝΑ ΚΟΤΣΟΒΟΛΟΥ " ΑΤΙΤΛΟ "


Όλα κάποτε αλλάζουν Οι αισθήσεις Οι παραισθήσεις Οι εμμονές Το ανόητο δέσιμο Σχέσεις αστοργίας Μονόπλευρες Τελειώνουν όλα εδώ Επιτακτικά …………….. Είμαι ελεύθερη





ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑ " ΑΤΙΤΛΟ "

Khoa Le - Vietnam artist.
Όταν όλες οι ευτυχίες
του κόσμου χάνονται
στο ταξίδι του χρόνου
κι έχει σκοτάδι στη ζωή,
το φθινόπωρο έρχεται θα φύγει
με δάκρυα κι εμείς
τις στάλες θα μετράμε
κάνοντας περίπατο,
ο καθένας χωριστά,
αυτά σκεφτόμουν πάλι
όταν βράδιασε,
πόσοι ελάχιστοι μείναμε
στην μοναξιά μας;
Γρηγορία Πελεκούδα





Γιώργος Βακαλό (1902 - 2 Οκτωβρίου 1991)

Από τη σειρά των φεγγαριών, π. 1979

Ο Γιώργος Βακαλό (1902 - 2 Οκτωβρίου 1991) ήταν Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης του 20ού αιώνα που διακρίθηκε ιδιαίτερα στη σκηνογραφία και στη ζωγραφική.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1902 και το πραγματικό του επίθετο ήταν Βακαλόπουλος. Πήρε τα πρώτα του καλλιτεχνικά μαθήματα στην Κωνσταντινούπολη με δάσκαλο τον Λύσανδρο Πράσινο ο οποίος τον δίδαξε ζωγραφική και μικρογραφία και το 1922 πήγε στο Παρίσι για σπουδές ζωγραφικής και σκηνογραφίας και επηρεάστηκε από το σουρεαλισμό. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1928 και έπειτα παρέμεινε στη Γαλλία όπου εργάστηκε σε διάφορες θεατρικές σκηνές μέχρι το 1940 όταν λόγω της γερμανικής εισβολής αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ελλάδα όπου συνεργάστηκε ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος με εγχώριες θεατρικές σκηνές. Το 1944, παντρεύτηκε την ποιήτρια και κριτικό τέχνης Ελένη Βακαλό. Στα τέλη του 1949 συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής ομάδας Στάθμη. Το 1957 ίδρυσε μαζί με τους Παναγιώτη Τέτση, τον Φραντζή Φραντζεσκάκη και τη σύζυγό του Ελένη, τη Σχολή Βακαλό που ήταν η πρώτη σχολή διακοσμητικής στην Ελλάδα ενώ παράλληλα έλαβε μέρος μέρος σε σημαντικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενώ πραγματοποίησε και σειρά ατομικών εκθέσεων.Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ), Πέθανε σε ηλικία 89 ετών και κηδεύτηκε στο Β΄ Νεκροταφείο, στα Πατήσια.

Τεχνοτροπία & έργο

Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο προσωπικό υπερραλισμό όπου πρωτεύοντα ρόλο έχουν η γραμμή και το χρώμα σε απαλές τάσεις και είναι έντονη η διακοσμητική διάθεση. Παρά τη συμμετοχή του το 1949 στην ομάδα Στάθμη, κράτησε αποστάσεις από το νεορεαλιστικό ρεύμα εντός των κόλπων της ομάδας και παρέμεινε πιστός στις μεσοπολεμικές αφαιρετικές τάσεις που είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια της μαθητείας του στη Γαλλία.

