Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Ζωρζ Μπιζέ - Georges Bizet (25 Οκτωβρίου 1838 – 3 Ιουνίου 1875)

Ο Ζωρζ Μπιζέ ( Georges Bizet, 25 Οκτωβρίου 1838 – 3 Ιουνίου 1875) ήταν Γάλλος συνθέτης. Το τελευταίο έργο που δημιούργησε στη σύντομη ζωή του, η όπερα Κάρμεν, είναι από τα δημοφιλέστερα και συχνότερα παριστώμενα του διεθνούς δραματολογίου.
Μετά από λαμπρές σπουδές στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού, κέρδισε, μεταξύ άλλων βραβείων, και το πολυπόθητο Prix de Rome (1857). Ήταν ιδιαίτερα διακεκριμένος πιανίστας, αλλά προτιμούσε τη σύνθεση. Όταν όμως επέστρεψε ύστερα από τρία χρόνια από τη Ρώμη, διαπίστωσε ότι τα παρισινά λυρικά θέατρα δυσπιστούσαν προς τους νέους συνθέτες και αναγκάστηκε να κερδίζει τα προς το ζην ενορχηστρώνοντας και μεταγράφοντας μουσική άλλων συνθετών. Δύο έργα του που ανέβηκαν τελικά στη σκηνή, Οι αλιείς μαργαριταριών και Η γλυκιά κόρη του Περθ, δεν γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ευτυχέστερη ήταν η μουσική επένδυση του θεατρικού έργου του Αλφόνς Ντωντέ Η Αρλεζιάνα, που έγινε αμέσως δημοφιλής.
Η Κάρμεν ανέβηκε τον Μάρτιο του 1875 σε μια αποτυχημένη πρεμιέρα. Τρεις μήνες μετά ο συνθέτης πέθανε από καρδιακή προσβολή κι έτσι δεν πρόλαβε να δει ούτε καν την απαρχή της λαμπρής της πορείας. Στον 20ό αιώνα οι μουσικοκριτικοί και το κοινό αναγνώρισαν την αξία του και διερωτήθηκαν τι έχασε η μουσική από τον πρόωρο θάνατό του.

Επιλογή έργων

Le docteur Miracle («Ο δόκτωρ Θαύμα», οπερέττα, 1857)
Don Procopio («Δον Προκόπιο», όπερα μπούφα, 1858-9/1910)
Les pêcheurs de perles («Οι αλιείς μαργαριταριών», 1863)
La jolie fille de Perth («Η γλυκιά κόρη του Περθ», 1867)
Djamileh («Ντζαμιλέ», οπερά κομίκ, 1872)
L'Arlésienne («Η Αρλεζιάνα», μουσική για το ομώνυμο έργο του Ντωντέ, 1872)
Carmen («Κάρμεν», όπερα, 1875)



Κάρμεν

Η Κάρμεν (Carmen) είναι όπερα σε 4 πράξεις του Γάλλου συνθέτη Ζωρζ Μπιζέ. Το λιμπρέτο της γράφτηκε από τους Ανρί Μεϊλάκ και Λυντοβίκ Αλεβύ με βάση μία ομώνυμη νουβέλα του Προσπέρ Μεριμέ. Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας έγινε στη σκηνή Opéra-Comique στο Παρίσι, στις 3 Μαρτίου 1875, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Στην πρώτη της περίοδο πραγματοποίησε 36 παραστάσεις, αλλά πριν τελειώσουν ακόμα και αυτές ο Μπιζέ πέθανε ξαφνικά και έτσι δεν γνώρισε τη μεταγενέστερη μεγάλη επιτυχία της όπερας.

Η Κάρμεν, που ανήκει στο είδος της όπερα κομίκ, με μουσικά νούμερα που χωρίζονται με διαλόγους, διηγείται την ιστορία της καταστροφής του Δον Χοσέ, ενός απλοϊκού στρατιώτη που σαγηνεύεται από τα παραπλανητικά νάζια της φλογερής τσιγγάνας Κάρμεν. Ο Χοσέ εγκαταλείπει τον παιδικό του έρωτα και τα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά παρ'όλα αυτά χάνει τον έρωτα της Κάρμεν από τον φημισμένο ταυρομάχο Εσκαμίγιο, οπότε ο Χοσέ τη σκοτώνει σε μια κρίση ζηλοτυπίας. Η παρουσίαση της ζωής των εξαθλιωμένων, της ανηθικότητας και της ανομίας, καθώς και το τραγικό τέλος, στο οποίο το ομώνυμο πρόσωπο πεθαίνει επί σκηνής, υπήρξαν πρωτοποριακά στοιχεία για τη γαλλική όπερα και προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Μετά την πρεμιέρα οι περισσότερες κριτικές ήταν αρνητικές και το γαλλικό κοινό γενικά μάλλον αδιάφορο. Η Κάρμεν πρώτα κέρδισε τη φήμη της σε παραστάσεις της έξω από τη χώρα, και δεν ξαναπαίχθηκε στο Παρίσι μέχρι το 1883. Στη συνέχεια έγινε γρήγορα διάσημη και συνεχίζει να είναι μία από τις συχνότερα παρουσιαζόμενες όπερες. Μεταγενέστεροι σχολιαστές έχουν γράψει ότι η Κάρμεν στέκεται ως γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση της όπερα κομίκ και στον ρεαλισμό ή βερισμό που χαρακτηρίζει την ιταλική όπερα του ύστερου 19ου αιώνα.

Η μουσική της Κάρμεν έχει ευρύτατα εξυμνηθεί για την ευφυή μελωδία, την αρμονία, την ατμόσφαιρα και την ενορχήστρωσή της, καθώς και για την επιδεξιότητα με την οποία ο Μπιζέ απέδωσε μουσικά τα συναισθήματα των χαρακτήρων του. Μετά τον θάνατο του συνθέτη η μουσική του έργου τροποποιήθηκε με την εισαγωγή ρετσιτατίβων στη θέση των αρχικών πεζών διαλόγων. Δεν υπάρχει πρότυπη έκδοση της όπερας και υφίστανται διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιες εκδοχές της εκφράζουν καλύτερα τις προθέσεις του ίδιου του Μπιζέ. Η όπερα έχει ηχογραφηθεί πολλές φορές μετά την πρώτη της ηχογράφηση, σε δίσκο 78 στροφών το 1908, ενώ και η πλοκή της έχει αποτελέσει το αντικείμενο πολλών μεταφορών σε κινηματογραφική ταινία και θεατρικό έργο.



Η υπόθεση του έργου

Πράξη Α΄

Μία πλατεία στη Σεβίλλη. Στα δεξιά η πύλη του καπνεργοστασίου. Στο βάθος μια γέφυρα. Στα αριστερά ένα στρατιωτικό φυλάκιο.
Μία ομάδα στρατιωτών αναπαύεται στην πλατεία, περιμένοντας την αλλαγή φρουράς και σχολιάζοντας τους περαστικούς ("Sur la place, chacun passe"). Εμφανίζεται η Μικαέλα αναζητώντας τον Χοσέ. Ο Μοράλες την πληροφορεί ότι δεν έχει πιάσει υπηρεσία ακόμα και την προσκαλεί να τον περιμένουν μαζί. Εκείνη αρνείται, λέγοντας πως θα επιστρέψει αργότερα. Ο Χοσέ φθάνει με τη νέα βάρδια, την οποία υποδέχεται και μιμείται ένα πλήθος από αλητόπαιδα ("Avec la garde montante" - «Με τη νέα τη φρουρά»).
Καθώς το κουδούνι του εργοστασίου χτυπά, οι καπνεργάτριες βγαίνουν και μιλάνε με τα παλικάρια στο πλήθος ("La cloche a sonné" - «Το κουδούνι έχει χτυπήσει»). Η Κάρμεν έρχεται και τραγουδά την προκλητική «Χαμπανέρα» πάνω στην αδάμαστη φύση του έρωτα ("L'amour est un oiseau rebelle" - «Η αγάπη είναι ένα ανυπότακτο πουλί»). Τα παλικάρια την παρακαλούν να διαλέξει ένα ταίρι και εκείνη, μετά από λίγο παιχνίδι, πετά ένα λουλούδι στον Δον Χοσέ, που μέχρι τότε την αγνοούσε.
Καθώς οι εργάτριες επιστρέφουν στο εργοστάσιο, η Μικαέλα γυρίζει και δίνει στον Χοσέ ένα γράμμα από τη μητέρα του ("Parle-moi de ma mère!" - «Μίλησέ μου για τη μητέρα μου»). Σε αυτό διαβάζει ότι η μητέρα του θέλει να γυρίσει σπίτι και να παντρευτεί τη Μικαέλα. Καθώς ο Χοσέ ανακοινώνει πως είναι έτοιμος να ακούσει τη μητρική συμβουλή, οι γυναίκες βγαίνουν από το εργοστάσιο αναστατωμένες. Ο Θουνίγκα, ο αξιωματικός της φρουράς, μαθαίνει ότι η Κάρμεν έχει επιτεθεί σε μία γυναίκα με μαχαίρι. Προκαλούμενη, η Κάρμεν απαντά αψηφώντας με ειρωνεία ("Tra la la... Coupe-moi, brûle-moi"). Ο Θουνίγκα διατάζει τον Χοσέ να δέσει τα χέρια της, ενώ ετοιμάζει ένα ένταλμα. Μένοντας μόνη με τον Χοσέ, η Κάρμεν τον παραπλανά με μία seguidilla, στην οποία τραγουδά για μια νύχτα χορού και πάθους με τον εραστή της, όποιος κι αν είναι, στο καπηλειό του Λίλας Πάστια. Μπερδεμένος αλλά και γοητευμένος, ο Χοσέ πείθεται να της λύσει τα χέρια. Καθώς οδηγείται στη φυλακή, σπρώχνει τη συνοδεία της και τρέχει μακριά γελώντας. Ο Χοσέ συλλαμβάνεται για παραμέληση καθήκοντος.



Πράξη Β΄

Το πανδοχείο-καπηλειό του Λίλας Πάστια

Σχεδόν ένα μήνα μετά, η Κάρμεν και οι φίλες της Φρασκίτα και Μερθέντες ψυχαγωγούν τον Θουνίγκα και άλλους αξιωματικούς ("Les tringles des sistres tintaient") στο καπηλειό. Η Κάρμεν χαίρεται που μαθαίνει για την απελευθέρωση του Χοσέ μετά από κράτηση ενός μήνα. Απέξω, μια πομπή ανακοινώνει την άφιξη του ταυρομάχου Εσκαμίγιο ("Vivat, vivat le Toréro" - «Ζήτω, ζήτω ο ταυρομάχος»). Προσκαλούμενος μέσα, αυτοσυστήνεται με το «Τραγούδι του ταυρομάχου», ("Votre toast, je peux vous le rendre") και ρίχνει βλέμματα στην Κάρμεν, η οποία τον σπρώχνει μακριά. Ο πανδοχέας απομακρύνει τα πλήθη και τους στρατιώτες.

Αφού μείνουν μόνο η Κάρμεν, η Φρασκίτα και η Μερθέντες, φθάνουν οι λαθρέμποροι Ντανκαΐρ και Ρεμεντάδο, αποκαλύπτοντας τα σχέδιά τους να απαλλαγούν από το πρόσφατα αποκτηθέν εμπόρευμά τους ("Nous avons en tête une affaire"). Οι Φρασκίτα και η Μερθέντες θέλουν να τους βοηθήσουν, αλλά η Κάρμεν αρνείται καθώς θέλει να περιμένει τον Χοσέ. Πράγματι, μετά την αποχώρηση των λαθρεμπόρων, φθάνει ο Χοσέ. Η Κάρμεν του προσφέρει έναν εξωτικό χορό ("Je vais danser en votre honneur ... La la la"), αλλά το τραγούδι της διακόπτεται από ένα μακρινό προσκλητήριο της σάλπιγγας από τον στρατώνα. Όταν ο Χοσέ της λέει πως πρέπει να επιστρέψει στο καθήκον του, εκείνη τον περιγελά, οπότε αυτός της δείχνει το άνθος που του είχε πετάξει στην πλατεία ("La fleur que tu m'avais jetée" - «Το λουλούδι που μου 'χες πετάξει»). Αμετάπειστη, η Κάρμεν απαιτεί να της δείξει την αγάπη του φεύγοντας μαζί της. Ο Χοσέ αρνείται, αλλά καθώς ετοιμάζεται να επιστρέψει στον στρατώνα, μπαίνει ο Θουνίγκα αναζητώντας την Κάρμεν. Εκείνος και ο Χοσέ παλεύουν και χωρίζονται από τους λαθρεμπόρους, που επιστρέφουν και συγκρατούν τον Θουνίγκα. Ο Χοσέ, έχοντας επιτεθεί σε έναν αξιωματικό, δεν βλέπει πλέον άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει την Κάρμεν και τους λαθρεμπόρους ("Suis-nous à travers la campagne").



Πράξη Γ΄

Μια ερημιά πάνω στα βουνά

Η Κάρμεν και ο Χοσέ εμφανίζονται με τους λαθρεμπόρους και την πραμάτεια τους ("Écoute, écoute, compagnons"). Αλλά η Κάρμεν έχει αρχίσει να βαριέται τον Χοσέ και του λέει περιφρονητικά ότι θα πρέπει να επιστρέψει στη μητέρα του. Οι Φρασκίτα και Μερθέντες διασκεδάζουν διαβάζοντας τις τύχες τους από τα χαρτιά. Η Κάρμεν τις μιμείται και βρίσκει ότι τα χαρτιά προλέγουν τον θάνατό της. Οι γυναίκες φεύγουν για να δωροδοκήσουν τους τελωνειακούς που επιτηρούν την περιοχή, ενώ ο Χοσέ φρουρεί για λογαριασμό των λαθρεμπόρων.

Η Μικαέλα έρχεται με έναν οδηγό, αναζητώντας τον Χοσέ και αποφασισμένη να τον σώσει από την Κάρμεν ("Je dis que rien ne m'épouvante"). Ακούγοντας όμως ένα πυροβολισμό κρύβεται φοβισμένη. Είναι ο Χοσέ, που έχει πυροβολήσει προς ένα παρείσακτο, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο Εσκαμίγιο. Η χαρά του Χοσέ που συναντά τον ταυρομάχο μετατρέπεται σε οργή όταν ο Εσκαμίγιο δηλώνει πως είναι ξεμυαλισμένος με την Κάρμεν. Οι δυο τους παλεύουν, αλλά τους διακόπτουν οι λαθρέμποροι που επιστρέφουν με κοπέλες ("Holà, holà José"). Καθώς ο Εσκαμίγιο αποχωρεί, προσκαλεί όλους στην επόμενη ταυρομαχία του στη Σεβίλλη. Οι άλλοι ανακαλύπτουν τη Μικαέλα. Στην αρχή ο Χοσέ δεν θέλει να φύγει μαζί της, παρά τη συμπεριφορά της Κάρμεν, ωστόσο αλλάζει γνώμη όταν η Μικαέλα του λέει ότι η μητέρα του πεθαίνει. Καθώς αναχωρεί υποσχόμενος πως θα επιστρέψει, ο Εσκαμίγιο ακούγεται στην απόσταση να τραγουδά το τραγούδι του ταυρομάχου.



Πράξη Δ΄

Μία πλατεία στη Σεβίλλη. Στο βάθος οι τοίχοι ενός αρχαίου αμφιθεάτρου.

