Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Η ΠΡΕΒΕΖΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ - Κείμενο-φωτογραφίες : Γιάννης Βέλλης



Όταν αγαπάς, δεν πληγώνεις. Έτσι είναι η Πρέβεζα.

Θέλει την αγάπη, την προσοχή μας, αλλά είναι ευαίσθητη, πληγώνεται εύκολα.

Από μικρός αγαπούσα την πόλη αυτή, την μεγάλη πόλη στο νομό Πρέβεζας. Επαρχιώτης τότε -τίτλος που εν μέρει με καλύπτει και σήμερα- πήγαινα ως μαθητής σε σχολεία, σε χωριά και κωμοπόλεις, της ευρύτερης περιοχής. Μεταθέσεις γονέων παιδεύουσι τέκνα...

Ήδη μέσα μου έψαχνα τον κόσμο, ακόμα και σε λίγα τετράγωνα. Στις βιβλιοθήκες των σχολείων- το ξέρω, άλλαξα αρκετά-, με τον ίδιο κλασικό τρόπο στοιβάζονταν βιβλία που ήθελε το υπουργείο, αλλά κι οι επιλογές των δασκάλων, αγαπημένες οι περισσότερες σε εμάς, τα μαθητούδια.
Αυτές διαβάζαμε και ονειρευόμαστε, ταξιδεύαμε. Μέσα σ' αυτά η ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, αυτού που επέλεξε να μείνει στην Πρέβεζα για πάντα, να γίνει η πόλη του, για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε περισσότερο, αληθινά, μέσα από την ποίησή του. Η αγάπη μας για τον Καρυωτάκη, μας έδωσε ένα ακόμη λόγο να αγαπάμε την Πρέβεζα.



Τα χρόνια πέρασαν, πάντα περνάνε για να μη ξεχνιόμαστε, οι συγκυρίες σ' αφήνουν μακριά από τα μέρη που περισσότερο σε φέρνανε οι δικοί σου για να αγοράσουν πράγματα ή να συναντήσουν κάποιους γνωστούς ή φίλους. Έχεις μια γλυκιά ανάμνηση, χωρίς να ξέρεις αλήθεια γιατί, που και που ψάχνεις καλή δικαιολογία να τραβήξεις προς τα εκεί, να τη γνωρίσεις καλύτερα. Έτσι τον Ιούνιο, πριν λίγες ημέρες, ταξίδεψα κοντά της, για να συμμετέχω στο 1ο Φεστιβάλ Φωτογραφίας &Βίντεο που έγινε εκεί, με συνδιοργανωτές την Ε.Φ.Ε. Πρέβεζας και τον Δήμο Πρέβεζας.

Ήταν εξαιρετικό, όπως όλες οι μεγάλες εκδηλώσεις πολιτισμού που γίνονται εδώ και χρόνια στην πόλη, πολλές με διεθνή χαρακτηριστικά - συμμετοχές. Όποιος παρακολουθεί τις δράσεις μέσα από το internet, θα διαπιστώσει ότι “βρίθει εκδηλώσεων”, με το ιδιαίτερο ξεχωριστά στίγμα της. Επίσης το λογοτεχνικό της έργο, όπως και το εικαστικό είναι αξιόλογο. Παράδεισος για εμένα, από μόνο του αυτό, αφού η λογοτεχνία, η φωτογραφία, η μουσική και τα εικαστικά, έχουν σημαντικό ρόλο στη ζωή της, την κουλτούρα της, τα δρώμενά της. Τι ομορφότερο να βρίσκεσαι κάθε τόσο, προγραμματισμένα ή απρογραμμάτιστα, μπροστά σε ένα δρώμενο που εξελίσσεται στην παραλία, στα στενά της, ή σε ένα κτίριο από αυτά που χαρακτηρίζουν την πόλη, την ιστορία της.

Κάπου διάβασα:“Κάθε όνειρο έχει για κόστος του την πραγματικότητα…” του Σπύρου Ποταμίτη. Έτσι γυρίζουμε, σιγά - σιγά, στην παραλία, με τις ψαρόβαρκες να μοιράζονται το χώρο με τα πολυτελή σκάφη, ξένων ταξιδευτών τα περισσότερα, που δεν χορταίνουν την πόλη, αλλά και τις πανέμορφες γειτονικές παραλίες της.


Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος – το άγαλμά του δηλαδή-, μοιράζεται σε ένα αναγκαίο συμβιβασμό για παρουσία στον ίδιο χώρο, μια κεντρική πλατεία, μαζί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο -προτομή- και κάποια καταστήματα που ο κόσμος κάθεται να πιει τον καφέ του, να χαρεί τη μέρα του δίπλα στη θάλασσα. Φασαρίες παιδιών, κατά διαστήματα, χαλάνε αυτή την ομοιομορφία, που είναι μέρος την καθημερινής πραγματικότητας, θέλοντας να δώσουν στον κόσμο τους, επιφάνεια ξεχωριστή. Μακάρι ο κόσμος μας να ήταν όλο παιδιά, κάθε ηλικίας... Ακολουθώντας το λιμάνι, ξεκινώντας από το δικαστικό μέγαρο, το δημαρχείο, τα κτίρια των τραπεζών και άλλα μεγάλα κτίρια, συνεχίζεις με χώρους αναψυχής & εστίασης, ένα στρατόπεδο που έχει παραδοθεί στη φθορά και μετά το μάτι τρέχει στη θάλασσα, για μια καλή βουτιά στα κύματα...

