Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869)


Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, πρωτότοκος γιος του κερκυραίου γιατρού Ιωάννη Κάλβου και της ζακύνθιας αριστοκράτισσας Αδριανής Ρουκάνη. Μετά τη διάλυση του γάμου των γονιών του ο πατέρας του έφυγε για την Ιταλία, και ο ποιητής αναχώρησε το 1802 με το μικρότερο αδερφό του Νικόλαο, για να ζήσουν μαζί του. Το 1805 η μητέρα του χώρισε και επίσημα από τον πατέρα του και παντρεύτηκε στη Ζάκυνθο τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Ο Κάλβος έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο (σύμφωνα με ανεξακρίβωτη πληροφορία το 1800 ήταν μαθητής του Αντωνίου Μαρτελάου) και συνέχισε τις σπουδές του στην ελληνική παροικία στο Λιβόρνο και στη Φλωρεντία, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Ανδρέα Λουριώτη (1808). Εκεί έγραψε στα ιταλικά το (αποκηρυγμένο αργότερα και χαμένο εκτός του προλόγου) Άσμα στο Ναπολέοντα (1811). Το 1812 γνωρίστηκε στη Φλωρεντία με τον Ugo Foscolo, ο οποίος τον προσέλαβε αντιγραφέα του και δάσκαλο του προστατευομένου του Στέφανου Βούλτσου. Ακολούθησε συγκατοίκησή του με το Foscolo και βραχύ διάστημα παραμονής των δυο φίλων στην Ελβετία. Την περίοδο εκείνη έγραψε τρεις τραγωδίες στα ιταλικά: τον Θηραμένη (1812-13), μια αγνώστου τίτλου (1812-13) και τις Δαναϊδες (1815). Το 1816 φιλοξενήθηκε από τον Foscolo στην Αγγλία και πήρε μέρος στην προσπάθεια του τελευταίου για έκδοση έργων κλασικών συγγραφέων και μετέφρασε στα νέα ελληνικά το Βιβλίο κοινών προσευχών της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ποιήματα (1819-1820). Ακολούθησε ρήξη στις σχέσεις του με το Foscolo και το 1819 γάμος του με την αγγλίδα Maria Teresa Josephine Thomas, η οποία πέθανε τον ίδιο χρόνο. Την περίοδο αυτή (1818-1819) ο Κάλβος έδωσε διαλέξεις στο πνευματικό κέντρο Argyll Rooms του Λονδίνου με θέμα την ελληνική γλώσσα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του συνδέθηκε με την παλιά του συμμαθήτρια Susan F.Ridout, σχέση που δεν ευδοκίμησε. Την περίοδο εκείνη είχε επανασυνδεθεί μέσω των μεταφράσεων και κάποιων διαλέξεων με την ελληνική γλώσσα, είχε ωστόσο ιταλική συνείδηση και είχε ως πρότυπο τον Alfieri. Το φθινόπωρο του 1820 μετά από σύντομη παραμονή στο Παρίσι επέστρεψε στη Φλωρεντία και εντάχθηκε στο κίνημα των Καρμπονάρων. Ως την άνοιξη του 1821 συνέχισε να γράφει στα ιταλικά και συνέθεσε δύο τραγωδίες ακόμα. Την ίδια χρονιά συνελήφθη από την αστυνομία και απελάθηκε στη Γενεύη. Πληροφορίες αναφέρουν πως την περίοδο εκείνη έγραφε ένα ποίημα για την ελληνική εξέγερση στη Μολδαβία. Στη Γενεύη έμεινε από το 1821 ως το 1824 και έγραψε τις δέκα πρώτες Ωδές, τις οποίες τύπωσε το 1824 με τον τίτλο Λύρα. Το 1825 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου πήρε μπήκε στους φιλελληνικούς κύκλους και συνδέθηκε με έλληνες λογίους. Εκεί πραγματοποιήθηκε η έκδοση της νέας σειράς των Ωδών το 1826, με γαλλική μετάφραση του φίλοι του ποιητή και φιλέλληνα Panthier de Censay μαζί με τα Λυρικά του Αθανάσιου Χριστόπουλου. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1826, έμεινε για λίγο στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Κέρκυρα, όπου ανέλαβε την καθηγεσία στην Ιόνιο Ακαδημία και ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας. Παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο λόγω αντιδράσεων των πανεπιστημιακών κύκλων και ασχολήθηκε με ιδιαίτερα μαθήματα, συγγραφή φιλοσοφικών συγγραμμάτων και μεταφράσεις, κυρίως φιλοσοφικών πραγματειών. Στην Ακαδημία επαναδιορίστηκε το 1836 ως καθηγητής της Ιδεολογίας. Η διδασκαλία του στα ελληνικά προκάλεσε αντιδράσεις και εχθρικό κλίμα. Την περίοδο 1840-1841 επανήλθε στη διδασκαλία της Φιλοσοφίας και το Γενάρη του 1841 έγινε διευθυντής στο Κερκυραϊκό Λύκειο, θέση από την οποία παραιτήθηκε το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Μετάξης Κερκύρας (1845) και της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας (1848). Με την ποίηση δεν ασχολήθηκε ξανά ως το θάνατό του. Το 1852 εγκατέλειψε την Κέρκυρα για την Αγγλία με τη μέλλουσα δεύτερη γυναίκα του Charlotte Augusta Wadams (την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Κέρκυρα και παντρεύτηκε το 1853 στο Λονδίνο). Στην Αγγλία η Chrlotte εργάστηκε σε σχολεία του Essex και του Λονδίνου και το 1865 ανέλαβε τη διεύθυνση οικοτροφείου θηλέων στο Louth, όπου δίδαξε και ο Κάλβος. Εκεί πέθανε από πνευμονία. Ως ποιητής ο Κάλβος συμπίπτει χρονικά με την Επτανησιακή Σχολή, αποτελεί ωστόσο μια μοναχική περίπτωση δημιουργού, που συνδυάζει στοιχεία διαφόρων ρευμάτων (κλασικιστικά, ρομαντικά) και διαφοροποιείται από την Επτανησιακή Σχολή, κυρίως λόγω της ιδιομορφίας της γλώσσας του, η οποία διαθέτει σπουδαία εκφραστική και εικονοπλαστική δύναμη. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός μετά το 1889 με αφορμή τη γνωστή διάλεξη του Παλαμά για την ποίησή του. Οι μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν κυρίως με τις Ωδές του, τα τελευταία χρόνια ωστόσο η έρευνα στρέφεται και γύρω από τα ιταλόφωνα έργα του.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Εις τον Ιερόν Λόχον