Οι Θουνίγκα, Φρασκίτα και Μερθέντες βρίσκονται μεταξύ του πλήθους που περιμένει την άφιξη των ταυρομάχων ("Les voici ! Voici la quadrille !"). Ο Εσκαμίγιο μπαίνει μαζί με την Κάρμεν και εκφράζουν τον αμοιβαίο τους έρωτα ("Si tu m'aimes, Carmen"). Καθώς ο Εσκαμίγιο μπαίνει στην αρένα, η Φρασκίτα προειδοποιεί την Κάρμεν ότι ο Χοσέ είναι κοντά, αλλά η Κάρμεν είναι ατρόμητη και θέλει να του μιλήσει. Μόνη της, αντιμετωπίζει τον απελπισμένο Χοσέ ("C'est toi ! C'est moi !"). Ενώ εκείνος της ζητά μάταια να επιστρέψει κοντά του, ακούγονται ζητωκραυγές από την αρένα. Καθώς ο Χοσέ κάνει την τελευταία του ικεσία, η Κάρμεν πετάει κάτω περιφρονητικά το δαχτυλίδι που της είχε δώσει και επιχειρεί να μπει στην αρένα. Τότε εκείνος τη μαχαιρώνει και, καθώς ο Εσκαμίγιο επευφημείται από τα πλήθη, η Κάρμεν πεθαίνει. Ο Χοσέ γονατίζει και της τραγουδά "Ah! Carmen! ma Carmen adorée!". Καθώς το πλήθος βγαίνει από την αρένα, ο Χοσέ ομολογεί ότι σκότωσε τη γυναίκα που αγαπούσε.https://el.wikipedia.org/




Αλιείς μαργαριταριών

Αλιείς μαργαριταριών (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά Les pêcheurs de perles, αρχικός τίτλος Leïla) είναι ο τίτλος τρίπρακτης όπερας του Ζωρζ Μπιζέ, βασισμένη σε λιμπρέτο των Μισέλ Καρέ και Εζέν Κορμόν. Ο Μπιζέ συνέθεσε την όπερα με ταχείς ρυθμούς το καλοκαίρι του 1863 και εκτελέστηκε για πρώτη φορά στο Λυρικό Θέατρο (Théâtre Lyrique) του Παρισιού, στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Αποτελεί τη δημοφιλέστερη όπερα του Μπιζέ μετά την Κάρμεν.
Έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό και παίχθηκε 18 φορές μέχρι το φθινόπωρο του 1863, ωστόσο επικρίθηκε από τον τύπο της εποχής, ο οποίος αντιμετώπισε το έργο του Μπιζέ με επιφύλαξη. Μετά την επιτυχία της Κάρμεν, η όπερα άρχισε να παίζεται σε πόλεις εκτός της Γαλλίας, ενώ μία εκτέλεσή της στην ιταλική γλώσσα παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1889. Περίπου τριάντα χρόνια μετά την πρεμιέρα της, άρχισε να αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα του έργου, ενώ σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή έργα ρεπερτορίου.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια εξωτική νήσο του Ινδικού Ωκεανού (Κεϋλάνη), όπου αναπτύσσεται έντονα η αλιεία μαργαριταριών. Το έργο αυτό, αν και το έκρινε ο ίδιος ο συνθέτης πολύ αυστηρά, εντούτοις αποδείχθηκε να υπερέχει των άλλων έργων γαλλικής όπερας της ίδιας περιόδου, περιέχοντας κάποια στοιχεία από την όπερα Κάρμεν. Αν και ο Μπιζέ συνέθεσε την όπερα σε νεαρή ηλικία, χαρακτηρίζεται ως ώριμο έργο με μελωδικά και ρυθμικά χαρίσματα. Ως σημαντικότερα μέρη της όπερας αναφέρονται συχνά η άρια για τενόρο Je crois entendre encore και το μελωδικό ντουέτο τενόρου-βαρύτονου Au fond du temple saint.
Στην Ελλάδα, η όπερα εκτελέστηκε για πρώτη φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή την 1 Απριλίου 1974.













Μαρκήσιος ντε Σαντ (2 Ιουνίου 1740 – 2 Δεκεμβρίου 1814)

Ο Ντονασιάν Αλφόνς Φρανσουά, Κόμης ντε Σαντ (γαλλικά: Donatien Alphonse François de Sade) (Παρίσι, 2 Ιουνίου 1740 – Σαραντόν Σαιν Μορίς, 2 Δεκεμβρίου 1814), ευρύτερα γνωστός ως Μαρκήσιος ντε Σαντ (γαλ.: Marquis de Sade) (όπως ονομαζόταν πριν το θάνατο του πατέρα του και τη λήψη του τίτλου του κόμη), επικαλούμενος από τους θαυμαστές του ο «Θεϊκός Μαρκήσιος», ήταν Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος με ηδονιστικές, κυρίως, και αθεϊστικές θεωρήσεις, που κατέστη περιώνυμος για την γενετήσια διαστροφή της απόλαυσης του εκδηλούμενου φόβου, τρόμου και πόνου που προκαλούσε στις συντρόφους του, όπου και εκ του τίτλου του η καθιέρωση του όρου σαδισμός.
Η φιλοσοφία του πρεσβεύει μία ακραία μορφή ελευθερίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την ηθική ελευθεριότητα, και σκοπεί στην απεξάρτηση του ατόμου από κάθε κατεστημένη νομική, ηθική ή θρησκευτική αρχή με τελικό στόχο την επίτευξη της απόλυτης ατομικής ικανοποίησης, που θεωρεί ως την ανώτατη αξία.
Τα έργα του περιέχουν ακραίες μορφές ερωτικών πρακτικών και συχνά οι περιγραφές του κινούνται μέσα στα όρια της πορνογραφίας. Εξ αιτίας της προκλητικής γραφής του και των ιδεών του πέρασε είκοσι εννέα χρόνια έγκλειστος σε άσυλα και σωφρονιστικά ιδρύματα. Το έργο του προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντιμαχόμενες κριτικές ενώ κατέστη πόλος έμπνευσης για άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες διαχρονικά. Η δική του άποψη για το έργο του συμπυκνώνεται στην παρακάτω ρήση του :
«Ο τρόπος σκέψης μου είναι το αποτέλεσμα των στοχασμών μου. Είναι κομμάτι της εσώτερης ύπαρξής μου, του τρόπου που είμαι φτιαγμένος. Για το σύστημά μου, το οποίο αποδοκιμάζετε, είναι επίσης η μέγιστη παρηγοριά στη ζωή μου, η πηγή της ευτυχίας μου. Σημαίνει περισσότερα για μένα απ' ό,τι η ίδια μου η ζωή.»

Ο Σαντ γεννήθηκε στο Παρίσι, στην αριστοκρατική κατοικία Οτέλ ντε Κοντέ στις 2 Ιουνίου 1740 και ήταν γιος του Ζαν-Μπατίστ Φρανσουά Ζοζέφ, κόμη του Σαντ, μαρκησίου του Μαζάν, και της Μαρί-Ελεονόρ ντε Μαιγέ ντε Καρμάν. Η μητέρα του, θυγατέρα του Ντονασιάν ντε Μαιγιέ, μαρκησίου του Καρμάν, διετέλεσε κυρία επί των τιμών της πριγκίπισσας του Κοντέ. Ο πατέρας του ως διπλωμάτης βρισκόταν στην υπηρεσία του Πρίγκιπα–Εκλέκτορα της Κολωνίας.
Ο πατέρας του Μαρκήσιου,
Ζαν-Μπαπτίστ Φρανσουά Ζοζέφ,
κόμης του Σαντ
Από το 1745, έπειτα από ένα σύντομο διάστημα παραμονής μαζί με συγγενείς του στην Προβηγκία και την Αβινιόν, την επιμέλειά του ανέλαβε ο αββάς θείος του Ζακ-Φρανσουά ντε Σαντ, λόγιος και σχολιαστής του Πετράρχη, ο οποίος αργότερα προκάλεσε σκάνδαλο με τη σύλληψή του σε οίκο ανοχής.Αυτός ανέθεσε την ανατροφή του σε μια οικογενειακή φίλη, τη Μαντάμε ντε Σεν Ζερμέν και την εκπαίδευσή του στον αββά Αμπλέ. Το 1750 εισήλθε στο ιησουιτικό κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου στο Παρίσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με το θέατρο και τη δραματική τέχνη, που τον γοήτευσαν και αποτέλεσαν έκτοτε αγαπημένες του ενασχολήσεις. Οι σωφρονιστικές τακτικές του παιδαγωγικού συστήματος των Ιησουιτών θεωρείται πιθανόν να αποτέλεσαν αίτιο της εκδήλωσης των ομοερωτικών και σαδιστικών τάσεων του ντε Σαντ.
Το 1754, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έγινε δεκτός στη στρατιωτική σχολή Εκό ντε Σεβό-Λεζέρ, όπου φοιτούσαν αποκλειστικά γόνοι ευγενών. Εκεί έλαβε την αρχική στρατιωτική του εκπαίδευση και την επόμενη χρονιά ονομάστηκε δεύτερος υπολοχαγός στο σύνταγμα του βασιλικού πεζικού. Από το 1757 συμμετείχε στον Επταετή Πόλεμο με το βαθμό του σημαιοφόρου με το σύνταγμα τυφεκιοφόρων της ταξιαρχίας του Αγίου Ανδρέα υπό τον Κόμη της Προβηγκίας, μετέπειτα Λουδοβίκου ΙΗ', αδερφό του Λουδοβίκου ΙΣΤ' και στις 21 Απριλίου 1759 προήχθη σε λοχαγό του Ιππικού της Βουργουνδίας.

Η σύζυγος του ντε Σαντ, Ρενέ-Πελαζί

Γάμος και πρώτα σκάνδαλα

Αποστρατεύτηκε το 1763, ταυτόχρονα με το τέλος του πολέμου, και εγκαταστάθηκε στο οικογενειακό κάστρο Σατό ντε Λακόστ. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τη δεσποινίδα Λωρ ντε Λωρί-Καστελάν. Η άρνησή της όμως για ένα γάμο μαζί του τον οδήγησε να παντρευτεί τη Ρενέ-Πελαζί ντε Μοντρόι, κόρη ενός πλούσιου κατώτερου δικαστικού με ισχυρές προσβάσεις στη βασιλική αυλή.

Τον Οκτώβριο του 1763, τέσσερις μήνες μετά το γάμο του, παύθηκε από την υπηρεσία του βασιλιά για πρώτη φορά στη ζωή του και κρατήθηκε για δεκαπέντε ημέρες στις φυλακές του βασιλικού κάστρου Βανσέν έπειτα από την καταγγελία μίας πόρνης για βλασφημία. Με τη μεσολάβηση του πατέρα του αποφυλακίστηκε το Νοέμβριο και του επιβλήθηκε υποχρεωτική παραμονή στο οικογενειακό κάστρο του Εσοφούρ υπό την επίβλεψη του επικεφαλής της αστυνομικής διεύθυνσης ηθών.

Τον Ιανουάριο του 1767 πέθανε ο πατέρας του κληροδοτώντας του τον τίτλο του κόμη καθώς και τους πύργους Λακόστ, Μαζάν και Σομάν, αλλά και μεγάλα ποσά χρεών για εξόφληση. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζεύγους ντε Σαντ, ο Λουί-Μαρί.


Η ερωμένη του Μαρκήσιου και αδερφή της συζύγου του, Αν-Προσπέρ, σε μεταγενέστερη προσωπογραφία ως μοναχή

Την Κυριακή του Πάσχα του 1768 συνέβη το πρώτο μεγάλο σεξουαλικό σκάνδαλο του ντε Σαντ, γνωστό ως Σκάνδαλο της Αρκέι, από το όνομα του προαστίου των Παρισίων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι οίκοι ανοχής, με μία πόρνη ονόματι Ροζ Κελέρ. Η Κελέρ τον κατήγγειλε στις αρχές για βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά, και παρά την απόσυρση των καταγγελιών της έπειτα από μια γενναιόδωρη προσφορά χρημάτων, λόγω της έκτασης του σκανδάλου, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να φυλακίσει το Μαρκήσιο με λετρ ντε κασέ (βασιλική διαταγή) αποσιωπώντας έτσι τη συνηθισμένη διαδικασία δίωξης. Παρέμεινε έγκλειστος έως τις 16 Νοεμβρίου οπότε και εγκαταστάθηκε στο κάστρο της Λακόστ. Το 1771 τον ακολούθησε εκεί και η οικογένειά του μαζί με την αδερφή της γυναίκας του Αν-Προσπέρ, που σύντομα έγινε ερωμένη του.

Μετά από ένα επεισόδιο στη Μασσαλία το 1772, που είχε να κάνει με δηλητηρίαση πορνών με το υποτιθέμενο αφροδισιακό ισπανική μύγα και σοδομισμό με τον υπηρέτη του, Λατούρ, καταδικάστηκαν και οι δύο σε θάνατο. Κατάφεραν να διαφύγουν στην Ιταλία παίρνοντας μαζί τους και την Αν-Προσπέρ, γεγονός που εξόργισε την πεθερά του, Μαντάμ ντε Μοντρόι, η οποία κατάφερε να εξασφαλίσει βασιλική εντολή για τη σύλληψη του γαμπρού της.

Ο ντε Σαντ ανακρινόμενος από αστυνομικούς, ανιστορική απεικόνιση του 19ου αιώνα.

Πρώτη περίοδος εγκλεισμού και η Επανάσταση

Στις 8 Δεκεμβρίου 1772 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Σατό ντε Μιολάν από όπου δραπέτευσε πέντε μήνες αργότερα μαζί με το συγκρατούμενό του, Βαρώνο του Αλέ, και τη βοήθεια δεκαπέντε αντρών. Παρέμεινε κρυμμένος στη Λακόστ και επανασυνδέθηκε με τη σύζυγό του διατηρώντας παράλληλα μια ομάδα νέων υπαλλήλων, οι περισσότεροι από τους οποίους παραπονούνταν για σεξουαλική κακομεταχείριση και εγκατέλειψαν το κάστρο του Μαρκησίου. Ο Σαντ αναγκάστηκε πάλι να φύγει στην Ιταλία και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγραψε το βιβλίο Ταξίδι στην Ιταλία. Το 1776 επέστρεψε στη Λακόστ και προσέλαβε νέες υπηρέτριες, οι οποίες όμως έφυγαν γρήγορα από την υπηρεσία του. Το 1777 ο πατέρας μίας από αυτές ήρθε στη Λακόστ ζητώντας την κόρη του και επεχείρησε να δολοφονήσει τον Σαντ. Το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ο Μαρκήσιος μετήχθη στις φυλακές του κάστρου Βενσέν.

Στις 14 Ιουνίου 1778 πληροφορήθηκε την αθώωσή του για τις κατηγορίες της δηλητηρίασης και του σοδομισμού αλλά αναγκάστηκε να παραμείνει φυλακισμένος λόγω της βασιλικής εντολής, που είχε εκδοθεί με ενέργειες της πεθεράς του. Ένα μήνα αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει αλλά συνελήφθη σύντομα και οδηγήθηκε στη Βενσέν, όπου παρέμεινε μέχρι και την παύση λειτουργίας της ως φυλακής το 1784, οπότε και μεταφέρθηκε στη Βαστίλη.

Στις περιώνυμες φυλακές της Βαστίλης κρατήθηκε στον Πύργο της Ελευθερίας (Tour de la Liberté) έως τις 2 Ιουλίου 1789 όταν άρχισε να φωνάζει από το κελί του ότι σκοτώνουν τους φυλακισμένους καλώντας τον κόσμο να τους απελευθερώσει. Από εκεί, δέκα ημέρες πριν την πυρπόληση της Βαστίλης από τους επαναστάτες, διαμετακομίστηκε με βασιλική εντολή στο άσυλο φρενοβλαβών του Σαραντόν, το οποίο διηύθυνε το τάγμα των Αδελφών του Ελέους. Σε αυτή την πρώτη μακρά περίοδο εγκλεισμού του ξεκίνησε τη συγγραφή των πλέον γνωστών έργων του όπως η Ζυστίν, 120 Μέρες στα Σόδομα, Διάλογος μεταξύ Ιερέα και Μελλοθανάτου κ.α. Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ απελευθερώθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση στις 2 Απριλίου 1790 με την ακύρωση όλων των βασιλικών εντολών φυλάκισης υπό τη μορφή λέτρ ντε κασέ. Η σύζυγός του αποσύρθηκε σε μοναστήρι και αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Τότε ξεκίνησε ο δεσμός του με την τριαντατριάχρονη πρώην ηθοποιό Μαρί-Κονστάνς Ρενέλ (Μαντάμ Κενέ), την οποία είχε εγκαταλείψει ο άνδρας της Μπαλταζάρ Κενέ, αφήνοντάς της και την επιμέλεια του εξάχρονου γιου τους.

Στις 22 Οκτωβρίου 1790 ανέβηκε με επιτυχία στο Παρίσι το θεατρικό του έργο, Κόμης Οξτιέρν ή Οι δυστυχίες της ελευθεριότητας, μία κωμωδία τριών πράξεων στην οποία παρουσιάζονταν οι απολαύσεις του εγκλήματος, προκαλώντας όμως μεγάλες αντιδράσεις.[25] Προηγουμένως ο Σαντ είχε κυκλοφορήσει ένα πολιτικό μανιφέστο και την επόμενη χρονιά δημοσιεύτηκε μία ανώνυμη έκδοση της Ζυστίν. Όπως και άλλοι Γάλλοι αριστοκράτες προσαρμόστηκε στη μετεπαναστατική κοινωνία και πολιτικοποιήθηκε εκλεγόμενος γραμματέας και αργότερα πρόεδρος και ειρηνοδίκης της περιφέρειας Πικ των Παρισίων (Section des Piques).

Οι χειρόγραφοι κύλινδροι του έργου 120 Μέρες στα Σόδομα. Το έργο γράφτηκε σε ρολό χαρτιού 12 μέτρων στις φυλακές της Βαστίλης.