Ακολουθώντας την άλλη πλευρά, της παραλίας, φτάνεις σ' ένα τσίρκο, χωμένο ανάμεσα σε ψαρόβαρκες, τσιμέντο, παρκαρισμένα φορτηγά, έτοιμο να δώσει τα χαρά στους μικρούς ή λίγο μεγαλύτερους επισκέπτες του.












Στην πρώτη ανηφορίτσα, μετά την πυροσβεστική, μέσα στα πεύκα, μικρές γωνιές, σε περιμένουν να καθίσεις με την παρέα σου, να παίξεις μουσική, να διαβάσεις βιβλία, ή να αφήσεις το μάτι σου να τρέξει σε κάθε πλευρά της θάλασσας, με τα ιστιοπλοϊκά, τις ψαρόβαρκες, τα καϊκια να ταράζουν τη γαλάζια αλαζονεία με λευκές γραμμές. Σε μικρή απόσταση, σχεδόν αγκαλιάζει τη θάλασσα, το Μουσείο Ακτίου.

Θα γνωρίσετε το ιστορικό της ναυμαχίας του Ακτίου, αλλά και μερικά στοιχεία για τη γέννηση της Νικόπολης, αμέσως μετά της ναυμαχίας. Ενδιαφέρουσα περιήγηση με προβολές, μακέτα και τον ιδιαίτερο λόγο του υπαλλήλου, που δεν αφήνει καμία απορία αναπάντητη, ακόμα και στον δυσκολότερο επισκέπτη.


Με μόνο αυτή την περιήγηση, τις όμορφες εικόνες, θα μπορούσε να πει κανείς ότι χόρτασε την πόλη και μένει μαγεμένος απ' αυτήν. Αλλά υπάρχουν τόσα πολλά να δεις, μεγάλο λάθος αν κλειστείς στο λιμάνι και δεν “χωθείς” στην κυριολεξία στα στενά...Εκεί βρίσκονται παλιά κτίρια από την τουρκοκρατία ακόμα, σε χρήση, επιβλητικοί ναοί με ιδιαίτερο κάλος, ψαροταβέρνες, κτίρια αρχοντικά, αποθήκες με ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική, η αρχαιολογική υπηρεσία, η δημοτική βιβλιοθήκη, το σπίτι που έζησε για ένα διάστημα ο Γιάννης Μόραλης, η οικία Αθανασιάδη -όπως αναφέρεται-, χώρος τέχνης και πολιτισμού με σύγχρονες προδιαγραφές, το σπίτι που έζησε για μικρό διάστημα ο Καρυωτάκης και σχεδόν δίπλα σε πλατειούλα η προτομή του.

















Μια παρατήρηση χρήσιμη για την πόλη. Γιατί αγαπώ την πόλη αυτή, αλλά και τον Κώστα Καρυωτάκη. Ο ιδιοκτήτης, κάτω από το σπίτι που έχει μείνει ο Καρυωτάκης, στην Δαρδανελίων 12, είναι θετικό άτομο. Δέχθηκε με χαρά την μαρμάρινη επιγραφή, αλλά εδώ κατά τη γνώμη μου “είδα παραφωνίες”. Η επιγραφή είχε “σφηνωθεί” από τον Πολιτιστικό Σύλλογο “ΠΡΕΒΕΖΑ” σχεδόν στο ταβάνι – για να προστατευθεί, κατά την άποψη κάποιων από βανδάλους, αλλά πώς γίνεται να κινδυνεύει αυτή και όχι η προτομή, που είναι σε σημείο σχετικά κεντρικό-, όχι όπως συνηθίζεται συνήθως να τοποθετείται σε εμφανές σημείο, ώστε να είναι ορατό από τον καθένα. Ένα δεύτερο, ο τρόπος γραφής του κειμένου, κρίνω -με την ανάλογη επιφύλαξη, γιατί μπορεί να είμαι και απολύτως λάθος σε αυτό- ότι θέλει επαναδιατύπωση.Επίσης, θα μπορούσε να τοποθετηθεί μέσα σε πλεξιγκλάς υλικό η φωτογραφία του Κώστα Καρυωτάκη, σε μεγάλο μέγεθος και να τοποθετηθεί μαζί με την μαρμάρινη επιγραφή.
Ο ιδιοκτήτης του ισογείου καταστήματος, συγκινήθηκε από την πρόταση αυτή. Μου υποσχέθηκε να τη μεταφέρει στον Πολιτιστικό Σύλλογο “ΠΡΕΒΕΖΑ”, είμαι σίγουρος ότι θα το κάνει, γιατί από τη συζήτηση κατάλαβα ότι είναι προοδευτικός, παρά την ηλικία του που θα δικαιολογούσε μια συντηρητικότητα, έστω ελάχιστη.
Στη συνέχεια, ο δήμος Πρέβεζας, οι πολιτιστικοί σύλλογοι, ο λογοτεχνικός κόσμος, συνεχίζοντας τις ενέργειές τους, ίσως καταφέρουν να γίνει το Μουσείο Καρυωτάκη ή ένα ίδρυμα ποίησης Καρυωτάκη, κάτι που το εύχομαι. Ένα μεγάλο στρατόπεδο, από κλειστό έως παρατημένο πια, σε μεγάλη έκταση μέσα στην πόλη, στο κάστρο του Αγ. Ανδρέα, γυρεύει την τύχη του...
