α΄.
Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
'που σας σκεπάζει.       5

β΄.
Ας το δροσίζη πάντοτε
με τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη·
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
αιώνια τ' άνθη.       10

γ΄.
Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα· ψυχαί 'που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
καύχημα νέον·       15

δ΄.
Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιάν σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλον.       20

ε΄.
Αλλ' αν τις αποθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον,
και καλά τα κλαδιά
της κυπαρίσσου.       25

ς΄.
Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε,
και τας χρυσάς ελπίδας,
και την ημέραν·       30

ζ΄.
Επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιον βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
μνήματα μύρια.       35

η΄.
Πολλά μεν σκοτεινά·
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας·
την εκλογήν ελεύθερον
δίδει το θείον.       40

θ΄.
Έλληνες, της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι·
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
από σας προκριθείν
άδοξος τάφος;       45

ι΄.
Ο Γέρων φθονερός,
και των έργων εχθρός,
και πάσης μνήμης, έρχεται·
περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην·       50

ια΄.
Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται η πόλεις, χάνονται
βασίλεια, κ' έθνη·       55

ιβ΄.
Αλλ' ότε πλησιάση
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
χώμα σεβάζων.       60

ιγ΄.
Αυτού, αφ' ου την αρχαίαν
πορφυρίδα, και σκήπτρον,
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
πάσα μητέρα.       65

ιδ΄.
Και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον
λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
λόχον Ηρώων.       70



Εἰς Ἐλευθερίαν

α´.
Δυστυχησμένα πλάσματα
τῆς πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ἕνα θρῆνον καὶ εἰς ἄλλον
πέφτομεν πάλιν.       5

β´.
Ἡμεῖς κατεδικάσθημεν
ἄθλιοι, κοπιασμένοι,
πάντα ῾νὰ κατατρέχωμεν,
ἀλλὰ ποτὲ δὲν φθάνομεν
τὴν εὐτυχίαν.       10

γ´.
Ἴσως (ἂν δὲν μὲ τρέφῃ
ματαία ἐλπίς) εὑρίσκεται
μετὰ τὸν θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωὴ
καὶ μὲ προσμένει.       15

δ´.
Ὅμως, διατὶ ἐὰν ἔσπειρε
παντοῦ εἰς τὴν οἰκουμένην
τὴν χαρὰν μὲ᾿ τὴν θλῖψιν
τοῦ ἐπουρανίου πατρὸς
τὸ δίκαιον χέρι·       20

ε´.
Διατὶ κ᾿ ἐδῶ ὅπου μ᾿ ἔρριψεν
εἰς τὴν ἀέριον σφαῖραν,
μίαν ῾νὰ μὴν εὕρω τρέχουσαν
διὰ μέ, μόνην μίαν βρύσιν
παρηγορίας;       25

ς´.
Βρύσιν! - Καὶ τὰ θαυμάσια
τῆς Ἀρετῆς ἀένναα
νερὰ δὲν βλέπω; Χύνονται
ποταμηδὸν τρυγύρω μου,
τὴν γῆν σκεπάζουν.       30

ζ´.
Ὦ θνητοί, ποτισθῆτε.
Ἔαν τὸ θεῖον πίετε
ρεῦμα, ὁ πόνος μὲ᾿ δάκρυα
τὴν τράπεζαν, τὸ στρῶμα σας
ἂς βρέξῃ τότε.       35

η´.
Ἂς ἔλθῃ τότε, ἂς ἔλθῃ
῾νὰ σᾶς περικυκλώσῃ
μὲ᾿ σκοτεινά, βρονταῖα,
πεπυκνωμένα σύννεφα
ἡ δυστυχία.       40

θ´.
Μία δύναμις οὐράνιος
εἰς τὴν ψυχήν σας δίδει
πτερὰ ἐλαφρά, καὶ ὑψώνεται
λαμπρὸν τὸ μέτωπόν σας
ὑπὲρ τὴν νύκτα.       45

ι´.
Ἀπὸ τὰ ὀλύμπια δώματα
δροσερὸν καταβαίνει
χαρᾶς, ἐλαίου φύσημα,
καὶ στεγνώνει τὰ δάκρυα·
τὸν ἵδρωτά σας.       50

ια´.
Ἐκεῖ ὅπου ἐπατήσατε
ἰδοὺ οἱ καρποὶ φυτρώνουν,
καὶ τ᾿ ἄνθη ἰδοὺ σκορπίζουσι
τὰ κύματα εὐτυχῆ
τῆς μυρωδίας.       55

ιβ´.
Τῆς Φιλίας ἡ Χάριτες,
καὶ τοῦ Ὑμεναίου, συμπλέκουσι
χορῶν πλουσίους στεφάνους·
βωμὸν ἔχουν τὸν θρόνον σας
καὶ τὸν δοξάζουν.       60