Συγγραφικό έργο

Σύντομη ιστορία Σκηνογραφίας, Κέδρος, 1979

ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΠΠΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ




ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΟΣΤΟΥΜΙ ΘΕΑΤΡΟΥ



 ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ



Ο ΗΛΙΟΣ ΚΙ ΑΝ ΠΑΓΩΣΕΙ

 ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ

COMEDIA DELL' ARTE


 Βάρκα 

Από όσα συμβαίνουν στο βυθό

Κήπος

Κορμοί δέντρων

Φλοιός Δέντρου

Βράχια, 1958

Φανταστικός χώρος

Όστρακα και Ψάρια

Κορίτσι, 1956

Φανταστικός κήπος

Σύνθεση, 1960

Ταυρομάχος

Οι πίνακες είναι από 


Σύντομη ιστορία σκηνογραφίας


Στο βιβλίο τούτο ο γνωστός ζωγράφος και σκηνογράφος Γιώργος Βακαλό χαράζει μέσα από τις αντιλήψεις που καθόρισαν τις σχέσεις σκηνής και κοινού τη διαδρομή των εξελίξεων όχι μόνο του θεάτρου αλλά και των κοινωνικών δομών που αντανακλά.























ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ " Κάπου ν' ακουμπήσεις " Ποιητική Συλλογή



ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ - Κάπου ν' ακουμπήσεις
Είδος - Ποιητική Συλλογή
Εκδόσεις - Μελάνι
Χρονολογία Έκδοσης - Ιούνιος 2018
Αριθμός σελίδων - 68
Διαστάσεις - 21x14
ISBN - 9789605911225
Επιμέλεια Κ.Θ. Ριζάκης
Μακέτα εξωφύλλου είναι του Γιάννη Γκανά.


Στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Δώρας Κασκάλη περιέχονται σαράντα ένα ποιήματα στα οποία η ποιήτρια, με μεταφορική γλώσσα και ευθύβολο, συγχρόνως, ρεαλισμό, με εκφραστική τόλμη και υπαινικτική τρυφερότητα, ανατέμνει το ερωτικό βίωμα σε όλες του τις μορφές, μιλάει για την αδυναμία της γλώσσας να προσφέρει πραγματική λύτρωση, αλλά και για το θαύμα της ποίησης, για αγαπημένους τόπους και για αγαπημένα πρόσωπα της ζωής και της μνήμης. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος 

Χωρίζεται σε δυο ενότητες (23+18 ποιήματα)

Α' Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό
Β'Κάποτε επουλώνεται


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ 

Από την ενότητα: Ψιχάλ’ από γαλακτοφόρο ουρανό

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ

Δεν ήξερε τα χέρια τι να κάνει
για να μην τρέμουν,
κομμένα από το μίσχο της στοργής.
Με βία τα φυλάκιζε στις τσέπες
κι αυτά κροτάλιζαν
στης έλλειψης τον άτονο ρυθμό.

Δύο γυναίκες στο απέναντι τραπέζι
μετρούσανε τις μέρες τους
με τα χαπάκια της χαράς,
τα εισιτήρια του ύπνου.
Ένα χλωμό παιδί καθότανε
ανάμεσά τους·
γούβες θαλασσινό νερό
τα μάτια του,
στα αδειανά μανίκια
σφύριζε ανοιξιάτικος Λεβάντες
και τ’ όνομά του ξεχασμένο
όπως η ρίζα απ’ το τραύμα
που κάποτε επουλώνεται.

Ήξερε τι να κάνει με τα χέρια της·
να τ’ αποθέσει στα δικά του,
να ταξιδέψουνε στο σώμα του
που θα ’παιρνε
πανάρχαιο όνομα
της πιο σπαραχτικής επιθυμίας.

 ✦    ✦    ✦    ✦

ΘΝΗΣΙΓΕΝΗ ΚΙ ΑΙΩΝΙΑ

Βαρδάρης. Έξι και μισή. Στο λεωφορείο.
Σταματημένοι στο φανάρι,
βλέπω σεντόνι απλωμένο
να ερωτοτροπεί στα σύρματα
με αεράκι φθινοπωρινό.
Αυτή την ώρα, νοτισμένο και βαρύ
δεν θα μυρίζει σαπούνι Μασσαλίας,
αλλά τα στήθη της γυναίκας
που χάιδευε την χθεσινή βραδιά
καθώς επάνω της θα το ’συρε
από ντροπή για τους λεκέδες
του χρόνου στο κορμί της.
Αν είχε φωνή, ίσως και να της έλεγε
ότι εκείνο
χωρίς λουλουδάτα ντεσέν
και μ’ ένα σχίσιμο στη δεξιά γωνία
τα καταφέρνει
να σαβανώνει το γκρίζο πρωινό,
διάφανο να φέρνει τούτο
τον ανυπόληπτο βυθό.