Ο Δήμος το θέλει, η Περιφέρεια το θέλει, οι δημιουργοί το θέλουν, είναι ξεκάθαρο: τα στρατόπεδα είναι πάντα αγαπητά από όλους, όταν κλείνουν... Ευτυχώς, μέχρι να βρεθεί άκρη στο θέμα της διεκδίκησης, δημιουργικές ομάδες, όπως η Ε.Φ.Ε. Πρέβεζας, ομάδες χορού, θεατρικό εργαστήρι κ.α., φιλοξενούνται στο χώρο προσφέροντας πολιτισμό, διατηρώντας παράλληλα τον συνδετικό κρίκο του στρατοπέδου με τον υπόλοιπο αστικό ιστό.

Θέλω να γράψω τόσα πολλά για αυτή την πόλη, αλλά ένα μεγάλο βιβλίο να συμπλήρωνα σε κείμενα δεν θα έφτανε. Δεν μπορεί, π.χ., να αγνοήσει κανείς το ρολόι που σήμερα έχει καμπαναριό πάνω του, το γνωστό σε όλους ως “ρολόι” ή πύργος του ρολογιού του Αγίου Χαραλάμπους. Κλείνονται ραντεβού, το συναντάς τακτικά σε κάθε βόλτα σου, φωτογραφίζεσαι κάτω από αυτό ή το φωτογραφίζεις. Χαρακτηριστικό δείγμα βενετικής αρχιτεκτονικής, με κατασκευή το 1752 μ.Χ. Και τώρα, ώρα για ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, που τραγουδήθηκε πολύ και διαφήμισε την Πρέβεζα, αν και οι αναφορές του, αλλά ας το διαβάσουμε:


"Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται, στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια.θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται , καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης, πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.Θάνατος οι λεροί και ασήμαντοι δρόμοι, με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,Ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη, ο ήλιος, θάνατος μες τους θανάτους.Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει, για να ζυγίσει , μια «ελλιπή» μερίδα,θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι, κι’ ο δάσκαλος με την εφημερίδα.Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης, πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «υπάρχω;» λές, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!».Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. Ισως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας πέθαινε από αηδία…Σιωπηλοί , θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία "
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ποίημα με έντονη την κατάθλιψη ενός μεγάλου ποιητή, αλλά και με αλήθειες για το λιμάνι της εποχής. Η Πρέβεζα, μετά την απελευθέρωσή της και τη Μικρασιατική καταστροφή άρχισε να βελτιώνει τις υποδομές της, να διώχνει ότι λειτουργούσε παρασιτικά μέσα στο λιμάνι, να βάζει τάξη στα πράγματα, να κάνει πολιτισμό. Οι άνθρωποι υπήρχαν και έφτασαν την πόλη σ' αυτό που είναι σήμερα και σας ανέφερα πριν.Όσο γυρίζεις την πόλη βρίσκεις και κάτι που δεν είδες την προηγούμενη φορά. Αυτό είναι ένα παιχνίδι που μου αρέσει πολύ στην φωτογραφική αναζήτηση.
Οι λογοτέχνες θα βρουν τα σημεία να καθήσουν να γράψουν με έμπνευση. Οι δημοσιογράφοι να πουν το καλό και το κακό τους, όπως κάνω κι εγώ σ' αυτό το άρθρο, ελπίζοντας στην προσεκτική ανάγνωση των περισσότερων αναγνωστών.


Η γέφυρα του Ρίου – Αντίριου, της υποθαλάσσιας σήραγγας Πρέβεζας – Ακτίου, της Εγνατίας οδού και άλλων δρόμων, οι υποδομές γενικότερα σε εθνικό επίπεδο φέρανε την Πρέβεζα πολύ κοντά μας, ας το εκμεταλλευτούμε για μια σύντομη ή λίγοτερη μεγαλύτερη χρονικά επίσκεψη. Κερδισμένοι, θα είμαστε.
Στα αρνητικά, η σημερινή θέση του ΚΤΕΛ. Ενώ η εξυπηρέτηση είναι άψογη, από τους υπαλλήλους και τους οδηγούς, δεν είναι το ομορφότερο θέαμα, είτε φεύγεις από Πρέβεζα, είτε έρχεσαι να έχεις “αγκαλιά” το νεκροταφείο της πόλης... Κατανοώ ότι ζούμε εποχές κρίσης, ότι τα κοστολόγια επιβάλλουν λύσεις για χαμηλότερα ενοίκια, αλλά ο τουρίστας που έρχεται να διασκεδάσει, να συμμετέχει σε ένα επαγγελματικό ραντεβού, να καθαρίσει το μυαλό του από αρνητικές εικόνες, δεν εμπνέεται με τέτοιες εικόνες λίγα μέτρα δίπλα από την είσοδο του ΚΤΕΛ...

Η Πρέβεζα είναι τόσο αντιφατική στις εικόνες της, μα και τόσο όμορφη που δεν γίνεται να μη την αγαπήσεις απ' την πρώτη ματιά. Σε παγιδεύει, σε τρέχει στα δικά της όνειρα, στις ιστορίες της, μόνο ξένος δεν νιώθεις κοντά της. Η Πρέβεζα, σε περιμένει.














































ΚΕΙΜΕΝΟ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΛΛΗΣ 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΛΛΗΣ 





ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ " ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ "


Έλα μαζί μου,
στο φόρεμα της μοναξιάς μου
Άστρο Ουράνιο,
κέντησα στην λαμπερή μορφή σου.