ιγ´.
Ἂν εἰς δικαίους ἔλθητε
πολέμους, ἢ ἕνα μνῆμα,
μνῆμα τίμιον εὑρίσκετε,
ἢ τῶν θριάμβων τ᾿ ᾄσματα,
καὶ τὰ κλωνάρια.       65

ιδ´.
Τὰ πολύχρυσα πέπλα,
καὶ τ᾿ ἀρώματα ὁ Πλοῦτος,
γλυκὺ ἡ Σοφία τὸ φίλημα
σᾶς χαρίζει ἐὰν ἦναι
μὲ σᾶς ἡ εἰρήνη.       70

ιε´.
Ὦ Ἀρετή! πολύτιμος
θεά, σὺ ἠγάπας πάλαι
τὸν Κιθαιρῶνα, σήμερον
τὴν γῆν μὴ παραιτήσῃς,
τὴν πατρικήν μου.       75


Εις Σάμον

α´.
Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.       5

β´.
Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·       10

γ´.
Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.       15

δ´.
Μοῦσα τὸ Ἰκάριον πέλαγος
ἔχεις γνωστόν. Νὰ ἡ Πάτμος,
νὰ αἱ Κορασσίαι, κ᾿ ἡ Κάλυμνα
ποὺ τρέφει τὰς μελίσσας
μὲ᾿ ἀθέριστα ἄνθη.       20

ε´.
Νὰ τῆς ἀλόης ἡ νῆσος,
καὶ ἡ Κῶς εὐτυχεστάτη,
ἥ τις τοῦ κόσμου ἐχάρισε
τὸν Ἀπελλῆν καὶ ἀθάνατον
τὸν Ἱπποκράτην.       25

στ´.
Ἰδοὺ καὶ ὁ μέγας τρόμος
τῆς Ἀσίας γῆς, ἡ Σάμος·
πλέξε δι᾿ αὐτὴν τὸν στέφανον
ὑμνητικὸν καὶ αἰώνιον
λυρικὴ κόρη.       30

ζ´.
Αὐτοῦ, ἐνθυμᾶσαι, ἐγέμιζες
τοῦ τέιου Ἀνακρέοντος
χαρμόσυνον κρατῆρα,
κ᾿ ἔστρωνες διὰ τὸν γέροντα
δροσόεντα ρόδα.       35

η´.
Αὐτοῦ, τοῦ Ὁμήρου ἐδίδασκες
τὰ δάκτυλα ῾νὰ τρέχουσι
μὲ᾿ τὴν ᾠδὴν συμφώνως,
ὅταν τὰ ἔργα ἱστόρει
θεῶν καὶ ἡρῴων.       40

 
θ´.
Αὐτοῦ, τὰ χρυσὰ ἔπη
ἐμψύχωνες ἐκείνου,
δι᾿ οὗ τὰ νέφη ἐσχίσθησαν
καὶ τῶν ἄστρων ἐφάνηκεν
ἡ ἁρμονία.       45

ι´.
Ὦ κατοικία Ζεφύρων,
ὅταν ἀλλοῦ τοῦ ἡλίου
καίουν τὰ βουνὰ ἡ ἀκτῖνες,
ἢ τὸν χειμῶνα ἡ νύκτα
κόπτῃ τὰς βρύσεις·       50

ια´.
Ἐσὺ ἀνθηρὸν τὸ στῆθος σου,
φαιδρὸν τὸν οὐρανὸν
ἔχεις, καὶ ἀπὸ τὰ δένδρα σου
πολλὴ πάντοτε κρέμεται
καρποφορία.       55

ιβ´.
Καθὼς προτοῦ νυκτώσῃ,
μέσα εἰς τὸν κυανόχροον
αἰθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκὺς ὁ ἀστέρας
τῆς Ἀφροδίτης.       60

ιγ´.
Καθὼς μυρτιὰ ὑπερήφανος
ἀπ᾿ ἄνθη φορτωμένη
καὶ ἀπὸ δροσιὰν ἀστράπτει,
ὅταν ἡ αὐγὴ χρυσόζωνος
τὴν χαιρετάῃ·       65

ιδ´.
Οὕτω τὸ κῦμα Ἰκάριον
κτυποῦσα ἡ βάρκα, βλέπει
σὲ εἷς τὰ νησία ἀνάμεσα
λαμπρὰν καὶ ὑψηλοτάτην,
καὶ ἀγαλλιάζει.       70

ιε´.
Τί ἐγίνηκαν ἡ ἡμέραι,
ὅτε εἰς τὰς κορυφὰς
τοῦ Κερκετέως δενδρόεντος
ἐχόρευον ἡ τέχναι
στεφανωμέναι.       75

ιστ´.
Ἔρχονται, ὦ μακαρία
νῆσος, ἔρχονται πάλιν·
τὸ προμηνύουσι τ᾿ ἄντρα σου
φλογώδη, ἐξ ὧν μυρίαι
μάχαιραι ἐκβαίνουν.       80

ιζ´.
Ὡς ἡ σφῆκες μαζόνονται
ἐπὶ τὰ ὀλίγα λείψανα
σπαραγμένης ἐλάφου,
ἢ ταύρου ὁποὺ ἐκατάντησε
δεῖπνον λεαίνης,       85

ιη´.
Ἀλλ᾿ ἂν βροντήσῃ ἐξαίφνης,
πετάουν εὐθὺς καὶ ἀφίνουσι
τὴν ποθητὴν τροφήν,
ὑπὸ τὰ δένδρα φεύγουσαι
καὶ ὑπὸ τοὺς βράχους·       90