Δίωξη από την Τρομοκρατία και σύντομη περίοδος ελευθερίας

Εντούτοις, με την επανάσταση δημιουργήθηκαν καταστάσεις που ο Μαρκήσιος δεν μπορούσε να συμμεριστεί. Προσποιήθηκε τον υποστηρικτή της εγκαθίδρυσης του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού και της πλήρους κατάργησης της κυριότητας, όμως επέμεινε στη διατήρηση του οικογενειακού του κάστρου και της ιδιοκτησίας του. Η επιβολή του καθεστώτος της Τρομοκρατίας του Ροβεσπιέρου (1793—1794) και οι χιλιάδες εκτελέσεις που ακολούθησαν τον οδήγησαν να αποσυρθεί από την πολιτική κονίστρα αποτροπιασμένος. Αν και είχε χρησιμοποιήσει διάφορες μορφές βασανιστηρίων για να διεγείρει τα πάθη του, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τις μαζικές εκτελέσεις που πραγματοποιούνταν από τον νεοπαγή κρατικό μηχανισμό.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1793 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, βάσει του Νόμου περί Υπόπτων για μία επιστολή που είχε γράψει προ διετίας στον Δούκα Ντε Μπρισάκ, διοικητή της φρουράς του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, και φυλακίστηκε στις Φυλακές Μαντελονέτ. Μεταφέρθηκε στη Φυλακή Καρμηλιτισσών της οδού ντε Βοζιράρ και από εκεί στο Σεν-Λαζάρ. Καταδικάστηκε για δεύτερη φορά σε θάνατο, αλλά λόγω της γραφειοκρατίας διέφυγε τον αποκεφαλισμό στη γκιλοτίνα. Το 1795 δημοσίευσε το έργο του Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, μία φιλοσοφική μελέτη συνδυασμένη με τη γνωστή ερωτική γραφή του ντε Σαντ, και μέσα στην επόμενη πενταετία κυκλοφόρησαν τα μυθιστορήματα Η Νέα Ζυστίν, Αλίν και Βαλκούρ και Η Ιστορία της Ζυλιέτ.

Στα 1799 αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα θέατρο των Βερσαλλιών κερδίζοντας ελάχιστα χρήματα και συντηρώντας παράλληλα το γιο της Μαντάμ Κενέ, Κάρολο. Την ίδια χρονιά ανέβηκε, για δεύτερη φορά, στη Σοσιέτ Ντραματίκ των Βερσαλλιών το θεατρικό του Οξτιέρν. Ο ντε Σαντ αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και για ένα διάστημα βρέθηκε να στεγάζεται σε πτωχοκομείο.

Φανταστικό πορτραίτο του ντε Σαντ από τον H. Biberstein (1830)

Αντιμέτωπος με το καθεστώς του Βοναπάρτη

Τον Ιούνιο του 1800 κυκλοφόρησε μία ανώνυμη μπροσούρα με τον τίτλο Ζολοέ, μέσω της οποίας ο συντάκτης της επιτίθονταν στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που είχε πρόσφατα αναλάβει την εξουσία, και στο περιβάλλον του. Οι υποψίες για τη συγγραφή της στράφηκαν στο Μαρκήσιο παρότι σήμερα είναι πλέον επιβεβαιωμένο ότι δεν είχε καμία σχέση. Τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε η τετράτομη συλλογή ιστοριών του Εγκλήματα από Έρωτα, στην οποία επιτέθηκε με σφοδρότητα σε άρθρο του στη Ζουρνάλ ντε Παρί ο ακαδημαϊκός και κριτικός Αλεξάντρ-Λουί ντε Βιγιετέρκ, κατονομάζοντας συνάμα το Σαντ ως το συγγραφέα της Ζυστίν.

Η μακρά σειρά συλλήψεων του Μαρκησίου ντε Σαντ ολοκληρώθηκε στις 6 Μαρτίου 1801 όταν, τυχαία ευρισκόμενος στο γραφείο του εκδότη του Νικολά Μασέ, συνελήφθη μαζί του έπειτα από έφοδο της αστυνομίας. Η έρευνα των αρχών αποκάλυψε χειρόγραφα και διορθώσεις του ντε Σαντ για τα έργα Νέα Ζυστίν και Ζυλιέτ. Κατά την ανάκριση ο Μασσέ, με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, παρέδωσε το χειρόγραφο της Ζυλιέτ. Ο Σαντ αναγνώρισε το χειρόγραφο αλλά υποστήριξε ότι αυτός δεν ήταν παρά ο αντιγραφέας του. Τον Απρίλιο αποφασίστηκε από το διευθυντή της παρισινής αστυνομίας Ντιμπουά και τον Υπουργό Ασφαλείας, τον περίφημο Ζοζέφ Φουσέ, η μη διεξαγωγή δίκης του Μαρκησίου προκειμένου να αποφευχθεί μεγαλύτερο σκάνδαλο και ο εγκλεισμός του στη φυλακή πολιτικών κρατουμένων Σεντ-Πελαζί. Ως αιτιολογία προβλήθηκε η συγγραφή του «επαίσχυντου μυθιστορήματος Ζυστίν» και του «ακόμη φρικτότερου Ζυλιέτ».

Απόσπασμα από το χειρόγραφο της διαθήκης του ντε Σαντ.

Τα χρόνια στο Σαραντόν και το τέλος

Ο ντε Σαντ απηύθυνε από τη φυλακή επιστολή–έκκληση προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης, Αντρέ Ζοζέφ Αμπριάλ, στις 20 Μαΐου 1802, ζητώντας την απελευθέρωσή του ή την προσαγωγή του σε δίκη, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι ο συγγραφέας της Ζυστίν. Ακολούθησαν το 1803 οι δύο τελικές διαμετακομίσεις του, αρχικά στις φυλακές Μπισέτρ και κατόπιν αιτήματος της οικογένειάς του στο άσυλο Σαραντόν, όπου φρουρούνταν από έναν αστυνομικό και οι οικείοι του κατέβαλαν τρεις χιλιάδες φράγκα ετησίως ως τρόφιμη συνδρομή. Η Μαντάμ Κενέ τον ακολούθησε στο Σαραντόν λαμβάνοντας άδεια παραμονής σε κοντινό δωμάτιο. Ο φιλελεύθερος διευθυντής του ασύλου, αββάς Φρανσουά Σιμόν ντε Κουλμιέ, προμήθευε τον ντε Σαντ με γραφική ύλη και τον ενθάρρυνε στο ανέβασμα θεατρικών έργων ανοιχτών στο κοινό, με ηθοποιούς τους τροφίμους του ιδρύματος. Στο Σαραντόν εκτυλίχτηκε και η τελευταία ερωτική σχέση του Μαρκησίου με την εκεί ανήλικη εργαζόμενη Μαγκτελέν Λεκλέρκ, που εκτός από σεξουαλικό είχε και παιδαγωγικό χαρακτήρα, μιας και ο ηλικιωμένος πλέον πρώην ευγενής της δίδαξε γραφή και ανάγνωση.

Τον Ιούνιο του 1807 σε αστυνομικό έλεγχο στο κελί του ανακαλύφθηκε το δεκάτομο έργο Τα Ταξίδια της Φλορμπέλ, που μόλις είχε ολοκληρώσει. Το έργο κατασχέθηκε και μετά το θάνατο του Μαρκησίου κάηκε από το γιο του, Ντονασιάν-Κλοντ-Αρμάν, όπως και πολλά άλλα ανέκδοτα χειρόγραφά του. Στις 9 Ιουνίου 1809 δολοφονήθηκε σε ενέδρα ο πρεσβύτερος γιος του Λουί-Μαρί, αξιωματικός του στρατού του Ναπολέοντα και στις 7 Ιουλίου του 1810 πέθανε η σύζυγός του Ρενέ-Πελαζί, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση από την πρώτη αποφυλάκισή του το 1790.

Υπό την προεδρία του Ναπολέοντα το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε στα 1811 τη συνέχιση της κράτησης του ντε Σαντ στο Σαραντόν, απόφαση που ανανεώθηκε στα 1812, ενώ την επόμενη χρονιά απαγορεύτηκαν και οι θεατρικές παραστάσεις που ανέβαζε στο άσυλο. Το 1813 ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα Κρυφή ιστορία της Ιζαμπέλ ντε Μπαβιέρ και δημοσίευσε ανώνυμα το βιβλίο Η Μαρκησία της Γάγγης.

Ο ονοματοδότης του όρου σαδισμός πέθανε ενώ κοιμόταν στο άσυλο φρενοβλαβών Σαραντόν στις 2 Δεκεμβρίου 1814 σε ηλικία 74 ετών εγκαταλείποντας ένα έργο που θα επηρέαζε και θα μελετούνταν βαθιά από λογοτέχνες, ερευνητές και ψυχαναλυτές τους επόμενους δύο αιώνες.

Ο Μαρκήσιος σε ανιστορικό πορτραίτο του 19ου αιώνα.

Ο όρος σαδισμός

Ο όρος σαδισμός (γαλλ.: sadisme) δημιουργήθηκε από τον Αυστρογερμανό ψυχίατρο Ρίχαρντ φον Κραφτ-Εμπινγκ και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1886 στο έργο του Psychopathia Sexualis. Η σημασία του έχει να κάνει με την επίδραση της σκληρότητας στη σεξουαλική διέγερση με την επιβολή σωματικού πόνου, νοητικού βασάνου ή και των δύο παράλληλα. Περιγράφεται επίσης ως γενετήσια διαστροφή κατά την οποία προκαλείται διέγερση απλά και μόνο με την πρόκληση πόνου σε άλλο άτομο ή με τη θέα αίματος. Αναφέρεται ότι η αίσθηση σεξουαλικής ευχαρίστησης παράγεται με πράξεις κακοποίησης ή τιμωρίας του ερωτικού αντικειμένου από ζώα ή ανθρώπους και συνίσταται από μία αρχική επιθυμία να πονέσει, να πληγώσει ή ακόμη και να καταστρέψει το σεξουαλικό αντικείμενο, ώστε να επιτευχθεί η σεξουαλική ευχαρίστηση.
«Η σκληρότητα είναι απλώς η ανθρώπινη ενέργεια που ο πολιτισμός δεν αλλοίωσε ακόμη ολότελα: είναι λοιπόν αρετή, όχι βίτσιο.»

Απόψεις σαν και αυτή του Μαρκησίου ντε Σαντ, καθώς και η σεξουαλική δράση σε έργα του, συνέτειναν στο να δανείσει μεταθανάτια το όνομά του στον ψυχοπαθολογικό αυτό όρο. Ο αντίθετος όρος του σαδισμού είναι o μαζοχισμός. Κατά τον μαζοχισμό το άτομο διεγείρεται σεξουαλικά όταν του επιβάλλεται πόνος, περιορισμός ή τιμωρία. Σε μερικούς ανθρώπους συνυπάρχουν και οι δυο τάσεις του σαδισμού και του μαζοχισμού, αποδιδόμενες μαζί ως σαδομαζοχισμός.

Έργο

Λογοτεχνική παρουσία

Η θεατρική παρουσία του ντε Σαντ ξεκίνησε από το 1765 περίπου, οπότε έγραψε και έλαβε μέρος σε διάφορες ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις. Η βασική όμως λογοτεχνική του δημιουργία άρχισε μετά τη φυλάκισή του στη Βανσέν το 1778. Ενώ ο ντε Σαντ χρησιμοποιεί πολλούς από τους κανόνες της τυχοδιωκτικής, γοτθικής και αισθηματικής μυθιστοριογραφίας, τα μυθιστορήματά του είναι μοναδικά στη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής του με την απόρριψη οποιουδήποτε ηθικού νόμου και τις αναλυτικές, εγκυκλοπαιδικού τύπου, λεπτομέρειες της βίαιης σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Στις 120 Ημέρες στα Σόδομα, έργο που άρχισε να γράφει στη Βαστίλη τη δεκαετία του 1780 και ουδέποτε ολοκλήρωσε, προσπαθεί να εκθέσει με λογοτεχνική μορφή έναν κατάλογο όλων των πιθανών μορφών ελευθεριάζουσας σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η Ζυστίν, η ιστορία μιας ενάρετης νέας γυναίκας που υποβάλλεται σε φρικιαστικά σεξουαλικά βασανιστήρια και σκοτώνεται τελικά από χτύπημα κεραυνού, ολοκληρώθηκε επίσης στη Βαστίλη, ενώ μία πιο εκτεταμένη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1797 ως Νέα Ζυστίν μαζί με τη Ζυλιετ, την ιστορία της αδελφής της Ζυστίν, η οποία ακολουθώντας το δρόμο της φαυλότητας ανταμείβεται και ευημερεί.

Στη Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ παρουσιάζει τη μύηση μιας νέας γυναίκας στη φιλοσοφία και την πρακτική της ακολασίας. Η σωζόμενη εργογραφία του ντε Σαντ περιλαμβάνει ακόμη διάφορα συμβατικότερα θεατρικά έργα και σύντομα αφηγήματα, δύο ιστορικά μυθιστορήματα, και ένα επιστολικό μυθιστόρημα, το Αλίν και Βαλκούρ. Επίσης έχει διασωθεί μεγάλο τμήμα της ογκώδους αλληλογραφίας του.

Κριτική και αποτίμηση

Παρότι τα έργα του ντε Σαντ δεν εκδόθηκαν επίσημα κατά τη διάρκεια του δεκάτου ενάτου αιώνα, κυκλοφορούσαν ιδιωτικά. Το 1855 ο Γάλλος κριτικός και ακαδημαϊκός Σαρλ Ογκυστίν Σαιντ-Μπεβ χαρακτήρισε το Μαρκήσιο ντε Σαντ και το Λόρδο Βύρωνα ως τις «δύο μέγιστες πηγές έμπνευσης» για τους σύγχρονους συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους είδαν τον Μαρκήσιο ως πρωτοπόρο της σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης και μάρτυρα της ελευθερίας.

Ο Άλγκερνον Σούϊνμπερν, ο Πολ Βερλαίν, ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ και ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ ήταν μεταξύ των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από τη ζωή και το έργο του Σαντ. Στον εικοστό αιώνα, η υπερρεαλιστική κίνηση άντλησε έμπνευση από την εικονοκλαστική χρήση του ερωτισμού από το Σαντ και την προκλητική απόρριψη κάθε περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας.

Το τελευταίο μισό του εικοστού αιώνα αυξήθηκαν οι κριτικές πραγματείες του έργου του ντε Σαντ. Μελέτες από κριτικούς όπως ο Ρολάν Μπαρτ, ο Μορίς Μπλανσό, ο Πιέρ Κλοσοφσκί και ο Ζορζ Μπατάιγ, εστιάζουν στη βαθιά γνώση του Σαντ πάνω στην ψυχολογία της δύναμης και της επιθυμίας και στις σχέσεις μεταξύ των ρητορικών πρακτικών του και της επιθυμίας για απόλυτη προσωπική κυριαρχία.

Η αντίληψη του Φουκώ για το έργο του Σαντ ως συνόρου μεταξύ κλασσικής και σύγχρονης σκέψης, ώθησε σε πολυάριθμες αναλύσεις της αλληλεξάρτησης μεταξύ των έργων του, του πολιτιστικού και φιλοσοφικού περιβάλλοντός του και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ανακατατάξεων του όψιμου 18ου αιώνα στη Γαλλία.

Διάφοροι κριτικοί έχουν εξετάσει επίσης την αντιμετώπιση των θηλυκών χαρακτήρων στα κείμενα του Σαντ. Η Αλίς Λαμπόρντ βρίσκει στο έργο του μια έκθεση της άδικης μεταχείρισης της κοινωνίας έναντι των γυναικών και ένα αίτημα για σεξουαλική ισότητα. Η Άντρια Ντουόρκιν, από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιεί τη μελέτη της για το Σαντ για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η πορνογραφία λειτουργεί ως μέσο υποβιβασμού και υποταγής των γυναικών. Η Άντζελα Κάρτερ υποστηρίζει ότι η εργασία του Σαντ είναι τελικά πολύτιμη επειδή απεικονίζει ξεκάθαρα τις βίαιες και καταπιεστικές συμπεριφορές, που κρύβονται πίσω από τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Προμετωπίδα της δεύτερης έκδοσης του έργου Justine ou les malheurs de la vertu το 1791.

Το έργο του Σαντ στα ελληνικά

Η πρώτη έκδοση βιβλίου του Μαρκησίου ντε Σαντ στα ελληνικά ήταν η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ από τις εκδόσεις Εξάντας σε μετάφραση του Βασίλη Καλλιπολίτη το 1979, του οποίου η κυκλοφορία απαγορεύτηκε με δικαστική εντολή. Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε το 120 Μέρες στα Σόδομα σε μετάφραση των Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Παπαδόπουλου. Η έκδοση προκάλεσε την παρέμβαση συντηρητικών δικαστικών κύκλων, που κατήγγειλαν το έργο ως πορνογράφημα για «προσβολή της δημοσίας αιδούς» βάσει του τότε υφιστάμενου νόμου «περί ασέμνων» με μάρτυρα κατηγορίας ένα χωροφύλακα. Σε αντίδραση αυτής της πράξης λογοκρισίας 48 εκδότες ανήγγειλαν κοινή έκδοση του έργου. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και το σύνολο του Τύπου, καταδικάζοντας ομοθυμαδόν τέτοιες πρακτικές. Προσωπικότητες των γραμμάτων υπερασπίστηκαν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των έργων του Σαντ, θεωρώντας το γεγονός της απαγόρευσης σκοταδιστικό πισωγύρισμα. Το δικαστήριο συνεκάλεσε Γνωμοδοτική Επιτροπή πέντε προσωπικοτήτων όπου μεταξύ των μελών της βρίσκονταν οι Γιάννης Μόραλης, Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και Ευάγγελος Παπανούτσος, εκ των οποίων ο τελευταίος ήταν ο μόνος που συνηγόρησε στην πρακτική της απαγόρευσης. Το βιβλίο εν τέλει απαγορεύτηκε ­έως και το 1991 οπότε ήρθη και τυπικά η απαγόρευση. Έκτοτε πολλές εκδόσεις των έργων του ντε Σαντ έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από σημαντικούς εκδοτικούς οίκους με κυρίαρχα έργα τη Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, τη Ζυστίν και τις 120 Ημέρες στα Σόδομα.