Λουλούδια γιορτινά,
έντυσες στα δικά μου μαλλιά
πλεγμένα όνειρα,
ανέμισαν στου χρόνου τα πελάγη.

Σε περίμενα με τ’ άσπρο άτι,
αιθέρια οπτασία
στις μνήμες των παραμυθιών μου.
Ευτυχία ρίζωσε βαθιά μέσα μου,
χαμόγελο άνθισε στην καρδιά μου.

Φώτισες του Κόσμου την Σιωπή,
με το άγγιγμα σου,
άκουγα τους χτύπους σου
να θεριεύουν στα σπλάχνα μου.

Χάδι στοργής,
απλώθηκε σαν πέπλο μαγικό
πλημμυρίζοντας τα σωθικά μου.

Φωτιές πυρπόλησαν,
τα σύνορα της Γης
Λαμπάδιασε η ψυχή μου,
στο πορφυρό σου χρώμα.

Ο ήλιος ανέτειλε στα μάτια σου,
έδιωξε κάθε σκιά,
σαν βάλσαμο παρηγοριάς
στην λαβωμένη μου ψυχή.

Άσε με δίπλα σου να κατοικήσω,
της ψυχής μου, ταξίδι μακρινό
σαν ηλιαχτίδα στα όνειρα σου,
να γίνω ένα με την ανάσα σου,
με τα φτερά της ΑΓΑΠΗΣ
να πετάξουμε Μαζί
στου ουρανού τα αστέρια.

Μείνε Μαζί μου,
Αγαπημένε Μου
στης λήθης τ’ ακρογιάλι
να αρχίσουμε ξανά μαζί.

Μίνα Μπουλέκου
Συγγραφέας -Ποιήτρια-Αρθρογράφος
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.)
Μέλος του Λογοτεχνικού Ομίλου «ΖΑΛΩΝΗ-ΞΑΣΤΕΡΟΝ»
Μέλος του WORLD POETRY INTERNATIONAL OF CANADA
Μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων
Από Υπό Έκδοση Ποιητική Συλλογή

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://www.mcnews.gr/





ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΛΛΗΣ - Χρυσό Μετάλλιο στο 1ο Φεστιβάλ Φωτογραφίας & Βίντεο



Στο Θεσπρωτό φωτογράφο - λογοτέχνη, Γιάννη Βέλλη, από την Κεραμίτσα Θεσπρωτίας, δόθηκε το χρυσό μετάλλιο του 1ου Φεστιβάλ Φωτογραφίας & Βίντεο, που έγινε στην πόλη της Πρέβεζας.
Το 1o Φεστιβάλ που διοργάνωσε η Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία Πρέβεζας με την συνεργασία του Δήμου Πρέβεζας, φιλοδοξεί να καταξιωθεί ως η κορυφαία συνάντηση των δημιουργών στο χώρο της φωτογραφίας και του βίντεο στην βορειοδυτική Ελλάδα, αγκαλιάζοντας τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις από τον Ελληνικό χώρο αρχικά και φιλοδοξώντας τον διεθνή στην συνέχεια, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες δομές και την θερμή αποδοχή της τοπικής κοινωνίας , δίνοντας ταυτόχρονα την δυνατότητα τόσο σε καταξιωμένους δημιουργούς όσο και σε νέους να παρουσιάσουν αξιόλογες εργασίες στον τομέα της φωτογραφίας, του βίντεο και των εγκαταστάσεων.








ΤΕΡΓΙΑΚΗ ΣΤΕΛΛΑ " Θερινές αισθήσεις ψυχής "

Πίνακας:-  Βασ.. Βαγιάννης





Ανάμεσα στις πορφυρές ακτίδες του ήλιου,
ξεφυτρώνουν εκμυστηρεύσεις φωτός
και παλιγγενεσία χρωμάτων!

Οι κόμες των κοριτσιών ανεμίζουν στο φύσημα
κι απαντούν στα καλέσματα των ορέξεων
της σύγκορμης αμαρτίας …

Α ! Κι εσύ είσαι μια οπτασία
των καλοκαιρινών αντικατοπτρισμών,
που αρέσκονται στις σιωπές των ονείρων !

Και κάπως έτσι…
τραγουδώντας με την υψηλή σου κορμοστασιά
καλωσορίζεις στα κρυφά τον θερμό μήνα…
και βάζεις την συνείδησή σου στο ρελαντί,
ακολουθώντας τις μέλισσες
στα πολύχρωμα άνθη 
των κυματισμών των αισθήσεων !

© Στέλλα Τεργιακή
1.7.2016
Μέρος, που θα συμπεριληφθεί σε έκδοση












Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Άθως Δημουλάς, «Στο Μουσείο»

Ακέφαλο άγαλμα Απόλλωνα, Χαλκίδα
πηγή
«Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο
κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω
από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),
ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.
»


Κική Δημουλά, «Βρετανικό μουσείο»
(Ελγίνου μάρμαρα)

 `Καρυάτιδα  Βρετανικό Μουσείο


«Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυο βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|
τους δυο αυτούς να “χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ” τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ” τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.
Δεν αποκλείεται όμως έξω να “χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ” τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν” ανεγείρουν.»
[Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]


Κική Δημουλά, "Σημείο αναγνωρίσεως "

Το μαρμάρινο γλυπτό του Κωνσταντίνου Σεφερλή «Η Βόρειος Ήπειρος» (1951) που βρίσκεται στην Πλατεία Τοσίτσα της Αθήνας, στο πάρκο μεταξύ Πολυτεχνείου και Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου


άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμαλώτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

 [Το λίγο του κόσμου, 1971]


Κ. Καβάφης - Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος 


Andrew Butterfield - Endymion
Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματ’ αργυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών — θυσίας και σπονδάς — τω Ενδυμίωνι,
από την Aλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.—
Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν
του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν.

Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου• κ’ ευοίωνοι
επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.


Ζωή Καρέλλη, «Ο έφηβος των Αντικυθήρων»


«Ηρθα για σένα πάλι.
Προχωρώντας πρόσεξα αρκετά
Τα κορινθιακά αγγεία,
Μου έκαναν, βέβαια, εντύπωση
Για τη χάρη του σχήματος και των σχεδίων.
Συλλογίστηκα τη σφύζουσα ζωή
Της φημισμένης πολιτείας. Υστερα,
Επίτηδες σχεδόν, απόμενα στις αίθουσες,
Οπου το φως έχει κάτι το υδάτινο.
Δεν ξέρω αν τούτο οφείλεται
Στων τοίχων την απόχρωση
Ή στην ακινησία των εκθεμάτων,
στο γυαλί απ’ τις προθήκες.
Απόμενα λοιπόν,
Κρατώντας την αναμονή της παρουσίας σου,
Χαρά.
Για λίγο με σταμάτησε ο Κροίσος
«στήθι και οίκτιρον…ώλεσε θούρος Αρης».
Στην κίνηση, στη θέση των χεριών,
Ιδιαίτερη στροφή πρόδινε την ψυχή
Που απόμενε ακόμα εκεί
Κι’ έδινε τη συγκρατημένη θέληση
Του σώματος προς τα εμπρός.
Θρους φανταστικός της ζωής των αγαλμάτων,
Οταν μπορέσει να συλλάβει ο τεχνίτης
Την καίρια στιγμή…
Μοναδική στιγμή εσύ,
Υπέροχε, δεν είσαι μονάχα
Ο έφηβος της τέλειας καλλονής,
Της ακτινόβολης νεότητας,
Ο αρμονικός στο σχήμα της μουσικής των μελών,
Ο τη στάση του έχων και κρατών
Στη φυσική του δύναμη κι επιβολή,
Οπως η πέτρα ή το φυτό
Που υπάρχουν απλά και τέλεια μαζί,
Εκταση των χεριών σε ισορροπία ιδανική,
Θεία γραμμή,
Αδιάφθορη αγνότητα του συλληφθέντος χρόνου,
Της αφθαρσίας μειλίχιο πρόσωπο,
Υψωση της φθαρτής μας στάσης.
Πραγματικότητα και μαγεία,
Λεία της ζωής επιφάνεια,
Κολπούμενη, καμπυλωμένη
Από την κρυμμένη μέσα σου ορμή,
Συγκρατημένη κι’ οδηγούμενη.
Προσφορά και της ύπαρξης παραδοχή,
Σε κίνηση μαζί κι’ ακινησία,
Σαν ζύγισμα βασιλικού πουλιού.
Γεννήθηκες
Πριν από το δίδαγμα της αμαρτίας.
Είσαι εκείνη του πνεύματος η παροχή
Που σβήνει την ακόρεστη στέρηση
Κι’ εκμηδενίζει την απληστία.
Επιθυμείς και μένεις έτοιμος να στερηθείς.
Από πάνω σου γλιστρά
Η κάθε ξένη προς το σχήμα σου διάθεση.
Ζητάς της ψυχής το τίμημα
Κι’ εσύ το χαρίζεις, σώμα ζωντανό και γαλήνιο.
Συνάντηση λιτή με το απόλυτο,
Γυμνό μυστήριο.
Μορφή γλυτωμένη απ’ την ανάγκη.
Μουσική του ενός ήχου υψώνεσαι
Θεία ικανότητα δοσμένη ανθρώπινα.
Δεν σε παίδεψε η αγάπη
Που είναι αμφιβολία,
Καημός κι’ υποταγή οδυνηρή
Κι’ ας έχεις στο βλέμμα
Τη θαυμάσια ανθρώπινη μελαγχολία,
Εργο του ανθρώπου εσύ,
Εκείνου που αγάπησε τη ζωή του
Σε δόξα αγέρωχη και σεμνή.»

Κ. Καρυωτάκης  "Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο "


Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια* κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

Γιώργης Παυλόπουλος «Το άγαλμα και ο τεχνίτης»

Κένταυρος Ευρυτίωνας και νύμφη Δηιδάμεια, Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

«Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.
Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.
Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε, το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.
Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.»
  
Ιωάννης  Πολέμης  "Καρυάτιδες"



Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.
Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη
για κείνη που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει,
στη ξενιτιά, στην σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου.
Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου
κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα
γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ᾿ αυτές και σένα.








ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΙΑΜΠΑΝΗ " Ατιτλο "


Λίγο ,
από παραμύθι 
μαζί μ' ονείρου 
άγγιγμα απαλό 
μια βραδιά καλοκαιριού , 
μυρωδιά βασιλικού ,

συνταγές νυχτερινές 
που ομορφαίνουν 
τις στιγμές 

και μια θεία μουσική 
να στολίζει τη σκηνή 
κι όλα γύρω να χορεύουν 
μες των αστεριών 
το φως ..... el.S~
`













Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (1915-1990)


«Που δεν έσκυψα ποτέ, δε μετανιώνω. Ορθιος πήγα, ενάντια στο ρέμα. Κι αν έπεφτα, πρόφταινα να πάρω το πληγωμένο λάβαρο της πίστης και δυνάμεις για ξεκίνημα καινούργιο».
πηγή φωτογραφίας 
Ο Δημήτρης Κ.Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1915 (ως Δημήτρης Παπαδόπουλος) και μεγάλωσε στην Πόλη, την οποία και εξύμνησε στα ποιήματά του. Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέλαβε υπηρεσία ως φιλόλογος της Μέσης Εκπαίδευσης αρχικά στα Λύκεια της Πόλης (1943-1965) και αργότερα της Αθήνας όπου προήχθη στο βαθμό του γυμνασιάρχη. Δόκιμος ποιητής, αδέκαστος κριτικός συνεργάστηκε με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της Πόλης, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (Βόσπορος, Πυρσός, Νέα Εστία, Ευθύνη, Ν.Πορεία, Σκέψη κ.α) ενώ παράλληλα διηύθυνε και το λογοτεχνικό περιοδικό «Τέχνη» τον πρώτο χρόνο έκδοσής του. Τιμήθηκε επανειλημμένα για το σύνολο της συγγραφικής του δραστηριότητας: Το 1976 απέσπασε το «Βραβείο Ποίησης» της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή «Σκιαμαχία, σειρά Α’», ενώ το 1982 τιμήθηκε με το «Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική συλλογή «Απέκδυση». Το 1978 έλαβε το «Β’ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου και Κριτικής» του Υπουργείου Πολιτισμού για το έργο του «Κριτική Βιβλίου, σειρά Α’». Τιμήθηκε, επίσης, από την Ακαδημία Αθηνών και για την προσφορά του στην παιδεία και τα γράμματα της Πόλης (1973). Το 1986 του απονεμήθηκε το οφίκιο του Άρχοντα Νοταρίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου αψηφώντας το τίμημα, προσπάθησε με θέση και στάση ζωής να τεκμηριώσει τα πιστεύω του: ότι ο πνευματικά ελεύθερος άνθρωπος δεν έπρεπε να ανήκει σε κανένα «οργανωμένο σύστημα». Αγωνίστηκε μόνος του ενάντια σε κάθε κύκλωμα, διατηρώντας αδούλωτο τον ψυχικό του κόσμο και ακέραια την πίστη του στην ιδέα του Χρέους. Μέσα στα περίπου πενήντα χρόνια της γόνιμης προσφοράς του, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να θολώσει την πίστη του στην Ελευθερία, την αφοσίωσή του στα Γράμματα και την αγάπη του προς τον Άνθρωπο. Τίποτα δεν μπόρεσε να περιορίσει την ειλικρίνεια και την ευαισθησία του λόγου του. Το αφιέρωμα αυτό είναι ένα ελάχιστο δείγμα αγάπης και ευγνωμοσύνης προς έναν ολοκληρωμένο πνευματικό άνθρωπο.
Ο Δημήτρης Κ.Παπακωνσταντίνου πέθανε στην Αθήνα το 1990.


Γ. Νταλάρας & Στ. Ληναίος - Αφιέρωμα στον ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου

Με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από το θάνατο του σπουδαίου ποιητή, καταξιωμένου κριτικού, φωτισμένου Δάσκαλου και ασυμβίβαστου στοχαστή Δημήτρη Κ.Παπακωνσταντίνου, το Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔ.ΙΣ.ΜΕ.) συγκέντρωσε και εξέδωσε σε δύο τόμους -για πρώτη φορά- το σύνολο του ποιητικού του έργου. Το δίτομο έργο παρουσιάστηκε στις 15 Μαρτίου 2010 στο θέατρο «ΑΛΦΑ» σε μια εκδήλωση που οργάνωσε και παρουσίασε η Ειρήνη Σαρίογλου, η φιλολογική ανάλυση έγινε από την Καίτη Σαρίογλου ενώ ο Στέφανος Ληναίος απήγγειλε ποιήματα του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου. Στο μουσικό μέρος της βραδιάς, ο Γιώργος Νταλάρας, με τη συνοδεία τριών μουσικών, του Γιώργου Παπαχριστούδη στο πιάνο, του Θανάση Σοφρά στο κοντραμπάσο και της Γεωργίας Στεφανοπούλου στη βιόλα τραγούδησε δυο ανέκδοτα κομμάτια σε ποίηση Παπακωνσταντίνου και μουσική του Τούρκου Serdar Yalcin, τα «Μοναξιά ΙΙΙ» και «Συνάντηση». Η ενορχήστρωση έγινε από τον Γιώργο Παπαχριστούδη ενώ η σκηνοθετική επιμέλεια της εκδήλωσης ήταν της Καλλιόπης Λεγάκη. Όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα της εκδήλωσης ο στόχος της έκδοσης ήταν διττός. Πέρα από την εκπλήρωση ενός ατομικού χρέους προς τον Δημ.Κ.Παπακωνσταντίνου, εκπληρώνεται ταυτόχρονα και μια γενικότερη οφειλή σε εκείνον, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διάσωση και διάδοση του πολύτιμου έργου του.

Ποιητικά άπαντα i
Δημ. Κ. Παπακωνσταντίνου
επιμέλεια: Ειρήνη Σαρίογλου
Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔ.ΙΣ.ΜΕ.), 2010
324 σελ.
ISBN 978-960-99058-3-1,

Με αφορμή τη συμπλήρωση, φέτος, είκοσι χρόνων από το θάνατο του Δημ. Κ. Παπακωνσταντίνου, το Ελληνικό "Ιδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔ.ΙΣ.ΜΕ.) ανέλαβε την επανέκδοση του συνόλου του ποιητικού του έργου, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διάσωση και διάδοσή του.