Να φυλακίζει πρόσκαιρα το κάλλος
την ώρα που το πιρουνιάζουνε
χρυσάφι κάνοντάς το
του ήλιου οι ακτίνες.

 ✦    ✦    ✦    ✦

ΟΝΕ

Γλίτωσα απ’ την αποθέωση
δεν έζησα την ύβριν
να νιώθω ότι μιλώ με τους θεούς,
απ’ την αγάπη πλανημένη.
Δεν την αρνήθηκα.
Μου επιβλήθηκε –τυχαία;–
η λυσσαλέα στέρησή της.
Και τώρα πια φρουρός
να παραστέκω στο ποτήρι
που αδειάζει ασυντρόφευτο
στο πιάτο που ορφανεύει στο τραπέζι
στο σεντόνι όπου βρωμίζει απ’ τα δεξιά
στα δώρα που ποτέ δεν
θα μου χαριστούν. Να τρώω
από του πόνου το καρβέλι
και να θριαμβεύω
στην κάθε μέρα
βασανιστική
ανθρωπινότητά μου.

Από την ενότητα: Κάποτε επουλώνεται

ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΙ

Σήμερα δεξιώνομαι τους ζωντανούς μου.
Στο τσιγκέλι ο μπαλτάς
στον καλόγερο το δεκανίκι.
Είμαστε πάλι ολόκληροι
σωσμένοι απ’ το σφαγείο
της μνήμης
της ασθένειας
της απουσίας.

Θα πιούμε ένα ξινόμαυρο
με μόνη παρενέργεια τη χαρά.
Θα φάμε
γεμιστά και φέτα
και θα δροσίσουμε
τα πόδια στο μωσαϊκό.

Το παρελθόν δεν θα εξαγοράσω
δεν θα ζητήσω αναδρομές.
Θα φτιάξω ένα μεσημέρι στο άχρονο
τη γραμμικότητα θα σπάσω της ανάσας
και θα εγκαθιδρύσω λίγων ωρών υγεία

Και μία καλοσύνη
να ταΐσουμε
τα στόματα πριν ξεχειλώσουν απ’ τη φρίκη.

✦    ✦    ✦    ✦

Λένε:
Όποιος άρρωστο ξενυχτάει
ξέρει.
Όποιος κρεμάει μαλάματα στο σκιάχτρο της ελπίδας
ξέρει.
Όποιος τα σπλάχνα του θερίζει με της αγάπης το μαχαίρι
ξέρει.
Όποιος μαθαίνει το σκοτάδι ενώ του έπρεπε το φως
ξέρει.

Νομίζαμε ότι ξέρουμε κι εμείς
εξαργυρώνοντας τα λάφυρα της εμπειρίας
στο εφημερεύον της ζωής ταμείο.
Και μείνανε τα χέρια αδειανά.

Τώρα εσύ πετροβολάς τον θάνατο
με τ’ αγκωνάρια της εξάντλησης
κι εγώ μάταια σε χαϊδεύω με τις λέξεις
γιατί μόνο έτσι μπορώ.

Μα σπουδάζοντας την αλαλία
το δύσκολο μάθημα της αφής
την ανατομία της συγγνώμης
ίσως να μάθουμε το σπάνιο της αγκαλιάς ιδίωμα
ξεχνώντας την παγκόσμια γλώσσα της μοναξιάς.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 


Η Δώρα Κασκάλη ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και στο μεταπτυχιακό της ασχολήθηκε με τη φιλολογική έκδοση των ποιημάτων του Γιώργου Θεοτοκά. 

Το 2010 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της «Στο τρένο» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (στη βραχεία λίστα του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω»). Το 2011 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις το μυθιστόρημά της «Κάτω». 
Το 2012 κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο, σε ψηφιακή μορφή, η νουβέλα της «Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα - Σπουδή ενός δόκιμου γραφιά» από την Ανοικτή Βιβλιοθήκη OpenBook.gr. Ακολούθησαν τα βιβλία: «Ο γατούλης στον κόσμο» (παιδική λογοτεχνία, Διόπτρα 2014) και «Ανταλλακτήριο ηδονών» (ποίηση, Σαιξπηρικόν 2014, Βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2015, ενώ αναμένεται να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει στα ιταλικά). 
To 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οκτώ «Το μαύρο κουτί της μνήμης τους», η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της. 