Εργογραφία

*Dialogue entre un prêtre et un moribund
*Voyage d'Italie ou Dissertations critiques, historiques et philosophiques sur les villes de Florence, Rome, Naples, Lorette et les routes adjacentes à ces quatre villes
*Justine ou les malheurs de la vertu
*La nouvelle Justine ou Les malheurs de la vertu
*Ernestine Nouvelle suedoise
*Français, encore un effort si vous voulez être républicains
*La philosophie dans le boudoir
*L'ogre Minski suivi de Le pape Brashi
*Que suis-je à présent ?...
*Les 120 journées de Sodome ou l'École du libertinage
*Histoire de Juliette ou les Prospérités du vice
*Idée sur les romans
*Le président mystifié et autres contes licencieux
*La marquise de Gange
*Les crimes de l'amour; nouvelles héroïques et tragiques ; précédées d'une Idée sur les romans
*Aline et Valcour ou Le roman philosophique
*Histoire secrète d'Isabelle de Bavière, reine de France
*L'aigle mademoiselle
*Discour contre Dieu
*Propos d'un insoumis
*Le Suborneur
*Oxtiern, ou les Malheurs du libertinage
*Dorci
*Adelaide de Brunswick, princesse de Saxe, Evenement du XIe siecle
*Eugenie de Franval Nouvelle tragique
*Juliette et Raunai ou la Conspiration d'Amboise
*La Double Epreuve
*Miss Heriette Stralson ou les Effets de desespoir
*Faxelange ou les Torts de l'ambition
*Florville et Courval ou le Fatalisme
*Rodrigue ou la Tour enchantee
*Laurence et Antonio Nouvelle italienne
*Dorgeville ou le Criminel par vertu
*La Comtesse de Sancerre ou la Rival de sa fille
*Dorci ou la Bizarrerie du Sort
*Le Serpent
La saillie gasconne
*L'Heureuse feinte
*Le M....puni
*L'Eveque embourb
*Le Revenant
*Les Harangueurs provencaux
*Attrapez-moi toujours de meme
*L'Epoux complaisant
*Aventure incomprehensible et attestee par toute une province
*La Fleur de chataignier
*L'instituteur philosophe
*La Prude ou la Rencontre imprevue
*Emilie de Tourville, ou la Cruaute fraternelle
*Augustine de Villeblanche, ou le stratageme de l'amour
*Soit fait ainsi qu'il est requise
*Le President mystifie
*La Marquise de Theleme, ou les Effets du libertinage
*Le Talion
*Le Cocu de lui-meme, ou le Raccommondement imprevu
*Il y a place pour deux
*L'Epoux corrige
*Le Mari pretre
*La Chatelaine de Longeville, ou la Femme vengee
*Les Filous

Έργα του σε ελληνική μετάφραση

*Ο δήμιος και το θύμα του (Εκδόσεις Κριτική, 2012 – επανέκδοση)
*Dialogue entre un prêtre et un moribond (Διάλογος ιερωμένου και ετοιμοθάνατου, 1782/1926). Μετάφρ. Δημήτρης Γκισονάτης. "Futura", Αθ. 2007.
*Les 120 journées de Sodome (Οι 120 μέρες των Σοδόμων, 1785/1904)
*Les Infortunes de la vertu (Oι ατυχίες της αρετής, 1787/1930) : Λ.Αποστόλου ("Μπουκουμάνης")
*Historiettes, Contes et Fabliaux (Ιστοριούλες, διηγήματα και μύθοι, 1788/1926) : Λ.Αποστόλου ("Μπουκουμάνης")
*La Philosophie dans le boudoir (Η Φιλοσοφία στο μπουντουάρ, 1795) : Βασίλης Καλλιπολίτης ("ΤΟ ΒΗΜΑ")
*La Nouvelle Justine ou les Malheurs de la vertu (Ζυστίν ή Τα βάσανα της αρετής, 1797–1801)
*Histoire de Juliette, ou les Prospérités du vice (Ιστορία της Ιουλιέτας ή Η ευημερία της διαστροφής, 1797–1801)
*Idee sur les romans (Απόψεις για το μυθιστόρημα – πρόλογος στο βιβλίο του Les Crimes de l'Amour)
*Les Crimes de l'Amour (Τα εγκλήματα του έρωτα – Νουβέλες ηρωικές και τραγικές, 1800)
*Επιστολή προς τον αστυνομικό διευθυντή Chenon – 19 Ιουλίου 1789
*Πάνω στην άμεση δημοκρατία και την απάτη των «εκπροσωπήσεων»











ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΗΣ - Ποιήματα από την Συλλογή "ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΘΥΜΑΡΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ"


Η γλάστρα έμεινε στο περβάζι
-Ξεράθηκε!-
Ο λαχειοπώλης φώναξε
«τελευταία είναι»
Οι κεραμιδένιες στέγες
πάνω στον ήλιο
και ο ήλιος
πάνω σε όλους μας.
Η αίσθηση της μοναξιάς
που έτρεχε μέσα
από τις άδειες τσέπες μας 

μας σκότωσε




Χρυσός, κόκκινος, πορτοκαλής ο ήλιος,
που στεκόταν απέναντί μας.
Αγκαλιάσαμε τις αχτίδες του.
Νιώσαμε τη ζεστασιά του,
την ανάσα του, το τραγούδι του.
Το λουλούδι του κήπου αναστέναξε.
Υψώθηκε να φτάσει στην αγκαλιά του ήλιου.
΄Έμειναν στη γη, οι ρίζες του και δύο γέρικα φύλλα.
Ζωή! Μια υπόσχεση! 




Ο θάνατος είναι τόσο δικός μου, είπε.
Σαν τις τρύπιες τσέπες του παντελονιού μου.
Οι εργάτες θα απεργήσουν και σήμερα!
Περπάτησε μόνος του μες τη βροχή.
Σεργιάνισε τις βιτρίνες,
αγκάλιασε την ομίχλη της πόλης,
αγάπησε το θόρυβό της.
΄Έδεσε τις ελπίδες του,
στα άδεια από σημαίες κοντάρια!
Ζωγράφισε τη νίκη ανάμεσα στις δυο του παλάμες.
Αγωνίζομαι!
Γι΄ αυτό υπάρχω!
Γι΄ αυτό δεν υπάρχω!
Πάντως έχω εξοικειωθεί με το θάνατο!

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΘΥΜΑΡΙ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ»


Πίνακες : Marcin Kołpanowicz art







ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΑΜΑΚΗ "Με ροδοπέταλα σπαρμένο " Παραμύθι



Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν σε μια μακρινή πολιτεία δυο αδέλφια, ο Χρύσης και ο Διαμαντής. Η μόνη περιουσία που τους άφησαν οι γονείς τους ήταν ένα χωραφάκι κι ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους. Ήταν φτωχοί μα πολύ εργατικοί και δεν τους έλλειπε το ψωμί. Όποιος τους γνώριζε είχε να λέει για την καλή τους καρδιά. Αλήθεια! Τα δυο παλληκάρια όλοι τ’ αγαπούσαν στο χωρίο, γιατί ήταν πάντα χαμογελαστά και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη.Μια μέρα, εκεί που έκοβαν ξύλα για το τζάκι στο δάσος, είδαν μια γριούλα. 

-Καλώς τα παλληκάρια μου! είπε εκείνη. 

-Καλησπέρα γιαγιά, απάντησαν με το χαμόγελο στα χείλη. 

-Τι κάνεις εδώ μοναχή τέτοια ώρα; Θα σε βρει το σκοτάδι! 

-Αχ! Καλά μου παιδιά!, τους απάντησε εκείνη, ήρθα να κόψω ξύλα μα το τσεκούρι μου έσπασε. Τώρα πως θα ζεστάνω το καλυβάκι μου; 

-Μη στεναχωριέσαι! Τη συμπόνεσαν τ’ αδέλφια, θα σου δώσουμε τα δικά μας ξύλα, είπαν με μια φωνή! 

-Μόνο πες μας κατά που πέφτει το καλυβάκι σου και σου τα φέρνουμε αμέσως. 

Η γιαγιά τότε δάκρυσε από συγκίνηση, τους έπιασε τα χέρια και τους έδωσε την ευχή της. Έπειτα τους είπε με σοβαρό ύφος: 

-Για το καλό που μου κάνετε θα σας ανταμείψω… μόλις έρθετε στο σπίτι μου. 

Ο Χρύσης και ο Διαμαντής επέμεναν ότι αρκούσε η ευχή της και μόνο αυτή.Η ηλικιωμένη γυναίκα τράβηξε εμπρός και εκείνοι με τα δεμάτια στον ώμο την ακολούθησαν έως το καλυβάκι της. Ήταν πράγματι πολύ φτωχό και οι καλόκαρδοι νέοι προσφέρθηκαν να της ανάψουν τη φωτιά στο τζάκι. Μόλις η φωτιά φούντωσε για τα καλά έγινε κάτι πολύ παράξενο. Η καλύβα χάθηκε από τα μάτια τους και τη θέση της είχε πάρει τώρα η σάλα ενός παλατιού! Η καλή γριούλα μεταμορφώθηκε σε μια βασίλισσα ντυμένη με πλουμιστά φουστάνια, τόσο όμορφα, όσο δεν το έβαζε ο νους τους! Τα δυο αδέλφια σάστισαν πραγματικά. 

-Είμαι η κυρά του πεπρωμένου! μίλησε πρώτη εκείνη, οι άνθρωποι μου δίνουν το μελάνι κι εγώ γράφω στις ζωές τους. Οι δικές σας σελίδες, να δείτε!, είπε και τους έφερε ένα βιβλίο χρυσοποίκιλτο, είναι γραμμένες με χρυσά γράμματα. Η καλή ψυχή σας και οι καλές σας πράξεις, σας προορίζουν για σπουδαία πράγματα. Όμως προσέξτε! Ο εχθρός του καλού, που κρύβεται μέσα στον καθένα, μπορεί να σας παρασύρει και τότε το χρυσό σας πεπρωμένο θα εξαφανιστεί από αυτό το βιβλίο.Τα αδέλφια άκουγαν με προσοχή μη μπορώντας να αρθρώσουν λέξη, για τα όσα θαυμαστά άκουγαν. Η κυρά του πεπρωμένου τα πλησίασε, τους έπιασε τα χέρια και τους είπε γλυκά: 

-Μη φοβάστε όμως! Αφού εκτιμήσατε την ευχή μιας φτωχής γριούλας, όπως κανένας άλλος μέχρι τώρα δεν έκανε, κι εγώ θα σας ανταμείψω με ένα δώρο. Ζητήστε μου ό,τι θέλετε και θα το έχετε. Όλα τα υπόλοιπα θα τα βρείτε μόνοι σας. 

Ο Χρύσης, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, με σεβασμό στην κυρά ζήτησε τη γνώση της γραφής.Βλέπετε σαν ήταν παιδιά και χρειαζόντουσαν στο χωράφι δεν πήγαν στο σχολείο. Έτσι δεν ήξεραν μήτε να γράφουν μήτε να διαβάζουν.Ο Διαμαντής, ήξερε κι αυτός τι ήθελε. Από μικρός κοίταζε τα άλλα παιδιά που ζωγράφιζαν στο χαρτί κι η καρδιά του λαχταρούσε να κάνει το ίδιο. Το δίχως άλλο λοιπόν, ζήτησε το χάρισμα της ζωγραφικής.Η κυρά του πεπρωμένου, ακούγοντας τα απλά και ταπεινά θελήματα των νέων, χαμογέλασε. 

-Δεν έπεσα έξω μαζί σας! Αντί να μου ζητήσετε πλούτη και δόξα, όπως θα έκανε κάθε φτωχός, εσείς αρκείστε σε ελάχιστα, μα σπουδαία! 

-Εσύ Χρύση, είπε στο μεγάλο αδελφό, από τώρα και στο εξής θα γνωρίζεις γραφή και ανάγνωση. Για την καλοσύνη σου να μου κουβαλήσεις τα ξύλα, σου χαρίζω και την τέχνη της ποίησης. Χρησιμοποίησέ τα όλα για το καλό και δεν θα βγεις χαμένος. Έπειτα γύρισε στον Διαμαντή. 

-Διαμαντή! Θα μπορείς να ζωγραφίζεις ό,τι βάλεις με το νου σου.Για την προθυμία σου να μου ανάψεις το τζάκι σου χαρίζω κάτι ακόμη: Όποιος βλέπει τις εικόνες σου θα θαυμάζει το ταλέντο σου, καθώς θα ζωντανεύουν στην καρδιά του. 

Δεν πρόλαβαν να την ευχαριστήσουν και η γυναίκα μαζί με το παλάτι της εξαφανίστηκαν…Οι δύο τους νόμιζαν ότι είδαν το ίδιο όνειρο και άλλο δεν έμενε από το να ξυπνήσουν, μιας και το φεγγάρι είχε χαθεί. Ο ήλιος της καινούριας μέρας ανέτειλε ήδη και οι δουλειές, τους περίμεναν. Στο δρόμο ήταν σκεφτικοί και αμίλητοι. Στο χωράφι το ίδιο. Μόνο που όταν σκάλιζαν ο Χρύσης μουρμούριζε… 

-Είπες κάτι αδελφέ μου; ρώτησε ο Διαμαντής; Μίλα πιο δυνατά να σε ακούω. 

Τότε ο Χρύσης με δυνατή καθάρια φωνή απήγγειλε στίχους. Ένα ποίημα που το μυαλό του έφτιαξε εκείνη την ώρα και που μιλούσε για την ομορφιά της φύσης. Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε ποτέ ακούσει ανθρώπου αυτί! 

-Φαίνεται πως δεν ονειρευτήκαμε, είμαι πολύ περήφανος για’ σένα , είπε ο Διαμαντής, και αγκάλιασε τον αδελφό του. 

Ήρθε και η ώρα να ξεκουραστούν. Κάθισαν στη σκιά ενός δέντρου και άρχισαν να τρώνε ψωμί και τυρί που είχαν στο δισάκι τους. Ο Διαμαντής δεν άφησε την αξίνα, παρά καθισμένος όπως ήταν άρχισε να χαράσσει πάνω στο χώμα σχέδια.Όχι αφηρημένα, μα πραγματικές ζωγραφιές, τοπία με δέντρα, ζώα, ανθρώπους κ.α. Φάνηκε λοιπόν πως τα δώρα που τους χάρισε η κυρά του πεπρωμένου ήταν πέρα για πέρα αληθινά. Μια και δυο, πήραν το δρόμο για την πόλη. Εκεί πήγαιναν να πουλήσουν ό,τι έβγαζε το χωραφάκι τους. Μα αυτή τη φορά πήγαν να αγοράσουν χαρτί και μολύβι. 

Με τα λιγοστά τους νομίσματα πήραν τα χρειαζούμενα. Η χαρά τους ήταν τόση που δεν γύρισαν πίσω. Κάθισαν στην πλατεία κοντά στο πηγάδι και στρώθηκαν στη δουλειά. Ο Χρύσης έγραφε ποιήματα και ο Διαμαντής ζωγράφιζε. Δεν άργησε πολύ να μαζευτεί γύρω τους πλήθος κόσμου. Πρώτα κάτι μικρά παιδιά που έπαιζαν μπάλα και έπειτα κάθε λογής άνθρωποι. Όλοι θαύμασαν τα ωραία λόγια και τις ιστορίες του Χρύση μα και τις ζωντανές ζωγραφιές του Διαμαντή. Όσοι δεν τους ήξεραν τους περνούσαν για γραμματιζούμενους, ενώ οι χωρικοί που τους γνώριζαν απορούσαν! Οι δύο νέοι εξήγησαν ότι αυτά που έβλεπαν ήταν δώρα. 

Οι μέρες περνούσαν, η φήμη τους εξαπλώθηκε σε όλη την πόλη κι ακόμα παραπέρα. Τα δυο αδέλφια έπρεπε να δουλεύουν στο χωράφι για να τα βγάλουν πέρα. Μα έλα που κόσμος πήγαινε στο καλυβάκι να τους γνωρίσει και πώς να δουλέψουν; Καλοδέχονταν όποιον πήγαινε να τους δει. Πώς να κακοκαρδίσουν κάποιον; Τα ποιήματα μαλάκωναν τις σκληρές καρδιές, έδιωχναν τον πόνο. Οι ζωγραφιές ταξίδευαν το νου και ζωντάνευαν στην καρδιά. Τα παιδιά ζητούσαν παραμύθια με καλές νεράιδες και οι μεγάλοι ιστορίες για άλλους τόπους. Κανέναν δεν άφηναν παραπονεμένο. Μέχρι που, κάποιοι έμποροι τους ζήτησαν να φτιάξουν βιβλία βάζοντας μέσα όλη τους την τέχνη. Με αυτές τις παραγγελίες πολλά νομίσματα ήρθανε στα χέρια τους, μα με την καλή τους ψυχή τα μοιράστηκαν με όσους τα είχαν περισσότερη ανάγκη…Συνέχισαν να τιμούν τα δώρα τους για καλό σκοπό και δεν πήραν τα μυαλά τους αέρα. 

