Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Απόσπασμα από τα «ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ»



Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. ’νοιξε τα σκέλια σου! Και τ” ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.
Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σειρίτια, οι διπλωμάτες κ” οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ” αφτιά. των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κ” η κανονιά δε ρίχτηκε κ” η εντολή δε δόθηκε!....

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ‘Πονεμένη Ρωμηοσύνη'

Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ «Η Ελλάδα των τριών κόσμων»
«Η Ρωμιοσύνη είναι η πονεμένη Ελλάδα. Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ‘τανε δοξασμένη κι αντρειωμένη, αλλά η καινούργια, η χριστιανική, είναι πιο βαθειά, επειδής ο πόνος είναι ένα πράγμα πιο βαθύ κι από τη δόξα κι από τη χαρά κι από κάθε τί. Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθιά τον χαραχτήρα τους στο σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μιά σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μιά τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμιοσύνη.
Τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ' αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι. Για τούτο η δυστυχισμένη Ρωμηοσύνη στολίστηκε με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ' αξιωθήκανε οι μεγάλοι κ' οι τρανοί λαοί της γής»

Ο. ΕΛΥΤΗΣ "Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ"



Alexi Zaitsev"The girl with the bicycle"  (ελαιογραφία του 2004)



Το δρόμο πλάϊ στη θάλασσα περπάτησα
που 'κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

Βρήκα τα φρούτα που 'χε το πανέρι της
το δαχτυλίδι που 'πεσε απ' το χέρι της

Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
τις ρόδες το τιμόνι το πεντάλι της

Τη ζώνη της τη βρήκα σε μιαν άκρη
μια πέτρα διάφανη που 'μοιαζε δάκρυ

Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα
κι έλεγα που 'ναι που 'ν' η ποδηλάτισσα

Την είδα να περνά πάνω απ' τα κύματα
την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα

Την τρίτη νύχτωσ' έχασα τα χνάρια της
στους ουρανούς ανάψαν τα φανάρια της.





ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ





Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός
η χαρα μεγάλη κι ο αγιασμός.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό 
κάθετ' η κυρά μας η Παναγιά. 
Όργανo βαστάει, κερί κρατεί 
και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί. 

Άϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή 
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί. 
Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό 
να μαζέψω ρόδα και λίβανο. 

Καλημέρα, καλημέρα, 
Καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά



ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ 

Μικρός μικρός στη Βηθλεέμ σπηλαίω εντός ετέθη 
και τώρα άνδρας τέλειος στον Ιορδάνη τρέχει
με ένα καμηλόδερμα ήτανε τυλιγμένος 
και με τη ζώνη του Χριστού ήταν περιζωσμένος 
Εκοίταξα στον ουρανό κι είδα σταυρό στη μέση 
κι απ΄ όλα τα ονόματα .... μου αρέσει. 
και πάλι ματακοίταξα κι είδα ένα δυο στεφάνια 
και με το καλονύχτισμα καλά σας Θεοφάνια. 
Έτη πολλά να χαίρεστε πάντα ευτυχισμένα 
σωματικώς και ψυχικώς να είστε πλουτισμένοι.



  Κάλαντα Φώτων (Θεοφανείων) από τον Πόντo
 
Από της ερήμου ο Πρόδρομος ήλθε να βαπτίσει τον Κυριόν . 
Βέβαιον Βασιλέα εβάπτισε, Υιόν και Θεόν ομολόγησε . 
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε . 
Δόξα εν υψιστοίς εκρούγαζαν, Κύριον και Θέόν ομολόγησαν . 

Ελεγεν ο κόσμος τον κύριον να αναγέννηση τον άνθρωπον . 
Ζήτησον και σώσον το πρόβατον, το απωλωλός ω θεάνθρωπε . 
Ήλθε κηρυττόμενον έβλεπε, απορών εφάνη ο Πρόδρομος . 
Θες μοι την παλάμην σου Πρόδρομε, βάπτισον ευθύς τον Δεσπότην σου . 

Ιορδάνη ρεύσε τα νάματα, ιν ανασκίρτησή τα ύδατα . 
Κεφαλάς δρακόντων σενέθλασε, των κακοφρονούντων ο Κύριος . 
Λέγουσιν οι Άγγελοι σήμερον Χριστός τον κόσμον ερώτησε . 
Μέγα και φρικτόν το μυστήριον δούλος τον δεσπότη εβάπτισε . 

Νους ο Ιωάννης ο Πρόδρομος μέγας, να βαπτίση τον Κύριο . 
Ξένος ο προφήτης ο Πρόδρομος μέγας, γα βάπτιση τον Κύριο . 
Όλον τον Αδάμ ανεκάλεσε ο των όλων κτίστης και Κύριος . 
Παναγία, Δέσποινα του παντός, σώσον τους εις Σε προσκυνούντας νυν . 