ιθ .
Οὕτως, εἰς τὰ παράλια
ἀσιατικά, τὰ πλήθη
ἀγαρηνὰ ἀναρίθμητα
βλέπω ῾νὰ ἐπισωρεύονται,
ὅμως ματαίως.       95

κ .
Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
«οἱ Σάμιοι», κράζει, «οἱ Σάμιοι»
καὶ ἰδοὺ τὰ πόδια τρέμουσι
μυρίων ἀνδρῶν καὶ ἀλόγων
θορυβουμένων.       100

κα .
«Οἱ Σάμιοι»· - καὶ ἐσκορπίσθησαν
τῶν ἀπίστων αἱ φάλαγγες. -
Ἄ, τί, ὦ δειλοί, δὲν μένετε
῾νὰ ἰδῆτε, ἂν τὸ σπαθί μας
κοπτερὸν ἦναι;       105

κβ .
Ἔρχονται, πάλιν ἔρχονται
χαρᾶς ἡμέραι, ὦ Σάμος·
τὸ προμηνύουν οἱ θρίαμβοι
πολλοὶ καὶ θαυμαστοί,
ποὺ σὲ δοξάζουν.       110

κγ .
Νῆσος λαμπρὰ εὐδαιμόνει·
ὅτε ἡ δουλεία σὲ ἀμαύρονε,
σ᾿ εἶδον· ἄμποτε νἄλθω
῾νὰ φιλήσω τὸ ἐλεύθερον
ἱερόν σου χῶμα.       115

κδ .
Ἐὰν φιλοτιμούμεθα
῾νὰ τὴν ῾ξαναποκτήσωμεν
μ᾿ ἵδρωτα καὶ μὲ᾿ αἷμα,
καλὸν εἶναι τὸ καύχημα
τῆς ἀρχαίας δόξης.       120



Ο Βωμός της Πατρίδος

α'.
Τρέξατε ἀδέλφια, τρέξατε
ψυχαὶ θερμαί, γενναῖαι·
εἰς τὸν βωμὸν τριγύρω
τῆς πατρίδος ἀστράπτοντα
     τρέξατε πάντες.       5

β´.
Ἂς παύσωσ᾿ ἡ διχόνοιαι
ποὺ ρίχνουσι τὰ ἔθνη
τυφλά, ὑπὸ τὰ σκληρότατα
ὀνύχια τῶν ἀγρύπνων
     δολίων τυράννων.       10

γ´.
Τρέξατ᾿ ἐδῶ· συμφώνως
τοὺς χοροὺς ἂς συμπλέξωμεν,
προσφέρων ὁ καθένας
λαμπρᾶν θυσίαν, πολύτιμον,
     εἰς τὴν πατρίδα.        15

δ´.
Ἐδῶ ἂς καθιερώσωμεν
τὰ πάθη μας προθύμως·
τ᾿ ἅρματα ἡμεῖς ἀδράξαμεν
μόνον διὰ ῾νὰ πληγώσωμεν
     τοῦ Ὀσμᾶν τὰ στήθη.       20

ε´.
Ἐδῶ πάντα τὰ πλούτη μας
ἂς χύσωμεν· ἐν ὅσῳ
γυμνὸν σπαθὶ βαστοῦμεν
μᾶς φθάνουσι τὰ φύλλα
     τίμια της δάφνης.       25

ϛ´.
K᾿ ὕστερ᾿, ἀφ᾿ οὗ συντρίψωμεν
τὸν ἔχθιστον ζυγόν,
ἄλλα ὄχι ἀβέβαια πλούτη
θέλει μᾶς δώσει πάλιν
     ἡ ἐλευθερία.       30

ζ´.
Ἐδῶ ἠδονὰς καὶ ἀνάπαυσιν
ὦ φίλοι ἂς παραιτήσωμεν·
ξηρὴ πέτρα τὸ στρῶμα,
φαρμάκι τὸ ψωμὶ
     τῆς δουλείας εἶναι.        35

η´.
Ἐδῶ, σὰν ἀναθήματα,
εἰς τὸν βωμὸν πλησίον,
τοὺς συγγενεῖς, τὰ τέκνα μας
ἀγαπητά, τοὺς γέροντας
     τώρα ἂς ἀφήσωμεν.       40

θ´.
Πάντα ὅσα εἰς τὴν καρδίαν μας
εἶναι ἀκριβή, δὲν πρέπουσιν
εἰς ἄνδρας ποὺ τρομάζουν
ἔμπροσθεν εἰς ἀνόητον
     βάρβαρον σκῆπτρον.       45

ι´.
Οὔτε ἡ ζωὴ δὲν πρέπει.
Τρέξατε ἀδέλφια, τρέξατε·
συμμέτρως ἐχορεύσαμεν,
σύμμετρα ἂς ἀποθάνωμεν
     διὰ τὴν πατρίδα.        50



Τα Ηφαίστεια

α´.
Χλωρά, μοσχοβολοῦντα
νησία τοῦ Αἰγαίου πελάγους,
εὐτυχισμένα χώματα
ὅπου ἡ χαρὰ κ᾿ ἡ εἰρήνη
πάντα ἐκατοίκουν.       5

β´.
Τί τὰ θαυμάσια ἐγίνηκαν
κοράσιά σας ὁπ᾿ εἶχαν
ψυχὴν ῾σὰν φλόγα, χείλη
῾σὰν δροσισμένα ρόδα,
λαιμὸν ῾σὰν γάλα;       10

γ´.
Στὰ πλούσια περιβόλια σας
βασιλικὸς καὶ κρίνοι
ματαίως ἀνθίζουν· ἔρημα,
οὔτ᾿ ἕνα χέρι εὑρίσκεται
῾νὰ τὰ ποτίζῃ.       15