Η φήμη τους έφτασε μέχρι το παλάτι, στα αυτιά του Βασιλιά.Η γυναίκα του είχε πεθάνει και ζούσε με τις δυο του θυγατέρες.Τα τελευταία χρόνια ήταν βαριά άρρωστος και κανένας γιατρός ή σοφός δεν μπορούσε να τον κάνει καλά. Δεν μπορούσε ούτε να φάει ούτε να πιει. Ήταν συνεχώς λυπημένος και οι νύχτες του ήταν εφιαλτικές. Κάλεσε από μακρινές πολιτείες τους καλύτερους γιατρούς, ήπιε χίλια δυο βοτάνια και μαγικά φίλτρα, μα τίποτα…Μόλις έμαθε για τα δυο αδέλφια παραξενεύτηκε αλλά έστειλε να τα φέρουν στο παλάτι. Ίσως αυτά να είχαν κάτι να του δώσουν. 

Ο Χρύσης και ο Διαμαντής προσκύνησαν το βασιλιά και με το βλέμμα πάντα χαμηλά, μπήκαν στις υπηρεσίες του. Χωρίς να κάνουν τίποτα διαφορετικό από ό,τι ήξεραν, τα αδέλφια μαλάκωσαν την καρδιά του. Ιστορίες με καλό τέλος, ποιήματα για την αγάπη, ζωγραφιές με την ομορφιά της φύσης…τι άλλο να θέλει μια καρδιά για να γλυκάνει; Σιγά σιγά, μέρα τη μέρα, ο Βασιλιάς, έτρωγε και δυνάμωνε, ενώ τα βράδια κοιμόταν χωρίς εφιάλτες. 

Οι όμορφες κόρες του Βασιλιά ένιωσαν ότι ο πατέρας τους ξαναγύρισε στη ζωή. Χαμογελούσε πια, δε θύμωνε με το παραμικρό και είχε διάθεση για κουβέντα. Όχι μόνο οι κοντινοί του είδαν τη μεταστροφή, μα και όλοι οι αυλικοί του. Ό,τι δεν κατάφεραν όλοι οι σοφοί του κόσμου, τόσα χρόνια, το κατάφεραν δυο απλοί χωρικοί μέσα σε λίγο καιρό! Όλο το βασίλειο καμάρωνε το Βασιλιά αλλά και τους δυο νέους.Όλοι εκτός από έναν, τον προσωπικό σύμβουλο του Βασιλιά, που δεν άργησε να του ψιθυρίσει τους φόβους του. 

-Τι κι αν αυτοί οι χωρικοί θελήσουν να σου πάρουν το θρόνο, Βασιλιά μου; Δες πόσο τους αγαπά ο κόσμος! Οι ικανότητές τους είναι σκέτη μαγεία! Κι αν σε μαγέψουν; τότε τι; Πρέπει να τους βάλεις στη φυλακή! Είναι διπρόσωποι και επικίνδυνοι! 

Ο Βασιλιάς δεν ήθελε και πολύ για να πειστεί. Άλλωστε ο σύμβουλός του, τον συντρόφευε από πάντα, ενώ αυτοί οι δυο θαυματοποιοί, ποιος ήξερε τι να κρύβουν; Χωρίς πολλά πολλά, διέταξε να συλλάβουν το Χρύση και το Διαμαντή και να τους οδηγήσουν στο σκοτεινότερο μπουντρούμι του κάστρου.Τέλος, έβαλε δυο φρουρούς από έξω, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα το σκάσουν ποτέ. Μάταια οι κόρες του προσπάθησαν να τον πείσουν για την καλή καρδιά των δυο νέων. Εκείνες έβλεπαν καθαρά με τα μάτια της αγνής ψυχής τους, όμως ο Βασιλιάς όχι. 

Έτσι λοιπόν τα παλληκάρια της ιστορίας μας έπαψαν να βλέπουν τον ήλιο. Η ζωή τους άλλαξε από τη μια στιγμή στην άλλη. Χωρίς να βλάψουν ποτέ κανέναν, πλήρωναν την καχυποψία των άλλων. Από την πρώτη ημέρα που μπήκαν στη φυλακή έμειναν αμίλητοι με το κεφάλι σκυφτό. Μία σκέψη στριφογύριζε στο μυαλό τους μα ούτε που την ξεστόμιζαν…θα ήταν ασέβεια. 

-Μακάρι η κυρά του πεπρωμένου να μην μας έδινε αυτά τα δώρα που ξεσήκωσαν τέτοια θύελλα! 

Δεν είχαν τη διάθεση να μιλήσουν. Ούτε λόγος για ιστορίες, ποιήματα και ζωγραφική. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που δέχτηκαν μια ευχάριστη επίσκεψη, έτσι ξαφνικά και απρόσμενα. Ήταν οι κόρες του βασιλιά, δίδυμες που έμοιαζαν σα δυο σταγόνες νερού. Έφεραν χαρτί, μολύβι, χρώματα καθώς και ένα λυχνάρι για φως. Καλόκαρδες και οι δυο, ήρθε η ώρα να τους ανταποδώσουν το καλό. Μάλιστα είχαν και ένα σχέδιο κατά νου….έδωσαν στα αδέλφια ένα παλιό μενταγιόν και τους ψιθύρισαν στο αυτί τι έπρεπε να κάνουν. Φεύγοντας, πήραν από το Χρύση ένα χαρτάκι και το έκρυψαν καλά καλά. 

Μόλις αποχώρησαν τα κορίτσια, οι δυο νέοι στρώθηκαν στη δουλειά. Ζωγράφησαν τους τοίχους της φυλακής και έγραψαν πάνω τους ποιήματα αγάπης. Για πρώτη φορά μετά από μέρες που ήταν εκεί κλεισμένοι, μιλούσαν και έκαναν αστεία μεταξύ τους. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν μόνο που ενθουσιάστηκαν με το μυστικό σχέδιο, αλλά που ο έρωτας επισκέφτηκε για πρώτη φορά τις καρδιές τους… 

Ας αφήσουμε τώρα, το υπόγειο του παλατιού και ας ανεβούμε ψηλά στην αίθουσα του θρόνου. Ο Βασιλιάς πήγαινε κάθε μέρα με άνθη στον τάφο της γυναίκας του, που ήταν έξω στον κήπο του παλατιού. Οι κόρες του κατέβηκαν να τον συνοδέψουν, σε αυτό το θλιβερό δρομολόγιο και αυτό το απόγευμα, όπως έκαναν πάντα.Φτάνοντας όμως στο σημείο εκείνο, ξαφνιάστηκαν βλέποντας κάτι διαφορετικό. Στα χέρια ενός αγαλματένιου αγγέλου που προσεύχονταν υπήρχε ένα σημείωμα. Ο Βασιλιάς ταράχτηκε: 

-Ποιος θνητός τόλμησε να πλησιάσει τον τάφο της καλής μου; Έπειτα, απόρησε! 

-Πως κατάφερε να ξεφύγει από τους φρουρούς μου; 

Καθώς όμως πήρε να διαβάζει το σημείωμα, έχασε το χρώμα του και κατάρρευσε! Οι κόρες του, είχαν χρόνια να δουν τον πατέρα τους να κλαίει, από τότε που έχασαν τη μητέρα. Έτρεξαν να τον συνεφέρουν και να μάθουν τι έγραφε αυτό το μυστηριώδες χαρτί. Κάποιο μαγικό χέρι με χρυσά γράμματα έκλεισε ένα γρίφο μέσα σε ένα ποίημα: 

Την καλοσύνη, μη την φυλακίζεις 
ευγνωμοσύνη κορώνα να φορείς 
τα κρίνα της καρδιάς σου να ποτίζεις 
το μενταγιόν που στέλνω , θε να βρεις. 

Στο παλάτι πια, οι τρεις τους άρχισαν να ξετυλίγουν το κουβάρι των στίχων. Ο Βασιλιάς περισσότερο ανήσυχος, ενώ τα κορίτσια κοίταζαν με νόημα η μία την άλλη και χαμογελούσαν γλυκά. Φαίνεται η ψυχή της άτυχης Βασίλισσας άφησε ένα μήνυμα στον άντρα της, με ορμήνιες για την ψυχή του, για τις κόρες τους, τα κρίνα, όπως τις αποκαλούσαν μεταξύ τους και…αυτό με το μενταγιόν….Αυτό κι αν ήταν το πιο παράξενο της υπόθεσης. Ποιο μενταγιόν; Και που να ψάξει; 

-Α! τώρα το θυμήθηκα!, Φώναξε η μια κοπέλα και έφερε γρήγορα το κουτί με τα κοσμήματά της. 
-Μα που είναι; Αποκλείεται να χάθηκε, εδώ ήταν μέχρι χθες, αφού το είδα. 

Ναι, υπήρχε ένα μενταγιόν της Βασίλισσας, που το είχε χαρίσει στις κόρες της. Ήταν από εκείνα τα παλιά κοσμήματα που πάνε από γενιά σε γενιά, από μάνα σε κόρη. Άνοιγε και μέσα του είχε ένα ροδοπέταλο. Τώρα που τα κορίτσια περιέγραφαν το χαμένο δώρο, θυμήθηκε και ο βασιλιάς τα λόγια που συνήθιζε να του λέει η Βασίλισσα, κάθε φορά που οι στεναχώριες τον συναντούσαν. Έτσι του γλύκαινε την καρδιά:« με ροδοπέταλα σπαρμένο ,
της ζωής το πεπρωμένο». Δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία για το τι έπρεπε να ψάξουν. Αλλά που να κοιτάξουν; Έβγαλε λοιπόν ο Βασιλιάς φιρμάνι, όποιος θα του πήγαινε το χαμένο κόσμημα, θα τον γέμιζε αμύθητα πλούτη. Οι μέρες περνούσαν, μα το μενταγιόν άφαντο. 

Ώσπου μια μέρα ζήτησαν ακρόαση από το Βασιλιά δυο φρουροί του παλατιού. Ήταν εκείνοι που φρουρούσαν τα δυο αδέλφια. Έμαθαν ότι ψάχνει ένα μενταγιόν πολύτιμο και είχαν δει κάτι παρόμοιο στη φυλακή. Έτσι λοιπόν κίνησαν για τη φυλακή στο υπόγειο, ο Βασιλιάς μαζί με τις κόρες του. Πήγαν κατευθείαν στο σκοτεινό κελί, σκοτεινό κελί είπα; Μα όχι αυτό δεν ήταν σκοτεινό, ακτινοβολούσε από μακριά μια μαγική χρυσή λάμψη! Πλησίασαν και τι να δουν; 

Στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη μια ιστορία ζωής. Δυο νέοι που ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά, η τελετή των βασιλικών γάμων, η γέννηση των δυο παιδιών τους, ο κήπος τους που φυτρώνουν τα πιο ευωδιαστά λουλούδια…μα ναι! Όλοι τους μπορούσαν τα μυρίσουν αυτά τα λουλούδια λες και ήταν ζωντανά ακριβώς εκεί μπροστά τους! Ένα αεράκι σα χάδι άγγιξε τις καρδιές τους, σαν διάβασαν στίχους αγάπης, κι αυτοί γραμμένοι στους τοίχους της φυλακής. Η ιστορία, αν και έδειχνε το χαμό της Βασίλισσας, συνέχιζε γλυκά, λέγοντας πως ό,τι αγαπάμε δε χάνεται. Υπάρχει κάπου εκεί και μας δίνει θάρρος. Το πιο θαυμαστό απ’ όλα βρισκόταν στο πάτωμα. Ήταν γεμάτο κόκκινα, ευωδιαστά ροδοπέταλα που χόρευαν, θαρρείς, γύρω από το πολύτιμο μενταγιόν!!! Όλοι τους σάστισαν. Πατέρας με κόρες αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν από συγκίνηση. 

Φυσικά ελευθέρωσαν το Χρύση και το Διαμαντή. Ο Βασιλιάς γιατρεύτηκε εντελώς στην ψυχή του. Τώρα ήξερε πως το βασίλειό του χρειάζονταν αυτούς τους δυο άξιους νέους. Η χαρά όλων ολοκληρώθηκε τη μέρα που οι καμπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα αναγγέλλοντας τους γάμους των δυο αδελφών με τις βασιλοπούλες. Η κυρά του πεπρωμένου χαμογέλασε και το χρυσό βιβλίο τους στολίστηκε με κόκκινα ροδοπέταλα! Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα! 

Τσαμάκη Βασιλική 

1 ο Βραβείο Παραμυθιού ενηλίκων 
19ος ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ 
της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου. 

Η εικόνα είναι από pixabay.com










Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Κώστας Παρορίτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Λεωνίδας Σουρέας, 1 Ιουνίου 1878 - 10 Νοεμβρίου 1931)

πηγή φωτογραφίας 

Ο Κώστας Παρορίτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Λεωνίδας Σουρέας, 1 Ιουνίου 1878 - 10 Νοεμβρίου 1931) ήταν Έλληνας δημοτικιστής πεζογράφος και συγγραφέας.

Γεννήθηκε στο χωριό Παρόρι ή Παρόρειο Λακωνίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα ως ποιητής από τις στήλες του περιοδικού Νουμάς. Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1896 και αναγορεύτηκε διδάκτωρ του πανεπιστημίου το 1898. Έπειτα εργάστηκε ως σχολάρχης στο σχολαρχείο στην Ύδρα από το 1907 μέχρι και το 1916 αλλά και ένα χωριό του Ταΰγετου στην Σπάρτη ως ελληνοδιδάσκαλος μετά την αποφοίτησή του.Κατά την περίοδο της παραμονής του στην Ύδρα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του γλωσσικού του προσανατολισμού υπέρ του δημοτικισμού του Ψυχάρη και στη στροφή του προς το σοσιαλισμό, που αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αλληλογραφίας του για κοινωνικά θέματα και θέματα αισθητικής και της γνωριμίας του με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο που τότε έμενε στο Μόναχο και ή οποία και στάθηκε καθοριστική την ίδια περίοδο. Από την Ύδρα πραγματοποίησε και την πρώτη του επίσημη εμφάνιση (είχαν προηγηθεί δημοσιεύματά του στην εφημερίδα Σπάρτη και το Σπαρτιατικόν Ημερολόγιον του Μ.Ι.Θεοδωρόπουλου το 1903) στη λογοτεχνία με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Οι νεκροί της ζωής, η ιδεολογική στράτευση της οποίας οδήγησε στην παύση του για ένα μήνα από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο το 1908. Ενδεικτική είναι η αιτιολόγηση της απόφασης από το Ανώτατο εκπαιδευτικό Συμβούλιο:

«(…) εξέδωκε τόμον διηγημάτων, εν οις παρουσιάζει πρόσωπα της κατωτέρας κοινωνικής ιεραρχίας προερχόμενα, ως αδικούμενα… Εάν εις την εύπλαστον ελληνικήν κοινωνίαν παρουσιάσωμεν τοιούτου είδους ήρωας είναι λίαν επικίνδυνον, διότι δημιουργώμεν αυταπάτας και θίγομεν τας πατροπαραδότους ελληνικάς συνθήκας (…)Η ελληνική κοινωνία ενδέχεται να παρασυρθεί εις αγώνας οίτινες θα καταλήξωσιν εις συμφοράς. Τα εκ της Ευρώπης διδάγματα πρέπει να μας εμβάλωσιν εις σκέψεις. Οι εκπαιδευτικοίλειτουργοί οφείλωσιν να διδάσκωσιν πάντοτε τας χριστιανικάς ηθικάς αρχάς και να πρωτοστατήσωσιν εις την καταπολέμησιν των νέων κοινωνικών ιδεών, αι οποίαι συνταράσσουσιν τας κοινωνίας της Δύσεως και προ ολίγου εβύθισαν εις το χάος την μεγάλην Αυτοκρατορία της Ρωσίας (…)».Στη συγγραφική του παρουσία κορυφαίο μυθιστόρημα Ο Κόκκινος Τράγος (1924). Διηγήματα και άρθρα δημοσίευσε κυρίως στο Νουμά, αλλά και σε έντυπα όπως το Εθνικόν Ημερολόγιον του Σκόκου, οι Νέοι Βωμοί, η Μούσα, ο Πυρσός, το Μικρασιατικό Ημερολόγιο, τα Γράμματα Αλεξανδρείας και αργότερα (μετά το 1920) στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία, Ελεύθερος Λόγος και Ριζοσπάστης, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Καλλιτεχνικής Συντροφιάς του καφενείου Μαύρος Γάτος και της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης (ήδη από το 1909).