Ρείθρα Ιορδάνη, αγάλλεσθε την πορείαν άλλως λαμβάνετε . 
Σήμερον ο κτίστης δεδόξάστα δι' αυτό το μέγα μυστήριόν . 
Τρεις γαρ υποστάσεις εγνώκαμεν Πατρός και Υιού και του Πνεύματος . 
Υπό Αρχαγγέλων υμνούμενον, υπό Σεραφείμ δοξαζόμενον . 

Ως γαρ τοις εν σκότει επέλαμψε όταν ο Χριστός εβαπτίζετο . 
Χαίροντες και χείρας προσάγοντες και λαμπρών ο ανήγυριν άγογτες . 
Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών, δέξασθε λουτήρα βαπτίσματος . 
Ο Θεός των όλων και Κύριος ζωή σας υγείαν και χαίρεσθε . 

Κάλαντα των Φώτων Κάσου
Δεν είναι τούτη η γιορτή ωσάν την περασμένη,
μόνον η μέρα η φρικτή η δοξολογημένη,
που οι παπάδες πορπατούν με το σταυρό στο χέρι,
και μπαίνουν μες τα σπήλαια και λεν τον Ιορδάνη.

Βοήθεια να έχετε τον Μέγαν Ιωάννη.
Κάτου στα Γεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφον,

εκεί δένδρον εν ύπηρχε, δένδρον εξεφυτρώθη,
στη μέση κάθετ’ ο Χριστός, στην άκρα η Παναγία,
και τα περικλωνάρια του Αγγέλοι κι Αρχαγγέλοι.



Κάλαντα των Φώτων (Έκδοση Β)

Σήμερα τα Φώτα και φωτισμός,
και χαρά μεγάλη στον αφέντη μας.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
είναι η Μαρία η Δέσποινα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα,
και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί.
Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε,
δύνασαι βαφτίσεις Θεού παιδί,
και να παραδώσεις Χριστού ψυχή. 
Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ,
και τον Κύριό μου παρακαλώ.
Αύριο θ’ ανέβω στους ουρανούς
να καταπατήσω τα είδωλα.



Κάλαντα των Φώτων (Έκδοση Γ)

Σήμερα είναι τα Φώτα και οι Φωτεινές
και χαρές μεγάλες τ” αφέντη μας.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά.
Κάθεται η κυρά μας η Παναγιά,
με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα,
σπάργα – σπαργανίζει Θεού παιδί.
Του αφέντη Αϊ Γιάννη παρακαλεί,
για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη.
Για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη,
ν’ αγιαστούνε οι βρύσες και τα νερά.
Ν’ αγιαστούνε οι βρύσες και τα νερά,
ν’ αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά.
Καλή μέρα καλησπέρα, καλή σου μέρα αφέντη.
Πέντε κρατάνε τ’ άλογο και δέκα την ασκάλα,
και δεκαοχτώ παρακαλούν βρ’ αφέντη μ’ καβαλίκα.
Καβαλικεύεις χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις,
κι όπου πατήσει τ’ άλογο πηγάδια φανερώνει,
πηγάδια πετροπήγαδα, κι αυλές μαρμαρωμένες.

Πολλά είπαμε του αφέντη μας, ας πούμε και στην κυρά μας.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου τα παιδάκια σου, τα μοσχομυρισμένα,
η Παναγιά σού τα ‘δωσε κι ο Θεός να στα χαρίσει.
Να κάνεις γάμους και χαρές, ξεφάντωσες μεγάλες,
να στήσεις κι άσπρο φλάμπουρο στη μέση στην αυλή σου,
να χαίρονται οι φίλοι σου, να σκάζουν οι εχτροί σου.



Κάλαντα των Φώτων (Έκδοση Δ)

Σήμερα τα Φώτα και φωτισμοί,
και χαρές μεγάλες και αγιασμοί.
Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός,
εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.
Σήμερα κι όλα τ” άστρα φωτίζονται,
κ’ όλα τα νερά καθαρίζονται.

 ΠΗΓΕΣ : http://www.asxetos.gr/
                 http://www.kalanta.gr/







Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Αν-Ράντυαρντ Κίπλινγκ



Αν να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρο σου όλοι 
το ' χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι' αυτό το φταίξιμο σε σένα, 
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον εαυτό σου, 
όταν για σένα αμφιβάλλουν όλοι, αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα και για την αμφιβολία τους αυτή, 
Αν να προσμένεις το μπορείς δίχως από την προσμονή ετούτη ν' αποσταίνεις, 
ή Αν και σε συκοφαντούν εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα, 
ή Αν και σε μισούν το μίσος μέσα σου να μην αφήσεις να φουντώνει, 
κι ωστόσο να μην δείχνεσαι πάρα πολύ καλός κι ούτε με πάρα πολλή σοφία να μιλάς,

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου, 
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου, 
Αν το μπορείς το Θρίαμβο και την Καταστροφή να αντικρίσεις 
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς, 
Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια που εσύ είχες ειπωμένη 
από πανούργους νοθευμένη ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει, 
ή να θεωρείς όλα αυτά οπού 'χεις της ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα, 
και πάλι ν' αρχινάς να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,

Αν να στοιβάζεις το μπορείς σ' ένα σωρό όλα εκείνα που 'χεις κερδισμένα. 
Και όλα να τα παίξεις κορόνα γράμματα μεμιάς, 
και να χάσεις, και κείθε που έχεις ξεκινήσει πάλι ν' αρχινήσεις 
κι ούτε μπορείς καρδιά και νεύρα και μυώνες ν' αναγκάσεις 
πάλι να σου δουλέψουνε κι ας είναι από καιρό αφανισμένα, 
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι μόλο που τίποτα 
δε έχει μέσα σου απομείνει 
εξόν από τη θέληση που τους μηνά: «Βαστάτε!»