To Σεπτέμβριο του 2016 εκπροσώπησε το Υπουργείο Πολιτισμού στον Τρίτο Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Περίπατο που πραγματοποιήθηκε στην Στοά του Βιβλίου στην Αθήνα. 

Τον Μάρτιο του 2017 ανέλαβε το συντονισμό και την οργάνωση του 7ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Γυναικεία κραυγή» που πραγματοποιήθηκε στις 5-3-2017 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Θεσσαλονίκη. 
Το καλοκαίρι του 2018 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Κάπου ν’ ακουμπήσεις» από τις εκδόσεις Μελάνι. 
Συνεργάζεται με έγκριτα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά με διηγήματα, ποιήματα και άρθρα.
 ✦    ✦    ✦    ✦

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ  artandpress.gr

Δώρα Κασκάλη – Κάπου ν’ ακουμπήσεις : Η γυναικεία υπόσταση πλασμένη με λέξεις


 By Μαρία Μαυρίδου

Μια ποιητική συλλογή που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο Γυναίκες, μια που ακολουθώντας το νήμα των στίχων που χύνονται στις σελίδες της, λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες υπενθυμίζουν την ύπαρξη και τη διάστασή τους, για να πουν αυτό που οι γυναίκες σκέφτονται, φαντασιώνονται, είναι και ζουν. Η ορατή και αόρατη πλευρά της γυναικείας υπόστασης στο κοινωνικό, ερωτικό, υπαρξιακό πλαίσιο. Γυναίκες εντός και εκτός ορίων. Υποταγμένες κι επαναστάτριες. Γυναίκες της υπέρβασης και της παραίτησης. Γυναίκες στο κάδρο της καθημερινότητας, φορώντας τον μανδύα της ενοχής, απέναντι στον καθρέφτη της φθοράς και το θαύμα της γέννησης. Γεννούν και αναγεννιούνται, ενάντια  στο τελεσίδικο του θανάτου και στο μετά του έρωτα. Αναπνέουν, ονειρεύονται, δημιουργούν  κι αγωνίζονται. Παλεύουν με τη μνήμη του χθες και την αγωνία του αύριο. Απολαμβάνουν  τις φωτεινές στιγμές ή μπαλώνουν  το σχισμένο «πουκάμισο» της μέρας, ακροβατώντας ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον σαρκασμό. Τα χέρια πρωταγωνιστούν στο χάδι, ως ανάμνηση τρυφερότητας  ή  πάθους, ανάγκη επαφής ή ηδονής,  αναζητώντας Κάπου ν’ ακουμπήσεις, απαλλαγμένη από τον στενό κορσέ της κοινωνίας  και την ενοχοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας
«…Όταν μια μέρα θα με δεις
ζωντανή, ελεύθερη από κάθε ασφυχτική
κυρίαρχη επινόηση,
θα καταφέρεις μες σ’ αυτόν τον ανάλγητο
και άδικο καθρέφτη
να σε αντικρίσεις…»


Στη συζήτησή μας, η Δώρα Κασκάλη μιλά για όσα την εμπνέουν και την κινητοποιούν, γεννώντας δημιουργήματα λέξεων που άλλοτε γίνονται ποιήματα, άλλοτε διηγήματα, μυθιστορήματα ή και παιδικό βιβλίο, έτσι ώστε η μία έκδοση να διαδέχεται την άλλη. Όπως εξηγεί, όλα είναι αποτέλεσμα δουλειάς πολλών χρόνων. Ζυγίζει πολύ την κάθε λέξη που επιλέγει να χρησιμοποιήσει  στα λογοτεχνικά της κείμενα, όπως και στα ποιήματα, προκειμένου το απόσταγμα της σκέψης της να αποδοθεί με την ακρίβεια που η ίδια απαιτεί, έχοντας «πετάξει» κάθε περιττό στοιχείο που θα τα βαραίνει, αποφεύγοντας να υιοθετήσει μανιέρες και να γίνει κόπια του εαυτού της, σε μια συνεχή αναζήτηση των εκφραστικών μέσων, με στόχο την χωρίς όρια εξέλιξη της αισθητικής του λόγου, στο ταξίδι της αφήγησης. «Η συγγραφή είναι μια πράξη ευθύνης. Η αισθητική της γραφής μας διαμορφώνει και επηρεάζει την αισθητική των αναγνωστών», λέει χαρακτηριστικά.
«…Γυναίκες που
Σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
Ανακατεύουν την έγνοια τους
Με ρίγανη και πιπέρι…»