Το 1909 γίνεται μέλος της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ενωσης και από τη εποχή αυτή αρχίζει να διαβάζει και σοσιαλιστική φιλολογία και φιλοδοξεί να γίνει ο εισηγητής του κοινωνικού διηγήματος. Και στη συνέχεια η Οχτωβριανή Επανάσταση τον ενθουσιάζει και από τότε αρχίζει να παρακολουθεί από πολύ κοντά τους πολιτικούς και οργανωτικούς αγώνες της ελληνικής εργατικής τάξης.Ο Κ. Παρορίτης ανήκει στο στενό πυρήνα των συνεργατών του «Νουμά».Ό Παρορίτης είναι από τους αρχαιότερους και πιστότερους συνεργάτες και πρωτεργάτης του ‘’Νουμά’ ακόμα και όταν ήτανε καθηγητής σε Γυμνάσιο στην Αθήνα.’ Με τον Κώστα Παρορίτη καθιερώθηκε στο «Ριζοσπάστη» το χρονογράφημα και πολεμήθηκε από τους εκπροσώπους της εργατικής τάξης όσο κανείς άλλος λογοτέχνης. Έφτασαν να του αμφισβητήσουν κάθε λογοτεχνική αξία. Ξεκίνησε τον Ιούνη του 1921 όταν ο «Ριζοσπάστης» έγινε επίσημο όργανο του ΚΚΕ και διευθυντής του ήταν ο Γιάνης Κορδάτος.Η ατμόσφαιρα του «Νουμά» ήταν δημοκρατική, προοδευτική, επαναστατική στην εποχή της. Αυτή την ατμόσφαιρα εισέπνευσε ο Παρορίτης και λίγο αργότερα η επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες, όταν ξεκίνησε στο «Νουμά» η συζήτηση με αφορμή το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα». Επηρεάστηκε από τις σοσιαλιστικές ιδέες μόλις αυτές άρχισαν να συζητιούνται στην Ελλάδα.

Ο Κώστας Παρορίτης πέθανε στην Αθήνα το 1931.

Κριτική Έργου

Ο Κώστας Παρορίτης είναι ο πρώτος Έλληνας, όχι σοσιαλιστής, μα κομμουνιστής. Είναι ο πρώτος που έγραψε με ξεκάθαρο κομμουνιστικό προσανατολισμό, έργα εμπνευσμένα από τη ζωή του λαού και της εργατικής τάξης. Τα έργα του διαβάστηκαν και επηρέασαν τους εργάτες και βοήθησαν το κομμουνιστικό κίνημα στα πρώτα του βήματα πιο κοντά στο κόμμα της εργατικής τάξης. Ό Κώστας Παρορίτης έμεινε συνεπής στην ιδεολογία του, παρότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε μια πίκρα για την κριτική που του ασκούσε ο «Ριζοσπάστης».Με αφετηρία το χώρο του ηθογραφικού διηγήματος και το ρομαντισμό του Γκαίτε, ο Κώστας Παρορίτης οδηγήθηκε στη συνέχεια στη μυθιστορηματική απεικόνιση της ζωής των εσωτερικών μεταναστών και των περιθωριακών τύπων της Αθήνας, με επιρροές από τη γαλλική και ρωσική λογοτεχνική παραγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κινούμενος στο πλαίσιο της κοινωνικά στρατευμένης δημοτικιστικής λογοτεχνίας συγγραφέων όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Διαχωρίστηκε ωστόσο από τους πρώτους Έλληνες σοσιαλιστές συγγραφείς (Χατζόπουλο, Ταγκόπουλο κ.α.), καθώς παρέκκλινε από τη θεωρία του νατουραλισμού για τον κυρίαρχο ρόλο του περιβάλλοντος στην ανθρώπινη μοίρα και υποστήριξε τον οραματισμό μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας με απαραίτητη προϋπόθεση τη δραστηριοποίηση των εργατικών και γενικότερα των λαϊκών στρωμάτων.

Λόγια άλλων για τον Παρορίτη

Ο Κ. Παρορίτης ανήκει στο στενό πυρήνα των συνεργατών του «Νουμά». Γράφει ο εκδότης του περιοδικού Δ. Ταγκόπουλος το 1921:

«Ο Παρορίτης είναι τόσο στενά δεμένος, ψυχικά, με το ‘’Νουμά’’, ώστε ο ‘’Νουμάς’’ νάναι τόσο δικός του, όσο είναι και δικός μου (…).είναι από τους αρχαιότερους και πιστότερους συνεργάτες του ‘’Νουμά’’. Ελληνοδιδάσκαλος ακόμα σ’ ένα χωριό του Ταΰγετου, ήρθε στα 1903, την πρώτη χρονιά, μ’ ένα θερμό γράμμα, να με συγχαρεί για τον αγώνα μου και να μου δηλώσει πως είναι κι αυτός οπαδός της δημοτικιστικής ιδεολογίας. Από τη Σπάρτη, που πήγε κατόπι ως σχολάρχης κι από την Υδρα αργότερα, έστελνε ταχτικά άρθρα και διηγήματά του στο ‘’Νουμά’’ κι όταν καταστάλαξε τελευταία εδώ, χρόνια τώρα, καθηγητής σε γυμνάσιο, έγινε αναπόσπαστος από τη στενή συντροφιά μας, έγινε ένας από τους πρωτεργάτες του ‘’Νουμά’’». Πιο φανατικός οπαδός και θαυμαστής του Ψυχάρη. Αδιάλλακτος στο γλωσσικό ζήτημα: «Γι’ αυτό την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση την έκρινε με ψυχαρικά κριτήρια και ως ένα σημείο την πολέμησε. Πρώτ’ απ’ όλα και πάνω απ’ όλα έβαλε δογματικά το γλωσσικό κήρυγμα του Ψυχάρη. Πίστευε στο αλάθητό του. Έβλεπε το δημοτικισμό σαν ένα προοδευτικό κίνημα, αλλά την παραπέρα εξέλιξη και γενικά τον πλουτισμό της λαϊκής μας γλώσσας τον έβλεπε μέσα στα στενά καλούπια του Ψυχαρισμού. Δεν αναγνώριζε τις επιδράσεις του σχολείου, του Τύπου και ακόμα δεν παραδεχόταν πως η δημοτική μας γλώσσα θα πλουτισθεί και θα εξελιχθεί μέσα στα μεγάλα αστικά (βιομηχανικά) κέντρα. Με δυο λόγια ο ‘’ορθόδοξος’’ δημοτικισμός του ήταν στατικός, αντιδιακλεχτικός. Όταν όμως ο Ψυχάρης κήρυξε φανερά τις αντικοινωνικές και αντιδημοκρατικές ιδέες του, ο Παρορίτης κατάλαβε πως είχε πέσει έξω στο γλωσσικό ιδεολογικό προσανατολισμό του και πλησίασε πιο πολύ το εργατικό κίνημα και τους πολιτικούς εκπροσώπους του. Ήταν όμως αργά γιατί βαριά αρρώστια τον έριξε στο κρεβάτι».

Πολλά είναι τα άρθρα και τα λογοτεχνικά σημειώματα στο «Νουμά» (και σε άλλα περιοδικά) όπου προβάλλει την ανάγκη της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας και αξιολογεί τα διάφορα λογοτεχνικά έργα από μαρξιστική σκοπιά. Ό Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε για τον Παρορίτη:«Ο Παρορίτης ήτο σοσιαλιστής το σοσιαλιστής και το κοινωνικόν σύστημα εθεώρει αίτιον της δυστυχίας των περισσοτέρων. Όλα του τα μυθσιτορήματα εγράφησαν με αποκλειστικόν σκοπόν να διαδώσουν και να ενισχύσουν την ιδέαν μιας ανατροπής. Είναι έργα προπαγάνδας. Δεν θα τα υποτιμήσωμεν δι’ αυτό, δε θα τα αποκηρύξωμεν, άπαγε! Διότι ο συγγραφεύς ήτο σοσιαλιστής. Σοσιαλιστής ήτο και ο Τολστόι και ο Γκόργκι και ο Μπαρμπύς και τόσοι άλλοι μεγάλοι μυθιστοριγράφοι. Ο Παρορίτης ομολογουμένως, δεν είχε τόσον ισχυρόν τάλαντον και από απόψεως τέχνης τα έργα του υστερούν. Αλλά και ούτως απομένουν σεβαστά, διότι είναι και τα πρώτα νεοελληνικά μυθιστορήματα τα οποία έχουν μιαν κοινωνικήν – και όχι απλώς ψυχολογικήν, ιστορικήν ή φιλοσοφικήν – θέσιν, στρέφονται περί το μέγα κοινωνικόν πρόβλημα, δονούνται από τον ανήσυχον, τον αγωνιώδη παλμόν της εποχής μας και κινούν την σκέψιν του αναγνώστου προς μιαν λύσιν ή άλλην» Γρ. Ξενόπουλος 1932.

Για το χρονογράφο Παρορίτη έγραψε ο Μ. Παπαϊωάννου: «Στο χρονογράφημα ο Παρορίτης κρατήθηκε σωστά σ’ αυτές τις κύριες κατευθύνσεις. Υπεράσπιση της ειρήνης, καταδίκη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, υποστήριξη του αγώνα για μεροκάματο. Οι θέσεις του κόμματος και του ‘’Ριζοσπάστη’’ δοσμένες με τον τρόπο της λογοτεχνίας. Επί δύο χρόνια, τουλάχιστον, πέρασαν από τις Κόκκινες πινελιές σκηνές του δρόμου, από δίκες στις αίθουσες Στρατοδικείων, μέσα σε τραμ, από απεργίες, από τη ζωή του καφενείου, που εκτυλίσσονταν, με το ρυθμό της επικαιρότητας. Τα προβλήματα της ημέρας, ήταν τα ίδια για όλους τους ανθρώπους και για τους χρονογράφους όλων των εφημερίδων. Το μόνο που άλλαζε ήταν η ιδεολογική, η ταξική τοποθέτηση. Για τον Παρορίτη η κατασυκοφάντηση του Λένιν, της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία από τις αστικές εφημερίδες, ήταν ένας ερεθισμός για να αναπτύξει τις απόψεις του σχετικά με τη νέα κοινωνία που χτίζονταν στην παλιά τσαρική αυτοκρατορία. Η απάντηση του Ανατόλ Φρανς στην έκκληση του Γκόργκι υπέρ των πεινασμένων διαμερισμάτων της Ρωσίας, με την αποστολή 300 χιλιάδων φράγκων που του απέδωσε η βράβευσή του με το Νόμπελ, ήταν κι αυτή μια άλλη ευκαιρία να μιλήσει για το καθήκον των διανοούμενων ή για να δώσει τον ορισμό του σύγχρονου διανοούμενου. Η επίθεση του αστικού Τύπου εναντίον των λογοτεχνών που υπέγραψαν στα 1921 μια έκκληση προς τον ελληνικό λαό για τη σωτηρία των πληθυσμών της Ρωσίας, που απειλούνταν από την πείνα, αποδεχόμενοι την έκκληση του Γκόργκι, τον κάναν να ξεσπαθώσει κατά των υποκριτών ανθρωπιστών μας (…)Το χρονογράφημα του Παρορίτη στο ‘’Ριζοσπάστη’’ δεν ήταν μόνο μια συμβολή στην πληρότητα του δημοσιογραφικού οργάνου του Κόμματος. Ήταν και μια σοβαρή προσφορά στην εξέλιξη, στον πλουτισμό αυτού του είδους. Ο Παρορίτης ήταν ένας εμπνευσμένος αγωνιστής του λαού και λογοτέχνης, βοήθησε όσο λίγοι διανοούμενοι το απελευθερωτικό εργατικό κίνημα της Ελλάδας, βοήθησε αφάνταστα στη δημιουργία της σοσιαλιστικής μας πεζογραφίας. Βοήθησε το ‘’Ριζοσπάστη’’ στα πρώτα του βήματα».

Οι «Νέοι Πρωτοπόροι» αναφέρονται στη διακοπή της συνεργασίας με το «Ριζοσπάστη».«Οι αντιθέσεις ανάμεσα στο πολιτικό όργανο της εργατιάς και στο χρονογράφο του, που υπήρχαν το δίχως άλλο, περνούσαν τις πιο πολλές φορές απαρατήρητες, μα ως τόσο εκδηλωνότανε πότε πότε καθαρά και εξόφθαλμα. Απ’ τη στιγμή όμως που ο Ριζοσπάστης’’ με μια αλματώδη προσπάθεια έκανε το τεράστιο ιστορικό του βήμα σαν υπεύθυνος πια καθοδηγητής της ταξικής συνείδησης, ο Παρορίτης γιατί το θέλησε ο ίδιος – όχι γιατί αντικαταστάθηκε – εγκαταλείπει τη στήλη του για να ξαναγυρίσει στο Νουμά’’»

Εργογραφία

Δημοσίευσε δύο σειρές διηγημάτων, με τον τίτλο «Από την ζωή ενός δειλινού» και «Οι Νεκροί της Ζωής». Έργο του ήταν επίσης το κοινωνικό ρομάντσο «Στο άλμπουρο».

Διηγήματα

  • Από Την Ζωή Ενός Δειλινού (Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και κοινωνικό προβληματισμό θίγοντας κοινωνικά θέματα και άλλα θέματα σε μια εποχή που κυριαρχεί ή ηθογραφία 1906, διήγημα)
  • Οι Νεκροί Της Ζωής (Προκάλεσε σάλο με της τολμηρές ιδέες του όντας σχολάρχης στο σχολαρχείο στην Ύδρα και ή ιδεολογική στράτευση της οποίας οδήγησε στην παύση του για ένα μήνα από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο το 1908, διήγημα), 1907..
  • Διηγήματα(Συγκεντρωτική έκδοση, Αθήνα, Οδυσσέας), 1982.
  • Οι νεκροί της ζωής (Αθήνα, Νεφέλη), 1988.
  • Από την ζωή του δειλινού (Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή), 1989.
  • Οί νεκροί της ζωής (Αθήνα, Νεφέλη), 1990.
  • Οί νεκροί της ζωής (Αθήνα, Σύγχρονη εποχή), 2013.

Μυθιστορήματα

  • Στο Άλμπουρο (Κοινωνικό ρομάντσο Θίγει κοινωνικά θέματα και άλλα θέματα προκαλώντας πολύ μεγάλη εντύπωση 1910, μυθιστόρημα)
  • Ημερολόγιον Σκόκου(Αθήνα, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου), 1912.
  • Το Μεγάλο Παιδί (Θίγει κοινωνικά θέματα και άλλα θέματα προκαλώντας πολύ μεγάλη εντύπωση 1916, μυθιστόρημα)
  • Πατέρας (1921, διήγημα)
  • Ό Κόκκινος Τράγος (Το κορυφαίο έργο του εμπνευσμένο από τους αγώνες της εργατικής τάξης πρόβαλλαν την ανάγκη της κοινωνικής επανάστασης 1924, μυθιστόρημα)
  • Οι Δύο Δρόμοι (εμπνευσμένο από τους αγώνες της εργατικής τάξης πρόβαλλαν την ανάγκη της κοινωνικής επανάστασης 1927, μυθιστόρημα)
  • Το μεγάλο παιδί(Αθήνα, Σύγχρονη εποχή), 1990.
  • Στο άλμπουρο(Αθήνα, πελεκάνος), 2005.
  • Ό κόκκινος τράγος(Αλεξάνδρεια, πελεκάνος), 2007.
  • Χριστουγεννιάτικες ιστορίες( Αθήνα, Καστανιώτη), 2009.
  • Το μεγάλο παιδί(Αθήνα, πελεκάνος), 2011.
  • Ό κόκκινος τράγος(Αθήνα, πελεκάνος), 2011.
  • Το μεγάλο παιδί(Αθήνα, πελεκάνος), 2012.
  • Ό κόκκινος τράγος(Αθήνα, πελεκάνος), 2012.
  • Χριστούγεννα και χιονιάς(Αθήνα, Νάρκισσος), 2013.
  • Οί δύο δρόμοι(Ά Τόμος Αθήνα, πελεκάνος), 2013.
  • Οί δύο δρόμοι(΄Β Τόμος Αθήνα, πελεκάνος), 2013.
  • Ο Κόκκινος τράγος(Αθήνα, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.), 2013.
  • Ό Κόκκινος τράγος(Αθήνα, Σύγχρονη εποχή), 2016.

Δοκίμια

  • Εισαγωγή εις την οκτωβριανήν επανάστασιν(Τετράτομο, Αθήνα, Νουμάς), 1916.
  • Ή Ιστορία της οκτωβριανής επανάστασης (Οχτάτομο, Αθήνα, Νουμάς), 1918.