δ´.
Τὰ δάση, τὰ λαγγάδια σας,
ὅπου ἡ φωναὶ ἀντιβόουν
τῶν κυνηγῶν, σιωπῶσι·
σκύλοι ἐκεῖ τώρα ἀδέσποτοι
μόνον βαϋίζουν.       20

ε´.
Ἐλεύθερα, ἀχαλίνωτα
μέσα εἰς τ᾿ ἀμπέλια τρέχουν
τ᾿ ἄλογα, καὶ εἰς τὴν ράχην τους
τὸ πνεῦμα τῶν ἀνέμων
κάθεται μόνον.       25

ς´.
Εἰς τὸν αἰγιαλὸν
Ἀπὸ τὰ οὐράνια σύγνεφα
ἀφόβως καταβαίνουν
κραυγάζοντες οἱ γλάροι
καὶ τὰ γεράκια.       30

ζ´.
Βαθυὰ εἰς τὸν ἄμμον βλέπω
χαραγμένα πατήματα
ζώντων παιδιῶν καὶ ἀνθρώπων·
ὅμως ποὺ εἶναι οἱ ἄνθρωποι,
ποῦ τὰ παιδία;       35

η´.
Φρικτὸν θλιβερὸν θέαμα
τριγύρω μου ἐξανοίγω·
ποίων εἶναι τὰ σώματα
ποὺ πλέουσ᾿ εἰς τὸ κῦμα;
ποίων τὰ κεφάλια;       40

θ´.
Αὐγεριναὶ τοῦ ἡλίου
ἀκτῖνες τί προβαίνετε;
τάχα ἀγαπάει ῾νὰ βλέπῃ
ἔργα λῃστῶν τὸ μάτι
τῶν οὐρανίων;       45

ι´.
Δημιουργὲ τοῦ κόσμου,
πατέρα τῶν ἀθλίων
θνητῶν, ἂν σὺ τοῦ γένους μας
ὅλου ζητῇς τὸν θάνατον,
ἂν σὺ τὸ θέλης·       50

ια´.
Τὰ γόνατά μου ἐμπρός σου,
νά, πέφτουν· τὸ ὑπερήφανον
κεφάλι μου, ποὺ ἀντίκρυ
τῶν βασιλέων ὑψόνετο,
τὴν γῆν ἐγγίζει.       55

ιβ´.
Ἰδοὺ εὐλαβεῖς οἱ Ἕλληνες
σκύπτουσιν ὅλοι· πρόσταξε,
κ᾿ ἐπάνω μας ἂς πέσωσιν
ἡ φλόγες τῆς ὀργῆς σου
ἂν σὺ τὸ θέλῃς.       60

ιγ´.
Πλὴν πολυέλεος εἶσαι,
καὶ βοηθὸν σὲ κράζω.....
Βλέπω, βλέπω εἰς τὴν θάλασσαν
πετώμενον τὸν στόλον
ἀγρίων βαρβάρων.       65

ιδ´.
Κύτταξε πὼς ὁ ἥλιος
χρυσόνει τὰ πανιά των·
κύτταξε πὼς τὸ πέλαγος
ἀπὸ σπαθιῶν ἀκτῖνας
τρέμον ἀστράπτει.       70

ιε´.
Ἀπὸ τὰς πρύμνας χύνεται
γεμίζων τὸν ἀέρα
κρότος μυρίων κυμβάλων,
καὶ μέσα ἀπὸ τὸν θόρυβον
ψάλματα ἐκβαίνουν·       75

ις´.
«-Στάζουσι τὰ μαχαίρια μας
»ἀπὸ τὸ αἷμα ἀκάθαρτον
»τῶν χριστιανών· πρὶν πήξη,
»ἐλᾶτε, ἐλάτε εἰς νέον
»αἷμα ἂς τὰ πλύνωμεν.       80

ιζ´.
»Ἐλᾶτε ῾νὰ ζεστάσωμεν
»τὰ χέρια μας ῾ς τὰ σπλάγχνα
»ὅσων θυσίας προσφέρουσιν
»εἰς τὸν σταυρὸν καὶ σέβονται
»ἁγίων εἰκόνας.       85

ιη´.
»Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, ὁ κόπος
»ἂν μᾶς καταδαμάσῃ,
»ἐπὶ σοροὺς σφαγμένων
»καθίζοντας, ἀνάπαυσιν
»θέλομεν εὕρει.       90

ιθ´.
»Τὰ ρόδα τῆς Ἑλλάδος
»εἰς τ᾿ αἷμα τῆς βαμμένα
»θέλει φανοῦν τερπνότατον
»δῶρον τῶν γυναικῶν μας,
»κ᾿ ἔργον ἡρῴων.»       95

κ´.
Σκληρά, δειλὰ ἀναθρέμματα
τῆς ποταπῆς Ἀσίας,
ἔργον ἡρῴων, ναί, βέβαια,
ποῖος τὸ ἀμφιβάλει, ὑπάρχει
τὸ τρόπαιόν σας.       100

κα´.
Ἔργον ἡρῴων, ἂν σφάξητε
ἀδύνατα παιδία·
ἔργον ἡρῴων, ἂν πνίξητε
τὰς τρυφερὰς γυναίκας
καὶ τὰ γερόντια.       105

κβ´.
Ἰδοὺ κ᾿ ἄλλα νησία
τὴν λύσσαν σας προσμένουσι·
πόλεις ἰδοὺ καὶ ἁλίκτυπος
ξηρὰ κατοικημένη
ἀπ᾿ ἔθνη ἀθῷα.       110

κγ´.
Διὰ σᾶς ἡρώων κοπάδια,
δὲν φθάνει ἡ Χίος, ἡ Κύπρος·
τῶν Κυδωνίων δὲν φθάνουσιν
τῆς Κάσσου καὶ τῆς Κρήτης
ἡ κατοικίαι.       115