«Η γυναίκα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και ιδιαίτερα  η γυναικεία σεξουαλικότητα, που ενοχοποιείται και στοχοποιείται στην ελληνική κοινωνία, μέσα από στερεότυπα, υποκρισία και ασφυχτικές κοινωνικές συμβάσεις, είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου. Μια προσέγγιση της υπαρξιακής  έμφυλης διάστασής της. Η κάθε γυναίκα και ο μικρόκοσμός της, αλλά και η γυναίκα ως δύναμη γέννησης και αναγέννησης του ίδιου της του εαυτού, αλλά και της ανθρώπινης ύπαρξης».
«…Βρέφος, Γυναίκα, Φοίνικας τρομακτικός…».
Η αγάπη στους στίχους συχνά αποδίδεται ως γλυκιά ανάμνηση, τρυφερό χάδι και βλέμμα σαν να συνδέεται με την ψυχή κι ο έρωτας ως στιγμιαία φλόγα και πάθος  που καίει τη σάρκα, αφήνοντας κενό και ενοχές.
«Δεν είναι αυτή ακριβώς η σκέψη και πρόθεση. Η αγάπη σαφώς συνδέεται με το άγγιγμα, τη μνήμη και έχει μια πνευματική υπόσταση. Ο έρωτας είναι σώμα, ορμόνες, επιθυμία, αλλά όπως αναφέρεται και στην αρχαιότητα, η ψυχή συνδέεται και με το σώμα. Η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σημαντική από τη διάρκεια. Ζούμε στην εποχή της στιγμιαίας ηδονής που μπορεί να σου αφήσει, κενό ή τραύμα, αλλά υπάρχουν και σχέσεις στις οποίες δεν δικαιώνεται η διάρκεια.  Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο, μια στιγμή να διαθέτει  ποιότητα και βάθος  που θα σου χαρίσουν μια αιωνιότητα.Δεν μπορούμε να αποκλείουμε τίποτα».
«…να ταξιδέψουνε στο σώμα του
που θα ’παιρνε
πανάρχαιο όνομα
της πιο σπαραχτικής επιθυμίας…»
Δυο ρούχα πρωταγωνιστούν. Το πουκάμισο λεπτό, ευαίσθητο και συχνά ταλαιπωρημένο και το παλτό βαρύ, με τσέπες που κάτι πάντα έχουν κρυμμένο.
«Πράγματι. Το πουκάμισο είναι για μένα φετίχ. Ρούχο ανδρικό, φορεμένο από γυναίκα με ύφασμα απαλό και μεταξένιο, δύναμη κι ευαισθησία. Ένα ρούχο επιθυμίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στο διήγημα Μικρό Ερωτικό από τη συλλογή μου με τίτλο Το μαύρο κουτί της μνήμης τους (εκδ. ΟΚΤΩ), εξελίσσεται μια ιστορία που αφορά στο πουκάμισο που αγοράζει μια κοπέλα για να το δωρίσει στο αγόρι της. Το παλτό, όντως, συμβολίζει το βάρος και τα κρυμμένα μυστικά, αμαρτίες και ενοχές που βρίσκονται στη γωνιά μια «τσέπης», με το φόβο πως θα αποκαλυφθούν».
«…Μου είπες: γράφε για σένα / για να καταλάβουμε για μας…»
Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ : http://artandpress.gr/





ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ " Η Ιστορία του Κόσμου "


Στη μνήμη του Ζακ.