Μεταφράσεις Έργων

  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή Τριλογία των τριών πόλεων:Λονδίνο,Ρώμη και Παρίσι(Αθήνα, Νουμάς), 1912.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Καρποφορίας(Αθήνα, Νουμάς), 1914.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Τερέζα Ρακέν(Αθήνα, Νουμάς), 1915.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή τύχη του Ρούγκονς(Αθήνα, Νουμάς), 1916.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή παράβαση του Μουρέτ(Αθήνα, Νουμάς), 1917.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Την πλημμύρα(Αθήνα, Νουμάς), 1918.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Σπερμικά(Αθήνα, Νουμάς), 1919.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή βιασύνη για τα λάφυρα(Αθήνα, Νουμάς), 1920.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Καυτή!(Αθήνα, Νουμάς), 1921.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Το έδαφος(Αθήνα, Νουμάς), 1922.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Το όνειρο(Αθήνα, Νουμάς), 1923.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ό δόκτωρ Πασκάλ(Αθήνα, Νουμάς), 1924.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ό παράδεισος των κυριών(Αθήνα, Νουμάς), 1925.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Μυθιστόρημα Εξοχότητα(Αθήνα, Νουμάς), 1926.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Τα Χρήματα(Αθήνα, Νουμάς), 1927.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή χαρά της ζωής(Αθήνα, Νουμάς), 1928.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Εργασία(Αθήνα, Νουμάς), 1929.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Αλήθεια(Αθήνα, Νουμάς), 1930.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ένα επεισόδιο αγάπης(Αθήνα, Νουμάς), 1931.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Το κόμμα στο Κόκουβιλ ή Κόκουεβίλ(Αθήνα, Νουμάς), 1932.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή Εξαλογία Ρούγκον Μακουάρτ:Ή τύχη του Ρούγκον, Ό ιερέας, Ή κοιλιά του παρισιού, Ή κατάκτηση του Πλάσσανς, Ή υπαιτιότητα του πατέρα Μέσερ, Ή εξοχότητα του Έουτζεν Ρούγκον(Αθήνα, Νουμάς), 1933.
  • Εμίλ Ζολά Δραματικό Μυθιστόρημα Νανά(Αθήνα, Νουμάς), 1934.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή Τριλογία των τεσσάρων ευαγγελίων:   Γονιμότητας,Εργασίας,Αλήθειας και Δικαιοσύνης(Αθήνα, Νουμάς), 1935.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Φράγμα ζάκ και άλλες ειδήσεις(Αθήνα, Νουμάς), 1936.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Ή επίθεση του μύλου(Αθήνα, Νουμάς), 1937.
  • Εμίλ Ζολά Μυθιστόρημα Φράγμα ζάκ και άλλες ειδήσεις(Αθήνα, Νουμάς), 1938.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Ό δολοφόνος(Αθήνα, Νουμάς), 1939.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Δοχείο κούπα(Αθήνα, Νουμάς), 1940.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Στην ευτυχία των κυριών(Αθήνα, Νουμάς), 1941.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Ή χαρά της διαβίωσης(Αθήνα, Νουμάς), 1942.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Το έργο(Αθήνα, Νουμάς), 1943.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Γή(Αθήνα, Νουμάς), 1944.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Το ανθρώπινο θηρίο(Αθήνα, Νουμάς), 1945.
  • Εμίλ Ζολά Νουβέλα Ή πανωλεθρία(Αθήνα, Νουμάς), 1946.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Πάβελ Γκορμάϊκα(Αθήνα, Ίκαρος), 1947.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Φόμα Γκορντέγιεφ(Αθήνα, Ίκαρος), 1947.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Τρείς από αυτούς(Αθήνα, Ίκαρος), 1948.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Ή Μητέρα(Αθήνα, Ίκαρος), 1948.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Ή Ζωή ενός άχρηστου ανθρώπου(Αθήνα, Ίκαρος), 1949.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Μια ομολογία(Αθήνα, Ίκαρος), 1949.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Το Οκούροβ σίτυ(Αθήνα, Ίκαρος), 1950.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Ή Ζωή του Ματβέϊ Κοζχεμιάκιν ή Κοζχεμάϊάκιν(Αθήνα, Ίκαρος), 1951.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Ή Επιχείρηση Αρτμανόνοβ(Αθήνα, Ίκαρος), 1952.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μυθιστορήματα Ή Τριλογία της Ζωής του Κλίφ Σάμτζιν ή Σάμγκιν:Ό Θεατής, ό Μαγνήτης,Άλλες πυρκαγιές και Το Φάντασμα(Αθήνα, Ίκαρος), 1953.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Τσέλκας(Αθήνα, Ίκαρος), 1956.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Κονοβάλοφ(Αθήνα, Ίκαρος), 1957.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Το Όρλοφς(Αθήνα, Ίκαρος), 1958.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Πλάσματα που καποτε ήτανε άντρες(Αθήνα, Ίκαρος), 1958.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Καλοκαίρι(Αθήνα, Ίκαρος), 1959.
  • Γκόργκι Μαξίμ Νουβέλα Μεγάλη αγάπη(Αθήνα, Ίκαρος), 1959.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μεγάλη φανταστική ιστορία Makar Chudra[Τουλάχιστον ισοπαλία](Αθήνα, Ίκαρος), 1960.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μεγάλη φανταστική ιστορία Παλιά Ιζεργκίλ ή Ιζεργκάϊλ(Αθήνα, Ίκαρος), 1961.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μεγάλη φανταστική ιστορία Μάλβα(Αθήνα, Ίκαρος), 1961.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μεγάλη φανταστική ιστορία Εικοσιέξι άντρες και ένα κορίτσι(Αθήνα, Ίκαρος), 1962.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μεγάλη φανταστική ιστορία Τραγούδι ενός γερακιού(Αθήνα, Ίκαρος), 1962.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Οί ακαλλιέργητοι(Αθήνα, Ίκαρος), 1963.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Τα χαμηλότερα βάθη(Αθήνα, Ίκαρος), 1963.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Καλοκαιρινή λαϊκή(Αθήνα, Ίκαρος), 1964.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Παιδιά του ήλιου(Αθήνα, Ίκαρος), 1964.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Οί βάρβαροι(Αθήνα, Ίκαρος), 1965.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Εχθροί(Αθήνα, Ίκαρος), 1965.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Οί τελευταίοι(Αθήνα, Ίκαρος), 1966.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Παιδιά(Αθήνα, Ίκαρος), 1966.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Αλλόκοτοι άνθρωποι(Αθήνα, Ίκαρος), 1967.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Βάζα Ζελέζνόβα(Αθήνα, Ίκαρος), 1967.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Πλαστά χρήματα(Αθήνα, Ίκαρος), 1968.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Ό Γέρος ή ό Δικαστής(Αθήνα, Ίκαρος), 1968.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Ό Εργασιομανής Σλοβοτέκοβ(Αθήνα, Ίκαρος), 1969.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Ό Σόμοβ και οί άλλοι(Αθήνα, Ίκαρος), 1969.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Ιγκόρ Μουλίτσοφ ή Μπουλάϊτσοφ και άλλοι(Αθήνα, Ίκαρος), 1970.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Ντοστιγκάγιεφ ή Ντοστιγκάϊγιεβ και άλλοι(Αθήνα, Ίκαρος), 1970.
  • Γκόργκι Μαξίμ Δράμα Το τραγούδι του θυελλώδη Πέτρελ(Αθήνα, Ίκαρος), 1971.
  • Γκόργκι Μαξίμ Αυτοβιογραφία Ή Παιδική ηλικία μου(Αθήνα, Ίκαρος), 1971.
  • Γκόργκι Μαξίμ Αυτοβιογραφία Στον κόσμο(Αθήνα, Ίκαρος), 1972.
  • Γκόργκι Μαξίμ Αυτοβιογραφία Τα πανεπιστήμια μου(Αθήνα, Ίκαρος), 1972.
  • Γκόργκι Μαξίμ Ποίημα Το τραγούδι του θυελλώδη Πέτρελ(Αθήνα, Ίκαρος), 1973.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Chaliapin[Τσαλιάπιν] άρθρα σε επετηρίδα(Αθήνα, Ίκαρος), 1973.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Ανέγκαιρες σκέψεις και άρθρα(Αθήνα, Ίκαρος), 1974.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Οί αναμνήσεις μου από τον Τολστόϊ(Αθήνα, Ίκαρος), 1974.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Αναμνήσεις του Τσέχωφ, του Τολστόϊ και του Αντρέγιεφ(Αθήνα, Ίκαρος), 1975.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Βλαδίμηρος Ίλιτς Ουλιάνοφ Λένιν[V.I.Lenin](Αθήνα, Ίκαρος), 1975.
  • Γκόργκι Μαξίμ Μη φανταστικά Μυθιστορήματα Ό Όρος Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν-Λευκή θάλασσα-Διώρυγα της
Βαλτικής θάλασσας(Αθήνα, Ίκαρος), 1976.
  • Γκόργκι Μαξίμ Συλλογή Διηγημάτων Σκίτσα και ιστορίες(Τρίτομο, Αθήνα, Ίκαρος), 1976.
  • Γκόργκι Μαξίμ Συλλογή Διηγημάτων Παραμύθια της Ιταλίας(Αθήνα, Ίκαρος), 1977.
  • Γκόργκι Μαξίμ Συλλογή Διηγημάτων Μέσω της Ρωσίας(Αθήνα, Ίκαρος), 1978.
  • Γκόργκι Μαξίμ Συλλογή Διηγημάτων Πλάσματα που κάποτε ήταν άνδρες, ιστορίες στην αγγλική μετάφραση(Τρίτομο, Αθήνα, Ίκαρος
αυτό περιείχε μια εισαγωγή από τον Gilbert.Keith.Chesterton[Γκίλμπερτ Κέϊθ Τσέστερτον], Ο ρωσικός τίτλος κυριολεκτικά «προηγούμενοι άνθρωποι ») κέρδισε τη δημοτικότητα ως έκφραση στην αναφορά στους ανθρώπους που έπεσαν σοβαρά στην κοινωνική θέση τους), 1979.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Προμηθέας(Αθήνα, Νεφέλη), 1914.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Γκέντς Φόν Μπερλινχίνγκεν(Αθήνα, Νεφέλη), 1915.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου(Αθήνα, Νεφέλη), 1916.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ό Βασιλιάς της Θούλης(Αθήνα, Νεφέλη), 1917.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Στέλλα(Αθήνα, Νεφέλη), 1918.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Έγκμοντ(Αθήνα, Νεφέλη), 1919.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Επιστημονική Πραγματεία Προσπάθεια εξήγησης της Μεταμόρφωσης των Φυτών(Αθήνα, Νεφέλη), 1920.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Τορκουάτο Τάσσο(Αθήνα, Νεφέλη), 1921.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Ρωμαϊκές ελεγείες(Αθήνα, Νεφέλη), 1922.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ραϊνέκε Φούκς(Αθήνα, Νεφέλη), 1923.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλελμ Μάιστερ(Αθήνα, Νεφέλη), 1924.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Ό Μαθητευόμενος μάγος(Αθήνα, Νεφέλη), 1925.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Ή Μνηστή της Κορίνθου(Αθήνα, Νεφέλη), 1925.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Επικό Ποίημα Χέρμαν και Δωροθέα(Αθήνα, Νεφέλη), 1926.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Ή πρώτη βαλπουργία νύχτα(Αθήνα, Νεφέλη), 1926.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Δράμα Ή Νόθος κόρη(Αθήνα, Νεφέλη), 1927.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Δράμα Φάουστ Ά Μέρος[Το κορυφαίο λεργο του](Αθήνα, Νεφέλη), 1927.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα Εκλεκτικές συγγένειες(Αθήνα, Νεφέλη), 1928.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Αυτοβιογραφικό έργο Από την ζωή μου:Ποίηση και αλήθεια(Αθήνα, Νεφέλη), 1928.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστορηματικά Ημερολόγια Περί των χρωμάτων(Αθήνα, Νεφέλη), 1929.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Επιστημονική πραγματεία Ιταλικό ταξίδι(Αθήνα, Νεφέλη), 1929.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Δυτικό-Ανατολικό Ντιβάν:Πόίηση κατά μίμηση των μουσουλμάνων μυστικιστών(Αθήνα, Νεφέλη), 1930.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυιστόρημα Τα χρόνια της περιπλάνησης του Βίλελμ Μάϊστερ(Αθήνα, Νεφέλη), 1930.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Ποίημα Ή Ελεγεία του Μαρίενμπάντ(Αθήνα, Νεφέλη), 1931.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Επιστημονική πραγματεία Ιταλικό ταξίδι(Αθήνα, Νεφέλη), 1931.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Δράμα Φάουστ ΄Β Μέρος(Αθήνα, Νεφέλη), 1932.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Επιστημονική Πραγματεία Αφορισμοί και διαλογισμοί(Αθήνα, Νεφέλη), 1932.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα Περί τέχνηςί(Αθήνα, Νεφέλη), 1933.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα Υπάρχουν όρια(Αθήνα, Νεφέλη), 1933.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα Ό Πενηντάρης(Αθήνα, Νεφέλη), 1934.
  • Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε Μυθιστόρημα-Νουβέλα Ή Νουβέλα του λιονταριού(Αθήνα, Νεφέλη), 1934.
  • Λέον Τολστόϊ Πόλεμος και Ειρήνη[Το κορυφαίο μυθιστορημά του και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών](Τετράτομο, Αθήνα, Καστανιώτη), 1935


Διήγημα - Το δικό μας χαμόγελο 


ΔΕΙΛΙΝΟ. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μιαν άγκυρα – έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις.

Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ‘ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις – τέσσερις πευκοβελόνες – η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Οπου να ‘ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι ανθρώποι; «Ποιοι κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Ετσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.

Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».

Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ‘κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μαννάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.

Ησυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. ‘Αναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.

Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθειές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,

— Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.

— Μόχτος δίχως πλερωμή.

— Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.

–‘Αδεια ζωή.

— Ναι.

— Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.

— Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.

— Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα;

— Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.

— Ω, τότες;

— Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ‘ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.

— Ω, τότες, ναι.

— Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.

Βραδιάζει για καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες – ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ενα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:

Οσα βλέπουμε μπροστά μας
απ’ τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κυττάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.

— Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
— Ετσι ξανασαίνω, γιε μου.
— Και δεν κουράζεσαι;
— ‘Αμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ‘βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.
— Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
— Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια που ‘χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ‘ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.

Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Επλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευώδιαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.

— Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ, λίγο πιο πάνου απ’ το γόνα. Τώρα τραβάει τ’ αψήλου, μου ‘γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Ε, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ’ τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιος μας κρατάει; Ετσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γω το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ’ τα δέντρα. Μην το γελάς. Τι ‘τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Ε, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. ‘Αλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ’ στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι. Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ’ αδέρφια μου, θα τρώνε και θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ’ τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μεις τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μεις, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Οχι. Στ’ αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ενα χαμόγελο δικό μας.
Πρώτη δημοσίευση στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (1945)


Διήγημα - Όξω από το σκέδιο

Ι

– Τι να χτίζη αυτός ο χριστιανός εδώ; με ρώτησε ο φίλος μου.
– Ξέρω κ’ εγώ; του αποκρίθηκα.

Είτανε αλήθεια ένα παράξενο σκέδιο, που για να μπη κανείς στο νόημά του έπρεπε νάχη μαζί του το μπάρμπα Συμεών – που το σκεδίασε – για να του το εξηγήση. Μα ο μπάρμπα Συμεών σε κάθε σκετικό ρώτημα, περιοριζότανε μόνο σ’ ένα αλαφρό, πολυσήμαντο χαμόγελο.

– Άι κάτι έβαλα με το νου μου κ’ εγώ. Σαν τελειώση η δουλειά – πρώτα ο Θεός – θα το δήτε.

Έτσι με αυτή τη γενική και αόριστη απόκριση συνήθιζε να τους ξεφορτώνεται όλους όσοι επιμένανε να τονέ ζαλίζουνε με τα ρωτήματά τους. Σ’ ένα πράμα συμφωνούσανε όλοι: πως ο μπάρμπα Συμεών παλάβωσε. Βέβαια. Για ναποφασίση να ρήξη τα λεφτουδάκια του σε αυτή την οικοδομή, σίγουρα δε θάναι στα καλά του. Γιατί το βλέπανε όλοι, πως από το σκέδιο αυτό, καθώς δείχνανε τα θεμέλιά του δεν μπορούσε να βγη τίποτα πραχτικό, προσοδοφόρο. Γιατί δεν είτανε μόνο το σκέδιο, – σωστός λαβύρινθος – που γεννούσε την απορία. Είτανε το πιο πολύ κ’ η θέση. Τι τούρθε του βλογημένου να πάη να ρήξη τα θεμέλια κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή, δίπλα στη θάλασσα; Τα κύματα θα σπάζανε πάνω στους τοίχους του σπιτιού κ’ ίσως καμμιά μέρα θα του το παίρνανε μαζί τους. Σαν ήθελε να χτίση, χαθήκανε οι σπιτότοποι μέσα στην πόλη να χτίση ένα σπίτι, ένα φούρνο, ακόμα κ’ ένα χάνι, για να βάζουνε τα ζα τους οι χωριάτες πούρχονται από τα χωριά και να κάνη χρυσές δουλειές; Τι τούρθε να πάη στην ερημιά, όξω από την πόλη, κοντά στη θάλασσα που γλείφει το χώμα του δρόμου αδιάκοπα;

Όλα αυτά τα μάθαινε, τάξερε ο μπάρμπα Συμεών, μα δεν έλεγε τίποτα.

– Πέστε τώρα ό,τι θέλετε. Σαν τελειώση με το καλό, ναρθήτε να λογαριαστούμε, μουρμούριζε.