κδ´.
Ἄμμετε, μὴν ἀφήσετε
ζῶντα κανένα· ἀπ᾿ αἷμα
τὰ αἰγαῖα νερὰ βαμμένα
κύματ᾿ ἂς ἔχουν γέμοντα
ἀπὸ σφαγάδια.       120

κε´.
Ὦ Ἕλληνες, ὦ θεῖαι
ψυχαί, ῾ποὺ εἰς τοὺς μεγάλους
κινδύνους φανερόνετε
ἀκάμαντον ἐνέργειαν
καὶ ὑψηλὴν φύσιν!       125

κς´.
Πῶς ἀπὸ σᾶς καμμία
δὲν τρέχει τώρα; πῶς
῾κεῖ μέσα εἰς τὰ πλεόμενα
δὲν ρίχνεσθε καράβια
τῶν πολεμίων;       130

κζ´.
Πῶς, πῶς τῆς ταλαιπώρου
πατρίδος δὲν πασχίζετε
῾νὰ σώσητε τὸν στέφανον
ἀπὸ τὰ χέρια ἀνόσια
λῃστῶν τοσούτων;       135

κη´.
Εἶναι πολλὰ τὰ πλήθη τῶν
καὶ φοβερὰ εἰς τὴν ὄψιν,
ἀλλ᾿ ἕνας ἕλλην δύναται,
ἕνας ἄνδρας γενναῖος
῾νὰ τὰ σκορπίσῃ.       140

κθ´.
Ὅποιος τὴν δάφνην θέλει
ἀθάνατόν της δόξης,
ὅποιος δάκρυα διὰ τ᾿ ἔθνος του
ἔχει, διὰ δὲ τὴν μάχην
νοῦν καὶ καρδίαν·       145

λ´.
ἂς ἔκβῃ αὐτός. - Νά, βλέπω
ταχεῖαι, ὡς τ᾿ ἁπλωμένα
πτερὰ τῶν γερανῶν,
ἔρχονται δυὸ κατάμαυροι
τρομεραὶ πρῶραι.       150

λα´.
Παύει ὡς τόσον ὁ κρότος
τῶν μουσικῶν ὀργάνων·
τ᾿ ἀγαρηνὰ τραγούδια
παύουν καὶ τὰ ὑπερήφανα
βλάσφημα μέτρα.       155

λβ´.
Μόνον ἀκούω τὸ φύσημα
τοῦ ἀνέμου ὁποὺ περνώντας
εἰς τὰ κατάρτια ἀνάμεσα
καὶ εἰς τὰ σχοινία σχισμένος
βιαίως σφυρίζει.       160

λγ´.
Μόνον ἀκούω τὴν θάλασσαν
῾ποὺ ὡσὰν μέγα ποτάμι
ἀνάμεσα εἰς τοὺς βράχους
κτυπόντας μυρμυρίζει
γύρω εἰς τὰ σκάφη.       165

λδ´.
Νὰ ἡ κραυγαὶ καὶ ὁ φόβος,
νὰ ἡ ταραχὴ καὶ ἡ σύγχυσις
ἀπὸ παντοῦ σηκόνονται,
καὶ ἁπλόνουν πολυάριθμα
πανία ῾νὰ φύγουν.       170

λε´.
Στενόν, στενὸν τὸ πέλαγος
ὁ τρόμος κάμνει· πέφτει
ἕνα καράβι ἐπάνω
εἰς τ᾿ ἄλλο καὶ συντρίβονται·
πνίγονται οἱ ναῦται.       175

λς´.
Ὤ! πὼς ἀπὸ τὰ μάτια μου
ταχέως ἐχάθη ὁ στόλος·
πλέον δὲν ξανοίγω τώρα
παρὰ καπνοὺς καὶ φλόγας
οὐρανομήκεις.       180

λζ´.
Ἔξω ἀπὸ τὴν θαλάσσιον
πυρκαϊὰν νικήτριαι
ἰδοὺ πάλιν ἐκβαίνουν
σωσμέναι ἡ δυὸ κατάμαυροι
θαυμάσιαι πρῶραι.       185

λη´.
Πετάουν, ἀπομακρύνονται·
῾ς τὸ διάστημα τοῦ ἀέρος
χωσμέναι γίνονται ἄφαντοι· -
διαβαίνουσαι ἐπαιάνιζον,
κ᾿ ἤκουεν ὁ κόσμος.       190

λθ´.
Κανάρι! - καὶ τὰ σπήλαια
τῆς γῆς ἐβόουν, Κανάρι. -
Καὶ τῶν αἰώνων τὰ ὄργανα
ἴσως θέλει ἀντηχήσουν
πάντα Κανάρι.       195





 


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Le Printemps (Spring) - Pierre Auguste Cot

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.



 Antonio Canova -  Έρως και Ψυχή” 



ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.



 Henri de Toulouse-Lautrec, - In Bed: The Kiss



ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.



The Kiss - Gustav Klimt

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.



Lovers by Irina Vitalievna Karkabi


V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.



Jeans Honoré Fragonard - Lovers


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !



The Lovers - Rene Magritte




VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ http://dide.fth.sch.gr/


La Mariee Marc Chagal














Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ " Μέρες βροχής "


Δακρύζουν στα εσώφυλλα 
οι μέρες της βροχής, 
φιλοτεχνούν την αγιογραφία 
της βουρκωμένης ανάσας.

Αντιλαλούν οι σταλαγματιές 
τη μελαγχολία. 
Ταξιδεύουν τις ματιές
στο συννεφιασμένο χρόνο.

Μένουν τα ρήγματα από πλημμύρα
στα έγκατα της σιωπής.