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου δεν ήταν μόνο ένας σπάνιος λογοτέχνης, μια άρτια καταρτισμένη φυσιογνωμία αλλά και ένα ελεύθερο, γενναίο και ακέραιο άτομο που πίστευε στην ηθική και πνευματική συνείδηση του ατόμου. Ο ίδιος στην "Κριτική του Βιβλίου - Σειρά Τέταρτη" σημειώνει: "σχεδόν όλοι παρουσιάζονται διαφορετικοί στην τέχνη τους από τη ζωή τους, όπου φανερώνουν άλλο πρόσωπο ή προσωπεία στις κοινωνικές και λοιπές σχέσεις τους. [...] Άλλη πληρότητα όμως προσφέρει, μαζί με την αισθητική, και η συνύπαρξη της ηθικής...". Ο Παπακωνσταντίνου αψηφώντας το τίμημα προσπάθησε, με θέση και στάση ζωής, να τεκμηριώσει ότι ο πνευματικά ελεύθερος άνθρωπος δεν έπρεπε να ανήκει σε κανένα "οργανωμένο σύστημα". Αγωνίστηκε μόνος του ενάντια σε κάθε κύκλωμα, διατηρώντας αδούλωτο τον ψυχικό του κόσμο και ακέραια την πίστη του στην ιδέα του Χρέους. [...]
(Αντί προλόγου - Ειρήνη Σαρίογλου)



Ποιητικά άπαντα ii 

Δημ. Κ. Παπακωνσταντίνου
επιμέλεια: Ειρήνη Σαρίογλου
Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔ.ΙΣ.ΜΕ.), 2010
390 σελ.
ISBN 978-960-99058-4-8, 








ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Αναδημοσίευση από enet.gr ( Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ ) 

Γραφή στοχαστική, σπάνιας ευαισθησίας και παρρησίας, ερωτικού οίστρου και υπαρξιακής καταβύθισης. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι κινείται στις παρυφές των Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη. Γραφή που διαθέτει «πικρές» αναλογίες μ' εκείνη της Κικής Δημουλά, περισσότερο διαυγής και ευθύβολη για μας.

«Σαν έπιπλα παλιά / γεμάτα σκόνη / τα χρόνια μας. / Αστράφταν μόνο στ' όνειρο / καθόλου στη ζωή μας».

Τον ανακαλύψαμε στα «Ποιητικά Απαντά» του (Α'και Β' Τόμος) σε καλαίσθητη έκδοση του Ιδρύματος Ιστορικών Μελετών («φόρος τιμής προς έναν διακεκριμένο ποιητή, ασυμβίβαστο στοχαστή και φωτισμένο Δάσκαλο» σημειώνει στο μικρό προλόγισμά της η υπεύθυνη του ΙΔΙΣΜΕ, ιστορικός Ειρήνη Σαρίογλου). Ανθρωπος, χρόνος, πίστη, μνήμη, έρωτας, θάνατος, ομορφιά, όνειρο, αξιοπρέπεια, νιότη, γενέθλια γη, μοναξιά είναι τα βασικά «μοτίβα» του.

«Μεγάλο που 'ναι ν' αγαπάς / δεν περπατάς, πετάς και πας· μήπως και ξέρεις πού πηγαίνεις ; /Πας με των οίστρων τα φτερά / θροούν βιολιά / σπάζουν νερά / με το φεγγάρι μάγια δένεις.../ Πόνος βαθύς. Μέγ' αγαθό. / Μια στην κορφή, μια στο βυθό / ζεις, σπαταλιέσαι και πεθαίνεις».

Απόφοιτος της Μεγάλης Σχολής του Γένους και της Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δίδαξε για είκοσι δύο χρόνια στα σχολεία της αγαπημένης του γενέτειρας (ιδίως στο Ζάππειο) και στη συνέχεια στην Αθήνα.

«Τ' όνειρο πάντα στη ζωή / τι λίγο που κρατεί».

Δόκιμος ποιητής αλλά και αδέκαστος κριτικός, συνεργάστηκε με σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά της Πόλης, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης («Βόσπορος», «Πυρσός», «Νέα Εστία», «Ευθύνη», «Σκέψη» κ.ά). Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε τρεις φορές, δύο για τις ποιητικές του συλλογές «Σκιαμαχία Α'» και «Απέκδυση» και μία για τη συνολική προσφορά του στην παιδεία και τα γράμματα της Πόλης.

* «Περισσεύουν τα χρόνια / λιγοστεύουν οι άνθρωποι».

* «Ολα τα ωραία τελειούνται στα όνειρα».

* «Ο,τι μας καίει και μας λιώνει / είναι που ζούμε πάντα μόνοι».

Ενας γνήσιος πνευματικός άνθρωπος, ασυμβίβαστος («έμεινα μονάχος κι ελεύθερος»), αφιερωμένος στο διδασκαλικό έργο του, στις αξίες («Με μόχθο σκαλίζεται της ζωής η πέτρα»), που ύμνησε τη χαρά και την πληγή της ομορφιάς, το μέγα θαύμα, το βαθύ του έρωτα.

* «Περπατάς, κι όλη την άνοιξη μοιράζεις».

* «Χειροκροτούσαν τα κύματα / την ιερή γύμνια σου».

* «Το πρόσωπό σου φως ζωής, στην ερημιά του κόσμου».