Το κακό που το χτίσιμο δεν προχωρούσε διόλου γλήγορα. Δυό τρεις χτίστες δουλεύανε κάμποσον καιρό, υψώνανε κάμποσες πιθαμές τον τοίχο κ’ έπειτα οι χτίστες ξαφανιζόντανε κ’ η δουλειά σταματούσε άξαφνα για να ξαναρχίση ύστερα από μήνες. Γιατί ο μπάρμπα Συμεών δεν είχε τον παρά στο χέρι. Έπρεπε να δουλέψη, να πιάση λεφτά, για να μπορέση να σπρώξη τη δουλειά μπροστά. Όσο να σωθούνε κι αυτά, και πάλε στοπ. Κ’ έπειτα πάλε από την αρχή. Γιατί ο παράς έβγαινε τώρα με κόπο, με ίδρωτα, όχι σαν άλλοτε που είτανε η τσέπη του γιομάτη μονέδα. Τώρα για να πουλήση ένα Βαγγέλιο, μια Σύνοψη, μιαν Αμαρτωλών Σωτηρία, έπρεπε να βγάλη μαλλί η γλώσσα του. Στο σταθμό του σιδερόδρομου όλοι το ξέρανε πως είτανε αδύνατο να μη συναντήσουνε το μπάρμπα Συμεών με τα γυαλάκια του, με την πέτσινη τσάντα, που του χρησίμευε για αποθήκη βιβλίων. Εκεί είχε το βιβλιοπωλείο του, ένα κινητό βιβλιοπωλείο για τους ταξιδιώτες, αποκλειστικά από ιερά βιβλία. Ζύγωνε κάθε ταξιδιώτη, τούδειχνε τα βιβλία και κείνος είτανε αδύνατο να μην αγόραζε κάτι από όλα. Έτσι είχε κάτι ευχάριστο να διαβάση στο ταξίδι, χώρια πούκανε και καλό στην ψυχή του. Μα τώρα ο κόσμος άλλαξε. Όλοι γελάνε, τον κοροϊδεύουνε σαν τους προτείνει κανένα ιερό βιβλίο.

– Βρε, συ, είσαι μασώνος. Ή δε σε ξέρουμε, θαρρείς;

Κείνος κοκκινίζει, θυμώνει:

– Εγώ μασώνος, εγώ; φωνάζει.

Ένας κάνει τάχα πως θέλει να τονέ διαφεντέψη:

– Άσε τον άνθρωπο, αδερφέ, ήσυχο! Αυτός είναι καλός χριστιανός, λέει.

Ένας ψάχνει τα βιβλία τάχα πως θέλει να διαλέξη.

– Δε μου λες; Ρόδινο Κόσμο δεν έχεις; ρωτάει άξαφνα σιγαλά με ένα ύφος εμπιστεφτικό.

Κείνος του ρίχνει μια ματιά άγρια πάνω από τα γυαλιά του και φεύγει μουρμουρίζοντας.

– Πώς καταντήσανε οι άνθρωποι σήμερα; Ούτε ένα λεφτό δε δίνουνε για την ψυχή τους, μουρμουρίζει κουνώντας το κεφάλι. Το πολύ να ρωτήσουνε, να θαυμάσουνε τόμορφο δέσιμο των βιβλίων, που τάχει τυλιγμένα μέσα σε τσιγαρόχαρτα, μα όχι να δώσουνε λεφτά. Ένας φάνηκε κάποτε πως πήρε την απόφαση κάτι ναγοράση, μα ο σύντροφός του τον κράτησε.

– Δε βαριέσαι. Μην πετάς τα λεφτά σου σε αυτές τις κουταμάρες.

Αυτό έθλιβε την καρδιά του μπάρμπα Συμεών.

– Κι απάνω που θέλουμε λεφτά και λεφτά, για να τελειώσουμε την οικοδομή, συλλογιότανε.

Να ο λόγος που το χτίσιμο προχωρούσε αργά…Κάθε δειλινό, σα σκολάζανε οι μαστόροι κ’ έφευγε και το τελευταίο τραίνο, ο μπάρμπα Συμεών έπαιρνε το δρόμο για την οικοδομή του. Έμπαινε μέσα, τα περιεργαζότανε όλα σα να τάβλεπε για πρώτη φορά, σήκωνε από χάμω καμμιά πέτρα, μάζευε την άμμο σωρό, προσπαθούσε να τα βάλη όλα σε τάξη, να τα σιγυρίση, σα να είτανε εκεί το σπίτι του, η κάμαρά του.

– Θα ζήσω τάχατες να τα χαρώ; Χρειάζουνται λεφτά, λεφτά. Πού θα βρεθούνε; ο κόσμος δεν αγοράζει βιβλία. Όλοι με κοροϊδεύουνε, όλοι με παίρνουνε για τρελό με τη δουλειά αυτή που καταπιάστηκα. Μα σαν το βλέπανε τελειωμένο και μαθαίνανε το μεγάλο σκοπό μου, θα με λέγανε τότε τρελό; μουρμούριζε ένα δειλινό καθισμένος πάνω σε μια πέτρα με τα μάτια γυρισμένα προς τη θάλασσα, μακρυά…

Ένα μεγάλο κύμα ήρθε με ορμή κ’ έσπασε στην ακρογιαλιά, αφρισμένο. Χοντρές πιτσιλάδες τονέ χτυπήσανε στο πρόσωπο. Από μακρυά έφτανε η βουή της θάλασσας μυστηριώδικη, καθώς άρχιζε ναπλώνεται πάνω της το σκοτάδι. Ακούμπησε τη ματιά του στα δυό χρωματιστά φανάρια που φέγγανε ακούνητα, νυσταγμένα στην είσοδο του καναλιού, έπειτα παρακολούθησε τα χρώματα που αργοπεθαίνανε στον ορίζοντα…Σηκώθηκε και τράβηξε για το σπίτι του, με βήμα αργό, συλλογισμένο.

ΙΙ

Μια μέρα ήρθε ένας χωροφύλακας στο σπίτι του και του χτύπησε την πόρτα.

– Να ρθής στην αστυνομία, σε ζητάει ο αστυνόμος, τούπε.

– Εμένα; τι νταραβέρια έχω εγώ με τις αστυνομίες; ψιθύρισε τρομαγμένος.

Πρωί πρωί βρέθηκε στην αστυνομία. Περίμενε ώρες όσο ναρθή ο αστυνόμος. Είτανε ένας καινούριος αστυνόμος πούθελε να τα βάλει όλα σε τάξη. Μπήκε στο γραφείο του δειλά και στάθηκε μπροστά του τρέμοντας με το κασκέτο στο χέρι. Ο αστυνόμος ανακάτεψε καμπόσα χαρτιά σα να ζητούσε κάτι, έπειτα σήκωσε τα μάτια του και τον είδε.

– Δε μου λες εσύ, τι είναι αυτά που μαστορεύεις εκεί κάτω; ρώτησε.

Κείνος σα να μη κατάλαβε. Ζάρωσε τα χείλια του, γύρισε μηχανικά το κασκέτο στα χέρια του.

– Να, γι αυτό που χτίζεις σε ρωτάω. Κάνεις δηλαδή πως δεν καταλαβαίνεις; φώναξε απότομα ο αστυνόμος.

Να το κρύψη κι από τον αστυνόμο όπως τόκρυβε τόσον καιρό από όλον τον κόσμο; Μα ο αστυνόμος δεν έπαιρνε από λόγια.

– Άι, κάτι έβαλα με το νου μου, είπε χαμογελώντας μ’ έναν αμήχανο τρόπο.

-Να μου το πης καθαρά τι είναι αυτό πούβαλες με το νου σου. Τώρα αμέσως.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή να ξεμυστηρευτή μπροστά στον αστυνόμο; Στεκότανε δισταχτικός.

– Λέγε λοιπόν. Δεν έχω καιρό να χάνω με σένα.

Στριφογύρισε το κασκέτο του, ξεροκατάπιε, κιτρίνισε.

– Μα δεν είναι τίποτα, κυρ αστυνόμε. Ένα τιποτένιο, ένα απλό πράγμα…Να! ο κόσμος, κατάλαβες, έχει ανάγκη από διδαχή. Το Βαγγέλιο, να πούμε, είναι ένα βιβλίο που όσο βαθύτερα το νιώθει ο κόσμος, τόσο καλύτερος γίνεται. Αϊ λοιπόν. Χρειάζεται μια σάλα για να μαζεύεται ο κόσμος και νακούη το Βαγγέλιο. Πούναι η σάλα; Πουθενά. Λοιπόν, είπα, να χτίσω μια τέτοια σάλα για ένα κήρυγμα θρησκευτικό, όπου οι ανθρώποι να μπαίνουνε πρόθυμα και να βγαίνουνε καλύτεροι. Έπειτα είναι και κάτι άλλο.

– Α, είναι κι άλλο; είπε ο αστυνόμος.

– Είναι τόσοι φτωχοί εδώ στην πόλη, που δεν έχουνε στέγη και ξενυχτάνε στους δρόμους. Αν είχανε κι αυτοί μια στέγη, δε θα είτανε καλύτερο; Έπειτα είναι τόσα άλλα πράματα που μπορεί να γίνουνε. Να. Ένα εξοχικό περιβολάκι για να ξεκουράζεται κανείς και ναναπνέη τον αγέρα της θάλασσας, μακριά από τις βρώμες της πόλης. Έπειτα κ’ ένα ορνιθοτροφείο θα μπορούσε…

Ο αστυνόμος έσκασε στα γέλια.

– Βρε, σε αυτά τα μασκαραλίκια κάθεσαι και ξοδεύεις τα λεφτά σου; Είσαι στα καλά σου μωρέ ή να σε στείλω στο Δαφνί; χα χα χα.

Απόμεινε με το στόμα ανοιχτό κοιτάζοντας στα μάτια τον αστυνόμο που ξακολουθούσε να γελάη αδιάκοπα.

– Έτσι λοιπόν; Σάλα για κήρυγμα, άσυλο για τους φτωχούς, ένα περιβολάκι, ένα ορνιθοτροφείο. Εσύ θα τα κάνης όλα αυτά; Μα λογάριασες πόσα λεφτά θα σου χρειαστούνε για όλες αυτές τις ιστορίες;

– Θα δουλέψω, κυρ αστυνόμε. Φτάνει να ζήσω, είπε σιγαλά.

– Θα δουλέψης; Και τι έχεις εσύ μωρέ, να κερδήσης απ’ όλα αυτά.

Αυτό δεν το είχε συλλογιστή ποτέ του.

– Να κερδίσω; Τι να κερδίσω; Άμα οι ανθρώποι γίνουνε πιο ευτυχισμένοι…ψιθύρισε.

Ο αστυνόμος πήρε τώρα ένα σοβαρό ύφος:

– Ας είναι, ξέρεις τώρα ένα πράμα; ρώτησε.

Τονέ κοίταξε στα μάτια. Τι είχε πάλε να του πη;

– Ξέρεις πως το χτίριο που χτίζεις, είναι όξω από το σκέδιο της πόλης; Ή νόμισες πως μπορεί ο καθένας να χτίζη όπου του καπνίση; Εδώ έχουμε νόμους.

– Μα…Εγώ τον αγόρασα τον τόπο…

– Κ’ έπειτα; Πήρες άδεια από το μηχανικό; Όχι. Δίχως λοιπόν άδεια του μηχανικού δεν μπορείς να χτίσεις πουθενά. Τι χάσκεις; Έτσι είναι όπως σου τα λέω. Καλύτερα να σε είχε εμποδίσει από την αρχή ο μηχανικός, γιατί θάχες διάφορο τα λεφτά σου, κουτούλιακα.

Σιγαλιά. Σάστισε, τάχασε.

– Πήγαινε τώρα και να δούμε τι θαποφασίση το υπουργείο που θα γράψω γι’ αυτή τη δουλειά, είπε ύστερις από ώρα ο αστυνόμος αφού συβουλεύτηκε κάτι χαρτιά.

Πώς δεν έπεσε, καθώς κατέβαινε την ξύλινη σκάλα, καταβρεγμένη με φανικό; Σα βρέθηκε στο δρόμο, άρχισε να ξαναλέη τα λόγια του αστυνόμου με το νου του «όξω από το σκέδιο». Η φράση αυτή τούχε χτυπήσει τόσο παράξενα σταυτιά.

– Είμαι λοιπόν όξω από το σκέδιο. Κ’ εγώ ο κουτός νόμιζα πως θα μου λέγανε και μπράβο.

Ξεμυστηρεύτηκε τον πόνο του σ’ ένα φίλο του, γέρο άνθρωπο, Μακρακιστή, πολύ θεοσεβούμενο και πολύ μπιστεμένο του. Κείνος τον ησύχασε. Αυτός είχε κάποιο κουμπάρο σην Αθήνα.

– Έννοια σου, θα γράψω εγώ στον κουμπάρο μου να πάη να μιλήση στο υπουργείο. Μη φοβάσαι. Δε γίνεται τίποτα.

Τα λόγια του φίλου του, του φέρανε τη γαλήνη στη φουρτουνιασμένη ψυχή του. Από τότε βάλθηκε να δη πιο γλήγορα τελειωμένο το έργο του.

Έτσι πήρε την απόφασή του. Αν περίμενε με τα βιβλία, το χτίριο δε θα τελείωνε ποτέ. Στο χωριό του είχε κάμποσες ρίζες ελιές, λίγα στρέμματα αμπέλι. Είχε και το σπιτάκι, που του άφησε κληρονομιά η μάννα του. Όλα αυτά αντιπροσωπεύανε ένα ποσό, που δεν μπορούσανε να του το δώσουνε πια τα βιβλία, έτσι μαζωμένο και γλήγορα όπως το χρειαζότανε.

– Άμα το δούνε τελειωμένο, τότε δε θα μπορή και το υπουργείο να πη τίποτα. Θα πάω στο χωριό να τα ξεκάνω όλα γλήγορα, όσα όσα, για να τελειώση η δουλειά το γληγορώτερο.

ΙΙΙ

Το είπε και τόκαμε. Έτσι ξαφανίστηκε μια μέρα από το σταθμό δίχως κανείς να ξεύρη πού πάει. Οι ανθρώποι του σταθμού, που τον είχανε συνηθίσει εκεί από χρόνια, ρωτούσανε ο ένας τον άλλονε με απορία:

– Τι έγινε ο μπάρμπα Συμεών; Μην αρρώστησε; Μην πέθανε;

– Αναλήφτηκε στους ουρανούς, είπε κάποιος λούστρος του σταθμού, μια μέρα κι όλοι λιγωθήκανε στα γέλια για το χωρατό.

Σιγά σιγά ο μπάρμπα Συμεών ξεχάστηκε και κανείς δε ρωτούσε πια γι αυτόν. Είχανε περάσει μήνες που βρισκότανε στο χωριό του. Αυτές οι δουλειές δε γίνουνται εύκολα. Όσο να βρη αγοραστή, όσο να συμφωνήσουνε στην τιμή, φαγωθήκανε οι μήνες. Επιτέλους το κατάφερε να δώση το χτήμα του, έβαλε τα λεφτά στην τσέπη κ’ ένα πρωί τον είδανε να κατεβαίνη από το τραίνο με μια φαγωμένη βαλίτσα στο χέρι χαρούμενος και γελαστός.

– Άι, άι! Καλοσώρισες, μπάρμπα Συμεών, φώναξε ένας λούστρος.

Στη φωνή του λούστρου τρέξανε κι άλλοι κ’ έτσι ο μπάρμπα Συμεών βρήκε μια υποδοχή που δεν την περίμενε.

Ξεκουράστηκε λίγο στην κάμαρά του κ’ έπειτα δρόμο για την οικοδομή. Δειλινό. Διψούσε, λαχταρούσε να την ξαναδή ύστερις από τόσον καιρό. Σα να φοβότανε μην του παραπονεθή που άργησε να γυρίση, τάχυνε στο δρόμο το βήμα του για να φτάση το γληγορώτερο πρι να βασιλέψη ο ήλιος. Η καρδιά του χτυπούσε. Να! Πρόβαλε από μακρυά το χτίριο! Τη στιγμή εκείνη ο ήλιος έγερνε να βασιλέψη, το χτίριο πρόβαλε μέσα στη φαντασία του τελειωμένο, περήφανο, άσπρο, αψηλό. Η ψυχή του, γιομάτη περηφάνεια για το έργο του, έλιωνε κείνη τη στιγμή από τρυφεράδα και σα ναπορούσε κι ο ίδιος για το κατόρθωμά του, ταχείλια του ψιθυρίσανε: «Εγώ το έκανα αυτό;»

Έφτασε…Κλείνει τα μάτια του μπρος στην εικόνα που του παρουσιάστηκε ανέλπιστα. Μην ονειράζεται; Από το χτίριο δεν απομένουνε τώρα παρά τα θεμέλια! Ένας δαίμονας λες και πήδηξε μέσα και τάκαμε όλα χωράφι! Στη θέση των τοίχων υψώνεται τώρα ένας άμορφος σωρός από πέτρες, χώματα…

– Καλά να σου τα κάνουνε. Ποιος σούπε να χτίζης όξω από το σκέδιο. Να τώρα που σου το γκρεμίσανε. Κρίμα στα λεφτά σου, του φώναξε κάποιος από το δρόμο.

Κάθεται πάνω σ’ ένα σωρό πέτρες. Ο ήλιος βουτάει στη θάλασσα ολοστρόγγυλος, κόκκινος. Με τα χέρια σταυρωμένα, αμίλητος, ανίκανος να σκεφτή, μοιάζει σαν κουκουβάγια που σκούζει πάνω στα ρημάδια. Το κόκκινο φανάρι του καναλιού λάμπει μέσα στο σκοτάδι, που αρχίζει ναπλώνεται, σα μεγάλη πληγή, ματωμένη…Από μακρυά φτάνει η βουή της θάλασσας πνιχτή…