" Λόγια δραπέτες "
Κώστας Βασιλάκος / Άνεμος Εκδοτική


Πηγή φωτογραφίας 








ΣΤΕΛΛΑ - ΣΟΦΙΑ ΖΥΓΟΥΡΗ " Σιωπή και σιωπή "


Μιλώ πολύ με τη Σιωπή, την αγαπημένη μου.
Ποιά όμως; Υπάρχουν «είδη», «ποιότητες» Σιωπής!
Η αγαπημένη μου φίλη, δεν είναι η ψυχρή σιωπή.
Είναι η ζώσα. Δεν είναι υποχρεωτικά μονόδρομος.
Είναι συνειδητή επιλογή, επιδίωξη.
Δεν εκφράζει ενοχή, αλλά το δίκιο της απόλυτης αλήθειας.
Δεν είναι αυτή που δεν έχει να πει τίποτα,
αλλά σαν ρήτορας λέει τα πάντα.

«Αγάπησα τις λέξεις.
Αλλά μόνο μέσα στη Σιωπή έμαθα
να εκτιμώ την αξία τους!»

Μέσα στη Σιωπή βιώνονται
κι εκφράζονται τα βαθύτερα συναισθήματα.
Οι μεγαλύτερες, ακριβότερες αλήθειες μας.
Στον πιο μεγάλο πόνο είναι οδυνηρότερη από κραυγή.

«Και την απάντηση σκληρή την έδωσε η Σιωπή της.
Πιο δυνατή από κραυγή και πιο πικρή από δάκρυ.»

Στην πλημμυρίδα της χαράς η Σιωπή είναι τόσο «φλύαρη.»
Δεν υπάρχουν εκφράσεις να την περιγράψουν.
Για τα θαύματα εκφραζόμαστε με έκσταση, λόγια άρρητα..!

Μπροστά στο μεγαλείο μιας ψυχής, τί να πουν οι λέξεις;
«Όταν τα έργα μιλούν, τα λόγια σωπαίνουν.»
Η αγάπη μεσ’ τη σιωπή ζει τα πάντα.
Οι πιο όμορφες λέξεις φθίνουν την ιερότητα,
θαμπώνουν την ομορφιά της.

«Με τη Σιωπή σαν σου μιλώ κατάλαβέ με,
και χαμογέλα μου όταν στ’ όνειρο πετάω».
Αυτή λοιπόν είναι η Σιωπή η φίλη, δασκάλα κι έμπνευσή μου.
« Στη μοναξιά μου μίλησα, γινήκαμε και φίλες.
Την ευχαρίστησα λοιπόν, γιατί μαζί της διάβηκα
της σκέψης και του λογισμού, τις σφαλιστές τις πύλες»…!
(Στέλλα Σοφία Νικ. Ζυγούρη)
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΦΩΣ" Ποίηση" )






ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ '' ΈΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ! ''


Πόσο μετανιώνουμε για όσα δεν κάναμε, για να μη φτάσουμε μέχρι εδώ. Για τις κουρτίνες που δεν ανοίξαμε, για να δούμε την αλήθεια και για εκείνες που κλείσαμε και μείναμε στα σκοτάδια, χωρίς να γίνει ποτέ η απομάγευση! Για τις πολιτικές και τις ιδεολογίες που μας βαυκαλίζουν και μας θωπεύουν τη συνείδηση και δεν τις στέλνουμε στο διάολο. Που δεν καταλάβαμε ότι η ζωή έχει μεγαλύτερη ποικιλία και νικά ακόμη και τον θάνατο. Λόγια και φιλοσοφίες θα μου πεις και από αύριο τα ίδια, αλλά από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.
Πόσο γελοία είναι η σκέψη ''εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;'' Είναι η ανακουφιστική μέθοδος απαλλαγής, ύπουλης ύπνωσης και τραγικής συνειδησιακής κτηνωδίας. Θα αλλάξουμε τον κόσμο, αν αλλάξουμε πρώτα τον εαυτό μας. Ναι, θα τον σώσουμε, εγώ, εσύ, ο υπάλληλος στην τράπεζα, ο εργάτης στην οικοδομή απέναντι, τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα... Πρόκειται για μορφή επανάστασης και αλλαγής. Κανείς δε χρωστάει σε κανέναν και όλοι χρωστάμε τον κόσμο που θα αφήσουμε στα παιδιά μας, παιδιά χωρίς φόβο και με διάθεση για ζωή.