* «Κοχύλι μοιάζεις, προς το βράδιασμα, / παιχνίδι παιδικό στο κύμα».

* «Περπατώντας με τις τριανταφυλλιές / φύσηξες πρωινές θάλασσες / στην ανέστια καρδιά μου».

Νοσταλγεί το γενέθλιο τόπο του, που αναγκάστηκε ν' αφήσει από μικρότητες «κινούμενων παστουρμάδων».

«Μουσικό της ζωής του ξημέρωμα σ' εκείνον τον απαράμιλλο Βόσπορο... Αρχέγονη, ελληνική, αρχόντισσα θάλασσα, φωνήεσσα, χαίρε».

Προσπαθώντας να νιώσει τ' ανερμήνευτα, αναρωτιέται: 
«Πώς να μάθουμε τους λαβύρινθους των άλλων / όταν δεν ξέρουμε τις κόγχες των δικών μας;».

Στωικός και πικρός όταν γράφει: 
«Δεν ξέρω για την επουράνια δικαιοσύνη. / Οδυνηρός μύθος η επίγεια» 
ή όταν λέει: 
«Οσο περισσότερο δίνεσαι στον κόσμο / τόσο σφοδρό το πετροβόλημα».

Αξιοπρεπής ατενίζει το τέλος: 
«Ο κόσμος ένα θέατρο σκιών... Καιρός να μαζεύουμε τ' απομεινάρια της ζωής / για την ολόστερνη κάμαρα. / Η τελευταία παράσταση μας ανήκει». Δεν παύει όμως να τονίζει: «Πιστεύω στον Θεό. / Προσκυνώ την ελευθερία. / Ονειρεύομαι τον άνθρωπο».

Πριν από δύο χρόνια το ΙΔΙΣΜΕ τίμησε τη μνήμη του Παπακωνσταντίνου, με αφορμή τα δέκα χρόνια της εκδημίας του, στο θέατρο «Αλφα». Ο Στέφανος Ληναίος διακρτικά τον «υποδύθηκε» διαβάζοντας ορισμένα ποιήματά του, ενώ ο Γιώργος Νταλάρας ερμήνευσε δύο ποιήματά του σε σύνθεση του Τούρκου Σερντάρ Γιαλτσίν.

Επιμένοντας ν' ανασύρει από τη λήθη γεγονότα, να τιμά παραγνωρισμένους ανθρώπους για τη στάση ή το έργο τους, το ΙΔΙΣΜΕ ετοιμάζει την έκδοση και του πεντάτομου έργου του «Κριτική του Βιβλίου». Αξίζει ν' ανακαλύψετε και να εντρυφήσετε στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου.

* «Εν αρχή ην η Πίστη. Στον Θεό και στον άνθρωπο... Ορίζοντες ανοιχτοί, να καλπάζει ασύδοτα τ' όνειρο, να το κυνηγάς, να σε κυνηγάει, να σε φτερώνει, να το φτερώνεις...».
«Κι εκείνος ο έρωτας! Η μέγιστη πτήση, βέβαια... Συμπλοηγός στο πέλαγος του καλού με την αδελφή ψυχή, το απείκασμα της ψυχής σου. Αυτά και άλλα. Να σε μεθούν και να σε συντρίβουν».
* «Που δεν έσκυψα ποτέ, δε μετανιώνω. Ορθιος πήγα, ενάντια στο ρέμα. Κι αν έπεφτα, πρόφταινα να πάρω το πληγωμένο λάβαρο της πίστης και δυνάμεις για ξεκίνημα καινούργιο».
**«Στο παιχνίδι, το κέρδος με τους ανέντιμους. Παίξαμε χωρίς προσωπεία. Γι' αυτό και χάσαμε. Δούλοι; Ελεύθεροι; Πάντως εκτελέσαμε το χρέος μας. Παλέψαμε».
**«Για να μην ενοχλείς κανένα, φρόντισε να καλλιεργείς μόνο το τίποτε».
**«Με τους σοβαροφανείς, σοβαρός. Με τους ματαιόσπουδους, σπουδαίος. Με τους δοκησίσοφους, ειρωνικός. Παιδάκι με τους απλούς κι ανεπιτήδευτους».
**«Α, πού καταντήσαμε. Κατήφεια, παχυλά λόγια κι απάτη. Ν' αναζητάς, σαν τρελός, μάτια νηπίων. Ενα γνήσιο πρόσωπο, σα νεόκοπο νόμισμα».
**«Παραδώσαμε τα σπίτια μας, "αντί πινακίου φακής" σε ληστές προσωπιδοφόρους... Αναρίθμητες οι μετοικεσίες του Γένους. Με θανάτους επιβίωσε».
**«Πολύς φθόνος έπεσε στην αγορά. Κογκλάβια συνωμοτικά, προγραφές... Εντρομοι, πολλοί ματαιόσπουδοι και νόθοι, γυμνάζουν την ευλύγιστη στήλη τους, για την "γην και το ύδωρ". Υπάρχουν κάτι επάλξεις ποτισμένες με πίκρα και αξιοπρέπεια. Να μην κατέβεις».
**«Πάλευα πάντοτε, για χαμένες υποθέσεις».


Θέλω να ευχαριστήσω τον καλό φίλο Θωμά Καράτση που μου " σύστησε " αυτόν τον εξαιρετικό ποιητή που όμως παραμένει στην αφάνεια και υπάρχουν ελάχιστες αναφορές γι' αυτόν .