Αν να μιλάς μπορείς με το λαό κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου, 
με βασιλιάδες όντας μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου, 
Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί μπορούν να σε πληγώσουν, 
Αν όλοι οι άνθρωποι σε λογαριάζουν, όμως πάρα πολύ κανένας, 
Αν το μπορείς την ώρα που ο θυμός σου θέλει να ξεσπάσει να κρατηθείς νηφάλιος 
και την γαλήνη σου την πρώτη να ξαναβρείς, δικιά σου τότε θα ' ναι η Γη 
κι όλα εκείνα πλου κατέχει, και ό,τι αξίζει πιο πολύ- 
Άντρας σωστός τότε θε να 'σαι, γιε μου!

Ράντυαρντ Κίπλινγκ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΥΖΗΣ (1 Μαρτίου 1842– 22 Δεκεμβρίου 1900 ή 4 Ιανουαρίου 1901)



Αρραβωνιάσματα





Ο Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου, 1 Μαρτίου 1842–Μόναχο, 22 Δεκεμβρίου 1900 ή 4 Ιανουαρίου 1901 με το νέο ημερολόγιο) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αι. της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη, που ζούσαν στο Σκλαβοχώρι της Τήνου. Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.
Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με την μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. 
Τον Ιούνιο του 1865, ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα. Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο σκληρό γερμανικό περιβάλλον. Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσουτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner). Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty).

Νύμφη

Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στην Μικρά Ασία.
Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες — την Πηνελόπη (γεν. 1878, πέθανε μόλις δώδεκα ημερών), την Μαργαρίτα-Πηνελόπη (γεν. 1879), την Μαργαρίτα (γεν. 1881) και την Ιφιγένεια (γεν. 1890) — και έναν γιο — τον Ονούφριο-Τηλέμαχο (γεν. 1884).


«Το κρυφό σχολειό»






    Το 1880 ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1881 πέθανε η μητέρα του και έναν χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του. Το 1895 επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!» Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.


Το έργο του

Ιστορία 
  Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αι., του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πάρα πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις, από το 1870 έως το 1900. Μάλιστα, μετά τον θάνατό του, το 1901 τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Γκλασπαλάστ (Glaspalast).


“Διαβάζοντας τη Μοίρα”
  Σπουδαστής στην Ακαδημία του Μονάχου, ενστερνίσθηκε όλες τις αρχές των γερμανών δασκάλων του φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Με τα έργα του — ειδικά αυτά της νεότητάς του — έλαβε τον χαρακτηρισμό «γερμανικότερος των Γερμανών» και επαινέθηκε με το παραπάνω από τους τεχνοκριτικούς και τον Τύπο της εποχής.
Δύο από τα μεγάλα «γερμανικά» του έργα — οι Ελεύθερες τέχνες και τα πνεύματα της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, που κοσμούσαν την οροφή Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Καϊζερσλάουτερν (18781880), και Ο θρίαμβος της Βαυαρίας, που κοσμούσε την αίθουσα συνεδριάσεων του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Νυρεμβέργης (18951899) — καταστράφηκαν κατά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο.
. Kou kou.




   Μερικά από τα έργα του, όπως Τα αρραβωνιάσματα (1875) και Το κρυφό σχολειό (1885, συλλογή Εμφιετζόγλου), βασίζονται σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας, των οποίων η αντιστοιχία στην ιστορική πραγματικότητα αμφισβητείται σήμερα, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καλλιτεχνική αξία των παραπάνω έργων
Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα Ιδού ο Νυμφίος έρχεται (18951900, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνα του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ' αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κ.λπ.

Γιαγιά και παιδιά

Η μικρή που ονειροπολεί
   Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό.
Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλία..ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ


Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΙΔΕΩΝ.

Ο χορός των μουσών

«Ο ζωγράφος στην Ανατολή»

Αθηναϊκό καρναβάλι

"Εαρινή Συμφωνία"














Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ " Ὁ βιολιστής"

Natasha Milashevich
Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.
Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.


Theresa Rankin
Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος. 
Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.

Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.


Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. 


Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;
Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;
Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.
-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.
- Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.
Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τουρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.
Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.
Sven Richard Bergh:


Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του. 


Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο. 
Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας. 
Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω... 
- Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα... πίτουρα! 
Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή...

 Chagall The Blue Violinist