Επανάσταση εξάλλου είναι και η ίδια η ζωή: είναι τα παιδιά που γελούν και κάνουν έρωτα! Τα χαρούμενα παιδιά που παίζουν με τις γριές που κάνουν αμμόλουτρα και όχι τα πνιγμένα παιδιά. Επανάσταση είναι να κοιτάς το στήθος μιας όμορφης γυναίκας να ασφυκτιά κάτω από το στενό μπλουζάκι. Είναι η ώρα που ξεντύνονται δυο εραστές στο σκοτάδι, ένας αφαλός που τρέμει από ηδονή και μια σταγόνα ιδρώτα στη ραχοκοκαλιά.
Επανάσταση είναι η μάνα που μαγειρεύει Κυριακή γιορτή για τα παιδιά της και τα παιδιά όλου του κόσμου και το σπίτι μυρίζει φρέσκο ψωμί. Η δασκάλα που γράφει στον μαυροπίνακα με κιμωλία τη λέξη ''Ζωή'' είναι η μεγαλύτερη επανάσταση και η μεγαλύτερη ελπίδα. Επανάσταση είναι να επικοινωνείς με όσους αγαπάς, είτε είναι στο διπλανό δωμάτιο, είτε είναι μακριά, είτε έχουν φύγει για πάντα...να μιλάς και να λες βουβά όσα δε λένε οι άλλοι με ήχους. Επανάσταση όμως είναι και μια γλάστρα με βασιλικό σε μια ασβεστωμένη αυλή στις Κυκλάδες!
Επανάσταση είναι να μην πεθαίνει ένας έρωτας από τη ρουτίνα, από τη χυμένη ζάχαρη το πρωί, ή από τα θυμωμένα λόγια στη δουλειά και από τα καταθλιπτικά πρόσωπα στο λεωφορείο. Αλλά να κουρνιάζει σε μια αγκαλιά και να ταξιδεύει στα μάτια και με τα μάτια, μέχρι εκεί που δεν υπάρχει τέλος, μέχρι την Ιθάκη του καθενός. Τρυφερότητα, γέλια, χάδια, επίθεση, άμυνα επιθετική, επιθυμία, φαντασία, κορύφωση, γλώσσα μυρωδιές, αφή, χέρια που κατηφορίζουν ανάμεσα σε σκέλια με ζωή να τρέχει... Τρέξε να πάρεις λάδι, αγνό παρθένο, ή έστω όχι και τόσο αγνό, ας έχει οργιάσει με όλα τα λάδια του ελαιοτριβείου! Χαμογελάς; Πόσο λιγόστεψε το χαμόγελο στη ζωή μας! Έχεις ωραίο χαμόγελο, μου θυμίζεις...Είναι καλό να θυμόμαστε...
Η βρύση τρέχει, οι λογαριασμοί το ίδιο, η ζωή τρέχει...είμαστε καλά, αν τρέχουμε μαζί. Επαναστάτες με αιτίες. Καμιά φορά η ζωή ξεπερνά την πιο όμορφη μυθοπλασία! Χαμογέλα ξανά, ακόμη μπορούμε, έχουμε το ‘μαζί’....ζαλίζομαι, πάρε με αγκαλιά! Πιάσε μου το στήθος, έχει ζωή, έχει και θάνατο ηρωικό, όταν χτυπηθεί από σφαίρα. Πάμε για ύπνο χωρίς ενοχές, δεν υπάρχουν ένοχοι πια. Θυμάσαι καμιά προσευχή; Κλείσε τα μάτια...η θητεία μας δεν τελειώνει εδώ!












ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ " και πάλι βρέχει απόγνωση... "

Daniel F Gerhartz-art
Ένας δυϊσμός αναδύεται σε κάθε αιώνα, σε κάθε εποχή.Δυο κόσμοι, δυο Ελλάδες.Η μια στη Μυτιλήνη που ξυπνά κάθε μέρα και απλώνει αλληλέγγυα χέρια, ανθρώπινα...κι η άλλη που χάνεται φυλακισμένη στα τείχη του εγώ.Η επιλογή είναι δική μας κι εγώ που γράφω τούτες τις αράδες στη ζεστασιά του σπιτιού μου λέγοντας ευχές στους φίλους μου για έναν όμορφο μήνα...δεν αντέχω να κοιτάζω στα μάτια τα παιδιά που δεν θα δουν αύριο...δεν αντέχω! Θυμώνω με μένα, με αυτούς τους φράχτες που πνίγουν ...με τις ιδέες που πάψαν να είναι ιδέες...με τις ιδεολογίες τις κούφιες...με τις αξίες που αέρας έγιναν...Kι ας είναι όνειρο το ανυπόμονο φως που γλιστρά από τα δάχτυλα σαν διαψευσμένη ελπίδα. Kι ας είναι όνειρο τα καρφωμένα σύννεφα στον ουρανό της δημιουργίας. Κι ας είναι όνειρο οι καρδιές που παλεύουν απεγνωσμένα με τα κύματα για να φτάσουν σε μια γη που δεν τους θέλει. Κι όνειρο θάναι οι ταγοί που καπηλεύονται τα όσια και τα ιερά μας.Κι εκείνοι που γελούν σαρδόνια με στόματα απληστίας.Όνειρο θάναι τα βουβά κι αμπαρωμένα σπίτια της επιβίωσης. Όνειρο θάναι οι αβέβαιοι κι αδιέξοδοι δρόμοι των παιδιών .Φυλακισμένη στέκει η θέληση κι η συνείδηση σήματα κινδύνου εκπέμπει στον Άνθρωπο που τα όνειρά του όνειρα δεν είναι...Θάρθει χειμώνας...θάρθει άνοιξη...μέσα μας όμως μέσα μου πότε θα γίνει καλοκαίρι;



Παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής "Πέρα απ' τον ορίζοντα" της Μίνας Μπουλέκου



























Οι Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ και η Ποιήτρια ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής " Πέρα απ' τον ορίζοντα "

το Σάββατο 14 Νοεμβρίου , ώρα 7.00 μ.μ.

Η παρουσίαση θα γίνει στον χώρο των εκδηλώσεων των Εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ 
ΧΕΥΔΕΝ 3, Πεδίον του Άρεως , Αθήνα , τηλέφωνο 2112136882

Ομιλητές:

Λογοτεχνική ανάλυση και παρουσίαση:Νίκος Ταβουλάρης Ποιητής-Πεζογράφος-Δοκιμιογράφος,  Τ. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Απαγγελία : Καίτη Λιανού - Ιωαννίδου, Μουσικός -Υψίφωνος- Συγγραφέας

Απαγγελία : Λένα Φατούρου, Ποιήτρια - Συγγραφέας

Την εκδήλωση θα πλαισιώσει μουσικά η Καθηγήτρια Πιάνου - Συνθέτης Ελένη Μπελιμπασάκη

Συντονισμός εκδήλωσης - Μαρία Χατζηνικολάου, Δημοσιογράφος - Γενική Διευθύντρια του MCNEWS.GR