Έσφιξε το σακίδιο στην πλάτη και άρχισε να τρέχει. Ένα καρβέλι είχε, λίγα κέρματα και ένα βιβλίο με παραμύθια, δώρο του παππού του. Αλλά εκείνοι δεν το ήξεραν. Η πλατεία είχε γεμίσει πάλι από φουσκωμένα μπράτσα με τατουάζ. Μανιασμένα μαρσαρίσματα κυνηγούσαν μελαμψές φιγούρες. Γωνία Χέυδεν και Φυλής τον πρόφτασε ένα ξύλινο κοντάρι και τον έριξε στο πεζοδρόμιο.
«Άρπα τη, μωρή σκουριά!», γκάριξε ένα λαρύγγι.
Απέναντι στο Ινδικό εστιατόριο είχανε σπάσει την τζαμαρία και κάνανε πλιάτσικο. Ένα μπράτσο τράβηξε με δύναμη το σακίδιο από την πλάτη του. Ένιωσε τα χέρια του να ξεκολλάνε από τους ώμους. Έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε.

-ο-ο-ο-

Στα λιβάδια του Πεσαβάρ, ο παππούς του, καθισμένος δίπλα στο ποτάμι, του διάβαζε την ιστορία του Θεού, όταν είχε φτιάξει τον κόσμο. Πώς τον είχε μοιράσει σε κομμάτια και είχε δώσει από ένα σε κάθε πλάσμα. Στα πουλιά είχε δώσει τον αέρα, στα ψάρια το νερό, στα έντομα τα δέντρα, στα φίδια το χώμα. Όταν έπλασε τους ανθρώπους δεν είχε μείνει τίποτα να τους δώσει. Τότε σκέφτηκε να τους δώσει μυαλό, ώστε να μπορούν να ζήσουν παντού. και στο χώμα και στο νερό και στα δέντρα και στον αέρα.
Αλλά οι άνθρωποι έγιναν αχόρταγοι. Απλώθηκαν σε όλη την πλάση διώχνοντας τα υπόλοιπα πλάσματα. Ώσπου ο αέρας έμεινε χωρίς πουλιά, το νερό χωρίς ψάρια, το χώμα χωρίς φίδια, τα δέντρα χωρίς έντομα. Έπειτα ο ένας άρχισε να διώχνει τον άλλο από τον τόπο που ζούσε. Ώσπου απόμειναν μόνοι. Τότε κατάλαβαν πως μόνοι τους δεν μπορούν να ζήσουν αλλά ήταν πια αργά. Άρχισαν ένας-ένας να πεθαίνουν.
«Γι’ αυτό, ποτέ μην κυνηγήσεις άλλους ανθρώπους», τέλειωνε την ιστορία ο παππούς του.
Πέρασαν αιώνες από τότε. Με το παραμύθι του παππού του, ένα καρβέλι και λίγα κέρματα ταξίδεψε σε χιονισμένα βουνά, σε ξερές πεδιάδες, σε σκουριασμένες καρότσες, σε μουχλιασμένες αποθήκες, σε σάπιες βάρκες, ώσπου βρέθηκε σε ένα φανάρι στην οδό Αριστοτέλους να καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων με απορημένο βλέμμα.

-ο-ο-ο-

Ένιωσε να πνίγεται. Δυο μπότες τον είχαν σταυρώσει στο πεζοδρόμιο κι ένα ανοιχτό παντελόνι κατουρούσε στη μούρη του. Τον πέταξαν στο δρόμο. Άκουσε φρένα να στριγγλίζουν, κορναρίσματα να προσπερνούν. Βρήκε το σακίδιο ξεσκισμένο και άδειο. Αλλά το βιβλίο με τα παραμύθια ήταν εκεί, στο ρείθρο. Μισοβρεγμένο αλλά ζωντανό.
«Κρίμα να μην ξέρουν παστούν*», σκέφτηκε. «Θα τους έδινα να διαβάσουν το παραμύθι του παππού μου».
Το μάζεψε, κάθισε σε ένα σκαλοπάτι κι άρχισε να ξεφυλλίζει την ιστορία του κόσμου.
----------
*παστούν: η γλώσσα που μιλούν στο Πακιστάν.

Θοδωρής Μπελίτσος,
Ν. Σμύρνη, 20 Απριλίου 2018


Το σκίτσο είναι από:http://www.efsyn.gr/


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://belitsosquarks.blogspot.com/